Jessie Redmon Fauset (1882-1961), Θραύσμα

Πότισε η ανάσα της ζωής τις λίγες κείνες μέρες τις μουντές
Και πάλι όλο που ‘χαμε, να τι –
Κάνα χαμόγελο αστραπή, κάνα άγγιγμα χεριών κι αλαργευτά
Κάνα έτσι σβέλτο, φευγαλέο φιλί.

Άδειος εδρεύει, μάταιος θάνατος στα διάμεσα τα χρόνια!
Πια άλλο δεν έχουμε εγώ κι εσύ
Από δάκρυα παγωμένα, λόγια πνιχτά κι αλαργευτά
Καμιά που ίσα προλάβαμε κραυγή!

*Από την Ανθολογία “Μαύρες Ρίζες – Αφροαμερικανοί ποιητές και ποιήτριες του Μεσοπολέμου”, Εκδόσεις ‘Στοχαστής”, Φθινόπωρο 2021. Ανθολόγηση – Μετάφραση: Νίκος Λάιος.

Γιάννης Αλεξανδρόπουλος, Δύο ποιήματα

Φώτο: Ειρηναίος Μαράκης

Πώς να μιλήσω σ’ ένα πλήθος
που δεν μ΄ αναγνωρίζει;
Πώς να σταθώ κόντρα στον άνεμο
όταν σαν σκιά και μόνο σαν σκιά
με προσδιρίζουν τα πρόσωπα;
Πώς ο λαός πορεύεται σε ξέφωτο;
Αρκεί η πρώτη σπίθα, αυτό το “τσαφ”;
Η λάμψη που επιπλέει μες στα νερά του βλέμματος
για ν’ αρχίσει ξανά να κυλά η ρόδα της ιστορίας;

*

ΜΕΧΡΙ ΤΕΛΟΥΣ

Και συ
ενώ η μπόρα βρυχάται στον ουρανό
με το δισάκι σου στον ώμο
οργώνεις το σώμα μιας ταλαίπωρης χώρας
Για κάποιες σκιές-δροσουλίτες που σου φωνάζουν
Για ένα παραμύθι που δεν τέλειωσε
Για ιστορίες με ήρωες που μυρίζουν θυμάρι και μπαρούτι
Για το χαμένο νήμα που ψάχνεις πάλι να βρεις να μας τραβήξει απ’ το πηγάδι
Και οι συνομώτες ορκίστηκαν “μέχρι τέλους”

*Από τη συλλογή “Χυμένο κόκκινο”, Εκδόσεις Μανδραγόρας, 2016.

Δημήτρης Τρωαδίτης, Τρία ποιήματα

ΣΚΕΨΕΙΣ ΗΛΙΟΚΥΜΜΑΤΑ

Σκέψεις ηλιοκύμματα
Ξεσηκώνουν σάλο
Τα πρόσωπα της νύχτας φωτίζονται
Κουρσεύουν κάστρα
Και τυφλωμένες μελαγχολίες
Στις χαραγματιές του χρόνου

*

Η ΑΘΩΟΤΗΤΑ ΠΕΘΑΙΝΕΙ ΑΠΑΤΗΜΕΝΗ

Η αθωότητα πεθαίνει απατημένη
Τα σύγχρονα κώνεια καταβροχθίζονται
Σε στενωπούς καταστημάτων
Σωριάζονται με ενδοφλέβιες εμπορικότητας

*

ΕΛΠΙΖΟΥΜΕ ΝΑ ΚΑΛΟΚΑΙΡΕΥΣΕΙ

Αγωνιούμε να συνταιριάξουμε το χρόνο
Ελπίζουμε να καλοκαιρεύσει
Να πλεύσουν σε μια κατεύθυνση
Τα καράβια
Να κυριεύσουμε τις αισθήσεις
Νησιά απάτητα
Με άγνωστα ονόματα

Θωμάς-Γεράσιμος Αγγελίδης, Δύο ποιήματα

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΕΧΟΥΝ ΠΥΡΕΤΟ

Εσύ ντύνεσαι την καθημερινή χαρά
και εγώ τσουβάλι κενό θα νικήσω
σχεδόν εξαντλημένος, ένα κομμάτι μουσικής
που χάρισες στο σκοτάδι
Απόψε δεν θα χτυπηθώ με τα ποιήματα
ελίσσομαι στους βράχους της καρδιάς σου
ορμητικά!

Γρατζουνισμένη αγάπη…

*

ΦΥΛΑΚΙΣΜΕΝΟΣ

Σ’ έχω χάσει…
δεν ήταν πόλη αυτή, ήταν κρατήρας και σ’ έκαιγε.
Φοβάμαι τα κεφαλαία “Σ”ίγμα
κι αυτήν την πάντα ατράνταχτη λογική σου,
που μου αρπάζει τις λιακάδες.
Σε άφησαν οριστικά!
Και συ σαν κουρνιαγμένος αναστεναγμός να φυσάει,
Στ’ αυτιά των ειδικών απεγνωσμένα.
Η άνοιξη μου χτυπά επίμονα την πόρτα
Και πνίγομαι και φοβάμαι
ΤΑ ΚΕΦΑΛΑΙΑ “Σ”ΙΓΜΑ…

*Από τη συλλογή “Αεράκια φαρμάκια”, Εκδόσεις Εκάτη, 2021.

Κατερίνα Φλωρά, Βοές και σιωπές

Artwork: Dora Maar

Στη βοή των περαστικών
αδιάκριτοι ήχοι αδιάφοροι
ανάκατοι δίχως τη μορφή σου

Ενοχλητικές αδιαμόρφωτες φωνές
τη μοναξιά τους περιφέρουν
ντυμένη δε περίλαμπρη φτηνή φορεσιά

Πόλη κενή άχρονη
γεμάτη αναμνήσεις και πόνο
κάτω από την επιφάνεια

Πώς να ενώνεται το κάτω με τον πάνω κόσμο;
Με σκέψεις, εμπειρίες, νήματα μνήμης και συγκράτησης
Λόγια, γραπτά, σιωπές

Μάνθος Λύκαμνος, «Τα ρέκβιεμ της κουρελοποιίας», Εκδόσεις Libris X Machina

ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

Έχει παρατηρηθεί αρκετές φορές η προσπάθεια αρκετών ποιητών να αποδώσουν μια ποίηση εντελώς ελεύθερη χωρίς περιορισμούς. Άλλοι πέτυχαν να δώσουν κάτι ξεχωριστό και άλλοι όχι.
Έχουμε, λοιπόν, στα χέρια μας την ποιητική συλλογή του Μάνθου Λύκαμνου «Τα ρέκβιεμ της κουρελοποιίας», που κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Libris X Machina.
Το πρώτο, που παρατηρούμε είναι ότι η συγκεκριμένη ποιητική συλλογή έχει μια ιδιαίτερη ορθογραφία, που θα την χαρακτηρίζαμε πιο ελεύθερη. Ο στίχος αλλού είναι ελεύθερος και αλλού ακολουθεί πιο παραδοσιακή φόρμα με χαλαρές ρίμες και έναν εσωτερικό ρυθμό, που κάνει τα ποιήματα να διαβάζονται αβίαστα ενώ αρκετά από αυτά θα μπορούσαν να μελοποιηθούν.
Η ποιητική συλλογή του Μάνθου Λύκαμνου είναι χωρισμένη σε τέσσερις ενότητες: Σεληνιασμοί και σπιτικές ιερουργίες, Μότο-ποίηση, εξεγερτική ποίηση, ζωική ποίηση. Τέσσερις ενότητες, τέσσερα ρέκβιεμ, που θρηνούν για όσα βλέπει ο ποιητής να συμβαίνουν γύρω του αρχίζοντας από το προσωπικό. Το προσωπικό, που αρχίζει από τον έρωτα, που μπορεί να επιβιώσει ενάντια στις αντιξοότητες: «κι αν ειν’ τα σπιτια μας κλειστα και μπορες τα χτυπανε / θαρθουν παιδια στην πορτα σου που ξερουν να αγαπανε». Όμως, ο έρωτας μπορεί να χαθεί ή να έχει τραγική κατάληξη. Τότε ο ποιητής συνεχίζει να δημιουργεί μοναχικά και περήφανα. Μοναχικός σαν λύκος, περήφανος σαν αετός και ταξιδιάρικος σαν γκιώνης. Να γίνει Απάτσι των τρώγλεων και να σηκώσει τα μαύρα λάβαρα των υπονόμων. Ο μοναχικός λύκος, που θα ανέβει στην μοτοσυκλέτα σαν σύγχρονος κουρσάρος, σαν τσιγγάνος, που αλλάζει συνέχεια κατοικία, σαν ινδιάνος της ασφάλτου, νοσταλγεί μια επιστροφή στη φύση, στην αθωότητα και στην αγνότητα, που διακρίνει τους αμνούς. Εδώ μπορεί να ταιριάξει και το επώνυμο Λύκαμνος. Λύκος μοναχικός, αλλά και αγνός σαν αμνός. Ένας λύκαμνος, που ψάχνει καταφύγιο σε μια πόλη που δεν κοιμάται. Που λαχταρά μια γλυκιά κουβέντα, ένα χάδι, όμως, δεν βρίσκει ανταπόκριση γιατί «τα φωτα της ραμπας εκλεισαν / μηπως ηταν απο παντα σβηστα?»
Όμως, ο ποιητής ψάχνει να βρει διέξοδο κι αναρωτιέται: «Πες μου πως δραπετεύουμε στ’ ονειρο του φυγά / του αετού του αρχέγονου. / Δείξε μου τον τρόπο να γίνουμε πάλι παιδιά / παιδιά ατελή και άχρονα. / ζώα ουτοπικά. / Να μην λοξοδρομήσουμε στον δρόμο του φονιά.» Κι όμως, υπάρχει διέξοδος. Υπάρχει λύση. Αρκεί να το συνειδητοποιήσουν όσο περισσότεροι γίνεται: «το ξαναλεω πως η πορτα της φυλακης ειναι ανοιχτη / γνωριζουμε τον δισταγμό για το μεγαλο άλμα / ενα σαλτο ομως ειναι η εφοδος στον ουρανο».
Πριν κλείσουμε αξίζει μια αναφορά και στα σκίτσα που στολίζουν το εξώφυλλο και αρκετές σελίδες της ποιητικής συλλογής του Μάνθου Λύκαμνου. Πρόκειται για έργα του ίδιου του ποιητή, που με την ψυχεδελική τους ατμόσφαιρα συνοδεύουν υποβλητικά τα ποιήματα.
Συμπερασματικά, από την ποιητική συλλογή του Μάνθου Λύκαμνου “Τα ρέκβιεμ της κουρελοποιίας», αναδεικνύονται οι τέσσερις άξονες των ανθρώπινων αξιών, που είναι ο έρωτας, η ελευθερία της ταχύτητας, η εξέγερση και η αδερφική αγάπη για τα ζώα. Ο ποιητής ως άλλος λυπημένος στρατιώτης με αυτό το έργο του καταφέρνει «να κάνει σαματά να διώξει τα πουλιά / μη τα βρει ο δολοφόνος στην πρώτη τους φωλιά.»

Ο Γιώργος Βέης για τη «Σύμπραξη χρόνου»

Χρήστος Νιάρος – Δημήτρης Τρωαδίτης
Σύμπραξη χρόνου
Εκδόσεις Στοχαστής

Αμφότεροι ζουν κι εργάζονται επί έτη στη Μελβούρνη. Η νοσταλγία για την αρχική πατρίδα είναι βεβαίως αναμενόμενη. Οι εγγενείς αντιφάσεις, οι αμφιβολίες, οι όποιοι αιτιολογημένοι επαναπροσδιορισμοί, οι δημιουργικές αποδομήσεις και οι σχεδόν καθημερινοί έλεγχοι των επακόλουθων ψευδαισθήσεων ανιχνεύονται αμέσως. Την ίδια ακριβώς στιγμή οι μηχανισμοί της ικανής και αναγκαίας εκείνης προσαρμογής στο θετό χωροχρόνο επενεργούν μεθοδικά. Ο διάλογος με την ετερότητα επιβάλλει προοδευτικά και συναινετικά, εννοείται, τους δικούς του κανόνες.

Ο λόγος πηγάζει λοιπόν από μια νέα ταυτότητα. Έτσι π. χ. ακούω ευκρινώς τον Χρήστο Νιάρο: «Δεν έβγαλα λόγο στην Πνύκα ούτε στη Βαρβάκειο/δεν είχα να προσθέσω ούτε να αγοράσω κάτι/δεν κοίταξα στα μάτια τα αγάλματα/δεν έφυγα σε ταξίδια που ονειρεύτηκα/δεν πέταξα ένα ξερό «τα πάντα ρει»/δεν άκουσα τη σιωπή στο λιμάνι/δεν έριξα ακόμη άγκυρα/δεν έστειλα μήνυμα/δεν το είπα/δεν το έκανα/δεν απουσιάζω/δεν κρατώ ημερολόγιο/δεν μοιάζει η κάθε νύχτα με την επόμενη/δεν αναρωτιέμαι πια/δεν έχω άλλο χρόνο, άλλωστε,/δεν είμαι ο ίδιος πια».

Ο Δημήτρης Τρωαδίτης επισημαίνει, αντιστοίχως, ορισμένες διακλαδώσεις των διαλεκτικών εναλλαγών του βίου. Παραπέμπω στα εξής χαρακτηριστικά σημεία των πηγαίων, αναπόφευκτων εν τέλει εξομολογήσεων «Καλά κάναμε και φύγαμε/καλά κάναμεκαι μισέψαμε/καλά κάναμε και μοιράσαμε/τα υπάρχοντά μας/καλά κάναμε και δεν επιστρέψαμε/στις καιόμενες πόλεις/τα γεφύρια είχαν κοπεί πίσω μας/τα δάση είχαν γίνει στάχτη/κι οι εαυτοί μας χάθηκαν/με την έλευση του απόβραδου/τα ταξίδια μας ήταν νηστικά/και διψασμένα/δεν είχαμε νερό πια/δεν είχαμε τόπο να κουρνιάσουμε/δεν είχαμε καρδιά να νιώσουμε/καλά κάναμε και αποστατήσαμε».

Το τραύμα μάλλον δεν πρόκειται να κλείσει. Η γραφή έχει εν τω μεταξύ αναλάβει το πρόσθετο βάρος να εκλογικεύσει, στο μέτρο του δυνατού, ορισμένες τυπικές εμπειρίες στην Πέμπτη Ήπειρο.

Γιώργος Βέης
«ΤΑ ΠΟΙΗΤΙΚΑ» τεύχος 44

Λεωνίδας Καζάσης, Αντιφέγγισμα στιγμών μνήμες χαράζει

Dreaming of a world liberated from imperialism. A lino print in solidarity with the people of Ukraine, and the anti-war protestors in Russia who inspire us to bravely fight the enemy at home. By Hollie Molly

Αντιφέγγισμα στιγμών μνήμες χαράζει,
δωροδοκούνται οι ηδονές να ψεύδονται,
ο φόβος διακρίσεις δεν κάνει
κι ας λέν πως η ζωή στους πλούσιους χαμογελά.
Κορίτσι σπάζει το κανάτι
με την άχνα του ψωμιού που τ’ ακούμπησε,
τα παιδιά σε λασπόνερα ξεφαντώνουν,
κι ενώ τα βιολοντσέλα πένθιμα ηχούν
πάστορες την αγάπη προβοκάρουν.

Μαργαρίτα Παπαγεωργίου, Τρία ποιήματα

Adriana Gonzalez, Collage (2022)

ΦΩΣΦΟΡΟΣ

Καθώς με αγγίζεις
Η άρνηση φορτίζεται
Προσκολλάται
στις θετικές πρωτεΐνες
των δαχτύλων σου
Τα αποτυπώματά σου
παραμένουν στο δέρμα μου
σπινθήρες μετά την τριβή

Ηλεκτρισμένο το σώμα μου
φωσφορίζει τις νύχτες
φωτίζει στην κάμαρα πέρα ως πέρα
για να μπορώ να κυνηγώ
όλη νύχτα τη σκιά σου.

*

Η ΑΡΕΝΑ ΤΩΝ ΔΙΔΥΜΩΝ ΒΥΘΩΝ

Ανάμεσα σε εμένα και εσένα
είναι τα δάχτυλά μου
μέσα από τα δάχτυλά μου
ξεπηδούν λέξεις
καμπύλες, τετράγωνες, μυτερές,
περιστρέφονται στο διάστημα ανάμεσά μας
φεύγουν από τα χέρια μου
πετούν, σε αγγίζουν, τις χάνω, τις ξαναβρίσκω
αλλάζουν σχήματα, ιδρώνουν, πονάνε
όπως εσύ τόσο με εμένα

Ενώ όλη αυτή την ώρα
το μόνο που θέλω να πω
το μόνο που θέλεις να κάνεις
είναι να βάλεις τη γλώσσα σου πάνω στα δάχτυλά μου.

*

ΟΙ ΚΟΚΚΟΙ ΤΟΥ ΚΑΦΕ

Αφήνω τα μαλλιά μου μακριά
απλώνω τα χέρια μου ανοιχτά
ξεδιπλώνω τα πόδια
ξεσφίγγω
αναδιπλώνομαι
εκτείνομαι
Μα όσο κι αν ξετυλίγομαι
δεν μπορώ
να περικυκλώσω
τα όρια του άδειου μου

Στο φλιτζάνι μου
ο καφές με τα βουτήματα
με περιγελούν
Πριν από εμένα
έχουν αγγίξει τη γλώσσα σου.

*Από τη συλλογή “φιλιά στο κενό”, Εκδόσεις Μελάνι, Ιούνιος 2020.

Νίκος Χρυσός, Ψέμα

Θα γράψω ένα ψέμα
Να χαρώ.
Μέσα του να γυρίσω την επίπεδη γη,
ολόκληρη,
πριν σβήσει
δυο στροφές, τον κύκλο

το βράδυ
να κοιμήσω.

Ένα ψέμα φοβερό του πόνου και της θλίψης
ήρθανε εχθροί γνωστοί

και φύγανε δυο φίλοι.

Πού βρίσκεται το ψέμα μου
το είδα μακριά να τρέχει

.

Με άφησε μόνο και αυτό
στο μέλλον με γυρεύει
να πεταχτώ

σαν την πρόκα
από τον τοίχο
σαν την εικόνα
απ΄ τον καθρέφτη
σαν το δάπεδο
απ΄ το τραπέζι.

με ψάχνει για να με έχει.

Αόριστα,

σαν την μουσική το ηχείο
σαν το ρεύμα το ψυγείο
σαν το κρύο μεσ΄το ωδείο.

Με ψάχνει για να με αγαπά,
Αιώνια

Μελωδία

Το ψέμα γύρισε απ’τα ψώνια
με άδεια χέρια
Κρύα

ζεστή καρδιά
γεμάτο πορτοφόλι

και όνειρα για νέα αγορά
του δρόμου

μία λαϊκή

μία ευτυχισμένη κυριακή

να βρει τα όνειρα μου και να μου
τα αγοράσει
όλα στη λιανική.

Δεν το νοιάζει λέει η τιμή,
το ψέμα
είναι πλούσιο από τις απεργίες και τις
Κυριακές
που δούλεψε διπλά

το ψέμα με βρήκε δωρεάν
πουλάει τη μιλιά μου

σε αχόρταγους και κυνικούς
σε κύκνους πελώριους
Ρυθμούς
αγγίζω τα οριά μου.

Το ψέμα βρήκε σύνορα, και ξένη γη πουλάει

αγάπη μου παράφορη
αδειάσαν πάλι τα βαλκάνια
μαζί και τα μπαλκόνια
κοντά μας νέο ψέμα

αριστέψανε ακόντια πεθάναν τα φτερά

αρχινάμε /
διαφεύγουν της ματιάς

οι λίμνες δεν μας δέχονται

κοπάδια τα όνειρα μας

πετάξαν χαθήκαν μακριά

και εμείς δυο αγριόχηνες στεριάς,

τι χάρη

στον φούρνο ενός Σαββάτου

με ρούχο μας τ’αλάτι

Ίσως μας φάνε τα παιδιά,
ίσως μας κάνουνε ζαμπόν

όπως και να ‘χει

θα ήθελα στο ψέμα μου αυτό
να μεταμορφωθώ,
σε καραμελοτσίχλα
γεύση, φράουλα

που τη γλύφουνε πριν τη μασήσουν
τα παιδιά

και σαν ίσως την πετάξουν, την πατήσουν

για να την κυκλοφορήσουν
και πάλι

στα στενά.

*Το ποίημα αναδημοσιεύεται από τη σελίδα του Νίκου Χρυσού στο https://brainchain.gr/?p=6502