Κάποιος
σκαρφάλωσε στην κορυφή του βράχου
και άρχισε να βρίζει τη θάλασσα.
Ανόητο νερό, βλακώδες γκαστρωμένο νερό
νωθρό γλοιώδες αντίγραφο του ουρανού
πλανόδιο απ’ τον ήλιο ώς το φεγγάρι
γύφτε τοκογλύφε αχιβάδων
ταύρε νερουλέ ωρυόμενε
που θρέφεις τα βράχια με το αίμα σου
αυτοκτόνα ρομφαία
σπασμένη κομματάκια ώς τον γκρεμό
ύδρα που κάνεις τη νύχτα υδρόλυση,
που ξεφυσάς νέφη σιωπής αλμύρας
απλώνοντας φτερά από ζελατίνη
μάταια μάταια
γοργώ που μασουλάς το κορμί σου
νερό πλατυκέφαλο αλόγιστο νερό-
Έτσι έβριζε τη θάλασσα για κάμποση ώρα
κι εκείνη έγλειφε στην αμουδιά τα ίχνη
των ποδιών του
σαν πληγωμένο σκυλί.
Ύστερα ο καλός σου κατέβηκε από τον βράχο
και χάιδεψε
τον μικρούτσικο αχανή σφοδρό καθρέφτη
της θάλασσσας.
Έτσι, νερό, της είπε
Και ξαναπήρε το δρόμο του.
*Μετάφραση: Στρατής Χαβιαράς. Δημοσιεύτηκε στα “Ποιητικά”.









