Έλα να πιούμε απόψε ένα ποτό Οφείλουμε να την τελειώσουμε τη νύχτα.
Θαμποί αρχίζουν να φαίνονται οι θαμώνες όσο εγώ θα υπολογίζω τα τσιγάρα προτού σου πω τι με πονάει, τι μ’ενοχλεί θα την τελειώσουμε τη νύχτα σε μια μπάρα.
Ανακριβείς, όχι ανειλικρινείς ίσως ξεφύγουν δύο λόγια σαν ξυράφια. Έπειτα πάλι επιστρέφουμε στα ίδια. Πολιτική, λόγια για εκείνη την αγάπη που μας πάγωσε και τώρα επιμένει στο ποτήρι.
Προσωρινή μου εξωστρέφεια εσύ, προσπάθησε αυτό το οίδημα να κρύψεις που τρώει και με μολύνει τόσα χρόνια. Καν’το να φαίνεται/ σαν κόκκος άμμου σε έρημο.
Έλα λοιπόν να πιούμε ακόμη ενα ποτό. Τόσους πολλούς βυθούς συναναστράφηκα που έγιναν όλα μια επιφάνεια, που αργά, πολύ αργά… απομακρύνεται.
Αύριο δεν θα θυμάμαι τι πληρώσαμε. Για τα ποτά. Και για αυτό, το σάπιο δόντι της ανάμνησης, που με πονά και άφησα πάνω του αλκοόλ να το μουδιάσει.
Ινκόγκνιτο πλέουν οι ιθαγένειες κι ο ιησουιτισμός σαν ιγκουάνα αλλάζει.
Ένα ιγκλού χρειάζομαι για να κρυφτώ στήνουν ικρίωμα τα ιερατεία. Διάολε, παίξτε μια ιρλανδέζικη μπαλάντα!
Ίκαρε, τα φτερά σου δώσε: Μην κυλιστώ στην τόση ιλύ των ιμπεριαλιστών, στους ίσκιους της ιντελιγκέντσια…
Ζαλίστηκα απ’ τα ιλουστρασιόν τα ίματζ, ίνσταγκραμ, ίντερνετ, όλα μαζί, ιλαροτραγωδία ο κόσμος.
Μας τέλειωσαν οι ιδεολόγοι όχι η ιδιοτέλεια.
Άπιαστη η ίαση, μα η ιατρικοποίηση καλά κρατεί. Στα ιδρύματα θαμμένες ιδιωτικότητες. Κι ο όρκος του Ιπποκράτη, πατημένος.
Χωράει ο ιδρώτας του Ίμερου σε μέτρο ιαμβικό;
Το ιδεόγραμμά σου ψάχνω στην Ιαπωνία Πολλά τα ιψενικά τα τρίγωνα… Μια ιδεοληψία ο έρωτας; Κάτι σα βλάβη στον ινιακό λοβό;
Ένα ξανθό Ιούλιο προσδοκώ, με καρτεράει ο ιδιοφυής Ιούδας, κι άλλο δεν έχω από ιώδιο.
Έλα Ιππότη, μην αργείς. Φάνηκε ήδη ο ιοβόλος όφις…
*Το ποίημα συμπεριλαμβάνεται στην ποιητική συλλογή “Αλφαβητάρι των Παθών – Αλχημικοί αλγόριθμοι” που κυκλοφόρησε το 2020 απ’ τις εκδόσεις “Ελευθερουδάκης”.
Άνοδος δεν μας απόμεινε ποιο είναι το έλεός σου Ντόμινε— Το κατάφωτο και η σκεπή και τα μάτια σου παιδικά νυχιές στον τοίχο στο παλιό ξενοδοχείο, όμορφα τραγούδια αστεία σε μια εκκωφαντική μετακύλιση στο κενό έχεις μπερδέψει το προσωπό σου με το παρόν σου, είπε και πάλι είπε, ποιος θα είσαι αύριο, μπορείς να ανοιγοκλείσεις κάθε πόρτα για να ακούσω ότι είσαι εδώ, μπορείς να θαυμάσεις τον καθρέπτη αλλά ακόμα δεν μπορείς να δεις το πρόσωπο που είναι πίσω από αυτόν, κάπου υπάρχει ένα μεγάλο σπίτι έξω από τον χρόνο, και έξω από το σπίτι υπάρχει ένα θέατρο ανοικτό, που δείχνει τι διαδραματίζεται στο σπίτι αυτό, σου κλείνουν τα μάτια σου πριν μπεις, σου ανοίγουν τα μάτια σου μόνο αφού βγεις, δεν είδες τίποτα στα αλήθεια, και όμως γνωρίζεις πως είδες καθετί, ύστερα στο βάθος του δρόμου, και αφού αποφύγεις καθετί περαστικό από αυτήν την ζωή, βρίσκεις πάλι ένα κατάφωτο και μια σκεπή, μια άθραυστη υαλοκατασκευή, σε οδηγεί εκεί πάνω, προχωράς σαν την γάτα μόνος στην σκεπή, και τίποτα πια δεν σε ενοχλεί, ειρήνη επικρατεί και το ξέρεις ανάμεσα στις άλλες γάτες, κάτω από το στομάχι τους που γουργουρίζει, μέσα στο θέατρο, έκθαμπο πέφτει της νύχτας το φως.
Ι Κι έρχονται οι άξεστοι βουνίσιοι άνεμοι ντυμένοι τα βαριά αρώματα της ρίγανης και του ελάτου έχοντας άλλος στο μανίκι άλλος στο γόνατο την ασημένια λάμψη απ’ τ΄άγγιγμά του σε μια κρύα πηγή
ΙΙ Α γέμιση του φεγγαριού και δέση των νερών’ κρένοντας η κρυότερη μορφή σα ρέει στη στέρνα έναρθρο το ανάστημα τρέμει των καλαμιών.
ΙΙΙ Κ’ οι νέρινες γυναίκες του συντριβανιού ωψώνουνε το δροσερό κορμί τους ρίχνοντας η μια στην άλλη λόγια δροσερά σαν το κορμί τους, σαν την όψη τους.
*Από τη συλλογή “Μανθρασπέντα” (εκδ. Τραμ, 1977) στον συλλογικό τόμο ¨Οι μεταμορφώσεις του μηδενός”, εκδ. Bibliotheque, 2019.
Ήρθες ένα βράδυ και με ρώτησες: “Άνθος που δεν ανθεί για εμάς, υπάρχει;”. Και σου είπα ψιθυριστά: “Υπάρχει’ όπως κι η σφαίρα που δεν σκοτώνει εμάς”.
*
Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ
Το βράδυ είδα στον ύπνο μου πως ήμουν κυνηγός και σκότωσα έναν πανέμορφο τσαλαπετεινό. Εγώ, που ποτέ μου δεν έχω πιάσει όπλο κι απεχθάνομαι το κυνήγι, ένιωσα στο όνειρό μου μια σαδιστική ικανοποίηση που σκότωσα το αθώο πουλάκι.
*
ΤΟ ΚΕΛΑΪΔΙΣΜΑ
Τα βράδια συχνά ανοίγω το παράθυρο κι ακούω ένα πουλί. Ένα υπόκωφο, μελαγχολικό κελάιδισμα σαν μοιρολόι. Από πού έρχεται αυτή η φωνούλα; Τι προμηνύει μες στα τσιμέντα;
*Από το βιβλίο “Νύχτες που μύριζαν θάνατο”, εκδ. ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, 2010.
(Το κλίμα μπορεί να ξεγελά μα ο συγκεκριμένος προορισμός κάθε άλλο παρά ενδείκνυται για ασθματικούς.)
Οι πόρτες κλείνουν.
Τα πρόσωπα στο μετρό ανέκφραστα ως είναι αρνούνται να δώσουν πνοή, μεταφέροντας από τις ψυχές το ξηρό μήνυμα της στειρότητας.
Οι πόρτες ανοίγουν.
και τα σώματα στο δρόμο ακέφαλα φαντάζουν, πεισματικά απρόθυμα να εκτελέσουν το κενό του νου αποθνήσκουν κάθε δευτερόλεπτο στην ρουτίνα της μητρόπολης.
Το ένα πίσω απ’ τ΄ άλλο διατεταγμένα, ομοιόμορφα, με τάξη και σεμνά, ασφυκτιούν σε βήμα στρατιωτικής παρελάσεως Καθώς οδηγούνται στο χώμα.
Τα κουφάρια τους θα θρέψουν τα κτήνη που κινούν τα νήματα.
*
ΑΙΞΥΣΦΑ
Στα ζείδωρα μονοπάτια της τσιμεντούπολης κρύβεται η ομορφιά. Εκεί φωλιάζει η ζωή κυνηγημένη.
-στο πάρκο τα βράδια- -ο άνεμος ελευθεριακά φυσά…-
Καθώς το κοριτσάκι με σκέρτσο δείχνει το άλφα σε κύκλο, τ΄ άνθη αυθαίρετα φυτρώνουν στην πέτρα και σκίζουν την πέτρα…
*Από τη συλλογή “Αποδράσεις”, Ιούνης-Νοέμβρης 2010, Λάρισα.
Μια άσκηση πηγάζει της ερήμου, καυτού αέρα αναπνοή, της λάβας κατακάθι, πατημασιές που σβήνονται στο σύρσιμο της άμμου, θάλασσα κίτρινη ζεστή, τ’ αφανισμού σημάδι.
Στήνεις στην έρημο κλαδί και το νερό σταγόνα.
*
ΜΝΗΜΕΣ
Οι μνήμες, πότε αυστηρές, αμείλικτες, πότε ανταποδοτικές, οι μνήμες χωρίς, οι μνήμες πότε, στην απέραντη τρυφερότητα.
*
ΕΚΚΡΕΜΟΤΗΤΕΣ
Έρχονται απροειδοποίητα, βράδια και πρωϊνά, πλημμύρες γίνονται στο κύμα της στιγμής.
Ένα “προφητικό” κείμενο για το βιβλίο “Το ξύλινο παλτό” της Κατερίνας Γώγου, που είχε δημοσιευτεί στο περιοδικό “διάβασε για να διαβασεις…”, τεύχος 4, Φλεβάρης 1983 (μετά από δέκα χρόνια “έφυγε” η Κατερίνα!). Ήταν μια τριμηνιαία έκδοση (1982-84) του Λεωνίδα Χρηστάκη, με “δεκάδες πληροφορίες για εκδόσεις βιβλίων, περιοδικών” και άλλα πολλά…