Ελένη Βελέντζα, Βάλια Γκέντσου, Άννα Γρίβα – Τρία ποιήματα από την Ανθολογία “Trigger Warning”

Ελένη Βελέντζα, Hoodo / Χόδο

Τα μωρά των σπηλαίων κι οι φωνές των γερόντων
ανταλλάσσουν αιθέριες τις βέρες τους
προ των πυλών καθημερνών δραστηριοτήτων.

Αποφεύγω. Χόδο, τ΄όνομά σου
από την μέρα που με δίδαξες
να το προφέρω.

Μου είναι ξένος,
και την άλλοτε ευχερή γλώσσα μου νέκρωσε
ο τρόπος που τα πράγματα ακούγονται ως έχουν.

Τα μωρά των σπηλαίων
οι φωνές των γερόντων.

Χόδο,
δεν φταις

Βάλια Γκέντσου, Ιλύς η Παροικούσα

Τρομερό να επιστρέφεις σε σπίτι
διψαλέα σπασμένο
(των ονομάτων ίχνος ξεκρέμαστο)
ένας μεσόκοπος ήλιος καλούτσικος
την αιώνια διεμβόλισε σκόνη
-Η μάνα φιδογυρίζει βελόνες

Γιατί γύρισες; Αλλά, ήσουν τόσον τρωτή

Τα μάτια γίνονται πείνα
στων ποταμών τις εκβολές
θα ξεπλυθεί άραγε το ουρλιαχτό
μιας νύχτας μαστροπού;
Η γυναίκα σηκώνεται
Μισόγυμνη προβάλλει στην εκπνοή της
Φλύαρη ακούγεται μακρινή

Άννα Γρίβα, Σκλάβα

Ο κύριός σου σε κατέχει ολόκληρη.
Απ΄ τα μαλλιά μέχρι τα νύχια των ποδιών σου.
Σε αγγίζει τις νύχτες
κι εσύ τρέμεις.
Εκείνος σκέφτεται πως τον φοβάσαι.
Μα εσύ τον έσφαξες τον φόβο σου από παιδί.
Τρέμεις γιατί σε κατακλύζει
το έγκλημα
η εικόνα από το δηλητήριο
καθώς χύνεται στο ποτήρι
και του το προσφέρεις.
“Λάβε το ύδωρ της δικαιοσύνης
Λάβε το νέκταρ της νεμέσως”
θα σκεφτείς όταν θα έρθει η ευλογημένη ώρα
και τότε πρώτη φορά θα νιώσεις

πως σε συντρέχει ο Θεός
πως είσαι εσύ η κόρη της αιωνιότητας

*Trigger Warning, Ανθολογία Ποιητριών, εκδ. Θεσσαλονίκη 2022.
Ανθολόγηση, επιμέλεια: Μαρία Κατσοπούλου
Artworks: Νόπη Φουντουκίδου

Λεωνίδας Καζάσης, Σκεπτικόν

Δολιχό ήττας θρόϊσμα
ταλάνιζε την σκέψη,
κάννες και υποκόπανοι
όμηρο με κρατούν,
μα δεν λογίστηκα ποτέ
της έπαρσης την στέψη,
θωπευτικά δεν ακουμπούν
μονάχα οι νικηταί.

Της αντοχής υπεροψία,
ντύμα της ήττας γιορτινό.
Πώς δεν ευδόκησες Επιθυμία!
Τι μ’ απομένει να σκιαχτώ;

Antonia Pozzi, Δάκρυα

Κοριτσάκι, σε είδα που απόψε έκλαιγες,
καθώς η μαμά σου έπαιζε μουσική∙
τα δεκαπέντε σου, πολύ λίγα για τόσο κλάμα.
Το ξέρω, είμαστε όλοι πλάσματα
γεννημένα από ένα πανάρχαιο άγχος: τη θάλασσα∙
κι ότι η ζωή, όταν ανασκαλεύει και ξεσκίζει
την ύπαρξη μας, βγάζει από τα βάθη μας
το λίγο αλάτι απ’ όπου οι γυναίκες αποκοπήκαμε.
Όμως δεν είναι για σένα τα δάκρυα τ’ αλμυρά.
Άσε με να κλάψω μόνο εγώ, αν κάποιος
παίζει έναν σκοπό, κάποιον σκάρο λυπητερό.
Η μουσική, πράγμα βαθύ κι ανήσυχο
σαν νύχτα νοτισμένη από αστέρια,
σαν την ψυχή του. Άσε με να κλάψω εγώ.
Γιατί εγώ δεν θα μπορέσω ποτέ ν’ αποκτήσω –μ’ ακούς;–
ούτε τ’ αστέρια
ούτ’ εκείνον.

*Μετάφραση: Ευαγγελία Πολύμου.
**Από το βιβλίο «Antonia Pozzi, Ο θάνατος των αστεριών» (δίγλωσση έκδοση), Εκδόσεις Ενύπνιο. Εισαγωγή-μετάφραση: Άννα Γρίβα, Ευαγγελία Πολύμου. Εμείς το πήραμε από εδώ: https://poiimata.com/2022/06/03/kraugi-antonia-pozzi/

Suyako, Ραστώνη

Είδα το γρασίδι κι είπα να ξαπλώσω

Ξάπλωσα
κι αμέσως σκέφτηκα
Κάποιος μαλάκας θα ΄ρθει τώρα να μου πει:

Τι έπαθες; Όλα καλά;

Κι εγώ μετά θ’ αναγκαστώ να διαβεβαιώσω για την
υγεία μου, να του αποδείξω ότι έχω σώας τας φρένας
μου και να του δώσω μια εξήγηση κατανοητή,
που οριζοντιώθηκα στο χώμα.
Να γίνει δηλαδή ολόκληρη κουβέντα
που ξάπλωσα ο χριστιανός για μια στιγμή στο χώμα.
Είναι τόσο ανησυχητικό το θέμα, δηλαδή;

-Όχι βρε άνθρωπε, απλά ρωτάω,
Αν θες βοήθεια, αν κάτι σου συνέβη.

Μη μιλάς. Μη μιλάς. Άσε με, για το Θεό, είναι πολύ
απλό αυτό που σου ζητάω: Δύο λεπτά ήσυχος, ξάπλα στο
χώμα, στην ησυχία, για δύο λεπτά, ν’ αδειάσει το μυαλό
μου. Να μη δώσω εξήγηση σε κανέναν. Δεν ξέρω γιατί
ξάπλωσα. Ήθελα μόνο να ξαπλώσω, χωρίς λόγο.

-Ωραίο ήταν αυτό, ποιητικό, αυτό που είπες.

Σταμάτα να μιλάς. Σταμάτα, σε ικετεύω.
Φύγε φύγε φύγε φύγε.

-Τι είσαι; Καλλιτέχνης είσαι;

Μη μιλάς. Μη μιλάς.

-Σε κατάλαβα εγώ. Γράφεις εσύ, δε γράφεις;
Τι γράφεις; Ποίηση; Γράφεις ποίηση;

Μη μιλάς. Μη μιλάς. Φύγε άνθρωπέ μου.

-Θα το γράψεις κι αυτό, έτσι δεν είναι;

Πάψε, πάψε. Μη μιλάς. Χριστέ μου, σταμάτα, σε ικατεύω.

Κι αυτός δε σταμάταγε

Όλο κάτι θα έβρισκε να πει.
Κάτι τελευταίο.
Όλο κάτι ακόμα.
Όλο κάτι ακόμα.

Κι όσο σκεφτόμουνα αυτά,
στο χώμα ξαπλωμένος,
κανείς δεν ήρθε.
Κανείς δεν μίλησε.

Σηκώθηκα και πήγα σπίτι ταραγμένος.

*Από το βιβλίο “Αθολόγιο Νεολληνικής Πίεσης”, εκδ, Φαρφουλάς, 2019.

Τόνια Τσαρούχα, Καλοκαίρι ή Μες στη Μεσόγειο

Vincent Van Gogh, Βάζο με δεκαπέντε Ηλιοτρόπια

Λατρεύω τα ηλιοτρόπια του τρελού της Αρλ
στο μυαλό μου φέρνουν θλιμμένα τρυφερά παιδιά
που κάθε δεκαπενταύγουστο
γίνονται σκαντζόχοιροι

ω, σύννεφο
πέρασε τόσος καιρός
είναι σαν μπαίνω σε μια θάλασσα
και να μην τη βρίσκω ούτε πολύ ζεστή ούτε πολύ κρύα

δεν κρατώ την ανάμνηση σαν κάρβουνο που καίει
την κρατώ σαν άρπα με χορδές βροχής

κι όμως, μαύρο αηδόνι
εξακολουθώ να ψηλαφίζω την απόσταση
ανάμεσα στην ανάστερη αδιαφορία
και στην προσμονή

ω, σπηλιάδα και πεταλίδα και πεύκο
θα μπορούσαμε να κάνουμε καλοκαίρι
και χωρίς τα αλογάκια της Παναγίας
κάνουν τα στραβά μάτια σ’ αυτήν την έκπαγλη φρίκη
/παρά θιν αλός/

και προπαντός στην αμέτρητη απόσταση
ανάμεσα στον ουρανό και μια καρδιά
που σταμάτησε…

/στ’ ανοιχτά των Οινουσσών
μια πλαστική βάρκα
αναποδογυρίζει/

Δημήτρης Μπαλτάς, Δύο ποιήματα

ΤΟ ΑΡΩΜΑ

Το άρωμά σου με μέθυσε,
ευωδιαστό, υποσχόμενο
τον έρωτα.
Το μύριζα αχόρταγα
προσπαθώντας έτσι
να σε πλησιάσω περισσότερο.
Νόμιζα ότι το βλέπω
μπροστά μου να ξετυλίγεται
και να σε αγκαλιάζει.
Το ζήλευα.
Άγγιζε το κορμί σου
δίνοντάς του
μια σαγηνευτική οσμή
και λάμψη.
Λάτρευα να το μυρίζω
όσο ήθελα να κατακτήσω
και τη θέση του.
Όσο ήθελα κι αυτό,
για το οποίο
τίποτα δεν έκανα,
τίποτα δεν τόλμησα.
Αλλά το άφησα να ξεθυμαίνει
με την ώρα του
ώσπου κι αυτό έφυγε
μαζί του και εσύ.

*

ΑΓΑΠΗ ΑΠΑΝΕΜΗ

Και τώρα που φθάσαμε στο τέλος,
τα γλυκόπικρα αισθήματα ετελεύτησαν
και η αγάπη μας έπλευσε στου Αχέροντα
τα πλωτά σοκάκια,
τι άλλο θες να πω ;
Τι έμεινε που δεν ειπώθηκε ακόμη
μεταξύ εμού και της ανύπαρκτης ύπαρξής σου
στον άπλετο χώρο καρδιάς ανυπεράσπιστης;
Τα όπλα μπήκαν στις θήκες τους,
τα στρατεύματα αναπαύονται,
τα καράβια πιάσανε λιμάνι απάνεμο.
Έτσι και η αγάπη μας έληξε απάνεμη.

*Από τη συλλογή “Το όνομα του έρωτα”, εκδ. Αποστακτήριο, 2022.

Ζωή Καραπατάκη, Όλα καλά

Το χτύπημα του μεταλλικού μάνταλου της πόρτας
εξαιτίας του αέρα
τη στιγμή που τα δύο μισάνοιχτα
ξύλινα φύλλα της με τα καφασωτά
πλησιάζουν μεταξύ τους
είναι ο αγαπημένος μου ήχος
Όχι μόνο δεν μ’ ενοχλεί
μες τη μεσημεριάτικη ησυχία
αλλά είναι και ο δείκτης
ότι όλα πάνε καλά
Ότι υπάρχει μια τάξη πραγμάτων που δεν χάθηκε

Το σφύριγμα του αέρα που περνά ανάμεσα
μαζί με τον κρότο του μετάλλου που δονείται
με καθησυχάζουν
Καμμιά φορά οι ήχοι αυτοί
δυναμώνουν κι άλλο
αλλά και πάλι δεν μ’ ενοχλούν
Σα να μου λένε
ότι κανένα κακό
δεν συμβαίνει σ ‘ αυτόν τον κόσμο
Σα να μου λένε
Ησύχασε
μόνο ο αέρας είναι που φυσάει
τίποτ’ άλλο

Τόσο αγαπημένος ήχος

Λίνα Βαταντζή, A New Life Schedule, now / Ένα Νέο Πρόγραμμα Ζωής, τώρα

Farewell
my little one and ignorant.
Teaching is Learning –
You should have realised it,
by now.

Liberation
Enslavement
The unique passage to knowledge
demands for
union in communion.
The voice of teaching is kindness,
the hoarse noise of doubt,
the tender song of achievement.

Hard was my course
and still
filled with notes of
Innocence.

Oh, bittersweet farewell.
Teaching is Learning –

How can I impose a fullstop?

My life,
just learning now.

*

Ένα Νέο Πρόγραμμα Ζωής, τώρα

Σε αποχαιρετώ
τρυφερό μου και αδαές.
Η Διδασκαλία είναι Μάθηση –
Θα έπρεπε να το έχεις κατανοήσει
έως τώρα.

Απελευθέρωση
Σκλαβιά
Το μοναδικό πέρασμα προς τη γνώση
απαιτεί
ενότητα στην επικοινωνία.
Η φωνή της διδασκαλίας είναι η ευγένεια,
ο βραχνός θόρυβος της αμφιβολίας,
το τρυφερό τραγούδι της επίτευξης.

Δύσκολη ήταν η πορεία μου
κι ωστόσο
ήταν πλήρης από νότες
Αθωότητας.

Ω, γλυκόπικρος αποχαιρετισμός.
Η Διδασκαλία είναι Μάθηση –

Πώς μπορώ να επιβάλλω μια τελεία;

Η ζωή μου,
μόνο μάθηση τώρα.

Irwin Allen Ginsberg, Ο θλιμμένος μου εαυτός

Κάποιες φορές όταν τα μάτια μου είναι κόκκινα
αναβαίνω στην κορυφή του κτηρίου της Αρ Σι Έι
και ατενίζω τον κόσμο μου, το Μανχάτταν –
τα κτήριά μου, τους δρόμους που έκανα τα κατορθώματά μου,
τις σοφίτες, τα κρεβάτια, τα φτηνιάρικα διαμερίσματα
– από κάτω στην Πέμπτη λεωφόρο που κι αυτή την έχω στο μυαλό μου,
τα αυτοκίνητα της σαν μυρμήγκια, μικρά κίτρινα ταξί, άνθρωποι
που περπατούν στο μέγεθος μάλλινων ψηγμάτων –
Πανόραμα των γεφυρών, ξημέρωμα πάνω από τη μηχανή του Μπρούκλυν,
ο ήλιος δύει στο Νιου Τζέρσεϊ που γεννήθηκα
και στο Πάτερσον που έπαιξα με τα μυρμήγκια –
οι κατοπινοί μου έρωτες στην 15η οδό,
οι πιο μεγάλοι μου έρωτες στο Λόουερ Ηστ Σάιντ,
τα κάποτε υπέροχα αμόρε μου στο Μπρονξ
πέρα μακριά –
πορείες που διασταυρώνονται σ’ ετούτους τους κρυμμένους δρόμους,
η ιστορία μου ολόκληρη, οι απουσίες και οι
εκστάσεις μου στο Χάρλεμ –
– ο ήλιος λάμπει πάνω από κάθε τι που εξουσιάζω
μ’ ένα κλείσιμο του ματιού στον ορίζοντα
μέσα στην έσχατή μου αιωνιότητα –
το ζήτημα είναι άπιαστο.
Θλιμμένος,
παίρνω το ασανσέρ και κατεβαίνω,
συλλογισμένος,
και περπατώ στα πεζοδρόμια καρφώνοντας τα μάτια σ’ όλων των ανθρώπων
τις τζαμαρίες, τα πρόσωπα,
κι ύστερα αναρωτιέμαι ποιός νιώθει αγάπη,
και σταματώ, θολωμένος
μπροστά σε μια βιτρίνα αυτοκινήτων
και στέκομαι χαμένος μέσα σε χαλαρές σκέψεις,
με την κίνηση να πηγαίνει πάνω και κάτω στα τετράγωνα της 5ης λεωφόρου
πίσω μου
προσμένοντας για μια στιγμή όταν …
Είναι ώρα να γυρίσω στο σπίτι και να φτιάξω βραδινό και να ακούσω
τα ρομαντικά νέα του πολέμου στο ραδιόφωνο
… κάθε κίνηση παύει
και περπατώ μέσα στην άχρονη θλίψη της ύπαρξης,
η τρυφερότητα ξεχύνεται μέσα από τα κτήρια,
τα ακροδάχτυλά μου αγγίζουν το πρόσωπο της πραγματικότητας,
το πρόσωπο το δικό μου το γραμμωμένο από δάκρυα στον καθρέφτη
κάποιου παραθύρου – το σούρουπο –
όταν δεν νιώθω καμιά επιθυμία –
για καραμέλες – ή να αποκτήσω φουστάνια ή Γιαπωνέζικα
αμπαζούρ της διανόησης –
Σαστισμένος με το θέαμα γύρω μου,
άντρες να αγκομαχούν στο δρόμο
με δέματα, εφημερίδες,
γραβάτες, όμορφα κοστούμια
σύμφωνα με το γούστο τους
άντρες, γυναίκες, που ξεχύνονται πάνω στα πεζοδρόμια
κόκκινα φώτα που ρυθμίζουν ρολόγια βιαστικά και
ελεγχόμενες κινήσεις –
Και όλοι ετούτοι οι δρόμοι να οδηγούν
τόσο διαγώνια, γεμάτοι κόρνες, εκτεταμένα,
μέσα από λεωφόρους
στοιχειωμένες από ψηλά κτίρια ή πηγμένες στη βρώμα
των φτωχικών συνοικιών
μέσα από τόση μπλοκαρισμένη κίνηση
αυτοκίνητα και μηχανές να ουρλιάζουν
με τόσο πόνο σ’ αυτήν την
εξοχή, σ’ αυτό το νεκροταφείο
στην γαλήνη
του νεκροκρέβατου ή του βουνού
που κάποτε αντίκρισα
ποτέ δεν ξαναβρήκα ή επιθύμησα
να έρθει στο μυαλό μου
όπου ολόκληρο το Μανχάτταν που είδα πρέπει να εξαφανιστεί…

*Το ποίημα περιλαμβάνεται στον τόμο “Ανθολογία αμερικανικής ποίησης του εικοστού αιώνα”, εκδ. Ηριδανός, Αθήνα 2007, σε εισαγωγή, επιλογή και μετάφραση Γιάννη Λειβαδά.