Θεόδωρος Ντόρρος, Ξεμούδιασμα

Η σπιθερή ματιά ενός “καλού πελάτη”, ακολάκευτη, μονολογεί.
Όπως το κάνει πάντα αυτός.
Και μπρος στο γέλιο μιας κοκότας.
΄Ετσι, ανόητα,
προσμένει να μιλήσει στα κρυφά του:
“-Ω! Τέτοια μουσική! Συ μου βουβαίνεις
της ατόξινης αλήθειας τη φωνή πως είν’
αλλού εκείνα τ’ άλλα… πολύ αλλού.
Μου πνίγεις μέσα μου τον πόνο μακρινής
αλήθειας σαν έτσι αναιμίζεις τις ύπουλές μου
αγιότητες.
Σ΄ όλους το ίδιο κάνεις.
Γι’ αυτό δε βλέπω το γελοίο μου.

Και παύεις.
Τόσο μονάχα
ως που να δω σταματημένα όλα.”

*Από το βιβλίο της Μαρίας Αθανασοπούλου “Θεόδωρος Ντόρρος, Στου γλυτωμού το χάζι”, εκδ. Γαβριηλίδης, Αθήνα 2005.

Χρίστος Κασσιανής, Σκακιέρα ενός βροχερού Ιουνίου 

Η σκακιέρα υπό βροχή,
έμεινε ασυμπλήρωτη
στ’ αργό καλοκαίρι,
μες στα απέραντα χωρίς μας.

Στον βροχερό Ιούνη
ακίνητοι με τις πολύχρωμες ομπρέλες,
ξέσπασμα βροχής στ’ αργό απόγευμα
που σταθήκαμε ακίνητοι.

Σε μια πρώτη κίνηση που δεν έγινε,
σε μια παρτίδα που δεν ξεκίνησε,
κενά τετράγωνα με άλογα τρελά
ν’ αναπληρώνουν την έλλειψη τρελών
κι άγνωστοι στρατιώτες
βουλιαγμένοι στα πλημμυρισμένα χαρακώματα.

Κι εμείς ξεχασμένοι άγνωστοι,
Πότε μέσα, πότε έξω,
σε δρόμους χωριστούς,
αλλάζουμε θέσεις στο ίδιο ποτάμι,
σκοντάφτουμε με μάτια ανοιχτά.

Ασπρόμαυρη βασίλισσα εσύ,
αλλάζεις ρούχα κάθε τόσο,
εκτός ισορροπίας στα υψώματα των τετραγώνων,
με μένα κρυφή αλλαγή εκτός της σκακιέρας σου
να ρίχνω βλέμματα στον πύργο σου
και χλιμιντρίζω στον χλωμό βασιλιά σου
κρυμμένο πίσω απ’ τους δικούς του πύργους.

Να σώσει ένα βασίλειο σε μια κενή παρτίδα.

Ζεστές ανεμώνες κατεβάζει η βροχή,
δεν θα’ ναι έτσι πάντα ο καιρός,
στην ασπρόμαυρη ιστορία μας
που αργεί να ξεκινήσει.

Ιούνιος 2021

Μητέρα πάντων η συνείδηση…

Σύντομη παρουσίαση τής πρώτης έντυπης ποιητικής συλλογής τού Ε. Μύρωνα, “Γράμμα στη Μητέρα”

(Το σημερινό κείμενο λόγω ανυπέρβλητων τεχνικών προβλημάτων, δημοσιεύεται μονοτονισμένο, κάτι αρκετά ειρωνικό, καθώς ο Μύρων είναι από τους ελάχιστους ποιητές που γράφει τα κείμενά του στο πολυτονικό. Ελπίζουμε το πρόβλημα να διορθωθεί στο μέλλον, έτσι ώστε και τα ποιήματά του να αποτυπωθούν στην αυθεντική αρχική μορφή τους)

Πέρασαν χρόνια από τότε που, (εντελώς τυχαία…), έφτασαν στο γραφείο μου κάποιοι στίχοι τού Μύρωνα. Ένα εξασκημένο βλέμμα, (και θέλω να πιστεύω ότι το δικό μου κατέχει πιά αυτό το ένστικτο μετά τόσα έτη), μπορεί αν διακρίνει σχεδόν αμέσως τον διάφορο στίχο, εκείνον που προσπαθεί να εμβαθύνει και το κυριότερο εκείνον που χαρακτηρίζεται από γνησιότητα. Σε παρόμοιες περιπτώσεις νιώθεις αυτήν την απόλαυση τού κειμένου, (μα πόσο σπάνιο πλέον!..), την υποψία ενός ταλέντου, το ακατέργαστο μέταλλο μιάς ποιητικής φυσιογνωμίας.

Έκτοτε ξεκίνησε μια αλληλογραφία, (θα τολμούσα να πώ μία διαδικτυακή φιλία…), με συζητήσεις για την ποίηση, την λογοτεχνία, την ουσία τού στίχου, μα και τα τεχνικά του ελαττώματα, την οικονομία τού κειμένου, τις ποιητικές συμβάσεις και άλλα πολλά και διάφορα. Όλο αυτό το υλικό, όλη αυτή η ενασχόληση, (μέσα δυστυχώς σε περιορισμένο ελεύθερο χρόνο), κατέληξε στο πρώτο μου αφιέρωμα στον Μύρωνα – ακόμη επάνω σε αδημοσίευτους στίχους, σε ακατέργαστο υλικό, σε πειραματισμούς, σε ανησυχίες, αμφιβολίες και προβληματισμούς.

Και ιδού που, μετά από όλο αυτό το βάσανο τού ποιητή, η πρώτη ποιητική του συλλογή είναι πια πραγματικότητα. Δυστυχώς δεν αμφιβάλλω για την τύχη της – η σκόνη σε κάποιο ράφι, (αν υπάρχει κι αυτό…), είναι πλέον η πιο φιλική συντροφιά για τις εκδόσεις ποιημάτων. Δεν αμφιβάλλω μήτε και για την ακρισία τού φιλότεχνου κοινού, που καιρό τώρα έχει εθιστεί στο φευγαλέο και το στερεότυπο, δηλαδή το ρηχό και το ανούσιο. Όμως όλα τούτα ελάχιστη σημασία έχουν στην ιστορία τής γραμματείας – η έντυπη έκδοση παραμένει ένα ντοκουμέντο για την συνείδηση τού συγγραφέα της, μία πρόταση αλλαγής, μια απόπειρα καταγραφής συναισθημάτων και στοχασμών, μια εξερεύνηση τής προσωπικής ουτοπίας. Η πρώτη συλλογή είναι πάντα ένα πυρηνικό τής συνείδησης απόσταγμα, μια διαφορετική ματιά στον κόσμο, στην πραγματικότητα μία πρόταση.

(Μικρή παρένθεση. Η ποίηση από την πλειονότητα αντιμετωπίζεται ως διάλειμμα, ως ανάπαυλα ενός κουραστικού βίου, στην καλύτερη περίπτωση ως δείγμα μιάς καλαισθησίας και ευγενούς απασχόλησης, περίπου ως πολυτέλεια. Μα είναι το εντελώς αντίθετο, είναι εκπαίδευση βίου και συνείδησης, στάση ζωής, οδοδείκτης πορείας, δοκιμιακή έρευνα τού οντολογικού ζητήματος, αναπόσπαστο μέρος τού καθημερινού στοχασμού. Φυσικά και αισθητική, οπωσδήποτε και τέχνη. Αντιλαμβάνομαι πως είναι κατά πολύ ευκολότερη η ανάγνωση τού Δροσίνη από τους στίχους τού Καρυωτάκη, αλλά με τον πρώτο στην καλύτερη περίπτωση έχουμε αισθητική απόλαυση, με τον δεύτερο σφυρηλάτηση συνείδησης μοναδικής και ασυμβίβαστης. Τυχαία φυσικά τα ονόματα.)

Φυσιολογική λοιπόν η κάποια συγκίνηση όταν η συλλογή «Γράμμα στη Μητέρα» έφθασε στο γραφείο μου, ταχυδρομημένη από τον ίδιο τον ποιητή και διακοσμημένη με μία όμορφη προσωπική αφιέρωση. Πριν δούμε τα ζητήματα ουσίας, ας ρίξουμε μια ματιά στα εξωτερικά χαρακτηριστικά τής έκδοσης.

Η συλλογή εκδόθηκε από τον οίκο «Αρμίδα», εκδότης με έδρα την Λευκωσία στην Κύπρο. Το εξώφυλλο διακοσμείται από ζωγραφικό έργο τού ίδιου τού Μύρωνα, ο τίτλος και το όνομα τού συγγραφέα είναι ευδιάκριτα επάνω στο λευκό φόντο, ενώ το κόκκινο λογότυπο των εκδόσεων αχνοφαίνεται στο κάτω μέρος τού εξωφύλλου, (ας πάρουν κάποιο μάθημα από αυτό ορισμένοι «δικοί μας»
εκδοτικοί οίκοι που υπερκαλύπτουν τα εξώφυλλά τους με την επωνυμία τους. Ακόμη και η τεχνική τής τυπογραφίας διαθέτει τους συμβολισμούς της και τις ιεραρχήσεις της).

Στο οπισθόφυλλο ελάχιστες γραμμές και είναι αλήθεια πως αυτό είναι προτιμότερο από ένα φλύαρο κείμενο γεμάτο από μεγαλοστομίες, κάτι που επίσης είναι σχεδόν κανόνας στις ελληνικές εκδόσεις των τελευταίων δεκαετιών. Μια παρατήρηση μόνο προς τον εκδότη, τους αναγνώστες, όλους μας – το όνομα Μύρων κλίνεται, έχει γενική, έχει αιτιατική. Είναι κρίμα να χαλά η συνολικά καλή εικόνα μιάς έκδοσης με κείνο το ακαλαίσθητο τής αιτιατικής «από τον Ε. Μύρων (α)…». Σε ό,τι αφορά το περιεχόμενα υπάρχουν κάποια μικρά, (τυπογραφικά κυρίως) λάθη που έχουν επίσης ξεφύγει από την επιμέλεια κειμένου και σχετίζονται κυρίως με τον τονισμό τού πολυτονικού.

Από την συλλογή απουσιάζει οποιαδήποτε εισαγωγή ή προλεγόμενα, εκτός από ένα σημείωμα τού ίδιου τού Μύρωνα για την πνευματική του σχέση με τον Κώστα Μόντη, σχέση που εν πολλοίς υπαγόρευσε την υιοθέτηση τίτλου ανάλογου με έργο εκείνου και ύφος πολύ συγγενικό με το δικό του. Είναι αλήθεια ότι πάντοτε ήμουν υπέρ των λιτών εκδόσεων, ιδιαίτερα των ποιητικών εκείνων. Όμως σήμερα με την άγνοια που επικρατεί περί ποιητικής, την απαιδεία γύρω από τα ουσιώδη τής ποίησης και την κατάργηση κάθε κρίσης και κριτικής, το θαρρώ πια ωφέλιμο κάθε αξιόλογη ποιητική έκδοση να συνοδεύεται από ένα κριτικό ή διερμηνευτικό έστω σημείωμα, προλεγόμενο ή επιλεγόμενο. Θα μπορούσε να υπάρχει και την παρούσα έκδοση, (ή μπορεί να υπάρξει σε κάποια μεταγενέστερη), αν και βέβαια η έλλειψή του δεν μειώνει την αξία τού έργου.

Σήμερα δεν θέλω να σταθώ επισταμένως στις αναλογίες τής συλλογής με τους στίχους τού Μόντη, κάτι τέτοιο θα καταντούσε συγκριτική και σχολαστική φιλολογία και δεν θα είχε κανένα νόημα. Το έχω γράψει πολλές φορές – οι επιρροές ή η μίμηση ενός ποιητή, (μα πόσες χιλιάδες οι «Καβαφιστές» και πόσα τα ανάλογα Καβαφικά ποιήματα!..για να μην μιλήσουμε για Καρυωτάκη που επιπλέον είναι και αδύνατον να τον μιμηθεί κανείς!..) δεν είναι πάντοτε επικριτέα, το γράφω γιατί στην κριτική μας οι επιρροές θεωρούνται πάντοτε δείγμα ποιητικής ατελείας και ατελέσφορης προσπάθειας. Και όμως δεν υπάρχει ποιητής στον ελληνικό χώρο, (με ελάχιστες εξαιρέσεις…), που να μην πέρασε τα ποιήματά του μέσα από τεχνικές προγενέστερων λογοτεχνών. Και αναφέρομαι σε ποιήματα γερά, αυτόνομα σε αξία περιεχομένου.

Βεβαίως οι αναφορές στον Μόντη είναι αναπόφευκτες, μα όχι σαν σύγκριση για βραβεία και επαίνους, αλλά μόνο και μόνο για να διαπιστώσουμε διαφορές εποχών, αντιλήψεων και ποιητικής τεχνικής.

Γράμμα στη Μητέρα λοιπόν, για να ξεκινήσωμε από τον τίτλο, και βεβαίως (όπως άλλωστε και ο ανάλογος τού Μόντη…), τίτλος προσχηματικός, σκηνικό θεάτρου, σκηνικό μονολόγου, που όμως έχει ανάγκη στις εξάρσεις του έστω και έναν ακροατή. Ποια είναι η Μητέρα, (με κεφαλαίο το αρχίγραμμα…) εν τω προκειμένω; Η φυσική αρχέγονη και πάντα σοφή στα παιδικά μας μάτια Μάνα του καθενός; Ένα παρελθόν εξιδανικευμένο στο οποίο δίνουμε αναφορά των παρόντων; Ένα καταφύγιο οικειότητας και ασφάλειας;

Μα δεν το πιστεύω τόσο απλό. Νομίζω ότι και στις δύο περιπτώσεις των ποιητών μας η Μητέρα σηματοδοτεί εκείνο που έχω ονομάσει «ζώσα ουτοπία», μια αντίληψη για τον κόσμο τόσο ελκυστική στην συνείδηση τού καθενός μας που την πιστεύουμε πια πραγματικότητα, κάτι που υπήρχε στο παρελθόν και δεν υπάρχει πια. Όλες μας οι αξίες, όλες μας οι ιδέες για μια καλύτερη κοινωνία, όλη μας η εικόνα για το πώς θα έπρεπε να είναι ο κόσμος, εμπερικλείονται μέσα στην λέξη «Μητέρα», σύμβολο πάντοτε τού ηθικού, τού βέλτιστου, τής αυτοθυσίας και τής προσφοράς, θα έλεγα υπέρτατο σύμβολο όλων των παρόμοιων ανθρωπιστικών εννοιών. Μητέρα λοιπόν είναι ο παράδεισος τού καθενός μας, ένας κόσμος οπού η συνείδησή μας δεν απαιτεί καθημερινές συγκρούσεις ή άμυνες για να επιβιώσει, ένα ποθούμενο που το έχουμε αγαπήσει τόσο ώστε να το θεωρούμε υπάρχον, λειτουργικό, ακοίμητο οδηγό μας.

Όσο και εάν φαίνεται περίεργο κάτω από αυτήν την οπτική, ένα γράμμα στην Μητέρα, είναι πρωτίστως ένα γράμμα προς την συνείδησή μας και φυσικά την συνείδηση όλων εκείνων προς τους οποίους απευθύνεται και για να το γράψω ορθότερα, ένα γράμμα προς τις καλύτερες πνευματικές στιγμές όλης τής ανθρωπότητας, (την άποψη πολλών κριτικών για την Μητέρα-Φύση στο έργο τού Μόντη δεν την θεωρώ ορθή, καθώς δεν νομίζω ότι καλύπτει αποκλειστικά την ερμηνεία τού τίτλου).

Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά στοιχεία τού Μόντη, είναι η επανάληψη λέξεων και στίχων ολόκληρων μέσα στην ποίησή του. Η κλασική επανάληψη στην ποίηση, (για παράδειγμα επανάληψη τού πρώτου δίστιχου στην τελευταία στροφή…), θεωρείται φιλολογικά ελάττωμα τού στίχου, αλλά στον Μόντη ξεφεύγει κατά πολύ από ετούτη την στερεότυπη τεχνική, οι επαναλήψεις του είναι εντελώς φυσικές, (θα τολμούσα να πω μουσικές, ρυθμικές…) και στην πραγματικότητα είναι αυτές που καθιερώνουν ύφος και τονίζουν τα βασικά νοήματα στην ποιητική του.

Ο Μύρων, (όπως γράφει και ο ίδιος στο εισαγωγικό του σημείωμα στην συλλογή), έχει διαβάσει τόσο εμμονικά και πυρετικά τον Μόντη, έχει σε τέτοιο βαθμό «συγγενέψει» μαζί του, που κατάφερε να τον μιμηθεί, δίχως αυτή η μίμηση να γίνει αντιληπτή ή έστω ενοχλητική για τον αναγνώστη, δύσκολα μπορεί να συμβεί αυτό και πράγματι σπάνια έχει συμβεί στην νεοελληνική μας ποίηση. Η επανάληψη είναι παρούσα και στον Μύρωνα στις σωστές «δόσεις», λίγο παραπάνω και θα κούραζε, λίγο λιγότερο και θα φαινόταν παράταιρη με το υπόλοιπο ποίημα. Έχωμε λοιπόν ισορροπία και η επανάληψη επιτονίζει εκεί που πρέπει, αλλά θα τα δούμε όλα αυτά μέσα από τους καλύτερους στίχους τής συλλογής.

Μία διαφορά, κατά την γνώμη μου όχι ασήμαντη, είναι ότι ενώ ο Μόντης χρησιμοποιεί επαναληπτικά μέσα σε κάθε ποίημα την λέξη «Μητέρα», ο Μύρων επιλέγει την πιο λαϊκότροπη λέξη «Μάνα». Αμφιβάλλω ότι ετούτη η διαφορά εξηγείται μοναχά από τις διαφορετικές εποχές συγγραφής, (άλλωστε το τρίτο γράμμα τού Μόντη δεν γράφτηκε δα και τόσο παλιά), ή από τις διαφορετικές τοπικές συνήθειες. Σχετίζεται νομίζω με δύο στοιχεία που ήθελε συνειδητά ή ασυνείδητα να τονίσει ο Μύρων – το ένα είναι μία απόγνωση που έχει πλέον παγιωθεί, (το μάνα είναι πάντοτε πιο σπαρακτικό, πιο απελπισμένο από το Μητέρα) και το δεύτερο η πολυσημία, μάνα η δική μου, η δική του, η δική σου, μάνα όλου τού κόσμου, μάνα όλων των ανθρώπων.

Σε συνέχεια αυτής τής ερμηνείας, διαπιστώνω μία ακόμη διαφορά ανάμεσα στους δύο ποιητές που την νομίζω σημαντική, καθώς μπορεί να σταθεί αφορμή, (σε έναν άλλο κόσμο, σε ένα άλλο σχολειό οπού η ποίηση θα είχε πρωτεύουσα θέση…), για πολύωρες αναζητήσεις και συζητήσεις γύρω από την σημερινή λογοτεχνία.

Ο Μόντης σε πολλά ποιήματά του, (μα όχι τόσο στα Γράμματα στην Μητέρα), έχει ένα πολύ ιδιαίτερο χαρακτηριστικό, από τα μοναδικά επίσης στην νεοελληνική ποίηση. Την ίδια στιγμή που ο στίχος του είναι βαθύς και ασχολείται με ζητήματα τραγικά, (και κυρίως τον θάνατο), την ίδια στιγμή δεν απελπίζει, μια έστω και αμυδρή αχτίδα αισιοδοξίας σού μένει στο τέλος τής ανάγνωσης, ένα ίχνος ελπίδας. Το πώς το καταφέρνει αυτό ο Μόντης είναι αντικείμενο μιας άλλης συζήτησης που δεν χωράει εδώ, (αλλά έχει πολύ ενδιαφέρον), όμως το στοιχείο αυτό απουσιάζει παντελώς από τον Μύρωνα. Εδώ ο πόλεμος είναι πόλεμος, ο θάνατος είναι θάνατος, τίποτε δεν θεωρείται φυσικό και οπωσδήποτε τίποτα δεν αντιμετωπίζεται στωικά ή έστω με ένα πικρό χαμόγελο. Από αυτήν την άποψη ο Μύρων είναι εγγύτερα στην γενιά τού μεσοπολέμου παρά στον Μόντη. Οι στίχοι του δεν έχουν παράθυρα, δεν έχουν φως, μήτε μια χαραμάδα να μάς δώσει μιαν ανάσα. Θάλεγε κανείς, (έστω και κάπως υπερβάλλοντας…), πως διαβάζει γράμματα που γράφτηκαν σε κελί φυλακής.

(Ακόμη μία παρένθεση – οι παραλληλισμοί πολλών τάχα ειδικών για Σεφέρη και Μόντη ως προς την μικρή έστω αισιοδοξία που επιτρέπουν στον στίχο τους, είναι πρόχειρη και άστοχη, παρά το ό,τι έχει επικρατήσει, {αρχής γενομένης από Κατσίμπαλη και Θεοτοκά}, η ποίηση τού Σεφέρη εν τη ουσία της είναι πλησιέστερα στον Καρυωτάκη παρά στον Μόντη ή οποιονδήποτε άλλον. Ακόμη ένα ενδιαφέρον ζήτημα και μύθος στην Ελληνική λογοτεχνία έως και σήμερα…).

Τέλος και για να τελειώνουμε με τα φιλολογικά – βρίσκονται όλα τα ποιήματα τής συλλογής στο ίδιο ύψος; Ή πρόκειται για εκείνο που η κριτική συνήθως ονομάζει «συλλογή άνιση»;

Φυσικά και δεν είναι και όλα τα ποιήματα τής ίδιας αξίας, σε κανέναν ποιητή δεν συμβαίνει αυτό. Ακόμη-ακόμη και μέσα στο ίδιο ποίημα υπάρχουν διαφορές ποιότητας, κάποιοι χειρισμοί τής γλώσσας που θα μπορούσαν να ήσαν καλύτεροι, ιδίως στα ρήματα και σε λίγα επίθετα. Κανείς δεν ισχυρίζεται, (και οπωσδήποτε θα ήμουν από τους τελευταίους), ότι εδώ έχωμε μία «ανυπέρβλητη συλλογή», «ένα αριστούργημα», ένα «μέγιστο ποιητικό ανάστημα» και άλλα τέτοια ανόητα που ακούω καθημερινά στις παρουσιάσεις των εκδόσεων ποίησης. Έχωμε απλώς στιγμές καλής και αξιόλογης ποίησης, έχωμε σοβαρή ενασχόληση με τον στίχο και ένα βλέμμα που αξίζει να παρακολουθήσωμε. Δεν ξεύρω εάν όλα αυτά είναι το πρώτο Καβαφικό σκαλί τής ποίησης, αλλά οπωσδήποτε είναι αρκετά και εν ανεπαρκεία στην σημερινή πραγματικότητα.

Με βάση όλα αυτά, (και πολλά ακόμη που θα μπορούσαν να ειπωθούν…), ας δούμε κάποιους στίχους τής συλλογής.

Έχωμε 24 ποιήματα χωρισμένα απλώς με τα γράμματα τού ελληνικού αλφαβήτου, δεν υπάρχει άλλο διακριτικό, δεν υπάρχει φυσικά τίτλος, καθώς όλο το έργο κατατίθεται ως μία ενότητα διαχωρισμένη απλώς θεματικά.

Ας ξεκινήσωμε από το Α που τυχαίνει να συγκαταλέγεται στα πολύ αξιόλογα τής συλλογής…

Α.

Απόσπασμα

[ ]

Και μην ανησυχείς, δεν κάνει κρύο πια

Βρέθηκαν λύσεις σε όλα.

Δεν κάνει ψύχρα πιά

μα δεν είναι ούτε ζεστά,

Ένα περίεργο ενδιάμεσο κάνει

που μάς ανακατεύει

που μάς αποπροσανατολίζει.

Δεν ξέρουμε τι να φορέσουμε,

πώς να φερθούμε τού καιρού.

Ξεμείναμε κι από κρύο κι από ζέστη.

Εξαιρετικά εύστοχη αποτύπωση τού μετεωρισμού μιάς ολόκληρης εποχής. Τεχνικά ένα από τα καλύτερα ποιήματα τής συλλογής κυρίως σε εκφραστικά μέσα – το μεσαίο τρίστιχο με πολύ απλό τρόπο δημιουργεί την αίσθηση ανθρώπου που κινείται ως άθυρμα στον άνεμο, επάνω σε ένα ενδιάμεσο δίχως προορισμό, δίχως σκοπό και στην ουσία δίχως κίνηση. Πολύ καλός επίσης και ο ρυθμός τού στίχου. Δεν ξεύρω γιατί, αλλά εδώ βρίσκω περισσότερες αναλογίες με το Σεφερικό «Θεατρίνοι Μ.Α», (φυσικά ώς αίσθηση και όχι ως τεχνική), παρά με τον Μόντη. Οπωσδήποτε είναι ατόφιος Μύρων και μάλιστα σε μία πολύ καλή στιγμή του.

Ε.

(απόσπασμα)

[ ]

Ό,τι δεν παράγει κέρδος το σκοτώνουν, μάνα,

σαν κουτσό άλογο τής φέρονται τής ποίησης.

Και πληγώνεται εκείνη

και μαζεύεται μόνη της

και αποσύρεται

και δε μάς μιλάει.

Φυσικά το «…δε μάς μιλάει» στην Ελληνική γλώσσα είναι αμφίσημο. Θα έλεγα μάλιστα πως αμφίσημο είναι ολάκερο το ποίημα. Εδώ μέσα είναι η πληγωμένη περηφάνεια των ποιητών που δεν έχουν άλλο τρόπο να προστατευθούν από την άγνοια τού πλήθους, εδώ μέσα είναι το χάσμα ανάμεσα στην ποίηση και την ζώσα κοινωνία, εδώ και η πλήρης απαξίωσή της στις συνειδήσεις. Ο Καρυωτάκης θα αντιμετώπιζε το ίδιο θέμα με σαρκασμό, ο Καβάφης με ένα μικρό θεατρικό, ο Μύρων φαινομενικά απλώς το καταγράφει ως γεγονός διαρκείας, πίσω όμως από τις λέξεις αναπηδά ένα «κατηγορώ», ο φόβος και η λύσσα μαζί ενός πληγωμένου ζώου. Και πού μάς παραπέμπει αλήθεια ένα κουτσό άλογο; Έτσι όπως σε ένα άλογο η αναπηρία ακυρώνει ολάκερη την ύπαρξή του και οδηγεί αναπόφευκτα στον θάνατο, έτσι και μια ποίηση μόνο για τους ποιητές είναι μια αναπηρία που αχρηστεύει, που ακυρώνει τον ίδιο τον σκοπό της. Ποίηση εξόριστη δεν είναι ποίηση, μα κραυγή εν τη ερήμω. Ένα καλό ποίημα που λέει περισσότερα με αυτά που παραλείπει, παρά με εκείνα που εκφράζονται.

Μ.

Έψαξα για την Λευκάδα μας

στο διαδίκτυο, μάνα,

δεν τη βρήκα πουθενά.

Στην αναζήτηση τού χωριού μας

«Δεν βρέθηκαν καταχωρήσεις».

Δεν δέχτηκε να κλειστεί σε λίγες ίντσες.

Είναι περήφανη η Λευκάδα,

πώς το ‘ λεγες; Είναι στραβόξυλο,

δεν επιτρέπει στη θέα της να κλειστεί σε μια φωτογραφία.

Δεν χωρά σε μια φωτογραφία.

( Στην έντυπη έκδοση στον δεύτερο στίχο υπάρχει τελεία αντί για κόμμα).

Εδώ πια έχωμε καθαρό το ύφος τού Μόντη – μα και τι σύμπτωση το αρχίγραμμα τής Λευκάδας, (τόπος καταγωγής τού Μύρωνα), να είναι το ίδιο με εκείνο τής Λευκωσίας!.. Όπως και στον Μόντη, έτσι και στον Μύρωνα μια πόλη δεν είναι απλώς οι γεωγραφικές συντεταγμένες της, ο πληθυσμός της και τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά που μαθαίναμε στην σχολική γεωγραφία. Η πόλη προσωποποιείται ακριβώς γιατί εν τω συνόλω της κινείται ως πρόσωπο, δίνει και παίρνει συναισθήματα, ακμάζει και παρακμάζει, ελκύει και αποδιώχνει. Δεν είναι η Πόλη με την έννοια που είχε στην Αρχαία Ελλάδα (εκείνη στεκόταν πάνω από τα πρόσωπα), δεν είναι όμως και η πόλη η απρόσωπη, η στεγνή και η άχρωμη με τις μυρωδιές μιάς μεγαλούπολης. Είναι περισσότερο μια ζεστή και εύπλαστη αγκαλιά, ένα αποκούμπι για τα στερνά μας, ένα όνειρο που αφήσαμε πίσω. Και ακριβώς γιατί μέσα μας κατέχει τόσο μεγάλο μέγεθος και βάρος, είναι αδύνατον να χωρέσει σε πέντε αράδες και μάλιστα εγκυκλοπαιδικές. Παρά το σκωπτικό περιεχόμενο, πρόκειται για ένα τραγικό ποίημα, το οποίο εκτός από το κύριο νόημά του στραβοκοιτά και την τεχνολογία – των μαθηματικών και των τετραγώνων, εκείνη που όμως δεν ημπορεί να χωρέσει το αχανές τού συναισθήματος, αυτό μοναχά η ποίηση, (και αυτή όχι πάντοτε με επιτυχία) μπορεί να εκφράσει.

Ο.

Είπαν τον άνθρωπο λαθραίο, μάνα,

πώς γίνεται ένας άνθρωπος λαθραίος;

Λαθραία ξέρω τα εμπορεύματα…

Και το Αιγαίο πώς μπορεί και τους πνίγει

πώς αντέχει και τους πνίγει

κι έπειτα βάζει τα καλά του

και φρεσκολουσμένο

δεξιώνεται ιστιοφόρα τα καλοκαίρια,

κι έπειτα βάζει τα καλά του

και υποδέχεται τουρίστες τα καλοκαίρια;

Αλλιώς ζωγράφισες για μένα το Αιγαίο, μάνα…

Ένα από τα κορυφαία ποιήματα τής συλλογής, κλασικός Μόντης τής επαναλήψεως, μα και κλασικός Μύρων. Φυσικά δεν έχει κάποια ιδιαίτερη σημασία εάν πρόκειται για την θάλασσα τής Κερύνειας ή το Αιγαίο εν τω συνόλω του ή για τον Ατλαντικό ωκεανό. Όπως έγραφα και σε ένα μικρό αφιέρωμα στον Μόντη, εδώ έχουμε μία πυρηνική μεταλλαγή, μία ανατροπή των πραγμάτων εν γένει. Ό,τι έχει σηματοδοτηθεί ως αγκαλιά, γαλήνη, απεραντοσύνη, ισορροπία με την φύση, τώρα ανατρέπεται, η φιλτάτη θάλασσα μεταλλάσσεται από αγκαλιά σε φονιά, από περήφανη μητέρα πάντων σε παράρτημα τού γραφείου τουρισμού, από σύμβολο γλυκιάς περιπέτειας σε τάφο. Η μεταλλαγή αυτή στον Μόντη είναι πιο σπαρακτική, (βεβαίως εισβολή, βεβαίως πόλεμος…), μα και στον Μύρωνα κάτω από τον πικρόχολο στίχο υπονοείται ο θάνατος μιάς ολάκερης εποχής με εξέχοντα θύματα τα προτάγματα τού ανθρωπισμού. Το ποίημα στην ουσία του είναι ένας πικρός αποχαιρετισμός στο φως τής παιδικής ηλικίας, στην ουτοπία τής νιότης, στο τελευταίο καταφύγιο που έχει ένας άνθρωπος ατενίζοντας το γαλανό απέραντο. Αυτή η θάλασσα δεν είναι πια καταφύγιο, έχασε για πάντα την παρθενικότητα τής φύσης, μολύνθηκε από θάνατο και ανθρώπινη εκμετάλλευση. Ένα-ένα τα σύμβολα καταρρέουν και, αλίμονο, ακόμη και τα σύμβολα έχουν την αξία τους ως οδοδείκτες τής συνείδησης.

Εξαιρετικός και ο τελευταίος στίχος, αποχαιρετισμός στην αθωότητα πολλών γενεών, που μετά τον πόλεμο πάλεψαν και μάτωσαν στην υπεράσπιση ουμανιστικών αξιών.

Για να έχετε μία εικόνα των αναλογιών, μα και τής πολύ επιτυχημένης αφομοίωσης τού Μόντη από τον Μύρωνα, δείτε ένα απόσπασμα από το αντίστοιχο ποίημα τού πρώτου…

Είναι δύσκολο να πιστέψω πως

μας τους έφερε η θάλασσα της Κερύνειας,

είναι δύσκολο να πιστέψω πως

μας τους έφερε η αγαπημένη θάλασσα της Κερύνειας.

Πικρή θάλασσα της Κερύνειας

που πρέπει να αποσύρουμε πια

τους στίχους που σου γράψαμε.

[ ]

Διαφορετικές οι συνθήκες και οι πυροδοτήσεις, μα ίδιος ο στοχασμός. Και στο ένα και στο άλλο ποίημα, έχωμε μία από τις πλέον επιτυχείς προσωποποιήσεις στην Ελληνική ποίηση. Η επανάληψη τού στίχου λειτουργεί εξαιρετικά ισορροπημένα για τον επιτονισμό στην πραγματικότητα μιας τραγωδίας, (η επανάληψη ως εργαλείο χρησιμοποιείται και σε άλλες τέχνες, κορυφαίος στην χρήση της στο ελληνικό θέατρο υπήρξε ο Βασίλης Λογοθετίδης).

Οι διαφορές των δύο ποιητών που προαναφέραμε είναι εμφανείς και εδώ. Στον Μόντη επιβιώνει ακόμη μία τρυφερότητα, μία ελάχιστη ανοχή, θα έλεγα υπονοείται ακόμη και μία συγχώρεση για την αγαπημένη του θάλασσα που έγινε εργαλείο θανάτου. Στον Μύρωνα υπάρχει θυμός που σιγοβράζει, πρόσωπο συνοφρυωμένο, λόγος κατηγορηματικός. Και αυτή είναι μία διαφορά μόνιμη σε στο σύνολο τής συλλογής.

Υ.

Μάνα, δεν μάς αξίζει η ποίηση που μάς έδωσες

δεν μάς αξίζει τέτοια προίκα.

Δεν βλέπεις πώς δεν εμφανίζεται πουθενά

σαν το δάκρυ που ξέρει

πώς θα το περάσουν για σταγόνα βροχής

και κρύβεται μέσα απογοητευμένο.

Δεν βλέπεις πώς δεν εμφανίζεται

αντικρύζοντας όλα αυτά;

Αντικρύζοντάς μας να βαριόμαστε

να γινόμαστε κουφοί μάρτυρες

να γινόμαστε άβουλα στρατιωτάκια;

Την κάναμε αλλόγλωσση επειδή μάς βόλευε,

για να ησυχάσουμε από δαύτην.

Ας προσέξουμε λιγάκι εδώ τα υπονοούμενα. Πρόκειται για ένα πολύ καλό ποίημα, ένα σχόλιο για μία ακόμη κατάρρευση, για μία ακόμη μεταλλαγή – εκείνη τής ποίησης, (θυμηθείτε ότι η λέξη ποίηση στην ευρύτερη έννοιά της σημαίνει και δημιουργία, ατομική κατασκευή). Από την ώρα που καταργήθηκε η κρίση και επομένως η διάκριση, η καλή ποίηση, (η προίκα), βρέθηκε στην ίδια μοίρα με τις κακές απομιμήσεις της, με τις χειρότερες στιγμές της. Δεν υπάρχει λόγος πλέον να εκτίθεται, να συνομιλεί με τους αναγνώστες της, να διεκδικεί ερμηνεία και κατανόηση. Από την ώρα που όλοι έγιναν Καρυωτάκηδες και Καβάφηδες, η αξία τού αυθεντικού κειμένου έγινε αόρατη, συναθροίστηκε, έχασε τον παραλήπτη της.

Προσέξτε στο ποίημα την διάκριση ανάμεσα στην σταγόνα βροχής, (ίδια και απαράλλαχτη με όλες τίς άλλες, απλό νεράκι χωρίς κανένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό) και στο δάκρυ, (σύμβολο ατομικού συναισθήματος, νερό φορτισμένο με όλα τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τού φορέα του), επιτυχημένη μεταφορά για την διάκριση ανάμεσα στην αδιάφορη και κακή ποίηση που δεν λέει τίποτα και τον άξιο στίχο.

Εξαιρετικά εύστοχο και το τελευταίο δίστιχο. Αλλόγλωσση η καλή ποίηση, καθώς μήτε καταλαβαίνουμε την γλώσσα της πιά, μήτε την κατανοούμε, άρα είναι πλέον έξω από την ζωή μας, από την σκέψη μας, από την συνείδησή μας. Διατηρώ την ίδια άποψη και το έχω ξαναγράψει – δεν έχωμε πλέον μία ποίηση δύσκολη που απαιτεί εκπαίδευση και κόπο η κατανόησή της, έχωμε αντιθέτως ένα χάσμα, μία οριστική ρήξη με ό,τι επί αιώνες αντιλαμβανόμασταν ως καλή ποίηση και γενικότερα ως λογοτεχνία.

Εάν οι στίχοι 9-11 ήσαν περισσότερο δουλεμένοι εκφραστικά, θα μιλούσαμε για ένα εξαιρετικό ποίημα, αλλά και χωρίς αυτό παραμένει ένα από τα κορυφαία τής συλλογής.

Αντί επιλόγου
Δεν θα παραθέσω άλλα ποιήματα, άλλωστε μπορείτε να αγοράσετε την συλλογή και να έχετε μία συνολική άποψη τού έργου. Λίγα λόγια μόνο ακόμη και, ας μού επιτραπεί η τόλμη, κάποιες ελάχιστες προτάσεις.

Η πρώτη συλλογή ενός ποιητή μπορεί να γεννήσει ελπίδες, μπορεί να περάσει αδιάφορη, μπορεί ακόμη, (και δυστυχώς αυτό συμβαίνει τις περισσότερες φορές), να συναθροιστεί με τις χιλιάδες των υπολοίπων, κυρίως γιατί περιέχει στίχους αδιάφορους, κακούς και στερεότυπους. Το ότι μπορεί ο καθείς πλέον να εκδίδει ποίηση, δεν είναι δείγμα δημοκρατίας όπως ισχυρίζονται οι αφελείς και επιπόλαιοι, αντιθέτως πλήττει καίρια κάθε έννοια ποιότητας και διάκρισης. Τα λίγα καλά και άξια χάνονται στον σωρό, οι ελάχιστοι καλοί στίχοι περνούν απαρατήρητοι και ανερμήνευτοι, οι αναγνώστες εθίζονται σ’ αυτό που ένας παλαιότερος ποιητής έχει εύστοχα γράψει – είμαστε όλοι σαν το γρασίδι που το κουρεύουν ομοιόμορφα.

Θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι ο Μύρων στην πρώτη του συλλογή «προστατεύεται» πίσω από μία ξένη ποιητική φόρμα και ότι στην πραγματικότητα δεν εκτίθεται ο ίδιος με ύφος ξέχωρο και μοναδικό. Εκτός από όσα έγραψα στην αρχή τού σημερινού σημειώματος, θα ήθελα επάνω σ’ αυτό να πω τούτο – στα δικά μου μάτια αυτή η κίνηση είναι δείγμα προσοχής, πορείας που δεν βιάζεται, ποιητή που δεν αδημονεί για δόξα και αναγνώριση, συνείδησης χαμηλόφωνης. Το να περπατάς σε χνάρια γνωστά προσθέτοντας και το δικό σου αποτύπωμα σ’ αυτά, είναι κατ’ αρχάς σεβασμός στην «προίκα», συνέχιση μιάς διαδρομής, σύνδεση με ό,τι πιο ποιοτικό μάς έχει δώσει η νεοελληνική γραμματεία. Όμως το πραγματικό ερώτημα δεν αφορά την φόρμα, (όχημα άλλωστε…), αλλά το περιεχόμενο, το διαφορετικό βλέμμα, το βάθος και την οπτική.

Προσωπικά αντικρύζω την συλλογή «Γράμμα στη Μητέρα» ως έναν πολύ καλό πρόλογο, ως υπόσχεση για τα μελλούμενα. Εκείνο που αποδεικνύουν οι στίχοι της είναι πως ο Μύρων διαθέτει το κύριο τάλαντο για έναν ποιητή – δηλαδή την ικανότητα να διαμορφώνει ένα διαφορετικό βλέμμα για πράγματα κοινά, καθημερινά, για πράγματα τέλος πάντων που έχουν ειπωθεί σχεδόν τα πάντα, (ή έτσι θεωρούμε κάθε φορά…). Αυτό είναι το λεγόμενο ξάφνιασμα, εκεί που πιστεύεις πως δεν έχει τίποτα παραπάνω να γραφτεί για τον θάνατο, τον έρωτα, το προσφυγικό, την πολιτική και χιλιάδες άλλα ζητήματα, ιδού ένας στίχος νέος, φρέσκος, διαφορετικός, ίσως και βαθύτερος επάνω σε ουσία που δεν είχαμε ποτέ σκεφθεί.

Το δεύτερο είναι η παιδεία, η μελέτη, αυτή η ανεξάντλητη μελέτη επάνω στο χάος τής γραμματείας, ελληνικής και ξένης. Ποτέ δεν μπόρεσα να καταλάβω πως κάποιοι ξεκινούν να γράφουν δίχως να έχουν διαμορφώσει έναν όγκο γνώσης για την φιλολογία, την γλώσσα, την λογοτεχνία. Μα φυσικά είναι ο ρυθμός και η απαίτηση τής εποχής – συγγραφείς τής μίας νύχτας που με παρουσιάσεις, πληρωμένες καταχωρήσεις και εμπορικές προωθήσεις καθιερώνονται σαν γραφίδες σημαντικές. Στον Μύρωνα αυτό δείχνει να απουσιάζει sui generis, υπάρχει μία συστολή και αυτοσυγκράτηση, αποτέλεσμα τής επίγνωσης ότι ακόμη έχει δρόμο να διανύσει στα μονοπάτια τής ποίησης και συνολικότερα τής γραφής.

(Δυστυχώς εκεί έχουμε οδηγηθεί σήμερα, να χαρακτηρίζουμε sui generis το αυτονόητο, εκείνο που θα έπρεπε να είναι κοινό χαρακτηριστικό όσων ασχολούνται με την πνευματική δημιουργία.)

Βεβαίως είναι φυσικό να υπάρχει μία αμφιταλάντευση, δεν είναι καθόλου εύκολο να αντιστέκεσαι στην αντίληψη μιας ολόκληρης εποχής, στην απαίτηση για «επιτυχία» γρήγορη, δόξα, αναγνώριση. Γνωρίζω εξ’ ιδίων πόση δύναμη χρειάζεται για να αρνηθείς συνεντεύξεις σε ανόητες εκπομπές, τον διακοσμητικό ρόλο σε παρουσιάσεις βιβλίων, την σιωπή για συγγραφείς κακούς και ατάλαντους, με άλλα λόγια να επιβάλλεις τον βηματισμό σε δικό σου μονοπάτι σύμφωνο με την συνείδησή σου και την κρίση σου. Έως και σήμερα τουλάχιστον, ο Μύρων δείχνει να αντιμετωπίζει όλη αυτή την πίεση διατηρώντας ένα μετερίζι στην ελάχιστη δυνατή γραμμή άμυνας. Περισσότερο σκέφτεται και γράφει, παρά μιλά. Περισσότερο στοχάζεται, παρά φλυαρεί. Περισσότερο μελετά, παρά εμφανίζεται. Είναι μια καλή αρχή.

Όταν εμφανίζεται μία συλλογή πολλά υποσχόμενη για το μέλλον, θα ήταν παράλειψη να μην στοχαστούμε επάνω σ’ εκείνα που θα βοηθούσαν να εκπληρωθεί αυτή η υπόσχεση. Υπάρχουν αδυναμίες σ΄ ετούτη την πρώτη συλλογή; Περιθώρια βελτίωσης; Ζητήματα που πρέπει να συζητηθούν, σημεία που θα μπορούσαν να είχαν βασανιστεί περισσότερο;

Αλίμονο!.. τέτοιες ερωτήσεις μόνο ως ρητορικές μπορούν να χαρακτηριστούν. Δεν θα μπω σε φιλολογικούς σχολαστικισμούς, άδικη και ανώφελη κούραση για τους αναγνώστες αυτού τού σημειώματος. Θα μείνω μοναχά σε δύο ευρύτερα ζητήματα.

Το πρώτο είναι η γλώσσα. Κατά την γνώμη μου η επιλογή τού πολυτονικού από τον Μύρωνα είναι μία πολύ καλή επιλογή που θα πρέπει να συνεχιστεί. Έχω γράψει σε πολλά άλλα σημειώματα τους λόγους για τους οποίους υπερασπίζομαι την παλαιότερη ορθογραφία και στίξη, ότε δεν θα επεκταθώ περισσότερο. Για να μπορέσει όμως το συγκεκριμένο σύστημα να αναδείξει στον μέγιστο βαθμό την εργαλειακή και εννοιολογική του χρησιμότητα, πιστεύω ότι ο Μύρων θα πρέπει να συνεχίσει με ακόμη μεγαλύτερη ένταση την μελέτη τής γλώσσας στο σύνολό της. Παρά το ότι καλός χρήστης τής γλώσσας, παρά την απουσία σοβαρών λαθών, από ένστικτο πιστεύω πως έχει την ανάγκη ενός πλουσιότερου λεκτικού στην ποίησή του. Θα τον βοηθήσει να εκφράσει ακριβέστερα τον στοχασμό του, θα τον βοηθήσει όμως και στους λυρικούς του στίχους. Προς το παρόν έχω την αίσθηση ότι ο στοχασμός του βρίσκεται πρωτοπόρος με την γλώσσα να ακολουθεί. Αυτή η απόσταση έχω την βεβαιότητα ότι στο μέλλον θα μικραίνει ολοένα.

Το δεύτερο σημείο στο οποίο θα ήθελα να σταθώ, είναι η επέκταση σε βάθος, η φιλοσοφική διάσταση των στίχων, η διεύρυνση των θεματικών οριζόντων. Νομίζω πως είναι καιρός, έστω και με βήματα δειλά και πειραματισμούς, να ξεκινήσει την επεξεργασία μιάς βαθύτερης ματιάς σε ζητήματα οντολογικά. Υπάρχουν βεβαίως στιγμές στην ποίησή του που ο στίχος είναι βαθύτερος και πιο απαιτητικός, όπως για παράδειγμα στο ποίημα Ψ τής συλλογής – και εδώ το διαφορετικό είναι εμφανές, καθώς το ποίημα δείχνει ξέχωρο και κάπως μοναχό μέσα στην υπόλοιπη ενότητα -, αλλά νομίζω ότι πρόκειται πλέον για μία ανάγκη που ζητά εντονότερα να εκφραστεί στο μέλλον.

Αλλά ας μην επεκταθούμε περισσότερο.

Μητέρα πάντων η συνείδηση, ετούτο το απλό μα και τόσο δυσεύρετο δείχνει να φωνάζει ετούτη η πρώτη έντυπη συλλογή τού Μύρωνα. Οι αρετές της είναι πολλές, οπωσδήποτε τόσες ώστε να αξίζει η αγορά της και η τοποθέτησή της στα ράφια τής βιβλιοθήκη σας. Ακόμη περισσότερες οι υποσχέσεις της. Για τις οποίες ανυπόμονα περιμένουμε και ευλόγως ελπίζουμε στο μέλλον.

Μάνος Τασάκος

*Το κείμενο το πήραμε από εδώ: https://www.tasakos.gr/%CE%BC%CE%B7%CF%84%CE%AD%CF%81%CE%B1-%CF%80%CE%AC%CE%BD%CF%84%CF%89%CE%BD-%CE%B7-%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B5%CE%AF%CE%B4%CE%B7%CF%83%CE%B7/

Αργύρης Μαρνέρος, Δύο ποιήματα

ΖΑΧΑΡΟΠΛΑΣΤΕΙΟΝ

Κάθισε και παράγγειλε
Τον καφέ του
Την πάστα του
Τα τσιγάρα του
Τις μπιζάμες του
Τον ύπνο του
Τον θάνατό του.

*Από τη συλλογή “Σκοτεινός θάλαμος“, 1975.
**Το πήραμε από εδώ: https://poiimata.com/2022/06/15/zaharoplasteion-marneros/

*

ΕΚΕΙ ΑΝΑΜΕΣΑ ΘΑ ΒΡΕΙΣ ΤΟΝ ΠΟΙΗΤΗ

Στο χάσμα που ανοίγεται ανάμεσα
Στα γράμματα στις λέξεις στις προτάσεις
Εκεί ανάμεσα θα βρεις τον ποιητή
Ν’ ανθίζει εκεί να πελεκάει τις πέτρες
Τις πολύχρωμες για το ουράνιο γιοφύρι
Εκεί ανάμεσα ο θεμέλιος λίθος
Πάνω στο στήθος να πατάει τον ποιητή
Έτσι θα έχει ανθρώπινη ανάσα το γιοφύρι
Ανάμεσα στα γράμματα στις λέξεις στις προτάσεις.

*Από τη συλλογή “Αίθουσα αναμονής”, 2003.

Μαρία Ξενουδάκη, Δύο ποιήματα

Η φυγή ερμαφρόδιτη κάθεται κι αγναντεύει
Πεταμένες “κοραλιογενέις νήσοι”
προσμένουν τη φαντασία σε πορσελάνινο τραπέζι,
στρώσαν απάνω τους χορό τα καγκουρώ.
Η φαντασία λίμνασε στη Φωκίωνος Νέγρη
και κανείς φυγόδικος δεν έρχεται να τη σώσει.
Ανθρωποφάγοι με ρούχα κανονικά,
μονόκλ, γάντια σεβρό και σκουλαρίκια,
χαριετίζονται πάνω στη σιφόν καρδιά μου.
και οι κατάδικοι στη “Νέα Γουιάνα” είναι δεμένοι.

*

Σιωπές απόμακρες γεμάτες αγωνία,
η μουσική,
η δίβουλη λήθη,
διάφορα σκόρπια αντικείμενα,
αράχνες να κεντρίζουν την περιέργεια,
ενέδρες ανανδρείας
το πιάνο ακουμπισμένο στον αγώνα του Μπετόβεν.
Ο Πόε καγχάζει η ζωή παίζει σκάκι
και τα λοιπά.
Αποτεφρώνομαι.

*Από τη συλλογή “Πέμπτη διάσταση”. εκδ. Γνώση, 1984.

Βαγγέλης Αλεξόπουλος, Τρία ποιήματα

ΤΑ ΦΙΛΙΑ ΤΩΝ ΖΩΝΤΑΝΩΝ

Ήρθες τη νύχτα που καιγόταν η Πάρνηθα
Εγώ τότε δεν μπορύσα ν’ αναπνεύσω
Χρειαζόμουν το φιλί σου για να ζήσω
πέρασαν δεκατέσσερα χρόνια

Τώρα δαγκώνουμε τα χείλη μας
Βάζουμε δύναμη
-πονάνε οι αρθρώσεις-

Ζούμε το ποίημα
Που δεν έχει τέλος

*

ΤΟ ΦΙΛΙ ΠΟΥ ΔΕΝ ΞΕΧΝΑΣ ΠΟΤΕ

Ασπόνδηλος ο χρησμός
καπνός που ανεβαίνει
ακολουθώντας τους νόμους της φυσικής

Δεν υπάρχουν θεϊκοί στίχοι,
ο Θεός δεν είναι ανεμούριο να δείχνει

Αν βλέπεις κάτι
αυτό είναι το φιλί στο
μέτωπο του νεκρού πατέρα

*

“ΜΙΚΡΟ ΠΑΙΔΙ ΣΑΝ ΗΜΟΥΝΑ”

αντάλλασσα διπλά χαρτάκια
συνήθως ποδοσφαιριστών
Στόχος να γεμίσει
το άλμπουμ των ομάδων

Τώρα γεμίζω το δικό μου άλμπουμ
που το συμπληρώνω με ταχύτητα
και ας μην έχω διπλά
χαρτάκια ν’ ανταλλάξω

*Από τη συλλογή “Οι ψιθυρισμοί του πένθους πάνω από την πόλη”, εκδ. Οδός Πανός, Φεβρουάριος 2022.

Γιώργος Κοζίας, Τρία ποιήματα

ΚΗΠΟΣ ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ

Υπάρχει κήπος στη θάλασσα

η Δονούσα, τα Κουφονήσια, η Κέρος
η Σχοινούσα, η Ηρακλειά, τα Αβελονήσια
ο Άγιος Ανδρέας, η Άργιλος, το Ασπρονήσι
το Βενέτικο, η Βούλγαρη, το Γλαρονήσι

κι όπου το κύμα σε φιλά
γλυκιά γοργόνα κι όπου σε παίρνει
το λίκνισμα των κοραλλιών
και της τρελής σελήνης

η Κλιδούρα, ο Λάζαρος, οι Μακάρες
οι Μελάντιοι, ο Μοσχονάς, η Οφιδούσσα
οι Πλάκες, το Πλακί, η Πρασούρα
η Σκάνδια, το Σκυλονήσι, το Τσουλούφι

Ναι, υπάρχει κήπος στη θάλασσα

το Αγκαλιασμένο είναι εδώ
κι ολόγυμνο το Γαλάζιο της Ουσίας
Πασών των Μικρών Κυκλάδων
στο Χτες, στο Σήμερα και στο Παντοτινό.

*Από τη συλλογή “Εξάγγελος”, εκδ. Περισπωμένη 2021.

*

ΤΟ ΠΑΛΤΟΥΔΑΚΙ ΤΗΣ ΜΟΔΟΣ

Παρακαλώ σας,
ένα πανωφόρι ψάχνω της προκοπής,
ένα παλτουδάκι της μοδός,
να μην έχει φθαρεί
από δυστυχίες εξευτελιστικές,
δοκιμασίες απαίσιες φρικτές,
να κρύψω το ταλαίπωρο κορμί μου,
να υποδεχτώ τα Επερχόμενα.

Ω επιτήδειοι, ω ευυπόληπτοι,
εσείς οι κατέχοντες,
οι συμβεβλημένα διασωθέντες,
πριν ντύσουμε τους νεκρούς, πηγαίνετε
να αναγγείλετε στους ζωντανούς
πως έζησαν ολόγυμνοι στο Απροσδόκητο

-έρμαια, αθύρματα, κουκλάκια μίας χρήσεως –
οι Αμλέτοι, οι βαρκάρηδες,
η Μπαραμπαντού, οι φτωχοδιάβολοι,

μέχρι το τελευταίο κουμπάκι στο παλτουδάκι της μοδός.

*Από τη συλλογή “Πολεμώντας υπό σκιάν…”, εκδ. Περισπωμένη. 2017.

*

Η ΟΠΕΡΕΤΑ ΤΩΝ ΣΚΥΛΩΝ

Μυλόρδοι, σας χαρίζω τα πιστά λαγωνικά,
τους μπάσταρδους της δημοκρατίας,
της αστικής τάξης τα κοπρόσκυλα
Κανίς, Τερριέ, Παπιγιόν.

Εις τους αιώνες των αιώνων
την δική μου ράτσα χαιρετώ

τον λερωμένο σκύλο
τον προλετάριο, τον άστεγο, τον μετανάστη
τον παρανοϊκό, τον αντάρτη σκύλας γιο
τον λυσσασμένο υπερρεαλιστή
τον Ανδαλουσιανό σκύλο με το αστραφτερό ξυράφι.

Μυλόρδοι, δεν είμαι ο Καβαλιέρ
ο σύντροφος των αφεντικών.
Σκύλα Κατάνη, μαύρη βολίδα…
Είμαι ο Σείριος,
ο λαμπρός μοναδικός, το Άλφα του Μεγάλου Κυνός.

*Από τη συλλογή “Πολεμώντας υπό σκιάν…”, εκδ. Περισπωμένη. 2017.

Αργυρώ Αξιώτη, Τρία ποιήματα

ΡΟΗ

για την Zackie
για τον Ζακ
για όλα

χέρια σε τάση
ακροδάχτυλα σε ρυθμό ussak
ερμηνεία γραμμένη
σε τοξωτά πέλματα

χέρια στο πλάι
έτοιμα για δερβίσικη περιστροφή
κώδικες χαραγμένοι
σημάδια στα δέρματα

σώματα παλλόμενα

γινόμαστε
ούτε άντρες
ούτε γυναίκες
και άντρες
και γυναίκες
και όλα όσα
Η λέξη δε χωράει.

*

ΑΜΑΡΥΛΛΙΣ ΜΠΟΡΝΤΩ

στοίβα εφημερίδες
γυαλιστερά περιοδικά
παλιά κόμικς
προγράμματα παραστάσεων
καρτ ποστάλ
ραβασάκια
μπροσούρες
αφίσες διπλωμένες στραβά
σκόνες χρώματα
μισογραμμένες λέξεις
εφηβικά ποιήματα
υλικό για το ψαλίδι.

Στο επόμενο κολλάζ
ίσως καταφέρω
να φτιάξω ένα σώμα
για μένα.

*

ΑΠΩΛΕΙΑ

Χθες τη νύχτα
γέννησα ένα νησί.

Σήμερα έρημη
δίχως εικόνες
δίχως ήχους.

Μόνο σχήματα κίτρινα ωχρά
όγκοι καμπυλωτοί
από άμμο πηχτή
σε ήλιο μεσημεριάτικο
που πονάει τα μάτια
ακίνητοι
χωρίς υπόνοια σεναρίου.

Δε γίνεται συνήθεια.
μαθαίνεις μόνο
ν’ αντέχεις.

*Από τη συλλογή “Τρύπα στο πάτωμα”, εκδόσεις των άλλων.

Αλέξανδρος Ίσαρης, Τρία ποιήματα

ΤΟ ΤΟΞΟ ΤΟΥ ΧΑΜΟΓΕΛΟΥ

Ένα άλλο σώμα δίπλα σου τη νύχτα
Αγάλματα στολίζουν το κρεβάτι σου
Και ρόδα που μυρίζουν γιασεμί.
Λάμπουν στο σκοτάδι τα σκεπάσματα
Το δέρμα κρύσταλλο που στάζει.
Η γραμμή του στόματος στο τόξο του χαμόγελου
Τα μέλη απαλά μέσα στο μέλι
Τα μάτια σου σφιχτά και στο δωμάτιο
Φτερά αγγέλων και πουλιών που σε ζαλίζουνε
Με το φτερούγισμά τους

*

Η ΜΕΡΑ ΠΟΥ ΝΥΧΤΩΝΕΙ

Η ψυχή βλέπει τη λίμνη
Στο είδωλό της
Στου χρόνου το βλέμμα που διστάζει
Κι η προσμονή καλπάζει
Προς τα βουνά.

Αυτός που περιμένω
Έχει για πρόσωπο
Σμάρι από πουλιά.
Χαϊδεύει όμορφα όσο κανείς
Πετά πάνω από πόλεις
Ξαπλώνει σε αγρούς
Τρυπώνει σε σπηλιές
Η ανάσα του βελούδινη πνοή
Κι η αγκαλιά του ανθισμένη.

Μούσκεψα μες στη βροχή
Τα δάκρυα κυλούν και τον καλούν.
Τόση επιθυμία
Κι αυτός ν΄ αργεί! …

*

ΟΡΦΕΑΣ

Φόρεσα κατάσαρκα τη θάλασσα
Ώσπου ήρθε το Μέγα Μάτι
Πίσω από τις κουρτίνες
Και το μυαλό διάφανο σαν ζελατίνα.

Φρέσκα τα μάγουλα του Έρωτα
Με πλοίο φάντασμα
Κάναμε το γύρο του νησιού
Θρηνώντας για το ναυάγιο.
Ο Ορφέας έμεινε στο ποτάμι
Να τραγουδάει ανένδοτος μέσα στη νύχτα.
Γύψινα τα μαλλιά του
Τα χείλη του γλυκά σαν μούρα
Κι από τη μια τρύπα στο κεφάλι
Να τρέχει μαύρο αίμα.

*Από το βιβλίο “Θα επιστρέψω φωτεινός – Ποιήματα 1993-1999”, εκδ. Άγρα, 2000.

Grzegorz Kwiatowski, Τρία ποιήματα

ΘΕΡΙΣΜΑ

η πραγματική μας δουλειά είναι να καλλιεργούμε τη γη
όχι να δολοφονούμε
αν και το παραδέχομαι:
οι σφαγές στους βάλτους ακολουθούσαν τους ρυθμούς
της εποχιακής δουλειάς στα χωράφια
κι όταν η βροχή δυνάμωνε, δεν βγαίναμε για θέρισμα

*

ΤΑΦΟΙ

είχαν πετάξει τα πτώματα στο πηγάδι
τα ‘χαν θάψει σε λάκκους
σε χαντάκια
σε τάφους αλόγων
κι έπειτα τα ανέσυραν τα παιδιά
απ’ το πηγάδι
απ΄τους λάκκους
απ΄ τα χαντάκια
κι απ’ τους τάφους των αλόγων

*

ΚΟΣΜΟ

πήγα με το παιδί μου στο δάσος κι έκλαιγα με αναφιλητά
στο πλάι του
τα δάκρυα έτρεχαν απ’ τα μάτια μου και το παιδί τα σκούπιζε
με το χέρι του
και μετάνιωσα τόσο πολύ που το ‘χα φέρει στον κόσμο.

*”Θέρισμα”, εκδ. Τεφλόν, Φεβρoυάριος 2022. Δίγλωσση (πολωνικά και ελληνικά) έκδοση. Μετάφραση: Peter Constantine.