Μαριάννα Πλιάκου: «Οι λέξεις είναι ό,τι έχουμε, το περιβάλλον και εργαλείο μας»

Συνέντευξη στον Ιωσήφ Αρνέ για το flactalart.gr

Η Μαριάννα Πλιάκου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1976. Σπούδασε Ιστορία, Ευρωπαϊκή Λογοτεχνία και Ψυχολογία. Ζει κι εργάζεται στο Guernsey. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές «Σιωπή» (εκδόσεις Πολύτροπον 2015), «2017» (εκδόσεις Κύφαντα 2019) και «Χ» από τις εκδόσεις Βακχικόν.

-Πώς αντιμετωπίζετε την ποίηση: ως μια ταυτότητα ή ως μια ετερότητα μέσα στη σύγχρονη ζωή;
Η ποίηση, νιώθω, λειτουργεί με δύο τρόπους, καθώς συζητά το πιθανό και μαζί το απίθανο. Έτσι, από τη μία αναπνέει (σ)την εποχή της. Γι’ αυτό, λόγου χάρη, μεταξύ άλλων, αποτελεί εργαλείο έρευνας στην ψυχολογία. Από την άλλη, ως ετερότητα, ανακατασκευάζει τον κυρίαρχο Λόγο της εκάστοτε εποχής, πατώντας συχνά με το ένα πόδι στο μέλλον (λ.χ. η ποίηση του Καβάφη).

-Ο ποιητής είναι μια περσόνα γύρω από τις λέξεις ή λειτουργεί με έναν ενστικτώδη ορμεμφυτισμό;
Συντάσσομαι με την άποψη ότι οι λέξεις είναι ό,τι έχουμε, το περιβάλλον και εργαλείο μας, επομένως και το πιο ανατρεπτικό ποιητικό ένστικτο τελικά καλείται να λειτουργήσει κάτω και γύρω από αυτές. Το στοίχημα είναι κανείς να τις κάνει δημιουργικά μέρος της δικής του αφήγησης.

-Μπορεί η τέχνη να κλείσει τις πληγές των ανθρώπων μέσα σε μια ενδότερη υπαρξιακή διαλεκτική;
Ο θεραπευτικός ρόλος της ποίησης και της τέχνης έχει τεκμηριωθεί. Η τέχνη μπορεί να αναπτύξει την ενσυναίσθηση και να βοηθήσει στην αντιμετώπιση της κατάθλιψης. Επίσης, πολύ ενδιαφέρον έχει ο ρόλος της ηθικής ομορφιάς στην τέχνη (έργα σχετικά με την αυταπάρνηση και τις πράξεις αγάπης, δικαίου και ελέους), καθώς εμπνέει το άτομο να υπερβεί τα στενά όρια του εαυτού του, λειτουργώντας ανακουφιστικά στην ανθρώπινη ψυχή.

-Πιστεύετε ότι ακολουθείτε το δρόμο άλλων ποιητών ή ακολουθείτε μια μοναχική πορεία μέσα στη γραφή σας;
Και βέβαια επηρεάζομαι από το λόγο των άλλων δημιουργών. Διακειμενικότητα υπάρχει με έναν τρόπο σε όλα τα έργα και όλα τα έργα, έτσι, τελικά συνομιλούν. Ωστόσο, προσπαθώ συνειδητά να αναπτύξω μία όσο το δυνατόν πιο προσωπική αισθητική και φόρμα.

-Ποιές εικόνες κρατάτε μέσα σας από τη ζωή σας; Ποιές εικόνες με άλλα λόγια εφορμούν στη γραφή σας;
Τα πρόσωπα που αγαπώ βρίσκουν συχνά το δρόμο τους στα ποιήματά μου. Μαζί, φωτογραφίες «αποφασιστικών στιγμών» που έχουν να κάνουν με συναισθήματα, ανησυχίες, αναζητήσεις. Το τελευταίο βιβλίο, το «Χ», φέρνει μαζί εικόνες του Guernsey, ως νησί-εργαλείο, για την επικοινωνία και ανάδειξη του ποθητού «εμείς», που πατά στην ανθρωπιά που όλοι κατοικούμε.

-Ποια ερωτήματα καλείται να απαντήσει ο ποιητής διαχρονικά αλλά και στο παρόν που ζούμε;

Οποιοδήποτε ερώτημα (μπορεί να) έχει αξία. Προσωπικά, ιδιαίτερα στο παρόν που ζούμε, και για να ξαναγυρίσω στο θέμα της ηθικής ομορφιάς στην ποίηση, έχω αδυναμία και σεβασμό σε κοινωνικά ευαίσθητες και ανήσυχες δημιουργίες (και δημιουργούς).

-Ποιο το νόημα της λέξης στην ποίηση; Μια απλή μορφή έκφρασης ή ένα ψυχικό αποτύπωμα;
Νομίζω το ίδιο πράγμα είναι, θέλω να πω η έννοια της μορφής έκφρασης και του ψυχικού αποτυπώματος εδώ. Αυτό που φαίνεται να αλλάζει στα δύο είναι η ένταση. Και την ένταση την ορίζει ο αναγνώστης, καθώς βρίσκει (περισσότερο ή λιγότερο) κάτι από τη δική του πραγματικότητα στις λέξεις που διαβάζει.

-Είναι η ποίηση το καταφύγιο του ανθρώπου;
Επιστρέφουμε στη συζήτηση για το θεραπευτικό ρόλο της ποίησης, επομένως ένα μεγάλο ναι.

-Μπορεί ο κόσμος να ζήσει ποιητικά;
Αν με τον όρο ποιητικά εννοούμε να κατανοείς το πραγματικό και το πιθανό, και μαζί να μπορείς να φανταστείς και να ελπίσεις το απίθανο, τότε και μπορεί και πρέπει.

Ποίηση σημαίνει επίθεση | ο ποιητής Jazra Khaleed

από το βυτίο

Τυχαία, από ένα παλιό κείμενο, έπεσα πάνω στη φράση ενός ποιητή. «Ποίηση σημαίνει επίθεση». Έφτασα στο όνομα Jazra Khaleed (Γιάζρα Χάλεντ). Στην αρχή, σκέφτηκα, υπάρχουν δύο τρόποι να προσεγγίσεις αυτόν τον ποιητή. Μπορώ να πω, να, άλλη μια ιστορία ενός ανθρώπου που βραβεύεται στο εξωτερικό, που το έργο του μεταφράζεται στα γερμανικά και στα αγγλικά και σε άλλες γλώσσες, δημοσιεύεται σε λογοτεχνικά περιοδικά σε όλο τον κόσμο και που ο έξω κόσμος τον διαβάζει. Ο ποιητής Jazra Khaleed λοιπόν, γράφει ποίηση, αυτοσχεδιάζει, είναι μέλος της συντακτικής επιτροπής του περιοδικού Τεφλόν και μέλος των εκδόσεων Τοποβόρος, μεταφράζει ποιήματα αγνώστων σε μας ποιητών και συζητιέται στο εξωτερικό. Ο ποιητής Jazra Khaleed γεννήθηκε στην Τσετσενία, ζει εδώ και πάρα πολλά χρόνια στην Ελλάδα, αλλά ευτυχώς δεν κινδυνεύει να βραβευτεί ποτέ από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας που συνηθίζει να βραβεύει μετανάστες όταν αυτή η κίνηση εξυπηρετεί τα Μέσα, τη συγκυρία και την (όπως έχει αποδειχτεί, αρκετά ελαστική όταν χρειάζεται) εθνική υπερηφάνεια.

Είμαι ένας γαμημένος μουσουλμάνος
Γροθιά, κνήμη, πούτσος
Δε θα γυρίσω πίσω στην πατρίδα μου
(δεν έχω πατρίδα)
Είμαι μια υγειονομική απειλή
Ένα μίασμα
Δεν ανήκω σε καμιά πολιτισμένη φυλή
Τι χαλάει την εικόνα της χώρας σας;
Το χρώμα ή τα δόντια μου;
Στο στήθος μου γεμάτα μετανάστες
Ξωκοίλουνε τα σαπιοκάραβα
Στην πλάτη μου ξεκινάνε εμφύλιοι πόλεμοι
Αντάρτες ξεπηδούν από τα πλευρά μου
Γιατροί με τη συνοδεία μπάτσων
Βάζουν αγγελίες θανάτου στο κορμί μου
Επικηρύσσουν την κάθε μου έκκριση
Την ώρα που εγώ επανεφεύρω τη σύφιλη
Αυτοί διαλαλούνε την ασφάλεια
Επιτροπές κατοίκων ετοιμάζουν πογκρόμ
Τα μεροκάματα πέφτουν
Οι εργολάβοι αγοράζουν
Η σιωπηλή πλειοψηφία αλλάζει κανάλι
Mε τα χέρια γεμάτα αίμα
Οι καλοί και ευαίσθητοι άνθρωποι
Αγοράζουν το φόβο σε μπουκαλάκια
Φυλάνε το σώμα τους στην τράπεζα για τόκο
Ο ιμπεριαλισμός των μικροαστών

Είμαι ένας γαμημένος μουσουλμάνος
Γροθιά, κνήμη, πούτσος
Σ’ αυτή τη χώρα
Βιάζουν τους μετανάστες
Καίνε τους ποιητές
Ο μπαλτάς της ελληνικής δημοκρατίας
Τεμαχίζει, τεμαχίζει, τεμαχίζει
Κάτω από την κόψη του σπαθιού
Την τρομερή
Θα ζήσετε
Χίλια χρόνια
Καθαροί

Ή μπορώ να πω ότι στην πραγματικότητα δεν υπάρχει ποιητής Jazra Khaleed. Δεν υπάρχει ποιητής από την Τσετσενία ή τα Εξάρχεια. Υπάρχει μόνο η σκιά της σκιάς, μια φωνή που βγαίνει από το κέντρο της πόλης, μια φωνή που δεν ανήκει πουθενά, μόνο παριστάνει τον ποιητή Jazra Khaleed. Αυτή η φωνή είναι απλά ένα beat, μια σφαίρα από λέξεις και ρίμες που εκτοξεύει ζωή, ιστορία και αίμα στα μούτρα μας. Αυτή η φωνή δεν διστάζει επιτέλους να δει χωρίς γυαλιά ηλίου, χωρίς παραμορφωτικά γυαλιά, χωρίς τα γυαλιά του τουρίστα και χωρίς τα γαλανόλευκα γυαλιά, το Αιγαίο πέλαγος. Το Αιγαίο λοιπόν δεν μπορεί να βρεθεί στο Instagram, ούτε πια μπορεί να αναζητηθεί σε ένα ποίημα του Ελύτη ή κάποιο παλιό φωτογραφικό άλμπουμ. Δεν υπάρχουν διακοπές στο Αιγαίο. Τα ποιήματα του Jazra Khaleed επιχειρούν να μας το παραδώσουν όπως είναι και όπως αρνούμαστε επίμονα να παραδεχτούμε ότι μοιάζει. Γεμάτο θάνατο, φυλακές και αδιαφορία.

το αιγαίο είναι μια υγειονομική βόμβα

οροθετικές πόρνες

παιδιά με τυμπανισμό

μουσουλμάνοι φυματικοί

ροφοί με ουλίτιδα (ή στα κάρβουνα

στο νησί «φιλοξενία παράνομων μεταναστών» ο δήμαρχος είναι επιχειρηματίας, ο παπάς είναι επιχειρηματίας, ο μπάτσος είναι επιχειρηματίας, ο χρυσαυγίτης είναι επιχειρηματίας, ο επιχειρηματίας είναι επιχειρηματίας, ο ροφός είναι επιχειρηματίας (όλοι ολίγον τι φασίστες επιχειρηματίες

28ος μεσημβρινός (ο σκληρός

27ος μεσημβρινός (ξηρά εμπρός

26ος μεσημβρινός (ύφαλος!

25ος μεσημβρινός (το καΐκι μπάζει νερά

24ος μεσημβρινός και 36ος παράλληλος γωνία (στα βαθιά

στο νησί «πνίξτε τους σύριους» κάθε χωριό είναι κι ένα περιστατικό δυσκοιλιότητας, κάθε στρατόπεδο συγκέντρωσης και μια ευκαιρία για μπάρμπεκιου, κάθε κρατητήριο κι ένας χώρος γυμναστικής, η ελευθερία δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα μεταφραστικό λάθος (τούρκικα μόνο μιλάει ο ροφός


Μιλάμε για την ποίηση και το δρόμο, τη δύναμη των στίχων.Ο Jazra Khaleed λέει: «Το ποίημα δεν υπάρχει μόνο του, δεν έχει γραφτεί για να υπάρξει μόνο του. Είναι μέρος ενός λόγου, που υπάρχει αυτή τη στιγμή και βρίσκεται σε ποιήματα, σε αφίσες, στο δρόμο. Ένα ποίημα είναι το κομμάτι μιας μεγαλύτερης εικόνας. Δεν γίνεται να το αποκόψεις από το κοινωνικό περιβάλλον. Παλεύει μαζί με όλα τα υπόλοιπα κομμάτια, στο επίπεδο του λόγου». Δεν έχει νόημα να κάνεις ερωτήσεις για την πολιτική κατάσταση, η ποίησή του δίνει τις απαντήσεις. Μου λέει απλά «ο φασισμός είναι επίσημη κρατική πολιτική».

Τον ρωτάω για τους μετανάστες, αν τελικά υπάρχει πάντα μια απόσταση ανάμεσα σ’ εμάς που περιγράφουμε και σε αυτούς που ζούνε. «Προφανώς δεν μπορούμε να μπούμε μέσα σ’ αυτό που ζούνε οι μετανάστες, αλλά μπορούμε να επιλέξουμε και επιλέγουμε τις πράξεις μας, το τι κάνουμε. Και αυτό είναι κάτι που έχει συνέπειες». Στα ποιήματά του, σε διάφορα σημεία, φαίνεται μια κριτική στην αριστερά ως προς το ζήτημα των μεταναστών. «Η αριστερά θέλει να κάνει συναυλίες έξω από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, θέλει να μοιράσουμε σαπούνια. Να μην τους πνίξουμε πολύ, να τους πνίξουμε λίγο».

Όλοι τον ρωτάνε πώς γίνεται και δημοσιεύεται στα σημαντικότερα λογοτεχνικά του εξωτερικού και όχι εδώ. Μόλις ρωτάω συνειδητοποιώ και εγώ ότι αυτή την ερώτηση δεν την απευθύνει κανείς στον ποιητή, αλλά στον εκδότη, εκτός αν θέλει να εκμαιεύσει μια δήλωση για να βάλει τίτλο. Όμως ο Jazra Khaleed είναι άνετος, μου λέει πως δεν τον ενοχλεί, δεν είναι κάτι με το οποίο ασχολείται και μοιάζει να λέει αλήθεια. «Στο εξωτερικό άμα τους αρέσει κάτι και άμα τους ταιριάζει, δημοσιεύεται. Δεν επιλέγεται κάτι ανάλογα με το πολιτική του στάση ή με βάση το socializing. Σήμερα, οι καλύτεροι απ’ αυτούς που γράφουν ελληνικά ποιήματα, δεν μπορούν να βγάλουν βιβλία». Μου μιλάει για την Τρίτη γενιά Ανατολικογερμανών ποιητών, για το πώς ενάντια στη λογοκρισία και την καταστολή, ήρθαν σε ρήξη με τον κυρίαρχο λόγο και δημιούργησαν τον δικό τους δημόσιο λόγο. Είχαν γράψει γι’ αυτούς στο Τεφλόν. Όπως έχουν γράψει και για την ποίηση των Αβορίγινων. Απ’ αυτά και μόνο, φαίνεται το ενδιαφέρον για την γλώσσα που συγκρούεται με τον κυρίαρχο λόγο σε όλο τον κόσμο. Του μιλάω για το φαινόμενο οι ποιητές να εκδίδουν ποιητικές συλλογές πληρώνοντας οι ίδιοι κάποιον εκδοτικό οίκο. Μου λέει απλά: «Βρισκόμαστε σ’ αυτό σημείο, οι εργάτες να πληρώνουν τα αφεντικά».

Λέει ότι μόλις βρισκόταν στο Βερολίνο, όπου συμμετείχε (και βραβεύτηκε, όχι πως έχει σημασία) σε ένα διαγωνισμό, στον οποίο οι ποιητές καλούνταν να αυτοσχεδιάσουν με θέμα τη Συρία. Υπήρχε μια database με ποιήματα γραμμένα από Αραβίνες ποιήτριες που γράφουν στα αγγλικά και μια άλλη με tweets δημοσιευμένα με το hashtag #syria. Έβγαιναν λοιπόν στην οθόνη τυχαία tweets και στίχοι και έπρεπε με βάση αυτά να αυτοσχεδιάσεις. «Είναι δύσκολο από άποψη ποιητικής, είναι μια πρόκληση. Πρέπει να προσαρμοστείς, αφού μπαίνει ο παράγοντας τυχαιότητα, να βάλεις τις λέξεις σε μια σειρά και τελικά παράγεις έναν λόγο επιθετικό προς τον κυρίαρχο λόγο». Ο Jazra Khaleed μου λέει ότι βγήκε ένα φοβερό αποτέλεσμα, του έλεγαν θεατές μετά ότι απ’ την ένταση δεν μπορούσαν να κοιμηθούν το βράδυ. Το σώμα ένιωσε την ποίηση στο πετσί του.

Από τις μεταφράσεις που έχει κάνει με παραπέμπει στο έκτο τεύχος του Τεφλόν. Στο ποίημα του Bert Papenfuß «πείνα δίψα και ντρόγκα» υπάρχει και μια ενδιαφέρουσα ανάλυση που μπορείτε να δείτε εδώ.


Διαβάζοντας τον ποιητή και πυγμάχο (όπως λέει χαρακτηριστικά σε ένα ποίημά του) Jazra Khaleed νιώθω τα γραπτά του να χωρίζονται σε τρεις ομάδες. Στα ποιήματα βουτηγμένα στη βενζίνα η επίθεση στην πραγματικότητα μοιάζει να εκκινεί από τη ματιά ή απ’ το ίδιο το σώμα ενός τυχαίου μετανάστη, ενσωματώνοντας μια πικρή διάθεση, αλλά και ισόποσες δόσεις ήττας και λύσσας. Τα ποιήματα μοιάζουν με ένα άνθρωπο που στέκεται στο φανάρι γέρνοντας πάνω σ’ ένα δέντρο περιμένοντας να τελειώσει το πράσινο. Δίπλα του ο κουβάς με τη σαπουνάδα για τα τζάμια, και αυτός λέει:

Δώστε μου έναν άνθρωπο να με σκεπάσει,
–κρύο αέρα μπάζει η μοναξιά μου.
Όσο κι αν σκάβω στην κοιλιά μου βρίσκω
———-μόνο πέτρες.
(Ίσως θα έπρεπε να σκάψετε κι εσείς μαζί μου.)

Σε όσα ποιήματα υπάγονται στο The New Beat η επίθεση είναι ολική, δίχως δεύτερη σκέψη ή δισταγμό. Οι λέξεις φτιάχνουν μια σύγκρουση με 200 χλμ την ώρα και δεν υπάρχει ούτε το ελάχιστο ίχνος φρένου. Εδώ μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι ο λόγος γίνεται όντως beat. Τα ποιήματα μοιάζουν με ένα νεαρό που στέκεται σε μια μικρή σκηνή. Τα φώτα παίζουν, από κάτω καμιά εκατοστή άτομα κουνάνε τα χέρια τους ρυθμικά, και αυτός λέει:

ποιητάδες, μείνετε σπίτι. εύθραυστοι σαν κυκλάμινα, μια ζωή στην ήττα και την άμυνα. ξοφλημένοι αριστεροί, μπουρζουάδες του ποιείν. στο μακελειό σκορπάτε σαν τα ποντίκια απ’ το σάμινα. νεκρά φύση. εγώ εκπαιδεύω λέξεις φενταγίν. δε γράφω ποίηση, γράφω προκηρύξεις. να δούμε πού θα είστε όταν το αίμα στο δρόμο πήξει.

Τέλος αναγνωρίζω μια τρίτη ομάδα ποιημάτων, κρυφών και υπόγειων, σχεδόν ύπουλων. Σ’ αυτά, η επίθεση κρύβεται πίσω από μια ανεξιχνίαστη γωνία. Η επίθεση είναι μια έκπληξη, σε πιάνει απ’ το γιακά και σου ζητάει ευγενικά αλλά χωρίς πολλά πολλά να ρίξεις το βλέμμα σου στη μητρόπολη, στην πλατεία Ομονοίας, στις λεωφόρους και τις πολυκατοικίες. Τα ποιήματα μοιάζουν με έναν άνθρωπο που στέκεται στα σκαλιά του μετρό. Παρατηρεί τα παιδιά με τα σκέιτ που κάνουν τα δικά τους, ο κόσμος πηγαινοέρχεται γεμάτος τσαντίλα, κολλάει μανία την παλάμη του στην ασφάλεια του Κινητού, και αυτός λέει:

Στο σφαγείο της καθημερινότητας εγώ πουλάω μπαλτάδες
Γράφω ένα ποίημα κάθε φορά που πηγαίνω από το σπίτι μου στο μετρό
Αναμένω μια συγκίνηση

και αλλού

Διασχίζω την πόλη πάνω σε ένα σκεϊτ
Γυμνός
Με τα κορδόνια λυμένα
Γίνομαι αόρατος
Κάμερες ή όπλα, ένα από τα δύο θα με σκοτώσει
Υπάρχει ένας δρόμος, αλλά δεν υπάρχει ελευθερία


Φυσικά δεν έγινα κριτικός λογοτεχνίας ή ειδικός στην ποίηση, για να με ενδιαφέρει ή να μπορώ να κάνω μια αποτίμηση του ποιητή και να καταλήξω σε συμπεράσματα για την ποιότητα των γραπτών του οποιουδήποτε. Άλλωστε ξέρουμε ότι τίποτα που να αξίζει δε μπορεί να μετρηθεί. Με ενδιαφέρει όμως ο λόγος, αυτό το κομμάτι της ευρύτερης ζωής και που αποτελεί το εργαλείο για να δούμε λίγο καθαρότερα αυτό που συμβαίνει γύρω μας και μέσα μας. Αν ο Πρεβεδουράκης με το «Κλέφτικο» μιλάει για τους 30αρηδες που ματαιώθηκαν, απέτυχαν (τουλάχιστον με το μέτρο που είχε ορίσει το φαντασιακό των χρόνων της ισχυρής Ελλάδας), αναγκάστηκαν να αλλάξουν και ζορίζονται σήμερα εντός της αντίφασής τους, ο Khaleed ρίχνει τον προβολέα λίγο πιο δίπλα. Ενώ εμείς διστάζουμε για όλα και ριχνόμαστε στο μπέρδεμά μας άφραγκοι πια, δίπλα μας ορθώνονται τα τείχη των στρατοπέδων συγκέντρωσης και στοιβάζονται στον αιγαιοπελαγίτικο βυθό σωροί τα πτώματα. Τα ημιυπόγεια ξεχειλίζουν απελπισία, οι business ανθίζουν, οι εργοδότες αγριεύουν. Ο Jazra Khaleed, κι ας ακούγεται υπερβολικό, μιλάει για τον καπνό που βγαίνει απ’ την καμινάδα της εποχής μας. Η ποίησή του καταφέρνει να πυροβολήσει ρίμες για μια πόρνη απ’ τη Σενεγάλη που βρέθηκε πεταμένη στον ακάλυπτο. Η ποίηση του Jazra Khaleed πρέπει να φυλαχθεί, μαζί με τόσα άλλα πολύτιμα, γιατί μας βοηθάει να αφηγηθούμε τη ζωή στην Ελλάδα, ενάντια στην κυρίαρχη αφήγηση που συσκοτίζει, εντείνει τη σύγχυση και καθησυχάζει τρομάζοντας.

Ακούω τα ποιήματά του δυνατά. Μου λένε, πολύ θυμός. Κι όμως, σκέφτομαι, ότι δεν πρόκειται για θυμό, δεν πρόκειται για μια οργισμένη ευκολία που βρίζει ή καταφέρεται κατά ενός παντοδύναμου και αυταρχικού αντιπάλου. Ο Jazra Khaleed αφηγείται την ιστορία των χρόνων μας, οπωσδήποτε δυσάρεστη, αχώνευτη και πιεστική. Και αυτή η ιστορία, μόλις κάποιος την αντιληφθεί με όλες του τις αισθήσεις, μόλις αποτυπωθεί με σαφήνεια σε ένα κομμάτι χαρτί, δεν σταματάει να ζητάει τα ρέστα για την ανοχή και την υπομονή μας. Η ποίηση του Jazra Khaleed δεν μας τραβάει απ’ το μανίκι, απλά ανοίγει μπροστά μας την (μισοδιάφανη έτσι κι αλλιώς) κουρτίνα. Κοιτάξτε και μη φοβάστε τις λέξεις, μη φοβάστε την ορμή, μη φοβάστε το θυμό. Κοιτάξτε.

Θα χρειαστεί να δώσουμε μεγάλες μάχες με τους εαυτούς μας κάποτε για να εξηγήσουμε και να χωνέψουμε όλα αυτά που συμβαίνουν σήμερα. Καλό είναι σε αυτή τη μάχη να κατέβουμε με σύμμαχο τις λέξεις. Κι ας λέει κάπου ο Jazra Khaleed:

Το χτύπημα των πλήκτρων δεν μπορεί να σωπάσει

την παρέλαση των αρβυλών

Ένα απείθαρχο ποίημα δεν μπορεί να σώσει

έναν υποταγμένο ποιητή

Οι λέξεις αποβαίνουν πολύτιμες για τις πιο σκληρές μάχες. Ποίηση σημαίνει επίθεση.


Το βλογ του Jazra: http://jazrakhaleed.blogspot.gr/

Το περιοδικό Τεφλόν: http://teflon.wordpress.com/

Οι εκδόσεις Τοποβόρος: topovoros.gr

*Από εδώ: https://thecricket.gr/2014/10/about-jazra-khaleed/?fbclid=IwAR3wdGo-gU545Qw9WAqZmHU5KBoIyzisbiwb4shOimCzK2sx05dBVZJsbds

Ο μαχητής – “Με μια εμμονή στην κωλότσεπη” – Μια προσέγγιση  

Γράφει η Μαρία Πανούτσου

Στα ποιήματα της συλλογής αυτής, ο ποιητής είναι ξεκάθαρος. Απόλυτα ειλικρινής, κρατά τον χάρακα και βάζει ο ίδιος πρώτος τα όρια της επικοινωνίας. Συνεσταλμένος για να μην μας τρομάξει, με έναν ρυθμό υπόγειο που μας ηρεμεί. Ξεδιπλώνει αργά αργά, από στίχο σε στίχο και από θεματολογία σε θεματολογία, όλα όσα τον απασχολούν. Μιλάει για τις χαμένες πατρίδες, τα χαμένα ιερά για ό,τι έχασε και ό,τι κέρδισε ο άνθρωπος μέσα στους αιώνες για ό,τι κέρδισε και έχασε ο ίδιος…

Προσεχτικός, δεν αφήνει την νοσταλγία να τον ημερέψει, ημερεύει μόνο εκφράζοντας τον εσωτερικό αγώνα και ισορροπεί την ζωή του με μια εξωτερική δράση καλά μελετημένη.

Η ποίησή του, είναι η ζωή του σε στίχους. Μας επαναφέρει με την επιλογή των λέξεων στην πραγματικότητα, μέσα στην οποία έχει σκοπό να κινηθεί και δεν θέλει να αφήσει τον πόνο να τον κατευθύνει, αλλά εκείνος να κατευθύνει μέσα από τον ρυθμό της ποίησης, τον πεζό του λόγο και τις επιλογές του.

Η ποίησή του δεν αποσκοπεί να αρέσει όσο να επικοινωνήσει. Δεν μεγαλοστομεί έχει μια ταπεινότητα που την έθρεψε η δική του προσωπική πορεία στην ζωή. Πίσω από την νηφάλια προσωπίδα του, στεγάζεται ένας ευαίσθητος μαχητής της ζωής. Πετάει τα βαρίδια της επιτυχίας και ζητά να τον δούμε, να τον κοιτάξουμε στο πρόσωπο και όταν θυμώνει και όταν απελπίζεται και όταν ριγά από πόνο. Η πιο ώριμη ποιητική συλλογή του ποιητή κατά την γνώμη μου. Με ιδιαίτερη ισορροπία κινείται ανάμεσα στο ατομικό και στο συλλογικό τοπίο με μια συνείδηση της πραγματικότητας χωρίς ψευδαισθήσεις και καμώματα. Η ποίηση του δεν δείχνει την αθέατη πλευρά της ζωής -αν υπάρχει- δείχνει και θίγει με ρεαλισμό και πάθος, τα πάθη της καθημερινότητας. Επιλέγω οχτώ ποιήματα από την συλλογή των 44 ποιημάτων. Εκτιμώ και θαυμάζω τον Δημήτρη Τρωαδίτη και με συγκινεί η ποίησή του.

ΝΕΑ ΟΝΕΙΡΑ ΦΤΕΡΟΥΓΙΖΟΥΝ
Αλαλάζοντες με υπόσταση
η θλίψη μάς ξέρει πολύ καλά
και την ξέρουμε
τα βήματά μας διαθλώνται
στις καθημερινές μας πράξεις
σαν τους υπνοβάτες
η ισορροπία μας γίνεται απέριττη
χορεύουμε σε αναμμένα κάρβουνα
τρεκλίζουμε σε τεντωμένο σκοινί.
Ωστόσο, δεν μας καταβάλλει καμία πτώση
τα όνειρα αναπροσαρμόζονται
αποδιώχνουν νυχτερινές αμαρτίες
οπτασίες σε καιόμενες βάτους
τα πολύχρωμα φωτάκια του μυαλού
όλα σε συγχρονισμό
ταυτίζουν τους ιλίγγους με τις ηδονές
το ένα συμπληρώνει το άλλο
νέα όνειρα φτερουγίζουν.

ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ
Ποια αληθινή ελευθερία διακυβεύεται
μ’ αυθαίρετη δύναμη ξένη από μας;
Ποιος μας καταδικάζει να μένουμε
στάσιμοι μ’ απονεκρωμένες κεραίες;
Ποιος μας τυραννά εμποδίζοντάς μας
να γίνουμε αφέντες του εαυτού μας;

ΣΤΙΓΜΙΑΙΕΣ ΑΝΑΣΕΣ
Ι
αυτός που μας ελέγχει
τρεκλίζει
από προκλητική μέθη

II
τα φώτα μιας μεγάλης πόλης
υποδέχονται το φεγγάρι
που μόλις ξεμύτισε

III
κάποιοι
κοινωνικά ατημέλητοι
καμώνονται τους ευγενείς

IV
η σκόνη μας ακολουθεί
από το ένα μέρος
στο άλλο

V
οι θεσμοί
κοιτούν επίμονα
προς τη μεριά μου

VI
ένας σκάβει τον λάκκο του
κι επτά άλλοι
του ρίχνουν χώμα

VII
μας ήρθε μια ανάπηρη
λιακάδα μετά από
μια όξινη βροχή

VIII
στον επαρχιακό σταθμό
ένας μόνος του
μοιρολογούσε

IX
ψηλαφώντας σε πυκνή
ομίχλη
να ψάχνεις για το τίποτα

X
σε πιάνει ίλιγγος
στις χιονισμένες
βουνοκορφές

ΧΙ
σε πλημμυρισμένα χωράφια
οδηγείς ποδήλατο
φορώντας βατραχοπέδιλα

ΧΙΙ
η βροχή συνεχίζει
και τα μάτια μου
ξεραίνονται

ΧΙΙΙ
τα γέρικα
ρυτιδιασμένα πρόσωπα
φεγγοβολούν

ΧΙΙΙ
τα νοτισμένα μαξιλάρια
της πάχνης
περιμένουν τη δύση

XIV
ένα ποταμίσιο μονοπάτι
η μόνη διέξοδος
προς την ανατολή

XV
η φύση ολόγυρα
σηκώνει
έναν υπνάκο

XVI
κάποιοι ήχοι
μπερδεύουν
τη διάθεσή μου

XVII
σε μια γκρίζα αυγή
τα όνειρα
δεν έχουν καμία θέση

XVIII
στην πρωινή ομήγυρη
τα μυρμήγκια έχουν ήδη
πιάσει δουλειά

XIX
είναι κάτι σπίτια
με τα παραθυρόφυλλα
πάντα ανοιχτά

ΕΞΑΓΓΕΛΙΑ
Θα καταργήσω
τις στάσεις
των λεωφορείων
θα τις κάνω
κρυψώνες
ενάντια
στους χάρτινους πύργους
των εμμονών μας
γιατί η ποίηση
ή θα γίνει επανάσταση
ή δεν θα υπάρξει ποτέ

ΟΙ ΠΑΤΡΙΔΕΣ
Οι πατρίδες
ξεπουλημένα γραμμάτια
στην αγορά της υποκρισίας
σκυλιά που εξακοντίζουν άγος
στις παραληρούσες μάζες
οι πατρίδες
λίστες φοροφυγάδων
αμείλικτων πολιτικών
που αγορεύουν
σε ρημαγμένους δρόμους
οι πατρίδες
μοιάζουν με νύχτες
ξέχειλες από αγυρτείες
ανέξοδα μεθύσια
ανύπαρκτες ηδονές

ΘΑ ΗΘΕΛΑ ΝΑ ΜΙΛΗΣΩ
Θα ήθελα να μιλήσω
για τον τρόπο που πέφτουν τα φύλλα
για τον τρόπο που πέφτει μια σταγόνα ιδρώτα
στο ξέφωτο στήθος σου
για τον τρόπο
που κάθεσαι απέναντί μου
θα ήθελα να μιλήσω
για τον τρόπο που δίνουμε υποσχέσεις
σαν τους μεγάλους
που όλο μιλούν για ειρήνη
και διαφυγόντα κέρδη
θα ήθελα να μιλήσω
για τις αποβάθρες
τις πλατφόρμες
τα μουχλιασμένα από την πολυκαιρία
και την εγκατάλειψη διαμερίσματα
θα ήθελα να μιλήσω
για τον τρόπο που διασταυρώνονται
τα συνοικιακά λεωφορεία
φρακαρισμένα από ιδρωμένες γραβάτες
και σκονισμένα παπούτσια
αγχωμένων δημοσίων υπαλλήλων
τα απογεύματα
θα ήθελα να μιλήσω
για τον τρόπο που καταλαβαίνουμε τον καιρό
στα πρώην εργατικά μαυσωλεία
στις λέσχες βιομηχάνων
και τα κρατικά μπουρδέλα
όπου συνωστίζονται έγχρωμες
αλαφιασμένες μετανάστριες
θα ήθελα να μιλήσω
για τις σκληρές μέρες
των οικονομικών κρίσεων
και τις σκοτεινές νύχτες
των ξεχειλισμένων ερώτων.

ΚΛΕΙΣΕ ΤΗΝ ΑΥΛΟΠΟΡΤΑ
Είναι ώρες που σκέφτομαι
ότι γεννήθηκα σε κάποιο άπειρο
ένα σύμπαν απροσδιόριστο
κι ότι κάποια στιγμή χάθηκα μαζί του
είμαι μούσκεμα στον ιδρώτα
μες στα σκισμένα ρούχα μου
και τις λάγνες παρωπίδες
κλείσε την αυλόπορτα
έχω κρυφτεί στο απέναντι στενό
να παραφυλάξω τη θετή μου οπτασία
να κρυφακούσω τους εμπόρους
του μαύρου θανάτου
κλείσε την αυλόπορτα
όπως κλείνεις τα μάτια
στις γραφίδες που εξουσιάζουν
κι αιματοκυλούν το μυαλό μας

Η ΠΟΛΗ
Η πόλη αυτή
κινείται χωρίς εμάς
κι ας νιώθουμε δυνατοί
η πόλη αυτή
είναι φιγούρες
ασπρόμαυρες
σε ρυθμό
αργόσυρτο
εξαρτημένο
ανασφάλεια απ’ όπου
οι τοίχοι δανείζονται
το χρώμα
παίρνουμε τους δρόμους
της πόλης αυτής
ενάντια στις θέσεις
της Κεντρικής Επιτροπής
των φίλων
ενάντια στην εξουσία
των υπονοούμενων
έτσι κι αλλιώς
οι συναινέσεις
δεν θα έρθουν ποτέ
δολοφονήθηκαν
κι οι κυκλοθυμίες
της εργατικής τάξης
είναι σαν κοιλιές
και στόματα ορθάνοιχτα
με πνευμόνια πνιγμένα
στις υποσχέσεις
των πολιτικάντηδων
οι ήλιοι αυτής της πόλης
απόκαμαν να περιμένουν
την ευημερία
στον τριακοστό τρίτο
τετραγωνική ρίζα του δύο
δια τέσσερα
δρόμο για
τον σοσιαλισμό

Κώστας Ρεούσης, 3 από τους 45 αφορισμούς

.13.
Πρέπει να ίπτασαι να μεταλάβεις
τη γεωμετρία τούτου του τόπου.

.14.
Το ρήμα μυστικεύω
παραλλήλως χρωματίζει.

.15.
Στη χαρτογράφηση του τείχους
τα υλικά κινούνται.
[…]

*Από τη συλλογή “Inscrito [ 45 αφορισμοί ]”, δίγλωσση έκδοση, εκδ. Τυφλόμυγα, Ιούνιος 2022.

Αλέξης Τραϊανός, Τρία ποιήματα

ΒΡΑΔΙΑ ΠΟΥ ΗΡΘΑ ΚΙ ΕΦΥΓΑ

Εδώ όταν ήρθα το ποίημα κατέβαινε ολοένα στην κόλαση
Από ‘να απόγευμα κοίταζα τη ζωή
Με αέρα και νύχτα
Δρόμους κι εμένα
Εδώ είπα όλα τα τριαντάφυλλα καπνίζουν
Μ’ ένα γενετήσιο μαύρο καπνό
Όταν μπαίνω σπίτι κρεμώ τον εαυτό μου στην κρεμάστρα
Κάθε απόγευμα βγάζω λίγο απ’ τον εαυτό μου
Και στον εαυτό μου το ακουμπώ
Μέρες τώρα δίχως να γράψω
Πήρα ‘ένα ξυράφι να κομματιάζω το δέρμα μου
Να λιγοστεύει λίγο λίγο το χρέος μου Καλύτερα να κοιμόμουν
Μα ξύπνησα μαζεύοντας άρρωστο φως
Μαραμένους αγγέλους
Ποιήματα άσκημα σαν την ψυχή μου
Από τις χαραμάδες του κορμιού μου άκουγα τον καιρό
Έστελνες κάτι λέξεις παλιές και ξερές
Ξερές και παλιές Τίποτα δε φυτρώνει
Μια μέρα γίνεται από μπετόν
Ξεκινά ήσυχα απ’ τις μαύρες σάρκες της νύχτας
Μια μέρα όπως για τον Μπετόβεν
Που κοίταζα να σε δω και με κοίταζες και δε φαινόμασταν
Ώσπου η μουσική να σκεπάσει κάθε θόρυβο
Με λέξεις και θρόμβους και κάτι μερικές φορές πολύ τρομερό
Που η γυναίκα με τα φίδια και τα μαύρα μαλλιά της
Τυλίγει και ξετυλίγει σαν το μαύρο κρεβάτι της
Τυλίγει και ξετυλίγει το δέρμα της
Σηκώνεται και με βρίσκει απελπιστικά θανάσιμον
Πέφτουν οι τοίχοι οι κήποι
Οι άρρωστες μέρες απ’ το κεφάλι μου
Μέσα σε βράδια που ήρθα κι έφυγα
Και πέρασα πια πίσω απ την ιστορία της ζωής μου
Με τον κόκκινο άγγελο και τον κόκκινο διάβολο
Το ερωτικό της οξύ χυμένο επάνω μου
Και τον άγριο άνεμο που φύσηξε απ’ το πρόσωπό μου
Τα τελευταία χαρτιά
Για πάντα

*

ΗΣΥΧΙΑ ΚΑΙ ΝΥΧΤΑ

Ησυχία και νύχτα
Ταξιδεύω μέσα στο σπίτι που ταξιδεύει
Είναι κάτι που ανεβαίνει όταν σ’ εγκαταλείπω χαρτί
Κάποιος που γράφει αφού σταμάτησε να γράφει πια
Ως τη νύχτα ως τη ζωή
Ώσπου χειμώνιασε
Τα χρόνια αυτά μαγκώθηκαν πάνω μου σαν ουλή
Ένα ξυράφι σ’ ένα χρατς βαθύ
Σε σας μιλώ απ’ το πηγμένο αίμα της κονσέρβας του σώματος
Γκρίζο και δίχως όνειρο
Πρέπει να ‘χα κάτι το άσκημο μέσα μου
Που επιδεινώθηκε περισσότερο σ’ αυτή τη ζωή
Μ’ όλες τις μέρες της κρεμασμένες σ’ ένα έρημο τέλος
Γιατί το τίποτα έγινε πιο πολύ
Ένα χιονισμένο μάτι πέφτει μες απ’ τον ύπνο μου
Κι αυτός που πιάνει όλο ομίχλη ο εαυτός μου
Αυτός ο εαυτός μου κι ο εαυτός μου
Δεν είναι τίποτα είπα
Σκόνταψα μόνο πάνω στο θάνατό μου
Μες στο δωμάτιο κατρακυλάει κάτι φρικτό
Ως τη νύχτα και τη ζωή
Και την απουσία εμένα από εμένα
Που πέταξα απ’ το παράθυρο
Και κάθομαι σ’ όλα τα μεταχειρισμένα ξημερώματα των ποιητών
Κουρέλι σώμα και μυαλό κουρέλι
Ένα μάτι Ένα της κούκλας πλαστικό
Ένα έγχορδο νεκρό

*

ΣΗΚΩΘΗΚΑ ΚΑΙ ΚΑΘΗΣΑ ΕΔΩ

Σηκώθηκα και κάθησα εδώ
Ο σκονισμένος δρόμος του κρανίου μου
Αύριο μια φωτογραφία θα είναι
Κέρινο πόδι ή επουλωμένο δόντι
Τώρα όμως γιατί η πραγματικότητα λύθηκε χίλια κομμάτια
Ένα κλειδί δε θα επαναφέρει στο κάδρο καμιά ζωή
Κι όλο μιλώ για μια ιστορία σκιάς
Σ’ αυτό το άχρηστο βλέμμα από παράθυρα και ορίζοντα
Αυτός είναι ο άχρηστος ορίζοντας
Ένα διάστημα σίδερο και σίγουρο
Παγωμένο μιλώ και πηγαίνω
Να δω το φόβο πίσω απ’ τα μαύρα μαλλιά μου
Στο σκονισμένο δρόμο
Απ’ την ανοιχτή πόρτα στο μαύρο
Που έτρεξε πάλι σ’ ένα φοβισμένο τριγμό
Και χύθηκαν κάτι χειμωνιάτικα χρόνια
Κλεισμένο μαύρο παπούτσι μαύρο παλτό
Χύθηκε η ανατριχίλα
Τι κάνεις
Που πας
Δε βλέπεις ότι τίποτα δε φεύγει
Τα χέρια μου άσπρισαν
Μέρες που ζούνε σιγά και ήσυχα σε τοίχους
Σηκώθηκα και κάθησα εδώ
Τα γόνατά μου στην καρδιά
Και την ψυχή στα δόντια

*Από τη συλλογή “Το δεύτερο μάτι του Κύκλωπα / Cancer Poems” (1977) – Μέρος Β’.

Ποιήματα του Παναγιώτη Πανά

ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Του γκιώνη όποιος λέει πως φωνή,
‘Σ της φύσις τη μεγάλη αρμονία
Δεν είναι αναγκαία – με συγχωρεί –
Μα λέει μια μεγάλη ανοησία…
Μονότονο θα ήτανε το αηδόνι,
Εάν δεν ήταν κ’ η φωνή του γκιώνη.
Είναι, οπού τη νύχτα αντηχάει.
Δεν είναι από εκείνα τα ποιήματα,
Οπού η Μούσα μας κανοναρχάει…
Και αν κανένας τέτοια τα προσμένη,
Η γνώμη του θα έβγη γελασμένη.
Συμπέρασμα λοιπόν… λεπτό δεν δίνω
Τι τύχη θε να λάβουν… Δεν με μέλει.
Αν κανένας Ροίδης… Τον αφήνω
Ελεύθερον να ψάλη ό,τι θέλει…
Γιατί πρώτος κ’ εγώ – μα την αλήθεια! –
Ανάλατα τα βρίσκω κολοκύθια.
(1883)
«Πρόλογος», 1-6. Έργα αργίας, 1883. Λίνος Πολίτης, Ποιητική Ανθολογία, Ε΄. Ο Σολωμός και οι Εφτανησιώτες. «Δωδώνη», χ.χ. 154.

ΣΑΡΑΚΟΣΤΙΑΝΟ
Αγύρτες! Έως πότε η αγυρτεία
Τον κόσμο θε να σέρνει από τη μύτη,
Και σαράκι θα τρώη την κοινωνία;
Ως πότε θε να κάνη τον προφήτη
Ο ένας και ο άλλος, κ’ οι αλαλιές του
θα βρίσκουν ανοιχτό καθενός σπίτι;
(1875)

ΚΥΚΕΩΝ
Παράδοξον! Γηράσκομεν, πλην μένομεν παιδία,
Ουδ’ ένα κόκκον εις τον νουν προσθέτει η ηλικία!
Αλλάζομεν τα παίγνια μ.όνον.
Αντί ξυλίνων Όπλων έχομεν Σνάιδερ.
Αντί των μολυβδίνων Στρατών,
έχομεν τάγματα με κόκκαλα και κρέας.
Αντί των πάλαι αετών, έχομεν τας σημαίας.
Αντί σφαιρών ελαστικών, έχομεν βόμβας τώρα…
Έπειτα του πολιτισμού εξαίρομεν τα δώρα!
(1876)

ΚΑΛΑΝΔΑ
Πάει, επέταξε και άλλος χρόνος
Μέσα στου Απείρου το χωνευτήρι…
Μ’ αυτόν τα βάσανα, τα πάθια, ο πόνος,
Να πάνε εύχομαι εις το μη γύρι.
Στους δικηγόρους, εις τους μεσίτες,
Να παύσουν πλέον να λένε ψεύματα.
Εις τους μπακάληδες τους αγιογδύτες,
Να μη νερόνουνε τα οινοπνεύματα,
Να μη ζυγιάζουνε με ζύγια σκάρσα.
Στους βουλευτάδες, να παύση η φάρσα.
Στους μαθητάδες του Ιπποκράτη,
Λιγότερα εύχομαι διαβατήρια…
Εις τους ανάργυρους, χρυσές ελπίδες
Εις ταανδρόγυνα, να μη μαλώνουνε
Και σ’ όσους γράφουν εφημερίδες,
Συνδρομητάδες που να πληρώνουνε…
Σε λίγα λόγια έτη πολλά
Εύχομαι σ’ όλους, γρόσια, μυαλά!
(1877)

*«Νεοελληνική ποίησις: Ρωμαντική σχολή», 1-8. Έργα αργίας, 1883. Κ.Θ. Δημαράς (επιμ.), Ποιηταί του ΙΘ΄ αιώνα. Βασική Βιβλιοθήκη, 12. «Αετός» Α.Ε., 1954. λζ΄.

Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ, Στον τόπο αυτό ύπνος και ξημερώματα

Απ’ το λιμάνι στο σπίτι
πόσες φορές έκανα το δρόμο!
Στρίβεις μετά την εκκλησιά
και πάντα κάτι κόβει την ανάσα
το φεγγάρι, ο άνεμος
ή κάποιος νέος θάμνος ανήσυχος.
Απ’ το λιμάνι στο σπίτι
δέκα, δεκαοκτώ χρονώ
πέθανε η κυρά-Ξανθή
χάθηκε η κόρη
γκρεμίστηκε το κονάκι της τρελής.
Νύχτα προς το κτήμα
μαγικός χορός το γνωστό
απλώνεται μέσα μου
παραδοχή, επανάσταση
ξεκινούν απ’ το δικό μου χώμα.

Γιώργος Σαραντάρης, Δεν είμαστε ποιητές

Δεν είμαστε ποιητές
Σημαίνει εγκαταλείπουμε τον ἀγώνα
Παρατάμε τη χαρά στους ανίδεους
Τις γυναίκες στα φιλιά τοῦ ἀνέμου
Και στη σκόνη του καιρού
Σημαίνει πὼς φοβόμαστε
Και ἡ ζωή μας έγινε ξένη
Ο θάνατος βραχνάς.

*Το ποίημα και η φωτογραφία είναι από εδώ: https://christinehag.wordpress.com/2022/07/25/den-eimaste-poihtes/

Μανόλης Αναγνωστάκης, Ήρθες όταν εγώ… 

Ήρθες όταν εγώ δεν σε περίμενα. Σαν κάθε νύχτα
Καίοντας την ανάμνηση πικρών θανάτων
Ανημποριά των γηρατειών, τρόμος της γέννησης,
Σε τρώγλες σκοτεινές, στην αγκύλη της ηδονής
Πέρα απ’ τους άδειους κάμπους των αποσπασμάτων
Ήρθες όταν εγώ δεν σε περίμενα. Α πώς θα ζούσες
Εσύ κι εγώ μια τέτοιαν εποχή
Σάπιο φορτίο στ’ αμπάρι ενός
Μεθυσμένου καραβιού που πέθαναν όλοι
Βουλιάζοντας με χίλιες τρύπες στα κορμιά μας
Μάτια θολά που χλεύασαν το φως
Στόματα αδέσποτα στη φλούδα της ζωής
Καίοντας την ανάμνηση — Νεκροί
Σε μια εποχή ανέκκλητου θανάτου
Ήρθες όταν εγώ δε σε περίμενα. Κι ούτε ένα νεύμα
Μια λέξη, όπως η σφαίρα στο στίγμα του λαιμού
Ούτε μι’ ανθρώπινη φωνή γιατί δεν είχε
Ακόμα γεννηθεί καμιά φωνή
Δεν είχε γεννηθεί τ’ άγριο ποτάμι
Που ρέει στις άκρες των δακτύλων και σωπαίνει.
Ανάμνηση ζωής — πότε ν’ αρχίζεις
Αδίστακτος και πράος να βγάζω λόγους
Να εκφωνώ στα κενοτάφια τους θρήνους
Φθαρμένους στων φθόγγων την πολυκαιρία
Και να κλειδώνεις τις μικρές μικρές χαρές
Όχι πατώντας στους νεκρούς σου πάνω στίχους
Γιατί αν είναι κόκαλα, έρωτες ή χαμόσπιτα
Με την κουβέρτα στην ξώπορτα χωρίζοντας τον κόσμο
Στα δυο, κρύβοντας το σπασμό και την απόγνωση
Κι έξω να ψάλλουν οι περαστικοί στο πείσμα των πιστών
Στο πείσμα του άρρωστου παιδιού και του χειμώνα
Α πώς θα ζούσες μια εποχή. Κι αυτός αδίσταχτος,
Ο χρόνος, θρυμματίζοντας τη σκέψη
Τα στέρεα σχέδια και τις βίαιες αποφάσεις
Τα αιωρούμενα γιατί, τα υγρά χαμόγελα
Ήρθες όταν εγώ δεν σε περίμενα. Μη με γελάσεις
Αυτά δεν είναι τα κατώφλια που έχω σκύψει
Αυτές οι κρύπτες που ριγούν τα τρωκτικά
Δεν έχουν τίποτε από τ’ άρωμα της λάσπης
Ούτε απ’ το χάδι των νεκρών στα όνειρα μας
Γιατί έχει μείνει κάτι —αν έχει μείνει—
Πέρα από θάνατο, φθορά, λόγια και πράξη.
Άφθαρτο μες στην τέφρα αυτή που καίω
Σαν κάθε νύχτα την ανάμνηση θανάτων
Πικρών και ανεξήγητων θανάτων
Γράφοντας ποιήματα χωρίς ήχους και λέξεις.

*Το ποίημα δημοσιεύτηκε εδώ: https://poiimata.com/2022/08/03/irthes-otan-ego-anagnostakis/

Ελίνα Αφεντάκη, Υποθαλάσσιο

Έχω πετάξει από καιρό το σκάφανδρο και σε ανασαίνω με βράγχια.
Κι όσο βαθιά κατεβαίνω
τόσο το φως πυκνώνει.
Το δικό σου φως.
Κάποτε σε ανεβαίνω,
υποθαλάσσιο όρος όπου αναβλύζεις καυτό μάγμα
κι άλλοτε έρπω σε τάφρους παραμερίζοντας χρυσό και αργυρό.
Ματιά δεν έχω παρά μόνο για το ψήγμα σου.

Κάποτε οι ωκεανογράφοι θα με αναφέρουν μονολεκτικά ως ίζημα…

Λογικό!

Το παράπονο ποτέ δεν αποτιμήθηκε ως εύρημα.