Alejandra Pizarnik, Η ερωτευμένη

αὐτή ἡ μανία ἡ πενθηρή νά ζεῖς
αὐτός ὁ ἀστεϊσμός ὁ ἀπόκρυφος νά ζεῖς
σέ παρέσυρε ἀλεξάνδρα καί μήν τό ἀρνεῖσαι

σήμερα κοιτάχτηκες στόν καθρέφτη
καί ἤσουν θλιμμένη βρισκόσουν μόνη
το φῶς ἐμούγκριζε ὁ ἀέρας τραγουδοῦσε
μάὁ ἀγαπημένος σου δέν ἔχει γυρίσει

θά στέλνεις μηνύματα θα χαμογελᾶς
θατρέμουν τά χέρια σου κι ἔτσι θά γυρίσει
ὁ ἀγαπημένος σου ὁ τόσο ἀγαπημένος

ἀκοῦς τήν παρανοϊκή σειρήνα ποὺ σ᾽ τόν ἔκλεψε
τό καράβι μέ τήν ἀφρισμένη γενειάδα
ὅπου ἔχουν πεθάνει τά γέλια
θυμᾶσαι τό τελευταῖο ἀγκάλισμα
ὢ τίποτα τὸ ἀγωνιῶδες
γέλα στοῦ μαντηλιοῦ τό κούνημα κλάψε μέ χάχανα
κλεῖσε ὅμως τίς πόρτες τῆς ὄψης σου
γιά νά μή σοῦ λένε μετά
ὅτι ἐκείνη ἡ ἐρωτευμένη γυναίκα ἤσουν ἐσύ

σέ τύπτουν οἱ μέρες
σ᾽ ἐνοχοποιοῦν οἱ νύχτες
σέ πονάει ἡ ζωή τόσο μά τόσο
ἀπελισμένη — πού πηγαίνεις;
ἀπελπισμένη — τοῦτο μόνο, τίποτ᾽ ἄλλο!

*Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.

Octavio Paz, Ήσυχο δέντρο μες στα σύννεφα

Εκείνος ο νεαρός στρατιώτης
χαμογελούσε ντροπαλός ευθυτενής
όπως μια νέα ροδακινιά.
Το χνούδι του προσώπου του χρύσιζε
σαν το κοκκίνισμα του ροδάκινου
στου μεσημεριού τον κίτρινο ήλιο.
Οι χειρονομίες του
Σαν της ροδακινιάς
όταν ο άνεμος την σείει, στον λόφο.
Όταν χαμογελούσε το χαμόγελό του
ένα ξαφνικό λουλούδισμα της ροδακινιάς.
Μια ριπή του ανέμου στιγμές τον συννέφιαζε
και τότε, σοβαρός, συλλογισμένος,
΄Εμοιαζε ροδακινιά στον αέρα, γυμνή από φύλλα.

΄Επαιζε με τα παιδιά, το δείλι,
Με μια ζέση νοσταλγική, απόμακρος
σαν κύμα τρυφερό
που πάει κι έρχεται πίσω
΄Ενας μελαγχολικός άνεμος σάρωνε
σύννεφα τους ανθούς επάνω, σύννεφα μεγάλα,
και στον κήπο πετούσανε τα φύλλα
Ω, τρικυμισμένη άνοιξη!
΄Ησυχο δέντρο μέσα στα σύννεφα, φύλλα, παιδιά,
Αναρωτιόταν εκείνος ο στρατιώτης:
«Είναι όλα σύννεφο, είναι όλα φύλλα, άνεμος»;
«Τα αγαπημένα δέντρα είναι σύννεφα»;
«Το κλαδί ετούτο που αγγίζω, αυτή
η φλούδα,
αυτά τα παιδιά, είναι σύννεφα»; «Σύννεφο το όνειρο
και το κορίτσι εκείνο και το άρωμα
του, φάντασμα της σάρκας, σύννεφο, αφρός
που τον σηκώνει ελαφριά ο άνεμος»;

Κι έφυγε μακριά, σιωπηλό μαύρο σύννεφο

Berkeley, 18 de abril de 1944.

*Μετάφραση – Σχέδιο: Νεοκλής Κυριάκου.

Hlín Leifsdóttir, Ανακτώντας μια φωνή

Και όταν η άρπα χτυπά,
φτιαγμένη από κομμένες φωνητικές χορδές,
ακούγεται μέσα από το αμφιθέατρο
η σιωπή κάθε ηλικίας να σπάει.
Μια γυναίκα σηκώνεται από το κοινό
κρατώντας μια πινακίδα, με τις λέξεις:
«Αυτή είναι η φωνή μου. Τη θέλω πίσω.»
Οι τρομαγμένοι επισκέπτες της συναυλίας ψιθυρίζουν:
«Δεν είναι αυτή η τσιγγάνα που τραγουδούσε έξω από το σιδηροδρομικό σταθμό;»
Περνάει πάνω στη σκηνή,
σπρώχνει τον αρπιστή μακριά
και προσπαθεί να παίξει τις χορδές της δικής της φωνής.
Το κοινό γέλασε γιατί ποτέ δεν έμαθε να παίζει άρπα.
Και με δάκρυα που κυλούσαν στα μάγουλά της
μεταφέρει την άρπα στην πλάτη της σαν σταυρό.
Στην παρουσία
των φλάουτων της ορχήστρας θυμήθηκε τα πουλιά
που συνήθιζαν να τραγουδούν όταν ήταν ακόμη στα κλαδιά.
Και χάθηκε στη μνήμη
τα φλάουτα βγήκανε συντονισμένα.
Ξεκίνησαν για να τραγουδήσουν το παλιό τους τραγούδι.
Έξω από το αμφιθέατρο
η γυναίκα ακούει τα φλάουτα
που ακούγονται σαν πουλιά.
Της δίνει ελπίδα.
Και υπόσχεται στον εαυτό της
να εξασκηθεί πολύ σκληρά
έως ότου οι χορδές να γίνουν μέρος της ξανά.

*Μετάφραση: Ανδριάνα Μπιρμπίλη.

Άννα Ιωαννίδου, Πληγές

Κοίτα πως γράφουν μόνιμα απάνω μας
σαν τατουάζ.
Δέρμα που ‘γιν’ ένα το δέρμα.

Αν ήταν λεκές, ίσως και να ’σβηνε.
Αν ήταν εκδορές, ίσως και να ‘ωφευγαν.

Όμως, εκείνες ήρθαν με εισιτήριο απλής μετάβασης.
Κι όσο κι αν βάζεις φάρμακο να κοιμηθούν κι αυτές,
εκείνες συνεχίζουν να σε εκπλήττουν’

κάθε που ξεκινάς τις πληγές να καθαρίσεις,
καταλαβαίνεις πως, αυτές πρώτες, έχουν ήδη αρχίσει
να καθαρίζουν εσένα.

*Από τη συλλογή “αποτυπώματα”, εκδ.Αρμίδα, 2022.

Μίλτος Σαχτούρης, Ὁ οὐρανός

Πουλιὰ μαῦρες σαΐτες τῆς δύσκολης πίκρας
δὲν εἶν᾿ εὔκολο πράμα ν᾿ ἀγαπήσετε τὸν οὐρανὸ
πολὺ μάθατε νὰ λέτε πὼς εἶναι γαλάζιος
ξέρετε τὶς σπηλιές του τὸ δάσος τοὺς βράχους του;
ἔτσι καθὼς περνᾶτε φτερωτὲς σφυρίχτρες
ξεσκίζετε τὴ σάρκα σας πάνω στὰ τζάμια του
κολλοῦν τὰ πούπουλά σας στὴν καρδιά του
Καὶ σὰν ἔρχεται ἡ νύχτα μὲ φόβο ἀπ᾿ τὰ δέντρα
κοιτᾶτε τ᾿ ἄσπρο μαντίλι τὸ φεγγάρι του
τὴ γυμνὴ παρθένα ποὺ οὐρλιάζει στὴν ἀγκαλιά του
τὸ στόμα τῆς γριᾶς μὲ τὰ σάπια τὰ δόντια του
τ᾿ ἄστρα μὲ τὰ σπαθιὰ καὶ μὲ τοὺς χρυσοὺς σπάγγους
τὴν ἀστραπὴ τὸν κεραυνὸ τὴ βροχή του
τὴ μακριὰ ἡδονὴ τοῦ γαλαξία του

*Το ποίημα αναδημοσιεύεται από εδώ: https://agrimologos.com/2011/11/30/30-11-11/

Κασσάνδρα Αλογοσκούφη, Macintosh του 1984

Πριν πεθάνω είπα στο εγγόνι να με ποτίζει με κυνόροδο ανακατεμένο με ζαχαροκάλαμο. Οι Πέρσες θεωρούσαν ότι κάνει καλό στις πέτρες στα νεφρά και ότι ξεπετρώνει ακόμα και πτώμα. Και τι έκπληξη «ξύπνησα» μέσα σ’ αυτό το κείμενο. Και πως μοιάζει με κουτί το περίβλημα και πως γράφει με τα πλήκτρα που έχει μπροστά του σαν κλαβιέρα. Φέρνω ίδια ποντικός με καλώδιο και πρίζα. Η οικογένεια με φωνάζει ξανά «παππού» και όλο κολλάω και δεν καταλαβαίνω τι μου λένε. Το εγγόνι μου τραβάει την ουρά, η νύφη μου με ξεσκονίζει με πούπουλο και ο γιος μου τρομάρα του όλο reboot και reboot φωνάζει. Στο τέλος το εγγόνι μου δίνει να καταλάβω.
-Παππού θα σε θάψουμε απόψε στο γκαράζ…

Κατερίνα Ζησάκη, 25 χρόνια μετά

Aυτοκτόνησε μια κοπέλα στην επαρχία
δεκαεφτά
“διασχίζοντας έπειτα από ολονύχτιο ξεφάντωμα
την Εθνική Οδό μεθυσμένη”
ατύχημα είπαν
δεν περνούσαμε ξέγνοιαστα πια από ‘κείνο το μέρος
σε δύο χρόνια κλείνει το μαγαζί
μέσα στο σπίτι ήταν ντροπή
και δεν είχαμε πώς να πεθάνουμε οι δυστυχισμένοι
κάποιοι έπαιρναν πτήση τα ξημερώματα με τα μηχανάκια
μοναστήρια και πρέζα – για ένα φεγγάρι κωλόμπαρο
το μαγαζί μετά κλειστό οριστικά –
ψέλνουν τ’ όνομά της σε τρισάγια
όπως ένα ψέμα
 

Έλενα Λυμπεροπούλου, Δύο ποιήματα

Τα δάχτυλά σου κόμποι σα γαρύφαλλα.
Έκλαψα πολύ τότε.
Με τα γαρύφαλλα.
Μια φορά θυμάμαι,
είχε πέσει ένα γαρύφαλλο στο
ουίσκι μου, τυχαία,
και εγώ συνέχιζα να το πίνω.
Ήταν στο μπάσο ο Σάκης,
είχα βουτήξει με τα ρούχα στη
θάλασσα για αυτόν. Το φεγγάρι
σχημάτιζε μια θάλασσα, εγώ εκείνον,
η ταχύτητα είχε την δική της αδράνεια.
Όλα ήταν σωστά στο πλήθος
όπου νερό και λουλούδι
σαν εραστές όλοι ακολουθούσαμε
σαν μεγάλες λευκές γραμμές ή
γκουρμέ καβούρια πνιγμένα στο ουίσκι.

*

Γερανοί από μέταλλο και γλάροι νότες
στα ναυτικά τραπεζομάντηλα από κάτω
οι παλάμες άδειες
φορτωμένο μόνο με βλέμματα από λούστρο
το ξύλινο πάτωμα, η θάλασσα, το κόντρα μπάσο,
μια τούφα μαλλί με δόντια
ανάσα τρούφα, δάχτυλα πλευρώτους
κόντρες τα αυτοκίνητα στο δρόμο
το νέο πέραμα κλειστό, από αρκούδες.
Και ήταν τόση η νύχτα στα χαμόγελα
και γέλια πολλά στο το νέο πέραμα με
ήχους νέας Ορλεάνης, χωρίς πάτωμα
και γύρω ολόγυρα, γλάροι.

*Από τη συλλογή “Yποταγή λυρισμού”, εκδ. Ενδυμίων, Γενάρης 2021.

Κατερίνα Φλωρά, Του Φθινοπώρου

Στης λήθης μας το άβατο
εικόνες προσπερνούν λαθραία
ακροβατώντας στης μνήμης το σχοινί

Μιας μονάχα ηλιαχτίδας
το πέρασμα στάθηκε
ανάμεσα στα γκρίζα σύννεφα
που έφευγαν γοργά
και στο αδιάκριτο φως του απογεύματος

Αυτή θα ήταν μάλλον που γυρεύαμε
αυτή και που ξεχάσαμε
που γλίστρησε απ’ τα χέρια μας
στου μακρινού μας φθινοπώρου τις αρχές

Συνάντηση με τα ερωτοπαίγνια

[Αθηνά Βογιατζόγλου, Ερωτοπαίγνια, Κέδρος 2019]

Κριτικό σημείωμα του Χρήστου Νιάρου

Όσο μπορώ θα ερωτευτώ
μες στα σεντόνια,
θ´αφήσω το μυαλό μου να αγαπήσει
πολύ.
Κι οι συνειρμοί,της μνήμης οι λεπτές
επιθυμίες, οι παράτολμες του πόθου
δυνατότητες
θα απλουστευτούν σαν βότσαλα
κάτω απ´ το πόδι.

 
 
          Γλυκιές, παλλόμενες τρυφέροτητες συνειρμών και επιθυμίες σε μια ακόμη βιωματική γραφή της Αθηνάς Βογιατζόγλου αποτυπώνονται στο βιβλίο αυτό. Τα Ερωτοπαίγνια είναι μια ποιητική συλλογή που όταν την ξεκινήσεις θέλεις να τη διαβάσεις ως τη  τελευταία σελίδα. Το παιγνίδι του έρωτα είναι αθώο στον πυρήνα του, αυθόρμητο και με πολλά βέλη και φωνήεντα και η κάθε του προσέγγιση έχει πάντοτε ένα ενδιαφέρον. Είναι κάτι που δεν σταματάει, δεν εξαντλείται στο διάβα του χρόνου και στην πορεία της ανθρώπινης περιπέτειας πάνω στη γη. Σαν παιγνίδι είναι  ο έρωτας, που δεν έχει τέλος, αλλά ούτε αρχή. Τα θέλω και τα μπορώ του έρωτα πάντα σε κουβέντα. Είναι η πιό μεγάλη συνάντηση του μέσα της ψυχής του ενός με τον άλλο. Ένα ραντεβού διαρκείας, εγρήγορσης, συνεύρεσης, στοχασμών, αισθήσεων, βιώματος που περνά από αρκετούς σταθμούς, με σκιές, εξάψεις, σκοπούς ανάλαφρους και χρόνους ονειρικούς, και μας κοιτάει με τα μάτια της ψυχής.
          Αυτό κάνει και η δημιουργός του βιβλίου. Ξεκινώντας με το ποίημα  «Αυτοπροσωπογραφία», σαν εισαγωγή και προειδοποίηση για το τι θα επακολουθήσει, μας δίνει μια πρόγευση για το τι έπεται στις σελίδες του βιβλίου.  Μιλάει και μονολογεί για τις πτώσεις, τις στιγμές αλλά και τα ατυχήματα του έρωτα και των πόθων, όπως τα ένιωσε στον χορό ,στην τροχιά και στον χώρο των εποχών που βρέθηκε και έζησε . 
Μαγικό φίλτρο και συνταγολόγιο για αυτά δεν υπάρχει. Γιατί οι έρωτες έχουν τα έργα και τα λόγια τους χαραγμένα, φανερά και αφανέρωτα, στην κάθε συνάντηση ψυχής και σώματος. Σημειώνει σε ένα ποίημά της: «Οι αρμονίες μου αποδημητικά πουλιά./ Πως να τις φτάσω, ο άνεμος δεν δίνει διαβατήριο/ στα φύλλα μου» . Και ανοίγει τα κιτάπια της η δημιουργός στο άγγιγμα και στην δίνη του έρωτα, στην χλωρίδα, στην πανίδα, στην γεύση και στην επίγευσή του, αυτού του τόσο κρίσιμου προαπαιτούμενου ζωής.
          Ήρεμη ποιητική γραφή, που όμως επωάζει, υπόκωφα, σιωπές και πόθους. Η θηλυκή δημιουργός παραπονιέται, σκιρτά, διευσδύει στον μανδύα της μοναξιάς, απλώνεται και μαζεύεται με στίχους και στροφές πολλών προβολών -φωνών, στο άπειρο, στη νύχτα, στα λιβάδια, στην καθημερινότητα της πόλης, στη ματιά του άλλου. Κάθε συνομιλία έχει και κάτι το ιδιαίτερο και όμορφο .Ένα διαρκές ταξείδι με ό,τι την εχει συνεπάρει, ό,τι έχει φωτογραφίσει με τις λέξεις της στη ροή του χρόνου και της ζωής.ξεδιπλώνεται και αφήνεται στο χαρτί με σαγήνη και ρυθμό. Το εγώ που γίνεται εσύ, μαζί και αιωρούμενο συστατικό της ζωής αλλά και συμπερασματικό και λυτρωτικό αναδύεται, εκπέμπεται, πίνεται και μας αγγίζει γραμμή την γραμμή και σε αυτό το βιβλίο της συγγράφεως και πανεπιστημιακού Αθηνάς Βογιατζόγλου. Ως τα πιο μυστικά βάθη της ψυχής της όλος ο κόσμος σκηνοθετείται, ομολογείται, ταξιδεύει, άλλοτε φανερά και άλλοτε υπαινικτικά, άλλοτε άμεσα κατανοητά κι άλλοτε κρυπτικά. Δεν είναι όλα όμως στο συννεφάκι του πάνω ορόφου της καρδιάς ρόδινα και χαρωπά. Από την πρώτη μέρα που είδε το φώς στην ζωή ετούτη μέχρι το τώρα υπάρχουν πολλές εικόνες και συναισθήματα που ζητούν μια δεύτερη ερμηνεία και προσέγγιση. Επομένως είναι κάτι το επίπονο και αληθινό.  
Υπάρχουν δε και οι πτώσεις και οι πόθοι των στιγμών στην πορεία της ζωής· όπως χαρακτηριστικά σημειώνει η ποιήτρια στο μέσον της «Αυτοβιογραφίας»: «ποτέ δεν τα τιθάσευα. / Μ’ έκαναν πάντα να ντρέπομαι για το / θράσος τους. Αγριεύουν στον άνεμο, / μα πιό πολύ στο μαξιλάρι» – είναι πιθανό οι στίχοι αυτοί να αφορούν τα μαλλιά της, σύμβολο θηλυκότητας και εντέλει σεξουαλικότητας, την οποία η ποιήτρια εμφανίζεται να μην μπορεί να ελέγξει όσο θα ήθελε. Δεν είναι όλα υπό έλεγχο στον έρωτα.
          Οι ενότητες της ποιητικής αυτής σύνθεσης φέρουν, διαδοχικά, τους τίτλους: Είσοδος, Αμφίφυλο, Μοναχικό, Βουκολικό, Πατρικό, Ακαδημαϊκό, Συζυγικό, Μητρικό, Έξοδος, διαγράφοντας την πορεία του βίου της δημιουργού με βάση τον έρωτα, που περιλαμβάνει ακόμη και τη σχέση με τον πατέρα της και, αργότερα, την κόρη της. Όλες οι σχέσεις με τα βασικά πρόσωπα της ζωής της χρωματίζονται, λοιπόν, και ερωτικά. Το βιβλίο είναι αφιερωμένο στον πατέρα της, πρόωρα όπως φαίνεται χαμένο, στον οποίο αναφέρονται και τρία από τα ποιήματα. Από το ποίημα «Έξοδος», που κλείνει το βιβλίο, επιλέγω τους στίχους: «Καλά περνούσα με τις σκοτεινές κηλίδες μου / τις δήθεν αστρικές / με τις φακίδες και τα ερωτηματικά / που λέρωσαν τόσο χαρτί επίμονων εραστών. / Πρός τι οι διαφάνειες; Με κυρίεψε / ο δαίμονας της ανθρωπιάς. /Ας γινόμουν τουλάχιστον καθρέφτης σε σαλόνι. / Όχι αυτό το σελοφάν. / Που κανείς δεν ξέρει / πόσο επίπονα είναι χειροποίητο».
          Η αυλαία και η παράσταση των ποιημάτων, που μοιάζουν αυτοβιογραφικά και με αλήθεια δοσμένα, μας ανοίγει έναν διάλογο με τα δικά μας πεπραγμένα, βιώματα, στιγμές, και από την άλλη μας ξεδιπλώνει με πυκνότητα λόγου και με  λυρισμό αναπολήσεις, ερωτηματικά αλλά και συμπερασμάτα για τη μέχρι τώρα πορεία της γυναίκας – δημιουργού, που με δικό της τρόπο, ακόμη και πίσω από μάσκες μερικές φορές, αποκαλύπτεται, με τόλμη τη σωματική, συγκινησιακή και διανοητική αλήθεια της στα δρώμενα και στις γραμμές του βιβλίου. Μια συνάντηση με τα ερωτοπαίγνια μένει στα θετικά της γραφής ,της επικοινωνίας και των στοχασμών ,για πολλές αναγνώσεις . Μια ποίηση που δείχνει αντοχή και χαρακτήρα αλλά και ρέει αυθόρμητα ,πάντοτε μας συναντάει.