Χρήστος Λάσκαρης, Τρία ποιήματα

ΓΙ’ ΑΥΤΟΥΣ ΠΟΥ ΣΚΑΒΟΥΝ ΒΑΘΙΑ

Τον κέρδισε η σιωπή.
Είχε πολύ
μέσα στην ποίηση βαδίσει.

*

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΣ ΕΝΑΝ ΝΕΟ ΠΟΙΗΤΗ

Λιτοί,
και υποβλητικοί οι στίχοι του.
Μπροστά τους οι δικοί μου ωχριούν.

Μου λείπει το θάρρος να τους παινέσω.

*

ΕΠΙΜΕΝΩ ΣΕ ΕΝΑΝ ΑΛΛΟ ΚΟΣΜΟ

Επιμένω σε ένα άλλο κόσμο.
Τον έχω τόσο ονειρευτεί,
τόσο πολύ έχω σεργιανήσει μέσα του

που πια
είναι αδύνατο να μην υπάρχει.

Αλεξάνδρα Μπακονίκα, Δύο ποιήματα

ΝΑ ΣΥΝΤΡΕΞΕΙΣ

Αγάπη της αλήθειας
και περιπάθειάς μου
έλα να με συντρέξεις.
Λύπες σκληρές σαν λόγχες
στραγγίζουν το σθένος μου.
Αγάπη της περιπάθειας
αντιπαλεύω με φοινικές λύπες,
στείλε την παρηγοριά σου.

*

ΜΟΝΑΔΙΚΟΤΗΤΑ

Κάλυψε με τα χείλη του τα δικά της.
τα άρπαξε και τόσο δυνατά τα έσφιξε,
την ανάσα της έχασε.
Η γλύκα από το σμίξιμο στα χείλη
την ψυχή και τις αισθήσεις ανασταίνει.
Της χρωστούσε αυτό το φιλί,
χρόνια το περίμενε.

Έχουν και τα φιλιά τη μοναδικότητά τους.

*Από τη συλλογή “Ντελικάτη γυναίκα”, εκδ. Πόλις, 2021.

Δανάη Σιώζιου, Δύο ποιήματα

ΣΤΟ ΛΟΥΝΑ ΠΑΡΚ

Δύο γιγάντιες χελώνες
από μακρύ ταξίδι έφτασαν
ατο λούνα παρκ
περιμένουν το παιδί
να κατέβει
απ’ τα περιστρεφόμενα αλογάκια
να το πάρουν μαζί τους
η μητέρα του έχει
σύννεφα στους ώμους
στο στήθος βροχή
χαιρετά το παιδί
οι χελώνες το παίρνουν
πάνε στη θάλασσα

*

ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΔΩΡΑ

Το παιδί κρυμμένο
πλέκει τις ώρες με τα πόδια
υποχωρεί μαζί με τον τοίχο
ώσπου χάνεται εντελώς

κάποτε εμφανίζεται

σκουπίζει τη στάχτη απ΄ τα μάτια τους
τοποθετεί ένα καντηλάκι
στο κέντρο τους

μέσα είναι τώρα φωτεινά
και παντού κρέμονται
χριστουγεννιάτικες κάλτσες

*Από τη συλλογή “Χρήσιμα Παιδικά Παιχνίδια”, εκδ. Αντίποδες, 2018.

Ειρήνη Βακαλοπούλου, Δύο ποιήματα

ΕΝΑΣ ΗΛΙΟΣ ΟΠΩΣ ΞΗΜΕΡΩΝΕΙ

ένας ήλιος
όπως ξημερώνει ο κόσμος πρώτη φορά
η γυναίκα με στάχυα δάχτυλα
άρπαξε το φρέσκο φως του

το κάρφωσε στο κεφάλι της
μη γείρει και πέσει
μη χάσει το ολόισιό του ακτινοβόλημα

η τελευταία της στάση
η στάση του μετανοημένου
το γόνατό της έσταζε αίμα
μα γυμνό μάτι δεν μπόρεσε να δει

αργά κάποτε
όπως ξημερώνει ο κόσμος πρώτη φορά
στεκούμενη ελιά γερμένη

μόνο οι ανοίξεις
τη σοφή της εικόνα διαθέτουν
την εγκράτεια που θέριεψε
στα προηγούμενα χέρια της

*

Ο ΣΤΑΥΡΟΣ ΣΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ

ο σταυρός στον ουρανό
ένας τάφος στερεωμένος

μα το υδρόφυλλο σύννεφο
χειρονομίες φτιάχνει
του κόβουν στη μέση το γιορτινό της μέρας

λίγο πιο κάτω ο άνθρωπος
ν’ αφαιρεί από το βάρος του

*Από τη συλλογή “Τα εύφορα μέλη”, εκδ. Εκάτη, 2020.

Φάνης Παπαγεωργίου, Δύο ποιήματα

Η ΛΑΘΟΣ ΣΚΙΑ

Μια μεσολάβηση
δεν είναι παρά
το φως από σκοτάδι σε νύχτα
και πάλι πίσω

όπως τα πιο μελανά χρώματα
του φάσματος
αποβάλλονται απ΄ τα μάτια
στερούν τις κόρες
διασταυρώνονται με την πανσέληνο

πιο φωτεινή από σώμα
ενώ σώμα ουράνιο
πιο στρογγυλή από σφαίρα
ενώ πεδίο
συγκεντρώνονται όλα
στην επιφάνεια της ίριδας
λίγο
πριν
γίνουν
ρομάντζο

*

ΑΘΗΝΑΪΚΟ ΡΟΜΑΝΤΖΟ

Η νύχτα άφαντη
απ΄ το ανελέητο φως
και η Αθήνα στη φιλόξενη φιλοξενία της
κι εμείς να πετάμε
μεταξύ μας άμμο
-την είπαν αφρικανική σκόνη-
αφού έτσι κι αλλιώς
διακοπές
δεν μπορούσαμε
να κάνουμε
μας άφηναν
να φυλάμε το σπίτι

Κι ο Αύγουστος
Καίσαρας

*Από τη συλλογή “Με λάθος σκιά”, εκδ. Κουκκίδα, 2021.

Ευθύμιος Λέντζας, Από “Το Μερίδιο”

Τώρα, ο τοίχος με το μεγάλο μέτωπο’
σοβάδες τα νιάτα και πέφτουν.
Η νύχτα που δεν φτάνει στα παράθυρα.
Σχεδόν βραδιάζει, σχεδόν ακούω τη φωνή
μου και τη σιωπή που έρχεται απ’ τα δέντρα.

Στις εννέα το βράδυ ένα χέρι ζεστό
-τρυπημένο φεγγάρι στα σκοτεινά-
ψαχουλεύοντας με δάχτυλα δανεικά στον αέρα.
Τόσα στόματα τριγύρω, μα τίποτα να πουν
ή να ζητήσουν’ πως υπομένουν τρίζοντας τα δόντια.
Οι φωνές μας που έφυγαν και πίσω δεν γυρίζουν,
ψάχνοντας για καινούργια καλοκαίρια στον ήλιο.

Στις φλέβες μου δεν τρέχουν προσευχές.
Ένας ακόμα στίχος – περισσότερο φως:
ας ήτανε ο ουρανός να μου άγγιζε τα χείλια.
Σήμερα που σταυρώνω τα χέρια και φύλλο
δεν κουνιέται στα κλαδιά – αίμα γυρίζει
το νερό’ ένα κορίτσι κάπου μ’ αγαπά.
Τώρα σου βγάζω χώμα απ’ το στόμα
τα αμέτρητα φιλιά και τα αφιλόξενα σώματα
με καθαρή συνείδηση κοιμάμαι.

*Από τη συλλογή “Το Μερίδιο”, εκδ. Θράκα, 2022.

Αθηνά Βογιατζόγλου, Ο εραστής ή Το τέλος της ποίησης

Το αχνιστό κεφάλι του στον δίσκο,
ο ίδιος με φράκονα το προσφέρει.
Το κεφάλι με μουστάκι ελαφρώς στριμμένο,
ο ίδιος ξυρισμένος προσεκτικά.

Να μετακινηθούν οι κάμερες.
Το φως να πέσει στην ανέκφραστη πλάτη.
Στου μουστακιού τον σαρκασμό
και στων χειλιών την πριονισμένη θλίψη.

Όταν πέσει μαχαιρωμένος,
ηΣαλώμη να προβάρει το κεφάλι χορεύοντας.
Να προβάρει τοκεφάλι με όση
Προσοχή της απομένει.

*Από τη συλλογή “ερωτοπαίγνια”, εκδ. Κέδρος, 2019.

Φώτης Μότσης, διαδήλωση

οι λεηλατημένοι
ανάψαν τις φωτιές
όλα τα τετράγωνα ένα γύρω

οι φύλακες ηύραν θαλπωρή

και τα φυλακισμένα δέντρα
απλώσανε στους δρόμους
γεφύρια τα κλαδιά τους
για να διαβιούν και οι έσχατοι

που μέλλει να ΄βρουν τη χρονοκάψουλα
από την εποχή των συναισθημάτων

*Aπό τη συλλογή “Η αλμυρή βροχή”, εκδ. Κύμα, 2021.

Τάκης Σινόπουλος (1917 – 1981), Έξι ποιήματα

Εσύ και το ποίημα


Έρχεσαι και ξανάρχεσαι σ’ αυτή την αίθουσα
τόσο γυμνή που σε κοιτάζουν όλοι
Βασανίζεις τα καθίσματα
σα να βασανίζεις τον ένοχο
Σου λέω να πνίξεις μέσα σου αυτά τα άγρια πουλιά
μα εσύ τα λευτερώνεις.
Γίνεσαι μαύρη από τη λύπη σου
κι έρχεσαι εδώ.
Από καιρό έρχεσαι και ξανάρχεσαι.
Τα γόνατά σου αστράφτουν μέσα στην αίθουσα.
Σου πλένω με τα δάκρυά μου
τα χέρια και τις μασχάλες.
Σου πλένω τα πόδια ως τα βουνά.
Σου χαρίζω την πιο ζεστή μου φωνή για να ντυθείς.
Μα εσύ φεύγεις
όπως ήρθες
γυμνή
για να υπάρχει πάντα ένα Ποίημα
να λέει για σένα
Συλλογή: Η νύχτα και η αντίστιξη, Συλλογή Ι,1951-1964,Εκδ.Ερμής 1990
Περί προσώπου
Τι σκέφτεσαι;
Τι σκάβεις συνέχεια το πρόσωπό σου στον καθρέφτη;
όπως η μέρα φεύγει ή κάποτε
στη μνήμη ακούς τον ήχο των παρωχημένων.
Τόσα χρόνια περπατάς, ονειρεύεσαι στο ίδιο κορμί.
Στο ίδιο σκοτάδι τη νύχτα χωνεύεις. Μα απόψε,
τα σημάδια που ψάχνεις και βρίσκεις,
απ΄ το πρόσωπο πέφτει ο ασβέστης
και το πρόσωπο τρίζει.
Η νύχτα και η αντίστιξη (1959)
Τάχα θα’ ρθείς;
Μια νύχτα Ελένη τάχα θα σε συναντήσω,
όταν ο χρόνος θα ‘ναι ακίνητος από τα θαύματα,
στεφανωμένη υποταγή κι ανάσταση τρεμάμενη;
Μες στην πελώρια πόλη του ύπνου θα συναντηθούμε
σάμπως σε μια αυτοκρατορία νεκρών ποιητών
κατάμεστη από σταλαχτίτες-ποιήματα
και τάχα θα μιλήσουμε θα κοιταχτούμε
λουλουδισμένοι κι άφωνοι με τη χωμάτινη καρδιά
να ζωντανεύει και να γίνεται
ξανά ένα ρόδο πορφυρό ξανά μια πυρκαγιά απαράμιλλη
τάχα θα σμίξουμε άλλη μια φορά
μια νύχτα που η σιωπή θα ‘ναι μια απέραντη σιωπή
εγώ γεμάτος διάστημα
εσύ γεμάτη μ’ άστρα
πάντα άφθαρτη παρθένα ανέγγιχτη
μεταρσιωμένη;

*Από τη συλλογή “Ελένη’ (1957)
**[πηγή: Τάκης Σινόπουλος, Συλλογή Ι. 1951-1964, Ερμής, Αθήνα 31990, σ. 151-152]

ΜΑΡΙΑ
‘Εξω από το παράθυρο έλαμπε το πέλαγος.
Θα τρελλαθώ αν χαθεί το πέλαγος, είπε η Μαρία.
‘Εκρυβε με τα χέρια τη γυμνότητα,
παράφορη, γυρίζοντας
με μια τρομαχτικήν απόγνωση σ’ όλα τα κέντρα,
σ’ όλους τους κινηματογράφους της πρωτεύουσας.
Τον γύρευε. Ρωτούσε τους πορτιέρηδες επίμονα.
Παραξενεύονταν που δεν τον είχε ιδεί κανείς.
Πού νάναι; πού είναι; πες μου τώρα, πες μου εσύ.
Πάντα γυμνή, τόσο άμυαλη. Και ξάφνου
μέσα στο φως: Λευτέρη! φώναξε
κι όρμησε πάνω του.
Μα εκείνος
είταν βουβός, πολύ βουβός, ένας χαμένος
ίσκιος. Και την έσυρε. Και πέθαναν.
Τους πήρε το τιμόνι στον κατήφορο, τους τσάκισε
τα κόκκαλα και τα νεφρά. Πολύν καιρό
κατόπι μας βασάνισε η ψυχή τους.

ΝΤΟΑΝΑ
Τσακίζεις τοῦτο τὸ κλαδί, τσακίζεις τ’ ἄλλο,
μὰ τὸ νερὸ ποὺ γύρευες δὲν εἶναι ἐδῶ.
Περνᾶς τὰ χώματα, περνᾶς τὶς πέτρες,
μὰ δὲ θὰ βρεῖς τ’ ἄσπρο ποτάμι.
Ξέρες μονάχα κι’ ἄμμους κι’ ἐρημιά,
θάμνα στὸν ἥλιο κόκκινα,
κορμοὺς καὶ βράχια κόκκινα,
πιὸ πέρα σίδερα καὶ ξύλα. Φώναξε.
θ’ ἀκούσουν τὴ φωνή σου καὶ θ’ ἀποκριθοῦν
μ’ ὅμοια φωνή. Μὰ δὲ θυμοῦνται πιὰ
πότε ἦρθαν, τί γυρεύουνε
σ’ αὐτὸ τὸ πέρασμα
τὸ σκοτεινό.
Μὴν προχωρήσεις.
Θὰ σὲ ρημάξει ἡ σκόνη, θὰ σὲ καταπιεῖ,
καὶ μὴ φωνάξεις.
Ἔτσι, μέσα στὸ φῶς τ’ ἀπέραντο τ’ ἄσπρο ποτάμι
δὲ θἄρθει, πρόσμενε, ποτὲ δὲ θἄρθει
τ’ ἄσπρο ποτάμι,
τ’ ἄσπρο ποτάμι.
ΑΝ
Απ’ το πρωί ο άνεμος ξεκάρφωνε τον ουρανό.
Απ’ το πρωί ο ήλιος κάπνιζε
ανάμεσα στα ερείπια.
Αν το πρόσωπό σου, το πρόσωπο ασπίδα. Και το σύν-
νεφο εκείνο κι ο τόπος τοπίο, και τα μάτια σου στρέ-
φοντας ξαφνικά δεν είχαν σκοτώσει την εικόνα που
κοίταζαν λίγο πιο πριν.
Αν το χέρι σου ήταν.
Αν τα μάτια σου.
Αν το χέρι σου.
Αν η λέξη που πήγες να πεις.
Λοιπόν όλη τη μέρα ο άνεμος.
Όλη τη νύχτα οι στάχτες της φωτιάς σου.

*Τα ποιήματα του Τάκη Σινόπουλου για την Ειρήνη Παπά.
(Πηγή: αφιέρωμα στον Τάκη Σινόπουλο,στο ιστολόγιο:pyroessa-artemusica.blogspot.com,arte,poesia e musica

1.Irene Papas-“Love invicible” Antigone Sophocles
“Έρωτα ακαταμάχητε εσύ που ξενυχτίζεις
στου κοριτσιού τα μάγουλα, εσύ που αιχμαλωτίζεις
ως και τον πλούσιο άνθρωπο, και στις καλύβες μπαίνεις,
και θάλασσα διαβαίνεις και θάλασσα περνάς!
Κι ούτε κανείς αθάνατος εγλύτωσε από σένα
ούτ΄ άνθρωπον εφήμερο δεν άφησες κανένα.
Εσύ που είσαι το λούλουδο ζωής τυραννισμένης
εσύ που ξετρελένεις εκείνον που κρατάς!
Εσύ και δίκαιον άνθρωπο σπρώχνεις στην αδικία
εσύ και τώρα εσήκωσες τέτοια φιλονικία.
Κι ο πόθος κόρης όμορφης πιά βασιλεύει ακόμη
παρά οι μεγάλοι νόμοι που εδώσαν οι θεοί.
Μα τώρα και ΄γώ σπρώχνομαι τους νόμους να πατήσω
και δεν μπορώ, αυτά βλέποντας, τα δάκρυα να κρατήσω
όταν θωρώ τη δύστυχη εδώ, την Αντιγόνη,
στο στρώμα να σημώνη, που όλους θα μας δεχτεί…”

«… Ο συγκινητικότερος ύμνος στον έρωτα που έχει ακουστεί. Απόσπασμα από την Αντιγόνη του Σοφοκλή Στο τρίτο στάσιμο ο χορός εξυμνεί την παντοδυναμία του έρωτα μέσα στη τραγικότητα της σύγκρουσης του εθιμικού δικαίου με τον νόμο, κατά το πνεύμα της τραγωδίας». Σε απόδοση του Κωνσταντίνου Μάνου
Αντιγόνη – ταινία σε σκηνοθεσία Γιώργου Τζαβέλλα 1961.

Ως Αντιγόνη η Ειρήνη Παπά μαζί με τον Μάνο Κατράκη ως Κρέοντα.
Αντιγόνη-Σοφοκλής ,Τραγωδία
Η Αντιγόνη είναι το δεύτερο από τα σωζόμενα έργα του Σοφοκλή. Το δίδαξε, το 442 π.Χ., κερδίζοντας την πρώτη νίκη. Στη νεότερη εποχή από τον μύθο της Αντιγόνης εμπνεύστηκαν αρκετοί ξένοι συγγραφείς. Ενδεικτικά αναφέρονται οι σύγχρονοι Ζ. Ανούιγ, Μ. Μπρεχτ. Ο Άρης Αλεξάνδρου στο «Έξω απ’τα δόντια» (εκδ.Βέργος 1977) συνέγραψε το θεατρικό του έργο «Αντιγόνη», θεμέλιο λίθο του μυθιστορήματός του «το Κιβώτιο».
2.Ειρήνη Παπά-So cos’e-1970 Βραδιάζει/στίχοι: Δημήτρης Χριστοδούλου μουσική: Μίκης Θεοδωράκης,τραγουδά η Ειρήνη Παπά
Στα ιταλικά, στίχοι της: Audrey Norah Stainton/το τραγούδι με “φωτογραφίες” της Ειρήνης Παππά.
3.Ήταν ένα ποίημα-Σαβίνα Γιαννάτου/Τάκης Σινόπουλος

Τσιμάρας Τζανάτος, ποιητής, 1960-2022

Ο πλήρης τίτλος: [αγνώστου] η βία τού βίου

Τσιμάρας Τζανάτος, ποιητής, 1960-2022

Ο πλήρης τίτλος: [αγνώστου] η βία τού βίου

ΜΑΝΟΣ ΤΑΣΑΚΟΣ

Αυτό το ζ στη ζωή, όλο βουίζει.

Δεν σέβεται τη νεκρική μας ησυχία.

Κάθε φορά που συναντιέμαι με ποιήματα που διαθέτουν ποιότητες, κάθε φορά πού μία ποιητική συλλογή με ξαφνιάζει για την αξία της, (πόσο σπάνιο πια…), βρίσκομαι αντιμέτωπος με ενοχές. Γιατί δεν φρόντισα ν’ ανακαλύψω νωρίτερα αυτές τις ποιότητες. Γιατί δεν συναντήθηκα μαζί τους την ώρα που έπρεπε, έστω σαν αναγνώστης. Γιατί μέσα στον κατακλυσμό των ανάξιων κειμένων δεν μπόρεσα να ξεχωρίσω το άξιο, εκείνο που τού πρέπει να επιβιώσει και να αναδειχθεί. Μα και πάλι, τι σημασία έχει; Ακόμη και εάν έγκαιρα, (όσο δηλαδή ο Τζανάτος ήταν ακόμη ζωντανός), είχα παρουσιάσει τον ποιητή, θα άλλαζε κάτι; Έτσι κι αλλιώς άχρονος η ποίηση και τα καλύτερα έργα της παραμένουν και αδιάβαστα και ακατανόητα και παραμερισμένα.

Διασκεδάζω κάθε φορά που κάποιος «διανοούμενος» ανεμίζει το κασκόλ του, (απαραίτητο αξεσουάρ των διανοούμενων κι ας φωνάζουν οι τζίτζικες όξω τον καύσωνα που πυρώνει το σύμπαν), και με ύφος στομφώδες και ταυτοχρόνως ταπεινό, (μα πώς το καταφέρνουν;..) δηλώνει ποιητής. Ως ιδιότητα. Ως επάγγελμα. Ως δήθεν υπαρξιακή ανάγκη. Με ανεπίγνωστη την ματαιότητα, (μα και γελοιότητα), παρόμοιων εμφανίσεων. Και κάτι τέτοιες στιγμές, την ώρα δηλαδή που οι προβολείς λούζουν τον κασκολοφόρο ποιητή και τις πόζες που παίρνει για να συναντηθεί με το κοινό του, κάτι τέτοιες στιγμές έρχεται από το πουθενά ένα βιβλιαράκι, μια μικρή ποιητική συλλογή, για να τινάξει στον αέρα όλα εκείνα τα ασήμαντα που περνιούνται για σημαντικά, όλη εκείνη την ματαιοδοξία που δίνει υπόσταση σε ζωές κατά τα άλλα κούφες, εντελώς κενές και ανάξιες.

Τον Τζανάτο αχνά τον γνώριζα ως θεατρικό συγγραφέα και ηθοποιό. Η φυσιογνωμία του συμπαθής και ο λόγος του, (όσο μπόρεσα να τον ακούσω σε κάποια συνέντευξη), ευγενής και μετρημένος. Αγνοούσα τις ποιητικές δημιουργίες. Από όσο μπορώ να καταλάβω παρουσίαζε κάποιες από αυτές στα κοινωνικά δίκτυα. Μα πού καιρός για τέτοιες έρευνες και ανακαλύψεις. Κάποτε και μετά τον θάνατό του, (ή μάλλον, λόγω τού θανάτου του), διάβασα σε μία ανάρτηση δύο στίχους του.

Έψαχνες το άλλο σου μισό,

Ενώ εσύ έλειπες ολόκληρος.

Αυτό το ευφυολόγημα, ( μα γιομάτο ουσία, από τα πλέον εύστοχα που έχω διαβάσει τα τελευταία χρόνια), ήταν αρκετό για να αναζητήσω δουλειά τυπωμένη. Ευτυχώς η μοναδική που υπήρχε ήταν πρόσφατη, απούσα παρ’ όλα αυτά από τους λαμπερούς πάγκους των βιβλιοπωλείων. Τέλος πάντων βρέθηκε, έκδοση τού 2021, από την Κάπα εκδοτική. Ένα μικρό βιβλιαράκι δέκα επί είκοσι εκατοστά, 214 περίπου  σελίδες όπου απλώνεται ποιητική εργασία περίπου είκοσι χρόνων, με 171 ποιήματα, τα περισσότερα ολιγόστιχα.

Από την πρώτη κιόλας ανάγνωση, εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς ότι ο Τζανάτος δεν φτιάχνει ποίηση μέσω τής φιλολογίας, δεν μετρά συλλαβές για να ολοκληρώσει το ποιητικό μέτρο, δεν τον ενδιαφέρουν οι τεχνικές ατέλειες τού στίχου και γενικότερα οι ποιητικοί κανόνες. Κι όμως, τηρουμένων των αναλογιών, συμβαίνει κι εδώ, ό,τι συμβαίνει και με τον στίχο τού Καρυωτάκη. Παρά τις ατέλειες, παρά την ανυπαρξία ποιητικού μέτρου, την απουσία ηχηρών λέξεων και επιπλέον καλολογικών στοιχείων, το τελικό αποτέλεσμα και ποιητικό ρυθμό διαθέτει και αρτιωμένο αφήγημα και νοηματικό βάθος.

Θάλεγε κανείς διαβάζοντας τα πρώτα ποιήματα ότι εδώ έχουμε να κάνουμε κυρίως με ποίηση διανοητική, ποίηση στηριγμένη στο απόφθεγμα, το επίγραμμα και ακόμη το ευφυολόγημα. Επιπλέον και σε αρκετές περιπτώσεις ποίηση λογοπαιγνίου. Πρόκειται για «είδος» που καλλιεργήθηκε κατά κόρον από την Κική Δημουλά, μάλιστα σε τέτοιο βαθμό ώστε στα ύστερα ποιήματά της να έχει απομείνει μοναχά η μανιέρα, το παιχνίδι των λέξεων, ένας στείρος εντυπωσιασμός, άνευρος και δίχως ουσία, ένα παιχνίδι και τίποτα παραπάνω. Η σημαντική διαφορά είναι ότι στα περισσότερα ποιήματα τού Τζανάτου, το λογοπαίγνιο και το ευφυολόγημα δεν απομένουν μετέωρα, γυμνά και άστοχα, μα κάθονται πάνω σε περιεχόμενο, (υπονοούμενο ή άμεσα δηλούμενο) γερό, καίριο, επίκαιρο όσο ποτέ μα και συνάμα διαχρονικό, στηρίζονται με άλλα λόγια σε νόημα, βαθύτερο στοχασμό, κάποιες φορές και σε ένα και μόνο απλό ερώτημα.

Ας κάνουμε εδώ μία μικρή στάση, πριν δούμε δηλαδή εγγύτερα κάποιους στίχους. Δεν ισχυρίζομαι ότι ο Τζανάτος είναι κορυφαίος ποιητής, μεγάλος, ανυπέρβλητος, μοναδικός, μακριά από εμέ τέτοια επίθετα, τα θεωρώ υπερβολικά ακόμη και για γνωστούς και καταξιωμένους ποιητές. Λέω απλώς ότι στο πεδίο τής υπαρξιακής ποίησης το βιβλιαράκι αυτό έχει κάτι να πει, φρέσκο, δροσερό, με γλωσσικό και νοηματικό ενδιαφέρον. Ο χρόνος δεν θα το ξεχωρίσει, δεν θα το βρείτε στα ράφια των βιβλιοπωλείων, δεν θα μείνει κανείς σ’ αυτό, ήδη έχει ξεχαστεί και μόνο με αφορμή τον θάνατο τού ποιητή ανασύρθηκε για λίγο στην επιφάνεια, μέσα στην στερεότυπη και κρύα γλώσσα ενός βιογραφικού τού αποθανόντος. Κρίμα. Γιατί αυτό εντείνει την πίστη μου, ότι εκεί έξω, έστω και σε αριθμό ελάχιστο, κρύβονται ποιότητες που δεν θα συναντηθούν ποτέ με τις συνειδήσεις των αναγνωστών. Ας είναι, παλιά η ιστορία όσο και ο κόσμος.

Τα ποιήματα τής συλλογής χωρίζονται σε πέντε ενότητες, όλα άτιτλα (εκτός από δύο), δίχως καν χρονολογία, εκτός από το εισαγωγικό τής πρώτης ενότητας που τιτλοφορείται «Η ζωή στην αγέλη». Θα μπορούσε να είναι και ο τίτλος ολάκερης τής συλλογής. Γιατί πράγματι, αν ασχολείται με κάτι κατά κόρον ο Τζανάτος είναι η διαφορά μέσα στο πλήθος, η μοίρα εκείνων που έχουν επιλέξει να κινούνται στην απέναντι τού όχλου όχθη, η μοίρα όσων επιμένουν να μορφώνουν πρόσωπο και να κρατούν αποστάσεις από την μάζα και τις οπαδικές συμπεριφορές της. Δείτε προσεκτικά το εισαγωγικό ποίημα τής συλλογής.

Η ζωή στην αγέλη

«Εγώ είμαι εδώ από αγάπη. Μη με φάτε…».

Τους είπα.

«Έτσι θα είσαι δικός μας. Αν σε φάμε. Έτσι 

αγαπάμε».

Μού είπαν.

«Να με φάτε με τρυφερότητα τότε…».

Ψιθύρισα.

«Μη σε νοιάζει. Η πρώτη δαγκωνιά πονάει.

Μετά συνηθίζεις. Και δεν αισθάνεσαι.

Τίποτα».

Δέκα στίχοι όλοι κι όλοι και ένας διάλογος. Αλλά μέσα σε τούτο το ποιηματάκι υπάρχει ολάκερη η διαδικασία τής απώλειας τής παιδικότητας, (παρθενίας, αφέλειας, αθωότητας, όπως θέλετε πείτε το), η ανιδιοτελής αγάπη και η θετική διάθεση προς την κοινωνία, η αποδοχή μιάς μοίρας που δεν έχει άλλο δρόμο να περπατήσει, ο φόβος για την απώλεια τού συναισθήματος, όλα αυτά από την πλευρά τού νεοφώτιστου, τού νέου μέλους. Και από την άλλη μεριά, την ομοιογενή, την αδιάσπαστο, η αγάπη δια τής υποταγής, η δικτατορική προσταγή για αφομοίωση, μία αδιόρατη ειρωνεία σε ένα φόντο κυνισμού και αδιαφορίας. Με άλλα λόγια – για να γίνεις ένας από εμάς, για να σε αποδεχθούμε και να σε υπολογίζουμε μέλος μας, πρέπει να αδειάσεις από οτιδήποτε σε κάμει διάφορο, μοναδικό, από οτιδήποτε σε ξεχωρίζει και υψώνει την κεφαλή σου ψηλότερα από το μπόι τής μάζας.

Το θέμα βεβαίως δεν είναι καινούριο, θα έλεγα μάλιστα πως είναι χιλιοπαιγμένο, ακριβώς γι’ αυτό όμως κρύβει παγίδες. Τέτοια θέματα στην ποίηση γενούν εκτρώματα, στίχους μελό και επιτηδευμένους, δάκρυα κροκοδείλια, υπερβολικό θρήνο και οδυρμό. Όχι στο παραπάνω ποίημα. Είναι εξαιρετικά δύσκολο να προσεγγίσεις το πρόβλημα τής μάζας μέσα από μία ανάλαφρη αλληγορία ή παραβολή. Είναι πολύ δύσκολο να κλείσεις μία ολάκερη πραγματικότητα μέσα σε δέκα στίχους και να εκφράσεις τόσο καθαρά και απλά αυτό που συμβαίνει εκεί έξω.

Προσέξτε και κάτι ακόμη, την στιχοθεσία, απομονώστε τους στίχους στα εισαγωγικά, δηλαδή τον διάλογο και προχωρήστε σε σύζευξη εκείνων που απομένουν.

 Τους είπα.

Μού είπαν.

Ψιθύρισα.

Τίποτα.

Θα ένιωθα έκπληξη εάν ετούτη η τοποθέτηση δεν είναι σκοπούμενη. Δείτε τον σταδιακό εκφυλισμό. Από την σχεδόν φιλική προσέγγιση τού πρώτου στίχου, (θυμίζει πρώτη ημέρα στο σχολείο, την πρώτη φορά στο σχολείο), έως το τελευταίο Τίποτα, τον μηδενισμό δηλαδή τής προσωπικότητας.  Η φυσιολογική ένταση φωνής χαμηλώνει σταδιακά, γίνεται ψίθυρος και τέλος επικρατεί η σιωπή. Δεν το πιστεύω τυχαίο.

Θα γράψω εδώ  και το αμέσως επόμενο ποίημα τής συλλογής, εκείνο με τον αριθμό ένα, καθώς κατά έναν τρόπο ακολουθεί χρονικά το εισαγωγικό, λειτουργεί κάπως σαν συμπλήρωμα εκείνου.

1.

Εσείς που με βλέπετε έτσι κατάλευκο

Αγνοείτε πόσες χλωρίνες έχω πιει

Για να διατηρήσω την λευκότητά μου.

Και ανεμίζω στα σκοινιά τού κόσμου

Πιασμένος με ένα κόκκινο μανταλάκι στον

Σβέρκο

Διάφανος σαν σύννεφο

Αλλά με καμμένα εντόσθια.

Αφόρητο το άνευ νοήματος που φέρω.

Το πλένω μόνος μου στο χέρι το βράδυ.

Το βρίσκω στεγνό το πρωί.

Το ξαναφορώ.

Μαζί με το εισαγωγικό, από τα καλύτερα ποιήματα τής συλλογής. Κάντε τον κόπο να το δούμε λίγο πιο προσεκτικά, αξίζει τον κόπο. 

Έχουμε λοιπόν τον ενήλικο άνθρωπο που έχει πια συμβιβαστεί, που έχει αποδεχθεί την «πρώτη δαγκωνιά» τού πλήθους, έχει γενεί ένας από αυτούς. Λευκός, κατάλευκος, σαν την κυρίαρχη φυλή. Για τούτο το λευκό έχει θυσιάσει κάθε διαφορά, κάθε διαφωνία, κάθε παρέκκλιση.  Αλλά παλεύει με την συνείδησή του κάθε ημέρα, προσπαθεί να έβρει δικαιολογίες (χλωρίνες) για τον συμβιβασμό του, στο σβέρκο του (σύμβολο τής κυριαρχίας) η δύναμη τού πλήθους είναι απόλυτη, πιεστική. Και κάπου εδώ ο Τζανάτος συναντιέται με τον Καβάφη. Παλεύει όλη νύχτα να αποτινάξει από μέσα του το ασήμαντο που κουβαλά ως παράσημο για να ταιριάξει με τους υπόλοιπους, κάθε βράδυ μοναχός υπόσχεται την επομένη να είναι άλλος, διαφορετικός, μα κάθε πρωί φορά ξανά την ίδια στολή, τις ίδιες απόψεις, την ίδια υποταγή και παραμένει μέλος τής μάζας. Δειλός, άβουλος, παραδομένος.

Μπορεί τα παιχνίδια με την γλώσσα να αλαφρώνουν κάπως την ατμόσφαιρα τού ποιήματος, μα στο βάθος υπάρχει μία τραγικότητα, η αφόρητη λύπη εκείνου που λειτούργησε ως πρόδουλος, έσπευσε δηλαδή σχεδόν αυτοβούλως να παραδοθεί δίχως αντίσταση καμιά, δίχως μία έστω μάχη για την τιμή των όπλων και τώρα πρέπει κάθε μέρα να ζει με την δειλία του, την ατολμία του, τον φόβο που τού στέρησε την ευτυχία μιάς μοναδικότητας. Πρόκειται για εικόνα που έρχεται από την αρχαία τραγωδία ακόμα και παραμένει σε ισχύ ως τα σήμερα, θα τολμούσα να πω πολύ περισσότερο σήμερα.

Αν ήθελα να κάμω κάποιες συγκρίσεις, (πράγμα καθόλου καλό πάντως σε κριτικό σημείωμα), θα έλεγα ότι τα ολιγόστιχα τού Τζανάτου διαθέτουν κάποια ομοιότητα με τα αντίστοιχα τού Μόντη, ποιητή βεβαίως κατά πολύ πιο ολοκληρωμένου και βαθύτερου, καθώς παρέδωσε έργο μεγάλο και είχε την πολυτέλεια να γράφει έως και προχωρημένη ηλικία. Έτσι και ο Μόντης -ασχολείται με τα πιο τραγικά θέματα τής ύπαρξης, τα πιο σοβαρά, τα πιο σημαντικά, αλλά με μία τεχνική που τα αλαφρώνει, τα κάμει λιγότερο αφόρητα και σοβαρά, είναι σαν να παίζει μαζί τους και έτσι να τα υπολογίζει, (ή και να τα φοβάται) λιγότερο.

Δείτε ένα άλλο ποίημα που μού έκανε εντύπωση.

Μού χτύπησε την πόρτα τού σπιτιού

Η Ιστορία.

Δεν τής άνοιξα.

Σήμερα μπήκε με δικά της κλειδιά.

Πίσω της, μια μπουλντόζα.

Αναπόφευκτα Λεοντάρης. Δείτε τον ανάλογο στίχο του.

[ ]

…καθώς το νιώθεις πια/πως άρχισε το τρομερό κι απρόσμενο/[ ] πέρασμα τής ιστορίας επάνω σου.

Εξαίρετος στίχος. Για δείτε πώς συναντώνται οι ποιητές, ακόμη και όταν αγνοεί ο ένας τον άλλον. «Την πόρτα τού σπιτιού» γράφει ο Τζανάτος, ακριβώς για να τονίσει ότι κάποια στιγμή τα όσα συνέβαιναν στον δημόσιο χώρο απαιτούσαν την συμμετοχή του, την δράση του, την συνευθύνη του, την εγγραφή του στα συμβαίνοντα. Την τοποθέτηση δηλαδή τού ιδιωτικού, (τού ιδιόκτητου σπιτιού, τού κατ’ εξοχήν συμβόλου τού μικροαστισμού και τής ιδιώτευσης), σε χαμηλότερη μοίρα από το γενικότερο καλό, από τι καλό τής πόλης, (για να θυμηθούμε και λίγο την κλασσική Αθήνα). Και αυτό δεν το έπραξε. Παρέμεινε σπίτι του, αμέτοχος, κοιτώντας την δουλίτσα του, φοβούμενος τα μπλεξίματα, το κόστος, το τίμημα. Δείτε όμως το τελευταίο δίστιχο, εκεί είναι όλο το νόημα, όλη η συμπύκνωση. Αυτό που εσύ δεν έπραξες, εκείνο που εσύ φοβήθηκες, το αντιμετώπισαν άλλοι, άλλοι έγραψαν την ιστορία ερήμην σου, άλλοι άλλαξαν τον κόσμο και αυτός ο καινούριος κόσμος που πλέον δεν είσαι κομμάτι του ισοπεδώνει όπως η μπουλντόζα και σένα και το σπιτάκι σου και την πολύτιμη ιδιώτευσή σου. Εξαιρετικό ποίημα.

Ειλικρινά είναι η πρώτη φορά στα χρόνια που γράφω, που δεν θέλω και δεν πρόκειται να δώσω κι άλλα δείγματα τής συλλογής, θα είναι πράγματι κρίμα να σάς στερήσω την απόλαυση τής πρώτης επαφής με την συλλογή τού Τζανάτου. Άλλωστε τα περισσότερα είναι ολιγόστιχα ή επιγραμματικά και δεν χρειάζονται δα και καμία φοβερή ανάλυση, αρκεί να επιμένετε στην ανάγνωση κάτω από τις γραμμές. Μοναχά δύο τελευταία. Το πρώτο.

Εκείνη η αγωνία να σε ακούσουν,

σε κατάντησε τενεκέ

και παράγεις θόρυβο.

Ησύχασε.

Δεν θα γίνεις ποτέ μουσική.

Παύση γεννήθηκες.

Εντάξει ευφυολόγημα, αφορισμός, όμως τι ευφυολόγημα! Είκοσι λέξεις όλες κι όλες, μα πόση ευστοχία, πόση δύναμη νοηματική, πόση ακρίβεια εκφραστική, έτσι που δεν περισσεύει τίποτα, μήτε μια τελεία. Και σε πόσους και πόσους άραγε δήθεν δημιουργούς δεν θα μπορούσαμε να απευθυνθούμε με τούτο το ποίημα.

Και το δεύτερο ποιηματάκι, αθυρόστομο, παιχνιδιάρικο, απρόσμενο.

Πολλά ποιήματα είπαμε.

Ας πούμε κι ένα μπινελίκι.

Ένα: Δεν μού γαμιέστε…!

Να ανανεωθεί ο αέρας.

Όσοι γράφουν, όσοι βασανίζονται με τα χαρτιά ολημερίς, όσοι τρώνε την ζωή τους για να εύρουν την μία και μόνη ταιριαστή λέξη, αντιλαμβάνονται πλήρως αυτόν τον τελευταίο στίχο, Να ανανεωθεί ο αέρας (την χασμωδία εδώ μήτε που την προσέχεις), να πετάξουμε από πάνω μας την σκόνη, την σχολαστικότητα, τον αγέρα στο γραφείο που έχει γίνει αποπνικτικός, γεμάτος μούχλα, καπνό και μυρωδιά κλεισούρας. Να ασχοληθούμε και λίγο με το ασήμαντο, έτσι σαν διάλειμμα, σαν διαφυγή, βαλβίδα εκτόνωσης.

Περίεργο πράγμα η ποίηση, το κείμενο, η λογοτεχνία. Πάνω εκεί που έχεις απελπιστεί από κείνα που διαβάζεις,  την ώρα που με τον φανό αναζητείς έναν και μόνο καλό στίχο, βγαίνει εμπρός σου μία ολάκερη συλλογή γεμάτη τέχνη, ποιότητες, βάθος και δύναμη μοναδική. Πιο κρίμα και από κρίμα που η ζωή τού Τζανάτου τέλειωσε τόσο νωρίς. Αν είχα την ευκαιρία να τον γνωρίσω θα τού έλεγα περίπου τούτα –«καλή η σκηνοθεσία, εξαίρετα τα θεατρικά σου, άξια η δουλειά σου· μα η δύναμή σου, ο στοχασμός σου και η ποιότητά σου, όλα είναι προορισμένα για την ποίηση· ασχολήσου μ’ αυτήν περισσότερο και είναι βέβαιο ότι το σημερινό διαμαντάκι σύντομα θα γενεί διαμάντι λαμπερό και ολοκληρωμένο. Και έχουμε χρόνια να συναντήσουμε κάτι αστραφτερό, την ίδια ώρα και βαθύ στην ελληνική λογοτεχνία…».

Το πιστεύω βέβαιο ότι η συλλογή τού Τζανάτου «Η βία τού βίου» θα σας δροσίσει σε άνυδρους καιρούς. Για τον Τζανάτο ισχύει σε κάποιον βαθμό εκείνο που είχε γράψει ο Τάσος ο Ρούσσος για έναν άλλο ποιητή που έφυγε νωρίς, τον Τάσο τον Ζερβό – «Ο θάνατος πήρε τον Ζερβό την στιγμή που είχε βρει καινούρια φλέβα, από όπου μόλις άρχιζε να αντλεί λάλον ύδωρ».

Όπως και νάχει, όσοι αγαπάτε την ποίηση και αναζητάτε τα άξια, κάμετε χώρο στην βιβλιοθήκη σας για τον Τσιμάρα Τζανάτο. 

Την δικαιούται την θέση του.

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://www.tasakos.gr/τσιμάρας-τζανάτος-ποιητής-1960-2022/