Κάποτε πρέπει τ’ απαραίτητο να βρούμε
Κουράγιο ν’ αντιμετωπίσουμε το μπόι μας
Να πάψουμε προέκταση να είμαστε
Όλων αυτών των μπαλκονιών και των βημάτων
Κι όχι μονάχα να κατέβουμε από αυτά
Αλλά και να επιτρέψουμε στα γόνατά μας να λυγίσουν
Να διπλωθούμε και να κάτσουμε κατάχαμα
Κι έτσι με σιγανή φωνή και δίχως χρώμα
Να πούμε ιστορίες για όσους πέρασαν
Κάτω απ’ το χώμα αφού πρώτα
Σύρανε τις ξεκοιλιασμένες τους ψυχές
Επάνω σε μπαλκόνια και σε βήματα
Να πούμε ιστορίες για όσους πολεμήσανε
Και χάσανε τη μάχη γιατί ήταν
Πιο ήσυχος ο εχθρός κι ακόμα
Για όσους νικηθήκαν επειδή δεν πολεμήσανε
Τέτοια κοινά τέτοια καθημερινά διηγώντας
Με σιγανή φωνή και δίχως χρώμα
Ν’ αφήσουμε η βροχή των ημερών
Να κάνει τη δουλειά της πάνω μας
Ιωάννα Λιούτσια, Λανθάνω
Το λάθος είναι ένα.
Οι αλήθειες είναι πολλές.
Ή μήπως ανάποδα;
Λανθάνω θα πει: «Διαφεύγω της προσοχής».
Άρα λάθος τι θα πει;
«Κάνω κάτι χωρίς να προσέχω.»
Αν πρόσεχα, θα ήταν σωστό.
Και αλήθεια τι θα πει;
«Παραδέχομαι το λάθος μου.»
Δεν πρόσεξα και τώρα το φωνάζω.
Έπειτα έρχεται η λήθη.
Η λήθη τι είναι;
«Ξεχνάω το λάθος που έκανα.»
Ή ξεχνάω που δεν πρόσεξα.
Και ποιο πονάει πιο πολύ;
Το λάθος;
Η αλήθεια;
Ή η λήθη;
*Από τη συλλογή Συνομιλίες σε Μη+ (2013).
**Πήραμε το ποίημα και τη φωτογραφία από εδώ: https://poiimata.com/2022/09/19/lanthano-ioanna-lioutsia/
Paul Verlaine, Βρέχει στην καρδιά μου
Βρέχει στην καρδιά μου
Και στην πόλη βρέχει
Ποια είναι εκείνη η λύπη
Που στην ψυχή μου μπαίνει;
Ω γλυκέ ήχε της βροχής
Που στις στέγες πέφτεις και καταγής!
Για μιας καρδιάς τη θλίψη
Ω, τραγούδι της βροχής!
Δίχως λόγο βρέχει
Μες στην καρδιά που δεν αντέχει!
Δεν υπάρχει τάχα προδοσία;
Το πένθος είναι δίχως αιτία;
Είναι ο χειρότερος πόνος
Να μην ξέρω το γιατί
Δίχως αγάπη και δίχως μίσος
Να υπάρχει στην ψυχή μου τόσος πόνος!
*Μετάφραση: Ιωάννα Αβραμίδου.
Alejandra Pizarnik, Η ερωτευμένη
αὐτή ἡ μανία ἡ πενθηρή νά ζεῖς
αὐτός ὁ ἀστεϊσμός ὁ ἀπόκρυφος νά ζεῖς
σέ παρέσυρε ἀλεξάνδρα καί μήν τό ἀρνεῖσαι
σήμερα κοιτάχτηκες στόν καθρέφτη
καί ἤσουν θλιμμένη βρισκόσουν μόνη
το φῶς ἐμούγκριζε ὁ ἀέρας τραγουδοῦσε
μάὁ ἀγαπημένος σου δέν ἔχει γυρίσει
θά στέλνεις μηνύματα θα χαμογελᾶς
θατρέμουν τά χέρια σου κι ἔτσι θά γυρίσει
ὁ ἀγαπημένος σου ὁ τόσο ἀγαπημένος
ἀκοῦς τήν παρανοϊκή σειρήνα ποὺ σ᾽ τόν ἔκλεψε
τό καράβι μέ τήν ἀφρισμένη γενειάδα
ὅπου ἔχουν πεθάνει τά γέλια
θυμᾶσαι τό τελευταῖο ἀγκάλισμα
ὢ τίποτα τὸ ἀγωνιῶδες
γέλα στοῦ μαντηλιοῦ τό κούνημα κλάψε μέ χάχανα
κλεῖσε ὅμως τίς πόρτες τῆς ὄψης σου
γιά νά μή σοῦ λένε μετά
ὅτι ἐκείνη ἡ ἐρωτευμένη γυναίκα ἤσουν ἐσύ
σέ τύπτουν οἱ μέρες
σ᾽ ἐνοχοποιοῦν οἱ νύχτες
σέ πονάει ἡ ζωή τόσο μά τόσο
ἀπελισμένη — πού πηγαίνεις;
ἀπελπισμένη — τοῦτο μόνο, τίποτ᾽ ἄλλο!
*Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.
Octavio Paz, Ήσυχο δέντρο μες στα σύννεφα

Εκείνος ο νεαρός στρατιώτης
χαμογελούσε ντροπαλός ευθυτενής
όπως μια νέα ροδακινιά.
Το χνούδι του προσώπου του χρύσιζε
σαν το κοκκίνισμα του ροδάκινου
στου μεσημεριού τον κίτρινο ήλιο.
Οι χειρονομίες του
Σαν της ροδακινιάς
όταν ο άνεμος την σείει, στον λόφο.
Όταν χαμογελούσε το χαμόγελό του
ένα ξαφνικό λουλούδισμα της ροδακινιάς.
Μια ριπή του ανέμου στιγμές τον συννέφιαζε
και τότε, σοβαρός, συλλογισμένος,
΄Εμοιαζε ροδακινιά στον αέρα, γυμνή από φύλλα.
΄Επαιζε με τα παιδιά, το δείλι,
Με μια ζέση νοσταλγική, απόμακρος
σαν κύμα τρυφερό
που πάει κι έρχεται πίσω
΄Ενας μελαγχολικός άνεμος σάρωνε
σύννεφα τους ανθούς επάνω, σύννεφα μεγάλα,
και στον κήπο πετούσανε τα φύλλα
Ω, τρικυμισμένη άνοιξη!
΄Ησυχο δέντρο μέσα στα σύννεφα, φύλλα, παιδιά,
Αναρωτιόταν εκείνος ο στρατιώτης:
«Είναι όλα σύννεφο, είναι όλα φύλλα, άνεμος»;
«Τα αγαπημένα δέντρα είναι σύννεφα»;
«Το κλαδί ετούτο που αγγίζω, αυτή
η φλούδα,
αυτά τα παιδιά, είναι σύννεφα»; «Σύννεφο το όνειρο
και το κορίτσι εκείνο και το άρωμα
του, φάντασμα της σάρκας, σύννεφο, αφρός
που τον σηκώνει ελαφριά ο άνεμος»;
Κι έφυγε μακριά, σιωπηλό μαύρο σύννεφο
Berkeley, 18 de abril de 1944.
*Μετάφραση – Σχέδιο: Νεοκλής Κυριάκου.
Hlín Leifsdóttir, Ανακτώντας μια φωνή
Και όταν η άρπα χτυπά,
φτιαγμένη από κομμένες φωνητικές χορδές,
ακούγεται μέσα από το αμφιθέατρο
η σιωπή κάθε ηλικίας να σπάει.
Μια γυναίκα σηκώνεται από το κοινό
κρατώντας μια πινακίδα, με τις λέξεις:
«Αυτή είναι η φωνή μου. Τη θέλω πίσω.»
Οι τρομαγμένοι επισκέπτες της συναυλίας ψιθυρίζουν:
«Δεν είναι αυτή η τσιγγάνα που τραγουδούσε έξω από το σιδηροδρομικό σταθμό;»
Περνάει πάνω στη σκηνή,
σπρώχνει τον αρπιστή μακριά
και προσπαθεί να παίξει τις χορδές της δικής της φωνής.
Το κοινό γέλασε γιατί ποτέ δεν έμαθε να παίζει άρπα.
Και με δάκρυα που κυλούσαν στα μάγουλά της
μεταφέρει την άρπα στην πλάτη της σαν σταυρό.
Στην παρουσία
των φλάουτων της ορχήστρας θυμήθηκε τα πουλιά
που συνήθιζαν να τραγουδούν όταν ήταν ακόμη στα κλαδιά.
Και χάθηκε στη μνήμη
τα φλάουτα βγήκανε συντονισμένα.
Ξεκίνησαν για να τραγουδήσουν το παλιό τους τραγούδι.
Έξω από το αμφιθέατρο
η γυναίκα ακούει τα φλάουτα
που ακούγονται σαν πουλιά.
Της δίνει ελπίδα.
Και υπόσχεται στον εαυτό της
να εξασκηθεί πολύ σκληρά
έως ότου οι χορδές να γίνουν μέρος της ξανά.
*Μετάφραση: Ανδριάνα Μπιρμπίλη.
Άννα Ιωαννίδου, Πληγές
Κοίτα πως γράφουν μόνιμα απάνω μας
σαν τατουάζ.
Δέρμα που ‘γιν’ ένα το δέρμα.
Αν ήταν λεκές, ίσως και να ’σβηνε.
Αν ήταν εκδορές, ίσως και να ‘ωφευγαν.
Όμως, εκείνες ήρθαν με εισιτήριο απλής μετάβασης.
Κι όσο κι αν βάζεις φάρμακο να κοιμηθούν κι αυτές,
εκείνες συνεχίζουν να σε εκπλήττουν’
κάθε που ξεκινάς τις πληγές να καθαρίσεις,
καταλαβαίνεις πως, αυτές πρώτες, έχουν ήδη αρχίσει
να καθαρίζουν εσένα.
*Από τη συλλογή “αποτυπώματα”, εκδ.Αρμίδα, 2022.
Μίλτος Σαχτούρης, Ὁ οὐρανός
Πουλιὰ μαῦρες σαΐτες τῆς δύσκολης πίκρας
δὲν εἶν᾿ εὔκολο πράμα ν᾿ ἀγαπήσετε τὸν οὐρανὸ
πολὺ μάθατε νὰ λέτε πὼς εἶναι γαλάζιος
ξέρετε τὶς σπηλιές του τὸ δάσος τοὺς βράχους του;
ἔτσι καθὼς περνᾶτε φτερωτὲς σφυρίχτρες
ξεσκίζετε τὴ σάρκα σας πάνω στὰ τζάμια του
κολλοῦν τὰ πούπουλά σας στὴν καρδιά του
Καὶ σὰν ἔρχεται ἡ νύχτα μὲ φόβο ἀπ᾿ τὰ δέντρα
κοιτᾶτε τ᾿ ἄσπρο μαντίλι τὸ φεγγάρι του
τὴ γυμνὴ παρθένα ποὺ οὐρλιάζει στὴν ἀγκαλιά του
τὸ στόμα τῆς γριᾶς μὲ τὰ σάπια τὰ δόντια του
τ᾿ ἄστρα μὲ τὰ σπαθιὰ καὶ μὲ τοὺς χρυσοὺς σπάγγους
τὴν ἀστραπὴ τὸν κεραυνὸ τὴ βροχή του
τὴ μακριὰ ἡδονὴ τοῦ γαλαξία του
*Το ποίημα αναδημοσιεύεται από εδώ: https://agrimologos.com/2011/11/30/30-11-11/
Κασσάνδρα Αλογοσκούφη, Macintosh του 1984
Πριν πεθάνω είπα στο εγγόνι να με ποτίζει με κυνόροδο ανακατεμένο με ζαχαροκάλαμο. Οι Πέρσες θεωρούσαν ότι κάνει καλό στις πέτρες στα νεφρά και ότι ξεπετρώνει ακόμα και πτώμα. Και τι έκπληξη «ξύπνησα» μέσα σ’ αυτό το κείμενο. Και πως μοιάζει με κουτί το περίβλημα και πως γράφει με τα πλήκτρα που έχει μπροστά του σαν κλαβιέρα. Φέρνω ίδια ποντικός με καλώδιο και πρίζα. Η οικογένεια με φωνάζει ξανά «παππού» και όλο κολλάω και δεν καταλαβαίνω τι μου λένε. Το εγγόνι μου τραβάει την ουρά, η νύφη μου με ξεσκονίζει με πούπουλο και ο γιος μου τρομάρα του όλο reboot και reboot φωνάζει. Στο τέλος το εγγόνι μου δίνει να καταλάβω.
-Παππού θα σε θάψουμε απόψε στο γκαράζ…
Κατερίνα Ζησάκη, 25 χρόνια μετά
Aυτοκτόνησε μια κοπέλα στην επαρχία
δεκαεφτά
“διασχίζοντας έπειτα από ολονύχτιο ξεφάντωμα
την Εθνική Οδό μεθυσμένη”
ατύχημα είπαν
δεν περνούσαμε ξέγνοιαστα πια από ‘κείνο το μέρος
σε δύο χρόνια κλείνει το μαγαζί
μέσα στο σπίτι ήταν ντροπή
και δεν είχαμε πώς να πεθάνουμε οι δυστυχισμένοι
κάποιοι έπαιρναν πτήση τα ξημερώματα με τα μηχανάκια
μοναστήρια και πρέζα – για ένα φεγγάρι κωλόμπαρο
το μαγαζί μετά κλειστό οριστικά –
ψέλνουν τ’ όνομά της σε τρισάγια
όπως ένα ψέμα







