Λίνα Βαταντζή, Ένα άσμα απλό

Δεν υπάρχει χώρος να σταθώ
δίπλα σου.
Μέσα στον ύπνο
πλησιάζεις τον δακρυότοπο
της καρδιάς –
γνωρίζεις τις πτυχές, τα μονοπάτια
ανακαλύπτεις πάλι και πάλι
τα ίχνη σου
τα άνθη σου
τις σπίθες –
όσα μου δώρισες
και αποχώρησες μαζί τους.

Δεν υπάρχει θησαυρός απτός
σφραγισμένος πάνω μου.
Μια αλυσίδα αναμνήσεων
μόνο κλείδωσες
μέσα στον λαβύρινθο της σκέψης.
Κι εκεί μετρώ τους κρίκους
με τα εκπληρωμένα και ανεκπλήρωτα.
Στα χέρια μου βαραίνει
ο πλεγμένος άνεμος της σιωπής
και τρεμοσβήνει το φυτίλι.

Τόση πολλή ελπίδα
πώς ξεθώριασε
με τις σταγόνες του χρόνου.

Ηλίας Ν. Μέλιος, Δύο ποιήματα

ΜΕΤΑ ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ

Μα δεν μπορεί κάποτε θα τελειώσουν τα τσιγάρα
Χρήστος Τουμανίδης

πίσω από το “τικ-τακ” του ρολογιού
η γυναίκα γυμνή κρύβεται

ηδονικά
χαϊδεύει ένα τσιγάρο απαγορευμένο τύπου El Envol
και στα χείλη φέρνει τ’ ακροδάχτυλά της

δεν σκοπεύει να το ανάψει
δεν καίγεται
φλόγα το άδειό της κρεβάτι – η σκιά της
αντιπαροχή στον χρόνο

*

ΟΙΝΟ-ΠΝΕΥΜΑ

Το βλέμμα αρπάζεται από μια λεπτομέρεια
κι έρχονται οι μυρωδιές
για να πληρωθεί η έκσταση

Γιώργος Γιαννόπουλος

κρασί χύσε στα ποτήρια άγιο κρασί της αληθείας
όλοι μαζί να πιούμε
μήπως και τα λόγια μαλακώσουν
και ΄ρθούν απ΄ το Βασίλειο των Επτά Ουρανών
τα περιστέρια
να πιούν και αυτά να ξεδιψάσουν
κι όλος ο κόσμος να μεθύσει να χαρεί
και να χορέψει
όπως ο Μεβλανά Τζελαλεντήν Ρουμή
αυτός ο Εξαίσιος Ρωμηός πάντα διδάσκει

*Από το βιβλίο “Αλ-αγωνία”, εκδ. Δυτικές Ινδίες, Αθήνα 2007.

Δημήτρης Μιχελουδάκης, Δύο ποιήματα

ΣΥΝΤΗΡΗΤΗΣ ΟΥΡΑΝΙΩΝ ΤΟΞΩΝ

στα χαρακώματα της παλάμης
μαίνεται πάλι ο εαυτός μου

δεν έχω μπαλώσει ακόμα το παρελθόν
και στο σκισμένο μέλλον έχει κρύο
ένα κρύο που δεν είναι τίποτα άλλο
πέρα από ένα νόμισμα
επαρκώς φαγωμένο κι από τις δύο του πλευρές
(δεν φτάνει ούτε για εισιτήρια)

Στο σχοινί που άλλοτε έδεναν τις προσευχές
εγώ απλώνω τους πνιγμούς μου:

ο άνεμος είναι το μόνο χειροπιαστό άπειρο
αφού κανείς δεν ξέρει πού θα τραυλίσει ο διάολος
και θα σου κάνει το βάσανο σάβανο
αν θες μυτερό ρουά στον θάνατο
να τα ‘χεις καλά με τη γροθιά σου

*

ΑΝΙΑΤΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ

το παν είναι να κάνεις το βαμβάκι
να κόβει
τα υπόλοιπα
δεν κάνουν ούτε για νανούρισμα
κι αφού κάθε αλήθεια
είναι ένα μπούμερανγκ χωρίς μπέσα
(κάποια μέρα θα αυτομολήσει)
κρύβω στις χούφτες μου φως
από τα σπλάχνα της ωραίας πανσελήνου
και το πετάω με στη μνήμη
να πάρει τα πάνω της
ή έστω να ασπρίσει
λίγο

*Από τη συλλογή “Συντηρητής ουράνιων τόξων”, εκδ. στίξις, 2022.

Antonin Artaud, Μαύρος ποιητής

Μαύρε ποιητή, ο μυχός μιας μικρής παρθένας
σε στοιχειώνει
ποιητή στυφέ, βράζει η ζωή
και ζεματάει η πόλη,
κι ο ουρανός σουρώνει σε βροχή,
στην καρδιά της ζωής η γραφίδα σου γδέρνει.
Δάσος, δάσος, μάτια βρίθουν
στα πολλαπλασιασμένα κουκουνάρια πάνω·
μαλλιά καταιγίδας, οι ποιητές
καβαλικεύουνε άλογα, σκυλιά.
Τα μάτια λυσσομανούν, συστρέφονται οι γλώσσες
ξεχύνεται μες στα ρουθούνια ο ουρανός
σαν γάλα θρεπτικό και γαλανό·
απ’ τα στόματά σας κρέμομαι
γυναίκες, καρδιές όξινες σκληρές.

Σταύρος Βαβούρης, Δύο ποιήματα

ΓΡΑΜΜΑ

Να μην ανησυχείς λοιπόν.
Είμαι πολύ καλά.
Στέκομαι καθώς στέκονται
τʼ αγάλματα στους κήπους και στις ανοιχτές πλατείες
όταν τʼ αφήνουν οι αστοί τις νύχτες δίχως έρωτα
(τι τον χρειάζεται τον έρωτα ένʼ άγαλμα;)
Χωρίς φιλιά, χωρίς συμπόνια,
(τι μπορεί να αισθανθεί ένα άγαλμα;

Είμαι λοιπόν πολύ καλά·
δες με αν αμφιβάλλεις.
Κοιτάζω σαν προτομή από γύψο
κι είνʼ η ζωή μου ένας φρουρός στρατιώτης
που ʼχει την εύκολη δουλειά
να κάνει απλώς ό, τι του λέει ο λοχαγός του.
(Καλησπέρα σας. Καληνύχτα σας.
Τι κάνετε;)
Πολύ καλά. Να μην ανησυχείς.

*

ΣΤΟΥΣ ΠΡΟΘΑΛΑΜΟΥΣ ΤΗΣ ΚΟΥΦΗΣ ΚΥΡΙΑΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ

Στους προθαλάμους της κουφής κυρίας Δικαιοσύνης
του πρόσφεραν κοκάλινα χαμόγελα ως αναψυκτικά
υποσχέσεις που περιείχαν πιθανότητες
κι ελπίδες φρέσκου αέρα
και τον θάνατο –πολύ διακριτικά–
σε ημερήσιες δόσεις:
«Η αίτησίς σας απερρίφθη (μέρα πρώτη – πρώτο κουταλάκι)
αλλά μπορείτε τώρα (δεύτερο)
αν θέλετε να κάνετε ένσταση…»

Ένσταση κι έφεση λοιπόν
και πάλι νέα αναμονή
στους προθαλάμους της κουφής κυρίας Δικαιοσύνης.
«Και μην αδημονείτε, προ παντός.
Οι υπάλληλοι ενοχλούνται.
Υπάρχουν κι άλλες υποθέσεις.
Όχι ερωτήσεις περιττές.
Σαλόνι το περάσατε;»

Αυτά και τα παρόμοια
στους προθαλάμους της κουφής κυρίας Δικαιοσύνης,
κι έχασε τη μάχη με το χρόνο κι έγειρε.
Έχασε τη φωνή του στη Σιωπή
(αφού υποβάλλονται γραπτώς μονάχα τα υπομνήματα)
και πέθανε γουλιά γουλιά
πίνοντας το θάνατο με το κουτάλι του γλυκού
ακριβώς σαν καταπότι ιατρικό κατόπιν συνταγής
σε ημερήσιες δόσεις.

*Το “Γράμμα” γράφτηκε το 1946. Από την ποιητική ενότητα «Πέντε ποιήματα» (1954-1957), του επιλεκτικού τόμου «Πού πήγε, ως πού πήγε αυτό το ποίημα» (1940-1993), εκδόσεις Ερμής – 1998.

Γιώργος Λίλλης, Μυρμηγκοφωλιά

Κάποια παιδιά διέλυσαν
την φωλιά μας
δυο και τρεις φορές τη διέλυσαν
χαλώντας την εύτακτη ζωή μας.

Συνεχίσαμε ακατάπαυστα
δυο και τρεις φορές
χτίζοντας από την αρχή
την βομβαρδισμένη χώρα μας.

Προστάτη των αδυνάμων
ένα σου ζητούμε και μη μας
λοιδορείς γι΄ αυτό.
Ένα εφιάλτη να τους χαρίσεις
να επισκιάσει τον αθώο τους ύπνο.

Ένα εφιάλτη, για μια μοναδική φορά
όπου τα σπίτια τους θα γκρεμίζονται.
Μόνο αυτό σου ζητάμε.
Κάνε να νιώσουν αυτό που νιώθουμε.

Κατερίνα Φλωρά, Κυνισμοί

Κυνικά υπάρχουμε
όταν το συναίσθημά μας βιάζεται
η σκέψη μας παραβιάζεται
η κρίση μας ρηχαίνει

Κυνικό το πέρασμα της κάθε μέρας
πριν αποτυπωθεί στο είναι μας
πριν αναδυθεί και βρει μια θέση εντός μας

Κυνικό και το χαμόγελο
του άλλοτε συντρόφου
που ρόλο ανοίκειο
δέχθηκε να παίξει

Κυνικοί κι εμείς
που θεατές παρατηρούμε
όσα χωρούν στο βλέμμα μας
τα άλλα είναι εκτός περιθωρίου
και ορίου λέξεων.

Frank O’Hara, Μουσική

Αν σταθώ για λίγο κοντά στο Ικουέστριαν
σταματώντας για ένα σάντουιτς με σάλτσα από συκώτι στο Μεϊφλάουερ Σοπ
εκείνος ο άγγελος μοιάζει να οδηγεί το άλογο στου Μπέργκντορφ
και είμαι γυμνός σαν τραπεζομάντιλο, τα νεύρα μου βουίζουν.
Κοντά στο φόβο του πολέμου και στα αστέρια που χάθηκαν.
Στα χέρια μου έχω 35 σεντς μονάχα, δεν έχει νόημα να φάω!
και σιντριβάνια αναβρύζουν πάνω απ’ τις στέρνες με τα φύλλα
σαν τα σφυριά ενός γυάλινου πιανοφόρτε. Αν σου μοιάζει
να έχω χείλη λεβάντας κάτω απ’ τα φύλλα του κόσμου,
πρέπει τη ζώνη μου να σφίξω.
Μοιάζει με μηχανή τρένου εν κινήσει, η εποχή
της ταλαιπωρίας και της διαύγειας
και η πόρτα μου είναι ανοιχτή στα απογεύματα του καταχείμωνου
χιονιού που πέφτει ανάλαφρα πάνω στις εφημερίδες.
Σφίξε με σαν δάκρυ στο μαντήλι σου, τρομπέτα
του απομεσήμερου ! μέσα στης καταχνιάς το φθινόπωρο.
Καθώς στήνουν τα χριστουγεννιάτικα δέντρα στη λεωφόρο Παρκ
θα δω τα ονειροπολήματα μου να περνούν με σκύλους μέσα σε κουβέρτες,
για κάποιο λόγο πριν αρχίσουν όλα αυτά τα φώτα των χρωμάτων!
Μα τέρμα πια τα σιντριβάνια τέρμα και η βροχή
και τα μαγαζιά μένουν ανοιχτά μέχρι τρομερά αργά.

*Από το βιβλίο “Ποιήματα”, σε εισαγωγή-επιλογή-μετάφραση Γιάννη Λειβαδά, εκδ. Ηριδανός. Από τη σελίδα του George Panos.

Ζ. Δ. Αϊναλής, Θέσεις για μια ποιητική της ευθύνης: ΛΕΞ όρμα τους, γάμα την εικόνα τους

[Απόσπασμα από το 3ο τεύχος του «Βόρεια Βορειανατολικά» /2019]

Ο ΛΕΞ γράφει για όλους όσους έχουν χάσει τη φωνή τους, για όλους όσους δεν μπορούν να μιλήσουν, για όλους όσους δεν έχουν τίποτα πια.

Γράφει για τους ταπεινούς και πεινασμένους, για τους άφραγκους, για τους ανέργους, για τους μετανάστες, για τους φυλακισμένους, για τους κουρασμένους ανθρώπους με τα πολλά αδιέξοδα, για την πιτσιρικαρία που ξέρει πως δεν έχει κανένα μέλλον αλλά που δεν το βάζει κάτω και δεν απελπίζεται, για ανθρώπους με μεγάλα όνειρα και σπασμένα φτερά. Για τη «φύρα», τα «παιδιά απ’ τα διαλυμένα σπίτια», για τους ανθρώπους που «επιβίωσαν απ’ τη βία του να μην έχεις μία». Για όσους «ζουν τον έρωτα σε νοικιασμένα σπίτια / που ‘χουν κομμένα ρεύματα και απλήρωτα ενοίκια». Γράφει ακόμα και για τον φοιτητή που του την λέει:

«Μου λέει, γάμησε τους ράπερς, μίλα για τη ζωή,
Όροφο προς όροφο, γραμμή προς γραμμή,
Ωραία, ρευματοκλοπές, υποτροπές λογαριασμοί,
Ανεργία, αφραγκία, μπάτσοι, Χρυσή Αυγή,
Μεροκάματα του τρόμου, εξώσεις, πλειστηριασμοί,
Και η γειτόνισσα να λέει πως γίναμε γραφικοί,
Μην ρωτάς άμα το ζω, αδερφούλη το ζω,
Με τσιγάρα και σφυρίχτρα λίγο πριν τον σεισμό»

ΛΕΞ, «Πολυκατοικίες»

Κυρίως, όμως, ο ΛΕΞ, γράφει για τους ανθρώπους που δεν έχουν τίποτα άλλο στον κόσμο από τον εαυτό τους, για τους ανθρώπους που η μουσική του είναι η μοναδική παρηγοριά τους. Γράφει για τη δική του κοινότητα, «τ’ αδέρφια του», και τη δική του γενιά, «του ενενήντα γενιά»:

«Ρώτησε τ’ αδέρφια μου ένα-ένα
Δεν έχουν τίποτα στον κόσμο σαν κι εμένα
Τίποτα στον κόσμο σαν κι αυτούς
Τίποτα στον κόσμο σαν κι αυτούς
Ξέρουνε τους δρόμους σαν το σπίτι τους (απ’ έξω)
Έμαθα όσα ξέρω απ’ τους καλύτερους
Δεν φταίει το σχολείο για όσα μπόρεσα
Φταίει που πεινούσα και δεν χόρτασα
Βρήκα δέκα λέξεις και τις κόλλησα
Το rap είν’ ο πατέρας που δεν γνώρισα
Κολλημένος, κολλημένος, κολλημένος
Το τρέχω σαν να ‘μαι κυνηγημένος
Ο πλανήτης επικίνδυνο μέρος
Πώς γίνεται και νιώθω ευλογημένος;
PS4 στο νέο τσαρδί μου
Τώρα, μάνα, ζω απ’ τη μουσική μου
Πληρωμένοι όλοι οι λογαριασμοί μου (αμήν)
Θα πεθάνω αν δεν με νιώθουν οι δικοί μου
Όπως με κρίνω εγώ, ποιος θα με κρίνει; (κανείς)
«Τώρα, μάνα, ζω απ’ τη μουσική μου
Είν’ απ’ τον δρόμο και στον δρόμο θα μείνει (τσιμέντο)
Με φυλάει και μου λέει «έχεις ευθύνη»
Δεν έχω τίποτα στον κόσμο σαν εκείνη
Ελλάδα, ευχαριστούμε για την έμπνευση
Διασχίζουμε τους δρόμους σαν παρέλαση (δεν θέλεις)
Δέκα εκατομμύρια σαν κι εμάς
Να ξυπνάνε, να σου κλέβουνε το cash
Προσευχόμαστε γι’ αυτό σαν να πιστεύουμε
Ρώτησε τον Skive, μες στο studio χορεύουμε
«Κώτσο» μου ‘λεγες «εσένα εμπιστεύομαι»
Σου είπα «θα τα μοιραστούμε όταν τα καταφέρουμε»
Κερδίζουμε σ’ αυτό σαν να ‘ναι sport
23-10 χάνουνε στο score
Υγρή Θεσσαλονίκη, είναι το σπίτι μας (δικό μας)
Τρέχουν οι σταγόνες απ’ τη μύτη μας (αψού)
Όπου δούλευα, περνούσαν τα ξεφτέρια
Κλείνανε τα μάτια μου στα πιο πολλά νυχτέρια
Ήθελα φράγκα, ζεστά σαν καλοκαίρια
Σαν φαντάρος με μια απόλυση στα χέρια
Δεν κοιμόμουνα, αυτό το λέω πρόβλημα
Φοβόμουνα μη γίνω μια κηλίδα στο οδόστρωμα
Ξέρω τον κώδικα, όχι στα μικρόφωνα
Όσοι έκαναν δουλειές, πάντα μιλούσαν χαμηλόφωνα
Τώρα τα νώτα μου φυλάν μπας και ρεφάρουμε (όλοι τους)
Ποτέ τους δεν το λεν πριν να το κάνουνε
Ακόμα με ρωτάς για ποιους ραπάρουμε;
Γι’ αυτούς με τα NorthFace κι όσους δεν έχουν να τα πάρουνε
Είμαι παιδί αυτής της γης, δε θέλω βία
Δε βλέπω χρώματα, έχω αχρωματοψία
Δε φοβάμαι ποιος θα ‘ρθει να μου την πέσει
Με χαιρετάν σε γλώσσες που δεν ξέρω και μ’ αρέσει
Δεν έχω τίποτα στον κόσμο σαν κι εμένα
Τίποτα στον κόσμο σαν κι εμένα.»

(ΛΕΞ, «Τίποτα στον κόσμο»)

Η μουσική του, «που είναι από τον δρόμο και στον δρόμο θα μείνει» τον φυλάει και του λέει πώς «έχει ευθύνη». Ο ΛΕΞ είναι από τους λίγους σύγχρονους καλλιτέχνες που θέτει την ευθύνη για την τέχνη του, την ευθύνη για τον ίδιο και την κοινότητά του, σε καλλιτεχνικό επίπεδο, και για τον ίδιο και τα παιδιά του (για την επόμενη γενιά δηλαδή), σε ιστορικό επίπεδο, σε πρώτη προτεραιότητα. Πρόκειται για την προσωπική ευθύνη πρώτα-πρώτα απέναντι στον εαυτό του, ως άτομο και ως καλλιτέχνη, μια βαθιά ηθική στάση ζωής, που αναλαμβάνει στο ακέραιο τις συνέπειες των επιλογών και των πράξεών του («Κι έχω πάντα την ευθύνη για όσα πάθω», «Μουσική για τσόγλανους»). Ηθική στάση ζωής που στρώνει έναν δρόμο στον οποίο ο ίδιος οικειοθελώς δεσμεύεται να πορευτεί. Ο δρόμος δεν είναι προσωπικός και το γνωρίζει. Ο ίδιος μεσολαβεί για ν’ ανοίξει ο δρόμος, αλλά γνωρίζει -ή ελπίζει- πως δεν είναι παρά ένας αναβαθμός της πορείας, ο απαραίτητος συνδετικός κρίκος μεταξύ του παρελθόντος («Οι μεγάλοι δε με ξέχασαν, θυμούνται / με ξέρουν από τόσο δα και συγκινούνται») και του μέλλοντος («Οι μικροί πίνουν χημείες κι αιωρούνται, / με βαραίνουν όταν πάνω μου κρατιούνται.»). Ο ΛΕΞ τοποθετείται ιστορικά εντός του παρόντος του, με απόλυτη αυτογνωσία, διότι γνωρίζει πως αυτό είναι το χρέος του ως καλλιτέχνη. Χρέος που το επωμίζεται κι ας τον «βαραίνει». Καταλυτικό ρόλο σε αυτό παίζει η αγάπη και ο έλεγχος της κοινότητας. Αυτή η ευθύνη την οποία αισθάνεται απέναντι στ’ «αδέρφια του», που ξέρει «πως δεν έχουνε τίποτα στον κόσμο σαν κι εκείνον», τον γειώνει με την πραγματικότητα, τη δική τους και τη δική του. Η κοινότητα δεν τον κρίνει (άλλωστε: «όπως με κρίνω εγώ ποιος θα με κρίνει (κανείς)»), αλλά ο ίδιος στέκεται αυστηρός κριτής του εαυτού του διότι αισθάνεται υπόλογος απέναντι στην κοινότητα. Η στάση αυτή, ενστικτώδης και βιωματική, το ότι δηλαδή ο καλλιτέχνης είναι υπόλογος στην κοινότητά του, υπόλογος στην Ιστορία, υπόλογος στους γονείς του και στα παιδιά του, τονίζει την αίσθηση της αυστηρής ιστορικότητας και προοπτικής που διαποτίζει τους στίχους του ΛΕΞ και, ακριβώς επειδή έρχεται από μακριά, από τα βάθη των αιώνων της λαϊκής παράδοσης, βρίσκεται σε πλήρη αντιδιαστολή με το ασύδοτο εγώ της πλειοψηφίας των σύγχρονων καλλιτεχνών.

*Διαβάστε ολόκληρο το δοκίμιο στην έντυπη έκδοση του τρίτου τεύχους του περιοδικού: https://www.politikalesvos.gr/z-d-ainalis-theseis-gia-mia-poiitiki-tis-eythynis-lex-orma-toys-gama-tin-eikona-toys/?fbclid=IwAR09xd8ad-SfP5lTViruI1Mtgkrxa3bD7pwEan9xGAnATBAof2uKcWR4vrA

Ιωάννα Λιούτσια, Ανάπαυση

Την ώρα που είσαι έτοιμος να κοιμηθείς
κι έρχεται ο Μορφέας να σε πάρει,
την ώρα που σιγά σιγά ενώνεστε
πρώτα τα ακροδάχτυλα
κατόπιν οι παλάμες
ύστερα τα πλευρά και πάει λέγοντας,
όπως ερωτικά αγκαλιάζετε ο ένας τον άλλον
εσύ κρατάς τα μάτια σου πεισματικά ανοιχτά
σαν το αγρίμι τον παλεύεις,
σαν το εκκρεμές ανησυχείς
δεξιά-αριστερά
μη σε φιλήσει.
Μένετε αγκαλιασμένοι αλλά άυπνοι.
Και τι φοβάσαι;
Πως τάχα θα σε βουτήξει μες στη θάλασσα;
Πως θα σου κάνει πατητές εκεί που δεν πατάς;
Τον αναγκάζεις να περιμένει στα ρηχά για να φανείς
κι ακόμη και στον ύπνο σου, φοβάσαι
μη σου τη φέρει ο Ύπνος
και ξανοιχτείτε στον Αιώνα.

*Από τη συλλογή “Ανοιχτά φωνήεντα και δαγκωμένα σύμφωνα”, (2022) και από εδώ: https://thepoetsiloved.wordpress.com/2022/10/18/ioanna-lioutsia-anapausi-ιωάννα-λιούτσια-ανάπαυση/

**Έργο τέχνης: Norman Cornish.