Μανώλης Αλυγιζάκης, Δύο ποιήματα

ΕΠΙΠΤΩΣΗ

Όντως ήταν αληθινό και το δεχτήκαμε. Πέθανε
ο Θεός μας. Τον θάψαμε χθές το απόγευμα χωρίς
τραγούδια ή παιάνες, δίχως κλαυθμούς και μοιρολόγια
κι ανάλαφροι ενιώσαμε, τίποτα πιο πολύ δεν μας
γαργάλαγε παρά το ύφος της μουντής μέρας ενώ ο φόβος,
θα `λεγα, βαθιά μες την καρδιά μας είχε καταχωνιαστεί.
Στην σκοτεινή αίθουσα του γραφείου κηδειών κουμάντο
έκανε η θλίψη κι έξω απ’ την πόρτα οι ζητιάνοι απλώνανε
το χέρι και ζητούσαν αυτό που δεν θα τους δίναμε,
ευπρέπεια του φιδιού που δίχως δόντια εμφανίστηκε,
κι η μαγνόλια που άνθισε μενεξελιά μπουμπούκια πάνω
στο νυφικό κρεβάτι κι εμείς μες τη φωλιά του αετού
γεμίσαμε κουράγιο το δισκοπότηρο μας και το τοξεύσαμε
στα τέσσερα της οικουμένης άκρα κι υποσχεθήκαμε ποτέ
συστήματος θύματα να μην πέσουμε.

Τον κόνδορα κληρονόμο της σάρκας κηρύξαμε.
Τον άνεμο και τη βροχή κάθαρση ονομάσαμε.

Ευοί, ώ, λεύτερα στοιχεία, ευοί.

Πολλαπλασιαστείτε και κατακτήσετε τη γη
κάποιος εφώναξε. Κι ήταν σωστό.

IMPACT

And since the new reality was upon us we truly
accepted it: our God was dead. Buried him yesterday
afternoon with no songs, no paeans, nor lamentations
and we felt a lot lighter. Nothing was as ticklish as
the mood of the somber day while fear, I’d say, was
hidden deep in our hearts. Sorrow reigned in the black
funeral home while beggars, outside, stretched their
hands asking for what we couldn’t spare: decency
of the new serpent who appeared without fangs,
feverish magnolia bloomed its purple flowers over
our nuptial bed and in an eyrie we filled our chalice
with courage and shipped it to the four corners of
the universe and promised never to be trapped again
in the idiocy of a system.

The Andean condor we declared heir of the flesh
the wind and the rain we proclaimed our catharsis

evoe, oh, free elements, evoe

multiply and conquer the earth someone said and
it was good

*

ΜΑΤΑΙΟΤΗΤΑ

Ξαφνικά διαισθανθήκαμε πως η σάρκα, που τον πόνο
και τα όνειρά μας κουβαλούσε, ιδιοκτησία μας δεν ήταν
αφού είχε κιόλας πεθάνει ο Θεός μας κι απαράδεκτο
ήταν να μη λάβουμε υπ’ όψη τα δάκρυα του νεκροθάφτη.
Εμείς δεν κλάψαμε διόλου, ξέραμε ήταν γέρος πια, και
τελικά το καταλάβαμε πως είχε πεθάνει και ο άγγελος που
μας συμβούλεψε να δείξουμε συμπόνια, εκείνος που μας δίδαξε
την ηθική κι επιτέλους έπρεπε να βασιστούμε στα πουλιά
που μέλλονταν να αναζωγονήσουν την αγάπη κι εμείς
να δείξουμε στο γείτονα συμπόνια που άρχισε τη μέρα μ’ ένα
πιστόλι στην παλάμη και καρφωμένη τη ματιά του πάνω μας
σαν να `λεγε ‘μην και τολμήσετε…’ πρόταση που ήταν
σε αντίθεση με το Κυριακάτικο τραπέζι μας και μάταια
επιμέναμε ν’ ανάβουμε το λύχνο.

FUTILITY

We suddenly felt the flesh that carried our pain and
our dreams was foreign to us since our God had died
and inappropriate it was not to take into account
the undertaker’s tears. We had none, God was too old
we thought and finally we understood the angel
who advised us to show compassion, who advocated
morality, had also died and we had to rely on the birds
to recommence our sentimental love and understand
our neighbor who started his day brandishing a pistol
in his hand, his eyes fixated on us as though saying
you better not… a sentence that contradicted meaning
of our Sunday dinner and in vain we insisted to light
our oil lamps.

Κατερίνα Φλωρά, Παρελθοντικό

Κάλεσμα αγνώστου
στην άκρη του δρόμου
στη μέση της μέρας
που γκρίζα περνούσε.

Παρελθόντος φωνή
εικόνες ξύπνησε
ήχους παιδιών
στην ολοζώντανη αυλή.

Μα πάλι η μνήμη δεν κατάφερε
φιγούρες να σχηματίσει
δονήσεις να ανασύρει
ιστορίες να αφηγηθεί·
θολή παρέμεινε η εικόνα.

Μια γνώριμη φωνή μ’ ένα οικείο βλέμμα
τη μνήμη ξεσκονίζουν
σαν κάτι να γίνεται τώρα
ενώ η εικόνα ξεθωριάζει.

In Memory of Antigone Kefala (1935-2022), Four poems

The Place

I

The place was small, full of hills,
palm trees, almond trees, oleanders,
glass flowers falling from the sky
on the ascetic hills, the bare houses.
The ancients had been there looking for copper.

Around the courtyards in the dusk
grey men in army coats
followed the leader round the ramparts.
At night after the toll, the three
would come dressed up to count the souls.

We waited there two summers.
Tall birds with upturned beaks
picked us like grain.
We moved in herds
waited with patience to be fed
drank at the water places
between the walls our necks grew longer
stretching for the night.

II

The ships, we heard, had sunk
weighed with the charity of the new world
that kept on feeding us with toys,
letters in foreign tongues
that we could not decipher.

We gave them to our silent children, onyx-eyed,
brought up on wakes for spirits that had gone
and knew each drop that added the ingredients
to the day in the appointed measure.

For them, we looked at the cross roads
to find only the sound of running water
and the dusk settling in plum coloured
over the hills
the coolness of the evening full of promise.

III

They came in spring with the great winds
the buyers
walked through the gates in groups
their marrow discoloured
their eyes ashes
gestures full of charity.
Bidders, in markets for flesh
untouched by the taste of the coffee
and the scent of the water
on the hot stones.

IV

We travelled in old ships
with small decaying hearts
rode on the giant beast
uncertain
remembered other voyages
and the black depths
each day we feasted on the past
friends watching over
the furniture of generations
dolphins no longer followed us
we were in alien waters.

*

Ceremony

She came up the stairs
in the thin white dress
with flowers in her hair,
unseeing
splashing through
the milky afternoon.
This exquisite fear
that advanced on all sides
a sea
to which she could not
give herself.

*

Blood


In the metallic light
the pavements
were rivers of blood
flooding the gutters
this hot, transparent liquid
made of silk
live, breathing on the stone
trying to defend itself
from the invisible killers
that were watching
watching this magnificence
this red flowering
shrinking, freezing
vanishing into the ground.

*

They Are Still Coming


I

They are still coming
coming at night to take me away
and I run out of the lighted house
down empty streets, dogs barking,
whistles, leather voices of men.
I run pushed by a panic so strong
that I see my shadow fleeing
before me, white and transparent
in the moonlight.

Yet I am running with another
a companion, shuffling in his rag-
covered feet, his long black coat
his shadow gigantic in the search
lights, and I whisper to him
hoarsely in the dark
run . . . run . . . they are coming.

II

At dawn we are still moving
paralysed in a white light
over marshes, between thick
fleshy stalks, the menace
everywhere, suffocating
rising from the ground
pressing from above
tighter and tighter.
No wind.
Just the companion, silent,
faceless, crunching through
the weeds, weighed with
this speechless suffering
the burden of these deaths.

Παναγιώτης Γαλανόπουλος, Τρία ποιήματα

ΤΟ ΑΔΕΣΠΟΤΟ ΠΟΙΗΜΑ

Το ποίημα όλο πηγαίνει.
Πού πηγαίνει;
Πηγαίνει από δω κι από κει.
Θα σταματήσει άραγε κάπου;
Θα σταματήσει σ’ αυτή τη σελίδα;
Ή μήπως το ποίημα της επόμενης σελίδας
Δεν είναι παρά η δική του επόμενη σελίδα;
Μήπως και κάθε άλλο ποίημα
Είναι μια ακόμα δική του σελίδα;
Θα σταματήσει άραγε κάπου
Ή μήπως πηγαίνει για εκεί
Όπου δεν υπάρχει πού;

*

ΑΙ ΣΥΚΕΑΙ

(όταν καπνίζει ο λουλάς εσύ δεν πρέπει να μιλάς)

Ενώ οι φυλλωσιές εθρόιζαν υπόπτως
εις τας παρυφάς της κατασκηνώσεως
ενώ τα ύδατα έπιπταν μετ’ εντάσεως
επί των απορρώγων βράχων
ενώ ο ήλιος εβυθίζετο καθέτως
εις Δύσιν ή Ανατολήν
ενώ οι γάιδαροι εγγάριζαν ασυστόλως
εν μέσω ακάνθων και ξερολιθιών
κατ΄ εντελώς παράδοξον τρόπον
μόνον αι συκέαι έμεναν ακλόνητοι
μονοκλώνοι
υπερήφανοι
καρποφόροι
ακόμη και εις περιόδους λειψυδρίας
ακόμη και εις περιόδους λειψανδρίας
μόνο αι συκέαι έμεναν σιωπηλαί

*

ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ΓΡΑΦΤΕΙ ΑΚΟΜΑ

1 Τρωγλοδυτικό στίγμα (αρχετύπου όξους)
2 Σιαμαία τσουλήθρα
3 Αρρυθμία γνωμοδοτήσεως
4 Ανάμειξη με τον εγκέφαλο του τραγουδιστή
Ντόνοβαν
5 Γιατί οι ήρωες που κατόρθωσαν να σκοτώσουν ένα
φοβερό δράκο πέθαναν σχεδόν αμέσως μετά τη
γενναία τους πράξη;
6 Βιολιού στουπιά
7 Ψαλμωδίες ώχρας
8 Οικτρά σκατά
9 Λιμήν κίτρινος
10 Μεγάλων μουσικών σιγή
11 Χρώματος χώμα
12 Φρενήρες ρείθρο
13 Εκκωφαντικό όριο
14 Επιτυχή κρέμα
15 Αμάλγαμα τρυφερού προφίλ
16 Αδενοκτοπία
17 Αφιονισμός θεσπισμένου ίχνους

*Από τη συλλογή “Τραίνα στο σκοτάδι”, εκδ. Απόπειρα, 2012.

Λεωνίδας Καζάσης, Δύο ποιήματα

ΑΝΕΝΔΟΙΑΣΤΩΣ

Η ψυχή δεν θ’ ανταμώσει το αέτωμα του αυγερινού,
η οδύνη νικήτρια εστέφθη στην δίνη του κατατρεγμού.
Της ανίας οπαδοί το απάντεχο ξορκίζουν˙
η ελπίδα που την σκοτώνουν, παιδί ονομάζεται,
η χαρά που την σταυρώνουν, λαγνεία! Και δικάζεται.
Τις αλυσίδες σας υμνείτε!
Στων αντιφάσεων τα δεσμά,
εγχειρίδιο αιχμηρό ακονίζω,
τον δραπέτη ζηλεύοντας.

*

Τι θα έγραφα εάν ήσουν, εάν έμενες, όμως, όμως δεν στάθηκες.

«Una mattina mi son svegliato» των Φαραγγιών Μαρία

Τα μαύρα χρώματά σου αγέρωχα στέκονται
παραστάτες του απροσπέλαστου.
Η σιωπή σου την σιωπή διακυβεύει.
Τα ρηχά επισκέπτεσαι δίχως να θέλγεσαι από δαύτα,
ξέρεις ότι δεν θέλγεσαι από δαύτα.
Ψηλή, ξερακιανή, με την κατράμικη ωχράδα σου,
που τους κονδυλοφόρους διεγείρει,
στα πυροβόλα φλεγματική θα σταθείς,
την δυσαπόκτητη ειρήνη απεικονίζοντας.
Μελάνι της φαντασίας μου στο στέρνο σου στάζει,
η έκφραση αυθαίρετα χαράζει;

Δημήτρης Δούκαρης, Σε είπανε θεό

Σε είπανε θεό
και δεν Σε πίστεψα,
γιατί αν ήσουνα
θα ‘χες φόβο
θα ‘χες τρόμο
θα ‘χες ντροπή
γιατί αν ήσουνα
θα σε λυπόμουν-

Σε είπαν επανάσταση
και σ’ ακολούθησα
ήθελα να γκρεμίσεις
ήθελα να χτίσεις
ήθελα να τελειώσεις
και ν’ αρχίσεις
ήθελα ν’ αλλάξεις
κι Εσύ
κι εγώ
και μ’ άφησες στους πέντε δρόμους

Τζίμης Ευθυμίου, Δύο ποιήματα

Η ΚΛΙΜΑΞ


Να σταθείς ακριβώς στη μέση της σκάλας

Ανάμεσα σ’ αυτούς που πέφτουν κι αυτούς που συνεχίζουν

Τους μετέωρους και τους μετεωρίτες που επιθετικά αναπτύσσονται.

Στάσου κει όπου το κατώφλι δεν ξέρει, ακριβώς
αν είναι είσοδος ή έξοδος, για πού επίσης.

Στάσου, να γίνεις Οδοδείκτης, Τοπόσημο να γίνεις, Δρόμος,
τόσες πατημασιές έτσι κι αλλιώς στην πλάτη σου.

Έτσι που

ή θα βρεις το δρόμο,

ή που θα γίνεις εσύ ο δρόμος.

*

ΚΑΝΕΙΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΣΦΑΛΤΟΣ


Αν ήταν, θα χανόταν με στροφές πίσω απ’ τους λόφους.

Αν ήταν θα σήκωνε όλη την κυκλοφορία.

Αν ήταν θα ΄ταν πάρκινγκ.

Αν ήταν θα ένωνε το σπίτι μου με το δικό σου.

Αν ήταν θα γέμιζε αντικατοπτρισμούς,
νερά που δεν υπάρχουν κάτω απ΄ το μπλε που αχνίζει,
πέμπτο σύννεφο πιο κάτω
στάση Παναγιά.

Αν ήταν άσφαλτος δε θα ‘τανε κανείς
αν όχι άνθρωπος. Το απλό είναι περίπλοκο.

Η άσφαλτος δε χάνεται ποτέ. Σφάλλειν είναι
ένας δρόμος με στροφές
κι ως προς τον εαυτό τους,
πρέπει να ‘χεις ψηλό διαφορικό

μπορεί πάλι
και να χαθείς στο δρόμο, πρέπει να ‘χεις ψηλό ηθικό.

Για να μπορείς να δεις τι βρίσκεις όταν χάνεις.

Δε μπορείς να μπεις δύο φορές στο ίδιο ποτάμι.

Όμως μπορείς να πέσεις καταρράχτης και να
ξεκινήσεις ένα νέο ποτάμι.

Κανείς δεν είναι άσφαλτος

ευτυχώς

είμαστε όλοι μονοπάτια.

*Από τη συλλογή «Επισκευή ουρανών», εκδ. Ορίζοντας Γεγονότων.

Για τον ζωγράφο Μπασιάκo

Μαριάνθη Μαρκοπούλου*

Ας πω εδώ για τον ζωγράφο Μπασιάκo. Υπήρξε μια εποχή που σταμάτησε να γράφει, πήρε πινέλα και μπογιές, κι ό,τι έβρισκε πεταμένο στους δρόμους, τάβλες, σανίδια, τελάρα, χαρτόνια, τα μάζευε και τα ζωγράφιζε. Και όλο αυτό κάποτε το έφτιαξα μια ιστορία, ένα διηγηματάκι, του το διάβασα και του άρεσε∙ να μου το αφιερώσεις μου είπε, εννοείται του είπα, αλλά απέμεινε έτσι, ημιτελές, αλλά με την αφιέρωση επάνω.

Τέλος πάντων, η ιστορία μιλάει για μια γαλάζια μονοκατοικία από αυτές τις μικρές με το μωσαϊκό στο πάτωμα και γύψινα στα ταβάνια, με τη εξωτερική σιδερένια σκάλα σαν ελατήριο, που ξέμεινε ακατοίκητη σε μια γειτονιά με νεόδμητα. Μια φάλτσα νότα. Και ήρθε η ώρα της και αυτηνής, είναι η μέρα της κατεδάφισης, ο εργολάβος είναι ήδη εκεί, περιμένει, τα συνεργεία τον έχουν στήσει, αρχίζει να τριγυρνάει μέσα, ντενεκέδια και εφημερίδες κάτω από τα πόδια του, και για πρώτη φορά o εργολάβος, βλέπει, προσέχει μάλλον, τους ζωγραφισμένους τοίχους.

Γιατί η μονοκατοικία είναι από άκρη σε άκρη ζωγραφισμένη, δεν υπάρχει ούτε μια πιθαμή άδεια. Αλλού έντονα κόκκινα, πορτοκαλί, πράσινα, αλλού σκοτεινιές, λέξεις πεταμένες εδώ και εκεί, φόντα δαιδαλώδη, και ανάμεσα ουρανοί, καταιγίδες, τρένα, γάργαρα νερά, καραβάνια περιπλανώμενων, αλέες με αγάλματα∙ μια τοιχογραφία, όπου τα δίχτυα ψαρεύουν αστεράκια, οι γοργόνες ξεπροβάλουν στον καπνό της πίπας του μοναχικού ναύτη Ταπίνι, ο πεθαμένος καπνίζει ξαπλωτός μέσα στην κάσα του όσο μια χαρωπή πομπή τον συνοδεύει, ο βιολιτζής παίζει το βιολί του μόνος σε μια βουνοκορφή, ή συνοδεύοντας ως αερικό τους ερωτευμένους, το λεωφορείο χάνεται στο δάσος και έχει για συνοδηγό έναν γάιδαρο και για επιβάτες μια νύφη και μια τσιγγάνικη ορχήστρα, και ένα τραπέζι με κάθε λογής φαγητά, και ποτήρια που τσουγκρίζουν, και σύννεφα, (μπορεί να δούμε και την νιότη μας εκεί), περιπατητές, γάτες που λιάζονται στα καμπαναριά, μουστακαλήδες που βγαίνουν από λαγούμια, δημαγωγοί πάνω σε βαρέλια, κι ένα περιπλανώμενο τσίρκο με τους ακροβάτες του και – εννοείται – τρύπια τέντα. Ένα όργιο από λεπτομέρειες, από χαρωπές παρέες, από θλιμμένους μόνους, από μπουγάδες που στεγνώνουν στα βράχια, κι ένα ολόκληρο χωριό σε μια γιορτή και μικρές φωτιές, και κυκλικοί χοροί, και πρόσωπα, παντού πρόσωπα, με ανάγλυφα βλέμματα, με έντονες μύτες, με γραμμές άγριες σαν αρχαίου πολιτισμού κάποιου προϊστορικού σπηλαίου∙ κοίταζε απορημένος ο εργολάβος, ποιος μουρλός να τα ζωγράφισε όλα αυτά; Εμείς ξέρουμε ότι τα ζωγράφισε ο Μπασιάκος. Αυτός είναι ο ζωγράφος και αυτά τα έργα του.

Και όλο αυτό το μπασιακικό σύμπαν, οι μπασιακικοί κήποι μπαίνουν μέσα στο δισάκι του, αυτό που παίρνει μαζί του στα «μαύρα χώματα», μαζί με μια «φούχτα πάτριο ουρανό», τον δικό του αιώνα, εκεί που ορίζει την καταγωγή του, όπου τα γκρουπάκια κάνουν πρόβες και βγαίνουν οι μουσικές από τα υπόγεια να συγκλονίσουν τον περαστικό πιτσιρικά και να αλλάξει μεμιάς ο κόσμος του, όπου ένα ποίημα αρκεί να σου φέρει τα πάνω κάτω, όπου φυσάει αυτός ο αέρας από κινήματα που αλλάζουν τον κόσμο, αυτός ο αέρας που σε παίρνει και σε σηκώνει και αντί να είσαι η απάντηση, γίνεσαι εσύ η ερώτηση. Δεν πρόκειται για παράλληλο κόσμο. Είναι αυτός ο ίδιος ο κόσμος μέσα από τα μάτια του ποιητή, όσων ζουν ποιητικά και ας μην γράφουν ποιήματα. Όλα όσα θα έβαζε σε μια χρονοκάψουλα να τα βρουν οι αρχαιολόγοι του μέλλοντος ή εξωγήινοι πολιτισμοί. Εκεί, και οι πεινασμένοι αρτίστες στις σοφίτες της Μονμάρτρης, τα στέκια, το χειροποίητο, οι τρύπες, με τις παρέες που συναντιούνται τυχαία κάτω από το αθηναϊκό δείλι, τα καταγώγια, με τις μουσικές και τα διαβάσματα που μας καθόρισαν, την πατρίδα του, γιατί με τι άλλο τρέφεται ένας ποιητής; «Με βιβλία και σινεμά τρεφόμασταν τότε», όλα αυτά που συναντιέσαι μαζί τους και αλλάζεις για πάντα. Γιατί εμείς λέει, «ό,τι διαβάσαμε δεν το διαβάσαμε σαν φιλόλογοι». Μας καθόρισε, έγινε οδηγός, απαράβατος κανόνας. Γιατί εμείς, όπου αγαπάμε, αγαπάμε. Γιατί το να ζεις σαν ποιητής είναι βαθιά πολιτική πράξη. Όσο επαναστατικό είναι να μπορείς να παραμένεις άνθρωπος. Όπως και το κέρασμα είναι πολιτική πράξη, η αγάπη, η ευγένεια, το μοίρασμα, να βρίσκεις δρόμο, να κάνεις ειρήνη με τη φύση των πραγμάτων.

Σκέφτομαι συχνά, σε αυτή την διετία που λείπει, που ήταν τόσο γεμάτη με πρωτόγνωρα πράγματα, τι θα έλεγε, για όλα αυτά που ζήσαμε και ζούμε. Και σκέφτομαι ότι ίσως φεύγουμε από αυτό τον κόσμο επιλεκτικά, όταν παύουμε να τον αντέχουμε. Και δεν ξέρω τι θα άντεχε ο Μπασιάκος που δηλώνει ήδη εμιγκρές σε αυτό τον αιώνα, παρείσακτος σε μια απάνθρωπη φαινομενική τελειότητα, σε ένα κόσμο άσπιλο, πειθαρχημένο, χωρίς φάλτσα, χωρίς κακές λέξεις και χωρίς γέλιο, αυτή την τόσο επαναστατική πράξη, «το γέλιο που θα σας θάψει».

Στο μπασιακικό δάσος, ο άνθρωπος είναι ατελής, incorrect, παιδεύεται από τις αντιφάσεις του, μπορεί να κλάψει στον ώμο του πρώην μπάτσου που θα στον έστελνε στην Σιβηρία, να συγκινηθεί με την γκαρσόνα του σκυλάδικου που απαγγέλει στίχους, να ακολουθήσει τον κλέφτη τραυματία στα μπουζούκια, να ζήσει παρέα με τα πρεζάκια σε ένα ξενοδοχείο της Βάθης, να γίνει φίλος με τον απατεώνα παπά με το τίμιο ξύλο. Ο ίδιος ο Μπασιάκος είναι μια τίμια αντίφαση, ένας εργατικός ράθυμος, ένας σεβαστικός βλάσφημος. Τον ενδιαφέρουν οι άνθρωποι, γεμάτοι πάθη και λάθη, αρκεί να εντοπίσει πάνω τους την αυθεντικότητα, την ατόφια συγκίνηση. Και αυτό το εσωτερικό ρίγος είναι το δείγμα, ο θερμοστάτης που μετριέται η συναισθηματική και πνευματική υγεία, η ηθική του μπασιακικού σύμπαντος. Είναι το χέρι που βλέπει να τον χαιρετά μέσα από μια κλούβα και ξέρει ότι είναι άνθρωπος δικός του. Το δράμα των ανθρώπων και οι χαρά τους. Η ανεπιτήδευτη φύση των πλασμάτων, όπως κελαηδεί το κοτσύφι∙ το κοτσύφι παίζει στα γραπτά του, είναι ο οδηγός. Αν το μέτρο του ποιήματος είναι τα πόδια από τα δουλικά που τα κουνάνε νευρικά στο παγκάκι καπνίζοντας στο ρεπό τους, αν αυτό είναι ο ρυθμός, τότε το κοτσύφι είναι η μελωδία. Και αυτό είναι το τραγούδι του, ή καλύτερα το τραγούδισμα του. Δεν θα μιλήσω για τον Μπασιάκο τραγουδιστή, εκεί και αν έχουμε φάλτσα καταγεγραμμένα…

Κάπου γράφει «καπνίζω και δεν έχω καμία όρεξη να ονειροπολώ», και παρότι εύκολα παρερμηνεύεται ως παραίτηση είναι ακριβώς το αντίθετο. Είναι ένας ύμνος στην στιγμή. Ζήτω η ύπαρξη και ζήτω η θνητότις. Και ζήτω το δέος, εκεί που η ύπαρξη θεριεύει. Η ποίηση είναι το ξεροκόμματο που έχει στη τσέπη να τον κρατήσει ζωντανό ως την επόμενη, είτε μόνος βολοδέρνοντας ανάμεσα στους σπουργίτες είτε στο καμαράκι, όπως κι ο έρωτας, που με ένα «Θοδωρή», θα τον κρατήσει ζωντανό για μια βδομάδα ακόμα. Και αυτή την θνητότητα γλεντάει, όχι με γέλια και χαρές μόνο, αλλά με δάκρυ, «με το λυπητερό αλλά και το χαρούμενο πένθος».

Στην ιστορία μου κατεδαφίζεται το σπίτι. Και η παλιά μονοκατοικία, που πράγματι υπήρξε και που επικοινωνούσε με σταλαχτίτες και υπόγειες στοές, γκρεμίστηκε. Και ο εργολάβος, που ιδέα δεν έχει από παλίμψηστα και ψηφιδωτά, από το ετερόκλητο πλήθος, από την ιστορία που γράφουν οι ανώνυμοι, και που πάνω στο πρόσωπο του ενσαρκώνονται όλοι οι διαχρονικοί βάρβαροι, οι εχθροί της φυλής, δίνει μια και τα γκρεμίζει όλα. Μόνο ένα κομμάτι μπογιά βάζω να έχει κολλήσει στο δάχτυλο του, ένα ενοχλητικό ίχνος που δεν βγαίνει όσο και να το πλένει. Ένα τατουάζ πάνω στο αποτύπωμά του.
Από τα έργα του Μπασιάκου τα ζωγραφικά, ελάχιστα έχουν μείνει. Σκορπισμένα και αυτά σαν τους στίχους του∙ όπως ζωγράφιζε έτσι έγραφε, καθισμένος σε άβολη καρέκλα, με τη πλάτη στο βοριά. Αλλά αν οι εχθροί έχουν εκρηκτικά και μπάλες κατεδάφισης «το δικό μας παντοδύναμο όπλο, είναι η αλήθεια». Ή αλήθεια «που συγγενεύει με την αλητεία» από την αρχαία έννοια της περιπλάνησης. Ας την γκρεμίσουν την μονοκατοικία. Αυτό το πανηγύρι, μπήκε ξανά σε στίχους. Όλες οι εικόνες είναι εδώ. Αχαρτογράφητες. Με ερημιές και βροχές και βιολιά και μέθη, και ο μεγάλος ρεμβασμός, με απλωμένα απαραιτήτως τα ποδάρια, και ξέφραγα οικόπεδα, ποδαρόδρομοι και άσκοπη περιπλάνηση, και καφενεία λαϊκά, που μυρίζουν γκάζι και τηγανόλαδο ή που συχνάζουν οι περίεργοι τύποι του Λαπέζ Αζίλ, «τα καφενεία που χωρίς αυτά δεν θα υπήρχαμε», σε αυτή την περιβόητη «προσμονή του απρόσμενου», και σπεύδε βραδέως, και πείνα αλλά χλιδή για όλους, και ερωτευμένα αστεροσκοπεία, αυτοδίδακτοι, ανεπρόκοποι, γνωριμίες των κρατητηρίων, των παμπ και των χαμαιτυπίων, των μύθων της κεντρικής λεωφόρου, ο πολύχρωμος πλανήτης, «τούτη η γη των προλετάριων» που αγάπησε, εδώ που είπε ν’ αφήσει «τα αλήτικά του κόκκαλα».

Ό,τι έχει στο σακούλι του και κουβαλάει μαζί του, το έργο των αφανών της γης, όσων εργάστηκαν για το κέφι τους, μη παίρνοντας πίσω ούτε χρήμα ούτε δόξα. Αυτοί είναι οι ήρωες του και αυτούς θέλει να κληρονομήσει. Και όλα δένουν γλυκά, στο τακτοποιημένο χάος που παίζει στα δάχτυλα του. Μπορεί να το παίρνει αμπάριζα η μπουλντόζα, αλλά σιγά, το σπάει άμα λάχει και εθελοντικά, όπως σπάει τις κασέτες με τα τραγούδια που μάζεψε με τόσο κόπο στην τελευταία σκηνή από το Γκάτζο Ντίλο ο πρωταγωνιστής και ύστερα χορεύει στον τάφο τους, έναν χορό χωρίς μουσική, μόνος. Δεν έχει σημασία. Ειπώθηκε. Βιώθηκε. Μια τελετή για την αριστοκρατία των απόκληρων, όπως του Σαρλώ, η ευγένεια του αντιήρωα που δεν καταδέχεται να ζει παρά μόνο για να ζει. Τόσο ελεύθερος που να μπορεί να τα απαρνηθεί όλα. Γιατί «το ζητούμενο δεν είναι η ευτυχία. Το ζητούμενο είναι η ελευθερία», κι όποιος ζει μέσα στο ποίημα, στο ποίημα μέσα θα πεθαίνει. Μάλλον αξίζει τον κόπο.

*Το κείμενο μου για την παρουσίαση του Γκαγκάν Μυτεράν, Vivere Freakolosamente, στο Αγρίνιο, 25/11, στο βιβλιοπωλείο Αγαύη και την επομένη στην Πάτρα, στο βιβλιοπωλείο Nouveau.

**Ζωγραφιά: Μπασιάκ, αυτοπροσωπογραφία.

Βάλια Γκέντσου, Τρία ποιήματα

ΓΥΑΛΙΝΗ ΣΦΑΙΡΑ

Κάποτε εμφανίζεται η μικρή νεράιδα
και μου πιάνει την κουβέντα
καθισμένη στη γυάλινη σφαίρα της
τοσοδούλα

Με αφήνει να βλέπω
σιωπηλές πεδιάδες την άγρια λεβάντα
και ∆ρυάδες να κρύβονται στις καστανιές
ντροπιασμένες
Σκύβω το κεφάλι

*

Ο ΗΧΟΣ ΤΟΥ ΚΑΡΦΙΟΥ

Σκέφτομαι συχνά
ξύλινα τραπέζια πλάι στο κύμα
καρέκλες άσπρη φορμάικα
κι ένα τασάκι στρογγυλό
νικέλινο
μισά τσιγάρα σβησμένα με μανία
τιμωρημένα για αταξίες ολόκληρες

μπροστά το απέραντο να καρφώνει

Το τραγούδι του πατέρα έρχεται τότε
εξαίσια αίσθηση νιότης παλιάς
με τη μάνα να κάνει τις δεύτερες
οι μουσικές που με μεγάλωσαν
μπόγοι που κουβαλώ
φτάνουν κοντά μου
ανάποδα

*

ΤΟΠΙΟ ΜΕ ΚΑΛΕΣ ΣΤΙΓΜΕΣ

Μαραμένα φύλλα ταπετσαρίας
η μάνα με τον «Αστέρα» καθισμένη στο σκαμνάκι
οσμές από βιβλία εικονογραφημένα

∆οξασμένη εποχή των μονοκοτυλήδονων

*Από τη συλλογή “Παραμύθια ανάποδα”, εκδ, Θεμέλιο, 2020.

**Στη φωτογραφία: Sabine Weiss, Rainy Monday.

Γιώργος Κοζίας, Τρία ποιήματα (και στα γερμανικά) 

Die Operette der Hunde

Mylords, ich präsentiere euch die treuen Hunde,
die Bastarde der Demokratie,
die Köter der städtischen Klasse,
Pudel, Terrier, Zwergspaniel.

Von Ewigkeit zu Ewigkeit
grüße ich meine eigene Rasse,

den schmutzigen Hund,
den Proletarier, Heimatlosen, Herumtreiber,
den Paranoiden, den unfassbaren Hundesohn,
den wütenden Surrealisten
den andalusischen Hund mit der glänzenden Klinge .

Mylords, ich bin nicht der Kavalier,
der Kamerad der Chefs.
Hündin aus Catania, schwarzes Geschoss…
Ich bin Sirius,
der strahlende Einzelstern, Alpha canis maioris.

#

Το εβραϊκό παντοπωλείο

Είμαστε εμείς που αναζητάμε
την Ομορφιά στιγματισμένη.
Είμαστε εμείς που το Άγνωστο
φθονούμε και το Μάταιο μας καταδιώκει.

Είμαστε εμείς που αγοράζουμε
τους απογοητευμένους εραστές.
Είμαστε εμείς που Ακόρεστοι πάλι
σπαράζουμε το κουφάρι του επιβήτορά μας.

Είμαστε εμείς τα κουταλάκια των πληβείων,
τα πασουμάκια και τα κομποσκοίνια των αγίων.
Είμαστε εμείς οι πορσελάνες των μικροαστών,
οι φιλήσυχοι, οι σιωπηλοί, οι νοικοκυραίοι.

Είμαστε εμείς κατεψυγμένα ομοιώματα
και κούκλες βιολογικές μισοτιμής.
Είμαστε εμείς η Αδηφαγία της ζωής.
Είμαστε εμείς η μόνη σας Ελπίς τοις μετρητοίς.

*

Der jüdische Laden

Wir sind es, die suchen
nach der Schönheit, die einen Makel hat.
Wir sind es, die das Unbekannte beneiden,
und uns verfolgt die Vergeblichkeit.

Wir sind es, die kaufen
Die enttäuschten Liebhaber.
Wir sind es, die wieder unersättlich
den Kadaver des Hengstes zerreißen.

Wir sind die Teelöffel der Plebejer,
die Hausschuhe und Rosenkränze der Heiligen.
Wir sind das Geschirr der Kleinbürger,
die Ruhigen, Schweigsamen, Familienväter.

Wir sind die tiefgekühlten Abbilder
und biologischen Puppen zum halben Preis.
Wir sind die Unersättlichkeit des Lebens.
Wir sind eure einzige Hoffnung in bar.

#

Απομεινάρια σε ένα ακόμα Βατερλώ

Κι αγαπηθήκαμε με άνομα κρεβάτια
αν σε στιγμές παραφοράς δοθήκαμε
στην ασωτία, στην αναίδεια

Αν ανοήτως υποκριθήκαμε
σε σάρκες αδύναμες
τάξαμε στέφανα κι αρραβώνες
ή ταπεινώσαμε άδικα εραστές

Τώρα που χάσαμε την μάχη
πεζοί επιστρέφουμε
ωραίοι κι άδοξοι αντάμα
ψάχνουμε ίσως κάποιο θαύμα

Η καθιέρωσις μας λείπει …
Δεν είμαστε οι πρώτοι
μήτε οι τελευταίοι
ρομαντικοί και τόσο νέοι

Πληρώνουμε την Μοίρα για να έχει
απομεινάρια σε ένα ακόμα Βατερλώ

*

Überbleibsel für ein zweites Waterloo

Wir lassen uns ein auf verbotene Liebschaften,
wenn wir in Momenten der Leidenschaft
der ungezügelten Schamlosigkeit nachgeben,

wenn wir uns der Schwäche
des Fleisches beugten,
versprachen wir Ehen und Verlobungen
oder demütigen die unpassenden Liebhaber.

Jetzt, da wir den Kampf verloren haben,
liegen wir am Boden,
schön und unrühmlich zugleich
finden wir vielleicht irgendein Wunder.

Uns fehlt der Segen…
Wir sind nicht die ersten
und auch nicht die letzten
so jungen Romantiker.

Wir zahlen für unser Schicksal, damit es
Überbleibsel gibt für ein zweites Waterloo.

**Μετάφραση: Γιώργος Καρτάκης & Dirk Uwe Hansen

*Πρώτη δημοσίευση των μεταφράσεων στο ηλεκτρονικό Φρέαρ, με ταυτόχρονη δημοσίευση στο περιοδικό Signaturen. https://frear.gr/?p=33114&fbclid=IwAR1_8SKSoyuYKo28diJiTinfR6pJjIj8dq_IQ4qMmxC13CWS_51eOwknWlA