Κατερίνα Ζησάκη, Ποιήματα 

σε υποθέτω
άρα ακούς


*


έστω ένας κακός άνθρωπος

έσο δι’ εμού
μια υπόσχεση σωτηρίας

κάθε φορά

κανονίσου να φέγγεις το δρόμο
τη νύχτα πάντα

βαρέθηκα

το φεγγάρι δεν είναι μια λάμπα
και θα το σπάσω

*
τι είπε ο σκύλος 2

τη στένεψα
για να χωρέσει στα ρούχα

θάρρος υπάρχει

για να ελέγξουμε αν είναι δυνατό
κλωτσάμε πρώτα

τα ρούχα χάλασαν
ταΐσου να φαρδύνεις

το βάρος μέσα

ή αλλιώς
προνόμιο

*

ΛΟΞΑ

να σκαρφαλώνεις το νερό

ν’ ακούς στο άσπρο
φως που εγκατέλειψε

*

ΜΟΥΑΒΑΤ

ωκεάνιο αίσθημα

τόσο χάος και πάλι η λύπη
να μην είσαι δέντρο.

*Από τη συλλογή «χωρίς εαυτό», εκδ. Έρμα, 2022.

2.Αναφορά στην ποιητική συλλογή της Τόνιας Κοσμαδάκη «Σκύλος», Απόπειρα, Αθήνα 2020.

Γιώργος Δυνέζης, Δύο ποιήματα

ΕΡΩΤΙΚΟ ΟΡΙΓΚΑΜΙ

[Πέτρωσα μέχρι νεωτέρας’
παραστέκω, μαστορεύω τετράγωνες φωτογραφίες
σαν επαρχιώτης στην πρωτεύουσα ερεθισμάτων
ξεροσταλιάζω σε σαρωτές ελάστρων
-γιατί ο έρωτας χάρτωσε ανεκπλήρωτος
τερατωδώς κι εγώ εκύρτωσα-
και να με συγχωράτε που
παρεμπιπτόντως
καταστρέφω το στερέωμα που μ’ αρρωσταίνει
κι ευχαρίστως
να κρεμαστώ αμεταμόρφωτος Πρωτέας
για να εορτάσω που δεν φτέρωσα
αλλά εφύτρωσα
κάτω απ’ των αστεριών την τρωθείσα
στεναχώρια]

αυτά μου έγραφε ο τύπος με τις ψηλές τιράντες
τότε που βάσταγε τον ουρανό
μην πέσει
που ανακάτευε τα γράμματα του έρωτα
κατασκευάζοντας
κάθε φορά και κάτι άλλο το ίδιο απαράλλαχτο’
όμως αργότερα απέλασαν κι αυτόν
-όπως χιλιάδες άλλους-
τον κατανάγκασαν σε μιαν αέναη διάτρηση
που να μετέρχεται
μόνο τα μάτια

*

GEISTERSCHREIBEN

Και ποιος δεν έχει δει κείνο τ’ ανώνυμο λουλούδι
να χώνεται ημίτρελο στην κάννη ενός όπλου
τόσο βαθιά που μεταγγίζει στον Ιούνη
μίαν απόψε δικαιολογία θλίψης – έτσι που φτάνει
το κοτσάνι έως το δάχτυλο του εκτελεστή
εκλιπαρώντας μην πατήσει και φανεί
στον φωτογράφο πυροβολισμό
ποιος είναι πίσω απ΄ αυτόν και πίσω απ΄ αυτόν
ποιος είναι – και πίσω απ’ ανώνυμο παιδί
ποιανής Σεκόγιας τανκ συγκρούεται με τανκ αληθινό
ποιος πέρα από τη σήψη και τα παράσιτα ανθο-
δεμένης φρίκης ποιος άλλος ποιος χαμός και ποιος
[κανείς, λοιπόν;] δεν έχει δει κείνο τ’ ανώνυμο λουλούδι
να χώνεται ημίτρελο στην κάννη ενός τανκ
τόσο βαθιά που μεταγγίζει στον Ιούνη
μίαν απόψε δικαιολογία θλίψης;

*Από τη συλλογή «μικρό και γήινο», εκδ. ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, 2022.

Χ. Π. Σοφίας, Τρία ποιήματα

ΜΙΚΡΟ ΒΑΛΣ


Δεν ωφελούν τα βήματα
αφού θα χαθούν

Ούτε οι κινήσεις των χεριών
που πενθούν

Φθάνει ένα βλέμμα σε μιαν ασπρόμαυρη
φωτογραφία

Για να κυλήσει ένα δάκρυ

*

ΑΠΟΥΣΙΑ


Πόσο μού άρεσαν τα χέρια σου
Επάνω στο θερισμένο σώμα της σιωπής
πριν την καλοκαιρινή βροχή
Όταν συλλάβιζαν τη μοναξιά των συνοικιακών ονείρων
Τα δάχτυλα της θλίψης τα διψασμένα για ερωτικές
προσευχές που λιγόστευαν τα μεσημέρια μου
Το αγκάλιασμα της απουσίας το χορτασμένο

*

ΓΥΝΑΙΚΕΣ


Οι γυναίκες κομμένες σιωπές
με ασημένιες δαχτυλήθρες στα κομμένα δάχτυλά τους
διασχίζουν τα δωμάτια μέσα από καθρέπτες

αγαπούν τους πλανόδιους πωλητές
και τα χελιδόνια που έρχονται τον Αύγουστο
να δοκιμάσουν τη σπιτική βυσσινάδα τους

*Από τη συλλογή «εαυτόν άγνωστον», εκδ. Κουκκίδα, 2022.

Jorge Palma, Bring back those who left already / Φέρτε πίσω αυτούς που έφυγαν ήδη

Let the ones who already left come back.
Those who left without voice
to the snails
no sound to the storms
no light to the windows.

Let the ones who left come back.
The ones that tied my bones
to your bones
the ones that were taken
one arm half a leg
those who do not want it
they left my heart on the mountain.

Let the ones who left come back.
Let them come out of the pictures
of the letters
of those horrible boxes
who hold them, night and day,
and throw them into a dark river
without grave.

Because the sea of time
returns them like wreckless,
and never ever
they end up dying.

Φέρτε πίσω αυτούς που έφυγαν ήδη

Ας επιστρέψουν αυτοί που έφυγαν.
Αυτοί που έφυγαν χωρίς φωνή
στα σαλιγκάρια
χωρίς ήχο στις καταιγίδες
χωρίς φως στα παράθυρα.

Ας επιστρέψουν αυτοί που έφυγαν.
Αυτοί που έδεσαν τα κόκαλά μου
στα κόκαλά σου
αυτοί που τους πήραν
ένα χέρι μισό πόδι
όσοι δεν το θέλουν
που άφησαν την καρδιά μου στο βουνό.

Ας επιστρέψουν αυτοί που έφυγαν.
Αφήστε τους να βγουν έξω από τις εικόνες
από τα γράμματα
από εκείνα τα φρικτά κουτιά
που τους κρατούν, νύχτα και μέρα,
και πετάξτε τα σε ένα σκοτεινό ποτάμι
χωρίς τάφο.

Γιατί η θάλασσα του χρόνου
τα επιστρέφει ατάραχα,
και ποτέ μα ποτέ
δεν καταλήγουν να πεθαίνουν.

*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Ιωάννα Λιούτσια, Συγχώρεση

Ποτέ μη ζητάς συγγνώμη γι’ αυτό που θέλησες να κάνεις.
Συγγνώμη από γονείς που εγκαταλείπεις,
από φίλους που δεν θυμάσαι πια,
από «αγάπες» που δεν ξεδίψασες ποτέ,
από όνειρα που ποτέ δεν θα ερμηνεύσεις.

Μη μου ζητάς συγγνώμη.
Και μη μου ξαναλές τα ίδια.
Η αγάπη δεν θέλει θεωρίες κι αναλύσεις.
Απεχθάνεσαι το μπλα-μπλα
αλλά δεν κάνεις τίποτα άλλο.
Με ρώτησαν ποτέ τα μάτια σου για να τους πω;
Εγώ αυτό το λέω λιποταξία.

Τ’ αγρίμια δεν τάζουν στους ανθρώπους.
Φύγε.

*Από τη συλλογή “Συνομιλίες σε Μη+” (2013).

Αλήτις Τσαλαχούρη, Δεν είναι ώρα για τραβήγματα

Λίγο πριν δύσει – Με τον Δρομοκαΐτειο και τον Ασίζ στο Βράχο – Ξεψαχνισμένοι από ένα γάρο – Τουρίστες φαίνονται στο βάθος – Φωτό να παίρνουν απ’ τα ερείπια – Ο νους μας για κανέναν μπάτσο – Δεν είναι ώρα για τραβήγματα – Ο Δρομοκαΐτειος απ’ το άσυλο – Είναι σκασμένος κάποιες μέρες – Γιατί τον δένανε με ιμάντες – Γιατί του φέρονταν σαν μίασμα – Ο Ασίζ δεν έχει πασαπόρτι – Σκόρπια κωλόχαρτα – Όλα σκάρτα – Κι είναι στο στήθος γαζωμένος απ’ τις ΗΠΑ στη Βαγδάτη – Σαν να φοράει μια άλλη μπλούζα – Με τα κουμπιά και το μανίκι – Λίγο πριν δύσει – Με τον Δρομοκαΐτειο και τον Ασίζ στο Βράχο – Ξεψαχνισμένοι από ένα γάρο – Τουρίστες φαίνονται στο βάθος – Φωτό να παίρνουν απ’ τα ερείπια – Ο νους μας για κανέναν μπάτσο – Δεν είναι ώρα για τραβήγματα-

*Από το βιβλίο “Κάθαρμα”, εκδ. Οδός Πανός, 2020.

ένα έτσι, αυτογνωσία

τα σπουδαία ποιήματα περιμένουν το νερό να βράσει
κι έπειτα βουτάν το κεφάλι μέχρι να χαθεί
κάθε ίχνος προσωπικότητας
εγώ πάλι δεν ξέρω ποιος είμαι
κι είμαι σχεδόν σίγουρος πως δεν μάθω πότε

έχω μάθει πια πως κάποια βιβλία
αδυνατώ να τα τελειώσω
έχω μείνει για πάντα στην τάδε σελίδα
στην συγκεκριμένη αίσθηση ενός τέλους
που δεν θα έρθει ποτέ
κι όλη μου η αγάπη για αυτό το άγνωστο
που επιμένει να στέκεται ανάμεσα μας
είναι όλα όσα εύχομαι να παραμείνουν ακλόνητα

είναι ένα τραύμα που δεν επουλώθηκε
ένα χάδι που προσπέρασε λίγο πριν το κορμί μου
μετατραπεί σε αυτό που είμαι
ο χρόνος που δαπάνησα
στο να εξιστορήσω έναν κόσμο
από τον οποίο απέχω

*Από εδώ: https://enaetsi.wordpress.com/2022/11/04/αυτογνωσία/

Λουκάς Λιάκος, από το “έρμαιο”

Με λίγα λόγια
Για την τιμή του ονόματός σου ζούμε
Ή με τους έτσι ή με τους αλλιώς
Ή με τους από δω ή με τους από κει
Να τα πεις κατάμουτρα
Οι άνθρωποι θέλουν πάντα να τους τα λες κατάμουτρα
Άνθρωποι κι άνθρωποι γεμάτοι από πηγούνια
πρόσωπα και πλάτες
Άνθρωποι γεμάτοι εγκαρδιότητα κι απλότητα
Που σκέφτονται κουνώντας το κεφάλι τους
Πως μιλάς πολύ
Έτσι που εσύ
Ξανά και ξανά καταφεύγεις σε μένα και σε αυτά τα τα σκοτάδια
Που έχω εμπρός στα μάτια μου σαν άκρη του νήματος σαν στόχο
Γιατι καημένε
Δεν έχω νοημα και ειρμό
Ποιος τα κατάφερε να μην αναπολήσει τις μέρες
Της παιδικής του ηλικίας
Τη μαύρη του σημαία που είχαν αφήσει σαν κουρελόπανο
Πίσω στο μέτωπο οι μπινέδες

Έχω ζήσει για τόσα χρόνια μακριά απ’ το σπίτι μου
Έχω ζήσει μες στο σκοτάδι
Γαμώ το σπίτι μου
Έχω ζήσει με το στόμα ανοιχτό όσο να πάμε Αθήνα
Όλο κι όλο βάστηξε μια ώρα και πενήντα λεπτά
Δυό ώρες παρά δέκα αγνά και ευσεβή λεπτά
Μπλα μπλα μπλα
Γιατί πάντα οι άλλοι πεθαίνουν

*“έρμαιο”, εκδ. Κουκκίδα, Αθήνα, 2022.

Νάνος Βαλαωρίτης, Τρία ποιήματα

ΜΙΚΡΟΣ ΘΡΗΝΟΣ

Γράμματα που έγραψε στο βλέμμα τους η αγάπη
Όνειρα που κέντησαν στον ύπνο τους οι αράχνες

Ο θάνατος σαν ύφασμα σύρθηκε ανάμεσά τους

Έσβησαν έτσι τα λαμπρά τους μάτια σαν λυχνάρια
Το δέρμα τους που ήταν σφιχτό σαν το πανί στον άνεμο
Δε νιώθει πια τη ζεστασιά που χύνουν τα κορμιά

Σαν ημερομηνίες τα ονόματά τους

Όμως καθώς χαμογελάς χαμογελούν ακόμα
Τα βήματά τους αντηχούν μέσα στα βήματά μας
Και στην καρδιά μας νιώθουμε το χτύπο της καρδιάς τους.

*

ΣΤΙΓΜΑΤΑ

Α
Η φτέρνα του Αχιλλέα
Είναι η απέραντη
Αδυναμία του ήλιου.

Β
Η πείνα φτιάχνει τα μήλα
Η δίψα το νερό
Και η τιμωρία τον Τάνταλο.

Γ
Κελαινώ

Τι φταίω αν μου δίνουν
Φτερά οι θεοί
Και νύχια οι άνθρωποι.

Δ
Σαν το νερό αδιάκοπα
Μακραίνει απ’ την πηγή του
Ο άνθρωπος.

Ε
Όπως η νύχτα τ’ αστέρια
Ο καημός
Φτιάχνει τα πρόσωπα.

*

ΜΝΗΜΕΙΑ ΤΩΝ ΝΑΥΑΓΩΝ

Εσείς βουνά που μένετε γυμνά στο περιθώριο
Που ακούγεται στα στέρνα σας ο καλπασμός της γης
Σε σας νησιά το πέλαγος στηρίζει τ’ όνειρό του
Τα πόδια σας βυθίζονται μες στο νερό
Στα πόδια σας τα ρεύματα διευθύνουν τους νεκρούς
Και στρέφονται άλλοι προς δυσμάς κι άλλοι προς τα νησιά
Παλεύοντας αδιάκοπα να πιάσουν τ’ ακρογιάλια
Τιμωρημένοι ανάλογα ο καθένας με το βάρος
Της ενοχής του, ανάλογα και τα μνημεία που στήνουν
Οι στεριανοί στους ναυαγούς σαν έρθουν οι εποχές τους
Τιμώντας τον θαλασσινό τους ήρωα ή νεκρό.

*Από τη συλλογή “Κεντρική Στοά”, 1958.