Μια ποιήτρια που γράφει για τις ψυχικές διαταραχές – «Γράφω για να μην πονάω -για να γνωρίσει ο άλλος τον διπλανό του»

της Γεωργίας Κριεμπάρδη*

Τη λένε Γωγώ Λιανού και είναι ποιήτρια, ετών μόλις 28. Βέβαια εκείνη, για την ηλικία της, λέει «τα κατάφερα κι έφτασα 28». Κι έχει δίκιο. Τα κατάφερε.

Έμαθα για εκείνη τυχαία, όπως συμβαίνει με όλες τις όμορφες συναντήσεις της ζωής μας. Γράφει ποιήματα. Μιλάει για την κοινωνία μας, μια κοινωνία που δεν της αρέσει. Μιλάει για τους ανεκπλήρωτους έρωτες και τις ψυχικές διαταραχές. Μιλάει και για όμορφα πράγματα -για τη μαμά της. Και σίγουρα κάπου ανάμεσα στις γραμμές των ποιημάτων της θα βρεις ένα δικό σου κομμάτι. «Ξεκίνησα γενικά να γράφω όταν ήμουν 14-15 χρονών, βαριόμουν στο σχολείο κι έγραφα ιστορίες. ερωτικές κατά βάση. Μετά πήραν τη μορφή ποιήματος και το περιεχόμενο έγινε κοινωνικό. Εκείνα μέσα, σε γραμμές τετραδίων έκλεινα τις κοινωνικές ανησυχίες μου». Το πρώτο της βιβλίο το έβγαλε στα 19 της χρόνια, κι όμως οι γύρω της της έλεγαν πως γράφει σα να είναι 50 χρονών. «Έβλεπαν ένα κορίτσι με τατουάζ και κόκκινα καρέ μαλλιά κι έλεγαν “τώρα αυτή τι ποιήτρια είναι;”. Στερεότυπα…». Αυτό ήθελε να κάνει στη ζωή της. Σπούδασε στη Θεσσαλονίκη ηχοληψία και μουσική τεχνολογία. Σπούδασε συντηρήτρια έργων τέχνης. Άλλο ήταν όμως το μεράκι της.

Την γνώρισα μέσα απ’ όσα γράφει για τις ψυχικές διαταραχές. Γράφει για να νιώθει καλά. Γράφει για να ξέρει ο κόσμος. Να μάθει να ακούει τον διπλανό του και να τον αγαπάει με τα σημάδια του. Δεν είναι ταμπού οι ψυχικές διαταραχές. «Διάγνωση: οριακή διαταραχή προσωπικότητας, χρόνια κατάθλιψη, γενικευμένη αγχώδη διαταραχή. Κρίσεις πανικού. Κλάμα. Απώλεια βάρους. Δε μ’ αρέσει η κοινωνία, με στεναχωρεί όπως είναι. Απόπειρες. Λίγο πριν τα 15 μου, άρχισα να αυτοτραυματίζομαι. Γυρνούσα από το σχολείο, το φροντιστήριο, έκλεινα την πόρτα του δωματίου, έκλαιγα κι αυτοτραυματιζόμουν. Δεν το έκανα για να ζητήσω βοήθεια ή να με προσέξουν. Το έκανα σε σημεία που δε φαινόταν. Ήθελα ο εσωτερικός πόνος που νιώθω να καλυφθεί με έναν σωματικό πόνο για να μη νιώθω τόσο τον εσωτερικό».

Γράφει κι έγραφε πάντα. «Για την κοινωνία, τον έρωτα, όσα μας στερούν. Για τη μαμά μου… Έγραφα ακόμη κι όταν δεν ήμουν σε κατάσταση για να πιάσω χαρτί. Αλλά ήθελα κάτι να βγάλω από μέσα μου, αλλιώς δε θα έβγαινε η μέρα. Έτσι την αντιλαμβάνομαι την ποίηση» θα πει. Πλέον, δημοσιεύει και βιντεοποιήματα. Ποιήματα που έχει ντύσει με εικόνες, βίντεο, μουσικές. Βίντεο πρόχειρα, όπως λέει. Αυτήν την προχειρότητα θέλει, όμως. Θέλει ο κόσμος να καταλάβει πώς είναι ο κόσμος των ψυχικών διαταραχών. Να μη φοβούνται οι άνθρωποι. Να γνωρίζουν για τον διπλανό τους, να καταλαβαίνουν. Θέλω να βγάλω τον κόσμο από τη ροή της καθημερινότητάς του, να καταλάβει όντως ποια είναι αυτή η καθημερινότητα και να αρχίσει να νοιάζεται για τον διπλανό κι όχι με τρόπο σχολιαστικό, όπως να σχολιάζει αν έβαλε ή έχασε λίγα κιλά. Να νοιάζεται πραγματικά» λέει, ενώ παρατηρεί χιλιάδες να περπατούν γρήγορα, μηχανικά, με σκυφτό κεφάλι να πάνε στις δουλειές τους.

Η Γωγώ χωράει σε γραμμές τετραδίου θλίψη και όνειρα. Όνειρα για έρωτες. Κι ας μην πιστεύει στους έρωτες. Βρίσκει γοητεία στους ανεκπλήρωτους. Έτσι τους αντιλαμβάνεται μόνο. «Οι ερωτικές σχέσεις πάντα κρύβουν έναν εγωισμό» μου λέει και μιλά, αντιπαραθετικά, για την ανιδιοτέλεια της φιλίας και τους φίλους που την περιτριγυρίζουν, την αγαπούν, τη δέχονται όπως είναι. Το ίδιο και οι γονείς της. Μιλά για εκείνους με τρυφερότητα. Περιγράφει δύο στοργικούς και φροντιστικούς γονείς. Μια μαμά που την λατρεύει -αδυναμία είναι αυτή. Μια μαμά που έχει κλάψει μαζί της, τη σκεπάζει για να κοιμηθεί, τη σηκώνει όταν πέφτει, την ακούει, την καταλαβαίνει. Δε ζει πλέον στο πατρικό της η Γωγώ. Ζει Αθήνα, αν και έχει κάνει πισωγυρίσματα, αντέχοντας να μείνει στη Στυλίδα -γενέτειρά της- για πέντε μέρες. Κομμάτι της καρδιάς της είναι εκεί, στους γονείς της. Η μαμά της διαβάζει τα ποιήματά της. Της αρέσουν. Έχει και στο κομοδίνο του κρεβατιού της τη Γωγώ.

Μιλήσαμε και για τις ταμπέλες, το στίγμα, το ταμπού σε μεγάλη μερίδα της κοινωνίας απέναντι στις ψυχικές ασθένειες και τους ασθενείς. Μιλήσαμε για το πόσο πίσω είναι ακόμη η ελληνική κοινωνία σε τέτοια θέματα, πόσο κλειστόμυαλη, πόσο εύκολα κρεμάει μια ταμπέλα στον άλλον και τον δείχνει με το δάχτυλο. Μου δίνει ένα παράδειγμα: «Χθες πήγα στη δουλειά, είχα ξεκινήσει ένα νέο φάρμακο και με πείραξε, ήμουν ζαλισμένη και γύρισα σπίτι. Όπως γύριζα, πήρα κάτι να φάω μήπως και συνέλθω, πήγαινα δεξιά-αριστερά, με το ζόρι κρατούσα ανοιχτά τα μάτια, κι έκατσα σε μια άκρη στο πλατύσκαλο μιας πολυκατοικίας να φάω. Περνάει ένας κύριος και μου λέει “αμάν με εσάς τα πρεζόνια, πιάνετε όλον τον δρόμο -κάνε άκρη να περάσουμε κι εμείς που δεν παίρνουμε τίποτα και κάνουμε και κάτι στη ζωή μας”. Ένιωσα απαίσια. Κάτσε ρε φίλε, τι ξέρεις για μένα;».

*Από εδώ: https://thepressproject.gr/mia-poiitria-pou-grafei-gia-tis-psychikes-diataraches-grafo-gia-na-min-ponao-gia-na-gnorisei-o-allos-ton-diplano-tou/?fbclid=IwAR3tiSEl62iYyWHfqSXgTIsc68t71f5g7CLE1FQSgR1o3aMGfTCAXxWEklA

Παντελής Μπουκάλας, Έκτορες

Από τη γλώσσα μας σέρνει
η ζωή.
Καν ουρλιαχτό να μην ακούγεται.
Καν τη χαρά του βογκητού να μη γευόμαστε.
Έτοιμους μας βρίσκει.
Κάθε που της βγάζουμε τη γλώσσα μας
περιγελαστικά
άλογα βέβαιοι σχεδιαστές του μέλλοντός μας
μας την αρπάζει
και μας σέρνει
πάνω στη ματωμένη σκόνη της αλήθειας
έκτορες συντετριμμένους λιανισμένους.
Να ζωγραφίζει ένα μηδέν το βιαστικό μυαλό μας
στη σκόνη χυμένο.
Κάθε που ξεμυτάει από το έρκος μας το μάταιο θα…
μας μαγκώνει
μας σέρνει από τη γλώσσα ο θάνατος.

Αλλά και δίχως γλώσσα γίνονται τραγούδια.
Και το μυαλό διπλώνει το μηδέν
πάνω στη σκόνη.
Το απειρίζει.
Εντέλει νικητές οι έκτορες.
Ότι ολόσωμα θνητοί.
Μια φτέρνα ένδοξη το κορμί τους ολάκερο
Μια φτέρνα που ο πόλεμος τη σχηματίζει γλώσσα
ανένδοτη.

Μίλτος Σαχτούρης, Τὰ δῶρα

Σήμερα φόρεσα ἕνα
ζεστὸ κόκκινο αἷμα
σήμερα οἱ ἄνθρωποι μ᾿ ἀγαποῦν
μιὰ γυναίκα μοῦ χαμογέλασε
ἕνα κορίτσι μοῦ χάρισε ἕνα κοχύλι
ἕνα παιδὶ μοῦ χάρισε ἕνα σφυρί
Σήμερα γονατίζω στὸ πεζοδρόμιο
καρφώνω πάνω στὶς πλάκες
τὰ γυμνὰ ποδάρια τῶν περαστικῶν
εἶναι ὅλοι τους δακρυσμένοι
ὅμως κανεὶς δὲν τρομάζει
ὅλοι μείναν στὶς θέσεις ποὺ πρόφτασα
εἶναι ὅλοι τους δακρυσμένοι
ὅμως κοιτάζουν τὶς οὐράνιες ρεκλάμες
καὶ μιὰ ζητιάνα ποὺ πουλάει τσουρέκια
στὸν οὐρανό
Δυὸ ἄνθρωποι ψιθυρίζουν
τί κάνει τὴν καρδιά μας καρφώνει;
ναὶ τὴν καρδιά μας καρφώνει
ὥστε λοιπὸν εἶναι ποιητής

*Artwork: Χ.Π.Σοφίας

Δημήτρης Μακούσης, Υποθέτοντας δυο μάτια δυο χέρια

Υποθέτοντας δυο μάτια δυο χέρια
ένα στόμα διψασμένο και πόδια βαθιά μέσα στην νύχτα
ένα ποτήρι ν’ αχνοφαίνεται στην μπάρα
το πρίσμα του κόσμου που συντηρεί ο πάγος
κι εκείνο τ’ όνομα σ’ ένα χαρτάκι γραμμένο
η υδρόγειος που γυρίζει ακόμα στο σύμπαν
τα ντεσιμπέλ εναλλάσσονται όπως οι εποχές
αν κι ο καιρός ολοένα πια κι ενώνεται
με κείνο το μονότονο ξημέρωμα
π’ αναβλύζει στην σιωπή και δεν γνέφει
ίσως φωνάζει ο αυριανός παγκόσμιος πόλεμος
μα της πόλης ο θόρυβος τα παιδιά της μεθάει
ο ήλιος διστάζει ν’ ανατείλει στην πέτρα
χιονίζει σ΄ ασίγαστο φως

*Collage art: Bill Noir

Κώστας Δεσποινιάδης, Τρία ποιήματα

Η ζωή μου στοιχειωμένη από ημερομηνίες
θάνατοι, επέτειοι, χωρισμοί.

Δεν ξέρω για τον χρόνο,
αλλά το ημερολόγιο
είναι μια ανθρώπινη επινόηση
φριχτή
που πελεκάει τη μνήμη.

*

Άσπλαγχνη μνήμη, άδικη
ό,τι ωραίο έζησα λειώνει
σαν να ‘ταν χιόνι
κι όλα τα άσχημα εδώ
βουνά αμετακίνητα.

*

Τι να ‘λεγε ο Φιοντόρ
για τούτο το όνειρο πάλι
Εκείνη ποδοπατημένη
από έξαλλα πλήθη
απλώνει το χέρι
να την σώσω
κι έπειτα το τραβά πίσω
σπρώχνω ν’ ανοίξω χώρο
η στέπα διαστέλλεται
θηλιές με πνίγουν
και δίνες ρώσικες
μα δεν θέλω να ξυπνήσω
Εκείνη στο όνειρο
-Φιοντόρ-
μην χάσω πάλι

*Από τη συλλογή “Ζέλμπα”, εκδ. ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, Δεκέμβριος 2017.

Ευθύμιος Λέντζας, Από το “Μερίδιο”

Αυτές είναι οι μέρες μου
δίνοντας νόημα στον ήλιο
με το ένα μάτι στο όνειρο
το άλλο στη μέθη του έρωτα.
Το σπασμένο μου αίμα και η
καρδιά που χτυπάει στη θάλασσα
κι απ΄ τη βροχή επιστρέφει στην
πέτρα και στην Βάλια Κάλντα.
Μισό καλοκαίρι το σώμα μου
και το φθινόπωρο αργεί.

Εδώ πεταλούδες πλαστικές, σύριγγες,
μια τουαλέτα χωρίς κωλόχαρτο – θάνατος:
παιδί με λυμένα κορδόνια, γόνατα χτυπημένα,
κραυγές και νυχτοκλάματα’ παγωμένος
καιρός και πάντα μια μάνα.
Ο Κίσσαβος σαν βγαίνει απ’ την κοιλιά μου:
πράσινη χολή – σάλιο, κεφάλι, μια σκάλα.
Τειάντα πέντε χρόνια για το μερίδιο των αγγέλων.

*”Μερίδιο”, εκδ. Θράκα, 2022.

Γιάννης Λειβαδάς, Καθέδρα

Η απόγνωση δεν μου επιτρέπει
να είμαι απογοητευμένος.
Θανατική οριστικότητα
διανθισμένη με μπαρούφες.
Δεν είμαι βέβαιος πόσο καλά
φτάνουν τ’ αναπόφευκτα της λογής μου
από το υστερόχρονο μιας άδικης κατάρας.
Χρησιμοποιώ τον όρο άνθρωπος
με τον τρόπο που ένας φυσιοδίφης αναφέρεται
σ’ ένα σπανιότατο κοίτασμα ανεκμετάλλευτων λίθων,
με τον νόμο του ανύπαρκτου λόγου που ορίζει τις εμφανίσεις
και τις εξαφανίσεις μου
δίχως ν’ ανάγονται σε κάποια προμελέτη
εισφοράς ή αντίδρασης.
Καθέδρα παντερημότητας.
Όλα έχουν γούστο.
Αποτελειώθηκα και κάνω
τα στραβά μάτια στο επέκεινα.
Αυτή την υπόνοια πως είμαι
ευτυχισμένος:
άντε πιάσ’ τη.

6-4-2021

Γιάννης Ζέρβας, Το εκκρεμές

Δεξιά. Αριστερά. Δεξιά
Τα μάτια του
Παρακολουθούν το εκκρεμές
Όπως αγώνα τένις
Με το κεφάλι χωμένο στα χέρια
Τους αγκώνες στηριγμένους στο τραπέζι
Την καρέκλα καρφωμένη στο πάτωμα
Πάνω απ’ τον κάτω όροφο
Χτισμένο στον πιο κάτω
Κι εκείνο σε θεμέλια
Και σ’ ανεξερεύνητα ερείπια
Πόλεων αρχαίων βυθισμένων σ’ άλλες πόλεις
Στρώματα μέσα σε στρώματα απολιθωμάτων
Ως το πυκνό κέντρο της γης
Που φλογισμένο περιστρέφεται
Σε νεφελώματα ανάμεσα σε γαλαξίες
Στο σύμπαν σφηνωμένους.

Κι αυτός εκεί.
Μόνο το βλέμμα ταξιδεύει.
Δεξιά. Αριστερά. Και πάλι.
Σε ελάσσονα τροχιά υπομονετικά
Να νοσταλγεί το κέντρο
Που δε βλέπει.

Νίκος Γαλάνης, Σε όλα τα πρωτοσέλιδα

Αύριο ο μαύρος φίλος μου
θα βρίσκεται στο πρωτοσέλιδο
γιατί είναι αυτός που κρέμασε τη σημαία ανάποδα
κάτω από τις κόκκινες και τις λευκές λεωφόρους
είναι αυτός που έβαλε τη μπλε νύχτα
με τ’ αστέρια σε κλουβί
φυλακίζοντας
έστω για μια στιγμή την ησυχία
Αύριο να κοιτάξεις προσεκτικά
κάτω από τη γέφυρα
δίπλα από το λευκό αυτοκίνητο
σε όλα τα πρωτοσέλιδα της πόλης
θα φλέγεται η καρδιά μου
και σε παρακαλώ μη βιαστείς
να της περάσεις αλυσίδες

*Από τη συλλογή “Τζορτζ Φλόιντ”, Ηράκλειο 2020. Ο ποιητής διατηρεί το ιστολόγιο στο https://nvgalanis.blogspot.com

Ειρηναίος Μαράκης, Αντιπολεμικό

Η αγάπη είναι πόλεμος, είπες
σε κάποια περασμένα Χριστούγεννα.
Κι εγώ, καθώς ξημερώνει
στα χαρακώματα
ένα σκοπό τραγουδάω
από χρόνια περασμένα
από χρόνια ειρηνικά
από εκείνα που μας οδήγησαν
στη συντριβή.

Όταν επέστρεψα στην πατρίδα
η γαλανόλευκη σημαία
στόλιζε το φέρετρό μου.
Έγραψαν πως έπεσα σαν ήρωας
στο μέτωπο της Σμύρνης.
Δεν είπαν πως σκοτώθηκα
μ’ ένα θλιμμένο χαμόγελο
και με τη φωτογραφία σου
στο χέρι.