Γιώτα Τεμπρίδου, «Σου γράφω πάλι από ανάγκη»: Η εξαιρετική περίπτωση της Παρβάνα Αμίρι

Παρβάνα Αμίρι, Ζωές σε αναστολή: Γράμματα στον κόσμο από τη Ριτσώνα, μτφ. Χρίστος Μάης, Ακυβέρνητες Πολιτείες, Θεσσαλονίκη 2021.

Η Παρβάνα Αμίρι, το κορίτσι με την άσπαστη πένα, είναι σήμερα δεκαεφτά ετών και ζει στην Ελλάδα[1]. Γεννήθηκε στο Αφγανιστάν, πέρασε από το Πακιστάν, το Ιράν και την Τουρκία, έζησε στη Μόρια και στη Ριτσώνα. Τη γνωρίσαμε όταν μας έγραψε μια σειρά από γράμματα, όχι στη μητρική της γλώσσα, αλλά στα αγγλικά. Την αποστολή των γραμμάτων, την κυκλοφορία τους στο ίντερνετ δηλαδή αλλά και τη μετάφρασή τους στα ελληνικά, ανέλαβε το δίκτυο Welcome to Europe. Αυτά έγιναν το 2020. Τη σκυτάλη πήραν μετά οι Ακυβέρνητες Πολιτείες, που φρόντισαν την έντυπη έκδοση των γραμμάτων της Παρβάνα Αμίρι Η πένα μου δεν σπάει, τα σύνορα είναι που θα σπάσουν: Γράμματα στον κόσμο από τη Μόρια. Τα δεκατέσσερα γράμματά της ανοίγουν με τα λόγια «μπες στη θέση μας», δυσπιστούν στα σύνορα και έχουν, νομίζω, αφυπνίσει αλλά και ενδυναμώσει ήδη πολλές από εμάς. Χαρακτηριστικό γνώρισμά τους είναι η έγνοια της Παρβάνα να δώσει φωνή σε όσο περισσότερες και περισσότερους μπορεί. Δεν μας προσφέρει έτσι την ιστορία μιας προσφύγισσας, αλλά πολλές προσφυγικές ιστορίες· ή πάλι: σκόρπιες στιγμές ενός συλλογικού βιώματος[2].

Και ενώ τα γράμματά της ταξιδεύουν ανά τον κόσμο (θα μεταφραστούν μάλιστα το επόμενο διάστημα στα ισπανικά), η Παρβάνα μεταφέρεται στο στρατόπεδο προσφύγων της Ριτσώνας. Στο ανήσυχο χέρι της συνεχίζει να έχει την πένα της, με αποτέλεσμα στην εκπνοή του 2021 να κυκλοφορήσει, από τις Ακυβέρνητες Πολιτείες ξανά, το δεύτερο βιβλίο της Ζωές σε αναστολή: Γράμματα στον κόσμο από τη Ριτσώνα. Γράφεται και αυτό στα αγγλικά, τη μετάφραση αναλαμβάνει ο Χρίστος Μάης αυτή τη φορά. Η Παρβάνα, που γνωρίζει πόση αξία έχει «να βοηθάς, να μοιράζεσαι, να δίνεις, να προσέχεις τις άλλες» (26), μας καλεί μέσα στο στρατόπεδο της Ριτσώνας τώρα, να δούμε με τα μάτια μας, να ακούσουμε με τα αυτιά μας, να γνωρίσουμε ανθρώπους που είναι σαν εμάς –μόνο πιο άτυχοι. Η έννοια των συνόρων συνεχίζει να την απασχολεί, στην εξίσωση μπαίνει όμως τώρα και μια παράμετρος ακόμα: η πανδημία.

Το καινούργιο βιβλίο της Παρβάνα Αμίρι ανοίγει με μια αγκαλιά, ένα βουνό, έναν ωκεανό, μια κοιλάδα, έναν γαλαξία και μερικά άστρα ευχαριστιών. Ακολουθεί ένα κείμενο-μανιφέστο με τίτλο «Ποιος είναι πρόσφυγας;». Οι πρόσφυγες είναι συνηθισμένα ανθρώπινα όντα: «το ορφανό παιδί, η ανύπαντρη μητέρα, οι ηλικιωμένοι γονείς, οι ευάλωτοι άνθρωποι, τα θύματα πολέμου»(12, 13), εξηγεί η Παρβάνα και μας προετοιμάζει για ό,τι έπεται. Έπεται η καταγραφή εμπειριών-πορειών: την πορεία προς την Ευρώπη ακολουθεί η πορεία προς το άσυλο, την ενσωμάτωση, την αξιοπρεπή ζωή. Έπεται η αφήγηση ιστοριών «αναμονής και υπομονής» (152), που είναι γεμάτες «διακρίσεις, ανισότητα, καταπίεση», αβεβαιότητα για το μέλλον (14). Είκοσι εφτά αριθμημένα γράμματα, το πρώτο από τα οποία γράφεται τον Μάρτιο του 2020.

Ήδη από το πρώτο αυτό γράμμα, «Η Ριτσώνα υπό τον CoVid-19», στο επίκεντρο τίθεται η πανδημία. Η πανδημία που βρίσκει τους πρόσφυγες συνωστισμένους, χωρίς ενημέρωση, χωρίς πόσιμο νερό. Τον κορωνοϊό αφορούν και τα αμέσως επόμενα γράμματα. Στο δεύτερο, «Έσπασε η αλυσίδα», ο ιός φτάνει στο στρατόπεδο. Το τρίτο απαντάει με διαύγεια στο ερώτημα «Τι μας διδάσκει ο κορωνοϊός;». Μας διδάσκει πολλά, ανάμεσα στα οποία και «τι σημαίνει να είσαι προσφύγισσα. Τι σημαίνει να είσαι ευάλωτη, να σε αγνοούν· να είσαι ζωντανή, αλλά κρυμμένη· ελεύθερη, αλλά σε φυλακή· με χιλιάδες λέξεις, χιλιάδες σκέψεις, αλλά υποχρεωμένη να παραμένεις σιωπηλή» (27). Το τέταρτο, «Δημόσια ασφάλεια ή μαζικός αφανισμός;», αφορά τη συνθήκη της καραντίνας. «Τι σημαίνει καραντίνα σε ένα στρατόπεδο προσφύγων» όμως; Μια υπεύθυνη απάντηση θα μπορούσε να δοθεί μόνο μέσα από ένα τέτοιο στρατόπεδο.

Βασικός άξονας του βιβλίου παραμένει βέβαια η ζωή των προσφύγων, η μοίρα των προσφυγισσών. Η Παρβάνα γράφει για όλα αυτά που τους λείπουν, την υποτίμηση που υφίστανται, τη ζημιά που έχουν υποστεί, την παραμέληση των παιδιών, την κατάθλιψη, τα ψυχολογικά προβλήματα μικρών και μεγάλων. Γράφει για χαμένες ελπίδες, ανυπέρβλητες δυσκολίες, τείχη γύρω από στρατόπεδα, φωνές που (δεν) φιμώνονται, παραβιάσεις δικαιωμάτων, μια ημέρα στη δουλειά, μια αυτοκτονία και μια συγκέντρωση διαμαρτυρίας, μια φωτιά και μια εκκένωση, έναν βιασμό. Γράφει για ζωές σε αναστολή.

Στην προσπάθειά της να είναι λεπτομερής και περιγραφική, μπαίνει σε ρόλο μάνας, πατέρα, γιαγιάς, παιδιού. Διατυπώνει ερωτήματα, αμφισβητεί, κατακεραυνώνει, διεκδικεί, απαιτεί: «Και μην παριστάνετε πως μας υποστηρίζετε φωτογραφίζοντάς μας και ανεβάζοντάς μας στο Facebook.» (53), «Θέλουμε τις γροθιές σας υψωμένες για εμάς, όχι εναντίον μας!» (56), «Θα έμενες σιωπηλός μπροστά σε αυτή την αθλιότητα;» (112), «Αγαπημένοι μου γονείς, θέλω να παραπονεθώ για τις πράξεις σας.» (105), «Αγαπητό Κράτος, δεν σε εμπιστευόμαστε!» (113), «Υποστηρίξτε μας. Σταθείτε αλληλέγγυες. Μην τους επιτρέψετε να μας απομονώσουν.» (117), «Απαιτούμε τα δικαιώματά μας σε αξιοπρεπή διαβίωση, αξιοπρεπή εργασία, αξιοπρεπή στέγαση, σε ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και εκπαίδευση.» (123).

Η Παρβάνα δίνει φωνή στη μικρή Rahela, που έχει μια τρύπα στην καρδιά, και στη μητέρα της που πασχίζει να τη σώσει. Σε μια εξηντάχρονη μάνα και γιαγιά, με άντρα θαμμένο στο Ιράν, αδέρφια θαμμένα στο Αφγανιστάν και γιο στη φυλακή. Σε μια παντρεμένη μητέρα που καταχωρείται ως ανύπαντρη επειδή το γραφείο ασύλου δεν αναγνωρίζει τον γάμο της. Σε έναν περήφανο αγρότη. Σε έναν δεκαεφτάχρονο που περνάει τις μέρες του στα κρεμμυδοχώραφα –κρεμμύδια ξεθάβει, όνειρα θάβει. Στη Farishta που μια πυρκαγιά τη φέρνει για λίγο από τη Μαλακάσα στη Ριτσώνα. Σε μια δεκαπεντάχρονη που τη βιάζει ένας φίλος της. Σε έναν ξεριζωμένο Αφγανό πατέρα. Και σε άλλες και άλλους. Από τις σελίδες του βιβλίου της περνάνε λαθρέμποροι που τάζουν, αστυνομικές δυνάμεις που δεν βοηθούν, δεξιές ομάδες που επιτίθενται, αρχές που υπόσχονται και εύκολα ξεχνούν. Η προσοχή της όμως είναι στραμμένη στους με κάθε τρόπο πληγωμένους, στις γυναίκες που έχουν υποστεί κάθε λογής βία από οικείους και ξένους, σε αγόρια και κορίτσια που μεγαλώνουν περιστοιχισμένα από απειλές, σε τόπους ξεχασμένους.

Είκοσι εφτά γράμματα μετά, η Παρβάνα γράφει έναν «Αποχαιρετισμό στη Ριτσώνα»: Στην κατακλείδα της αποχαιρετά τη Ριτσώνα, που «δεν ήταν ποτέ ένα απλό στρατόπεδο» (171). Την αποχαιρετά, παίρνοντας την πένα της μαζί, γνωρίζοντας πως «υπάρχουν κι άλλες ιστορίες που πρέπει να ειπωθούν κι άλλες λέξεις που πρέπει να γραφτούν» (167). Καταγράφει πράγματα που θα της λείψουν· θα της λείψουν άνθρωποι, αισθήσεις και στιγμές. Εικόνες και αναμνήσεις που θα πάρει μαζί: «Ποτέ δεν θα ξεχάσω» (169). Καταλήγει στη δήλωση (που είναι και υπόσχεση μαζί) πως «το ταξίδι και ο αγώνας συνεχίζονται» (171). Πρόκειται πάντα για έναν αγώνα συλλογικό. Η Παρβάνα δεν παλεύει για το δικό της μόνο μέλλον αλλά και για πολλών ακόμα παιδιών, εφήβων, ανθρώπων, γυναικών.

Την έκδοση πλαισιώνει ένα επίμετρο του Γιώργου Σπυρόπουλου, που είναι μέλος της συνέλευσης Stop War on Migrants. Η ανάγνωση του βιβλίου μάς αφήνει με ένα μούδιασμα, κάτω από το οποίο είναι κάτι άλλο που εκκολάπτεται –μια διάχυτη αίσθηση θάρρους. «Θάρρος είναι να μπαίνεις στη θέση αυτών που επιζητούν τα δικαιώματά τους ανά τον κόσμο» (41), γράφει η Παρβάνα. Η Παρβάνα που μας ζητά επίμονα «μαζί να παλέψουμε για το κοινό μας καλό» (123). Η Παρβάνα που δεν εφησυχάζει –επισκέπτεται στρατόπεδα προσφύγων, παίρνει μικρόφωνα, καλεί σε διαμαρτυρίες· παρατηρεί, σκέφτεται, αντιδρά και γράφει.

Η Παρβάνα που επιλέγει να μην πορεύεται μόνη. Με την ολοκλήρωση του βιβλίου της, λέει «και τώρα η σειρά σας», ανεβάζει δυο πιθανούς τίτλους στο Facebook και συζητάει γνώμες και προτάσεις γνωστών και αγνώστων. Η Παρβάνα που σε κοιτάει και με αγωνία σε ρωτάει πώς σου φάνηκε το βιβλίο της: «Τι θα μπορούσα να αλλάξω;». Δεν συγκρατεί τον ενθουσιασμό της όταν ακούει πως πολλές περιμένουν να τη γνωρίσουν στην παρουσίασή της. Η Παρβάνα που, με αγωνία ξανά, ρωτάει «και τα ποιήματα;» και εγώ που τότε μόνο πληροφορούμαι πως γράφει και ποιήματα –ετοιμάζονται από τις Ακυβέρνητες Πολιτείες και αυτά[3]. Η Παρβάνα με δυο βιβλία-βόμβες στο ενεργητικό της και εγώ που ξεκίνησα να γράφω για μια έκδοση που θεωρώ τόσο σημαντική και διαπίστωσα πως θα ήταν καλύτερα όλα μόνη της να μας τα πει.

Η Παρβάνα· και δίπλα της εμείς.

*Επειδή δεν μπορεί να αποτελεί η γνώση της ελληνικής προϋπόθεση για να συναντηθείτε με την (εξόχως συμπεριληπτική) Παρβάνα Αμίρι, ακολουθεί η μετάφραση του κειμένου στα αγγλικά από τη Λία Γυιόκα.

Writing Out of Need: The Exceptional Case of Parwana Amiri

Parwana Amiri, Suspended lives: Letters to the World from Ritsona, translated by Christos Mais, Akyvernetes Politeies, Thessaloniki 2021.

Parwana Amiri, the girl with the unbreakable pen, is now seventeen and lives in Greece.[4] Born in Afghanistan, she passed through Pakistan, Iran and Turkey, lived in Moria and Ritsona. We first met her through her letters. She wrote and published them in English, not in her native language. The Welcome to Europe Network immediately undertook their translation into Greek, as well as their online publication and distribution, in 2020. The baton was then passed to the Akyvernetes Politeies Editions, that took care of publishing Parwana Amiri’s fourteen letters in book form:My Pen Won’t Break, but Borders Will: Letters to the world from Moria. Her fundamental distrust in the borders is captured in the introductory words: “Put yourself in our place”. They have awakened and strengthened many of us already. The epistles are marked by Parwana’s constant concern to give voice to as many as possible. They do not offer us the story of one refugee, but of several; or, one might even say, they are scattered instances of a collective experience.[5]

And while her letters were travelling around the world (they are currently being translated into Spanish), Parwana was transferred to the Ritsona refugee camp. Her restless hand clung tightly to the pen, and by the end of 2021 she had produced her second book, to be published again by Akyvernetes Politeies: Lives in Suspension: Letters to the World from Ritsona. The text was again written in English, and this time was translated into Greek by Christos Mais. In this book, fully aware of the value of “helping, sharing, giving, caring for others” (26), Parwana invites us straight into the Ritsona camp, and urges us to look at with our own eyes, listen to with our own ears, and meet in person, humans who are just like us, only more unlucky. The issue of borders continues to pervade her writing, yet a new parameter enters the equation: the CoVid pandemic.

Parwana Amiri’s new book opens with a wide embrace, a mountain, an ocean, a valley, a galaxy and a handful of thanksgiving stars. There follows a manifesto-like passage asking “who is a refugee?”. Refugees are ordinary human beings: “an orphan child, a single mother, elderly parents, vulnerable people, victims of wars” (12, 13). Parwana explains and prepares us for what is in order. First, she presents accounts of personal experiences / itineraries: the journey to Europe is followed by the journey through asylum procedures, towards integration, towards a dignified life. After that comes the telling of “stories of waiting and patience” (152), full of “discrimination, inequality, oppression”, full of uncertainty about the future (14). All in all, the volume hosts twenty-seven numbered letters, the first of which dates from March 2020.

Already in her first letter, entitled “Ritsona under CoVid-19”, the pandemic comes to the fore. CoVid finds refugees crammed inside detention camps, with no information, and no drinking water. The next few letters are also about the corona virus. In the second one, “the chain breaks” and the virus reaches the camp. The third offers a lucid response to the question “What does the coronavirus teach us?”. It teaches us a lot, including “what it means to be a refugee. What does it mean to be vulnerable, to be ignored; to be alive but hidden; free but in prison; with a thousand words, a thousand thoughts, but obliged to remain silent” (27). The fourth, “Public security or mass destruction?”, discusses the conditions of quarantine. “What does it mean to be quarantined in a refugee camp?”. The only responsible answer can come from inside a refugee camp.

The main axis of the book is naturally the life of refugees, the fate of refugee women. Parwana writes about all those things they lack, the devaluation they face, the damage they have suffered, the neglect of children, depression, the psychological problems affecting young and old alike. She writes about lost hopes, insurmountable difficulties, walls around camps, voices (not) silenced, rights violations, a day at work, a suicide, a protest, a fire, evacuation, rape. She actually writes about lives in suspension.

In her effort to be thorough and descriptive, she takes up the role of mother, father, grandmother, child. She asks questions, argues, explodes, exclaims, demands: “And do not pretend you support us by taking our picture and uploading it on Facebook.” (53), “We need your fists raised for us, not against us!” (56), “Would you remain silent in the face of this misery?” (112), “My dear parents, I would like to complain about your actions.” (105), “Dear State, we do not trust you!” (113), “Support us. Stand in solidarity with us. Do not let them isolate us.” (117), “We demand our rights to a decent life, a decent job, a decent home, our rights to healthcare and education.” (123).

Parwana lends her voice to young Rahela, who has a hole in her heart, and to her mother who is struggling to save her. She speaks for a sixty-year-old mother and grandmother, with a husband buried in Iran, brothers buried in Afghanistan and a son in prison. For a married mother who gets registered as unmarried because the asylum office does not recognize her marriage. She speaks for a proud farmer. For a seventeen-year-old who spends his days in the onion fields – digging up onions, burying his dreams in the soil. She speaks for Farishta, who will briefly come to Ritsona after a fire breaks out in Malakasa. For a fifteen-year-old girl who gets raped by a friend. For an uprooted Afghan father. For more and more people. Smugglers who offer promises, police officers who do not offer help, right-wing groups that launch attacks, authorities that easily forget their duties. Yet her focus remains on the wounded, on the women who have suffered all kinds of violence by relatives and strangers, on the boys and girls who grow up amidst all kinds of threats, in places abandoned and forgotten.

Twenty-seven letters into the book, Parwana writes a “Farewell to Ritsona”: At the end she says goodbye to Ritsona, which “was always more than just a refugee camp” (171). She bids farewell to the camp, packing her pen with her, knowing that “there are more stories to be told and more words to be written” (167). She tries to record what she is going to miss; she will miss people, senses, moments. With her she will carry images and memories: “I will never forget” (169). She concludes with the statement (which is also a promise) that “the journey and the struggle shall go on” (171). It is always a collective struggle. Parwana is not fighting for her own future only, she is fighting for many more children, teenagers, humans, women.

The volume closes with an afterword by George Spyropoulos, a member of the Stop War on Migrants assembly. Reading the book leaves us with a certain numbness, yet beneath it looms a pervasive sense of courage. “Courageis to try putting yourself in the place of those who demand their rights around the world” (41), Parwana writes. Parwana insists on “fighting together for the common good” (123). Parwana is not complacent – she visits refugee camps, picks up the mike, calls for protests and mobilizes; she observes, she thinks, she reacts. She writes.

Parwana chooses not to walk alone. At the end of her book, she writes: “now it’s your turn”. She uploads two possible titles on Facebook and discusses opinions and suggestions with friends and strangers. Parwana looks at me and anxiously asks me what I thought of her book: “Do you think I should change something?”. She does not contain her excitement upon hearing about the people lining up to meet her at her presentation. Parwana, anxiously again, asks “and what about the poems?” and that is when it first strikes me that she also writes poems (a volume with her poetry is currently being prepared by Akyvernetes Politeies).[6] Parwana has delivered to us two explosive volumes and me, I started writing this note on a book I feel is so important, only to realize it would have been so much better all along if she had done all the talking herself.

This is Parwana. And this is us, right by her side.

[1] Όσο γράφω αυτές τις αράδες, είναι δεκαεφτά και βρίσκεται ακόμα στην Ελλάδα. Όταν τις διαβάζετε, θα έχει μεγαλώσει λίγο και πιθανότατα θα είναι κάπου αλλού.

[2] Μια παρουσίαση του βιβλίου αυτού, που έγινε στο πλαίσιο του 10ου Ελευθεριακού Φεστιβάλ Βιβλίου Θεσσαλονίκης, με τη συμμετοχή της Παρβάνα Αμίρι, του Γιώργου Σπυρόπουλου και της Λίας Γυιόκα που ανέλαβε τη διερμηνεία, μπορείτε να ακούσετε εδώ: https://www.1431am.org/audio/recorded-events/2021/10/05/i-pena-moy-den-spaei-ta-synora-einai-poy-tha/. Την Παρβάνα μπορείτε, αν θέλετε, να τη γνωρίσετε καλύτερα μέσα από συνεντεύξεις που έχει δώσει. Παραπέμπω ενδεικτικά σε δύο από αυτές, στη Μαρία Λούκα και στη Σταυρούλα Πουλημένη, αντίστοιχα: https://popaganda.gr/art/i-parwana-ena-genneo-koritsi-apo-to-afganistan-grafi-gia-ta-ratsistika-sirmatoplegmata-tou-ellinikou-kratous/ (22.6.21), https://alterthess.gr/parvana-amiri-ntopioi-kai-metanastes-na-spasoyme-ta-metaxy-mas-synora/ (13.10.21).

[3] Όσο τα περιμένουμε, αποκλείεται να χάσουμε αν διαβάσουμε τις ιστορίες και άλλων προσφυγισσών. Προτείνω οπωσδήποτε το τρίγλωσσο (ελληνικά, αγγλικά, φαρσί) βιβλίο τής (επίσης δεκαεφτάχρονης Αφγανής) Μπεναζίρ Χοσσαϊνί Η καινούργια μου ζωή, που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις των ξένων.

[4] By the time these words reach you, Parwana has probably grown a little older and has left Greece.

[5] Link to the book presentation by Parwana herself at the 10th Libertarian Book Festival: https://www.1431am.org/audio/recorded-events/2021/10/05/i-pena-moy-den-spaei-ta-synora-einai-poy-tha/. Links to two (of many) interviews she has given (to Maria Louka and to Stavroula Poulimeni respectively): https://popaganda.gr/art/i-parwana-ena-genneo-koritsi-apo-to-afganistan-grafi-gia-ta-ratsistika-sirmatoplegmata-tou-ellinikou-kratous/ (22/06/21), https://alterthess.gr/parvana-amiri-ntopioi-kai-metanastes-na-spasoyme-ta-metaxy-mas-synora/ (13/10/21).

[6] Meanwhile, there is definitely no harm in reading the stories of other refugee girls. I fully recommend My New Life, written by Benazir Hossaini (also seventeen and also from Afghanistan), and published in three languages (Farsi, Greek and English) by the Editions des Etrangers.

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://mag.frear.gr/soy-grafo-pali-apo-anagki-i-exairetiki-periptosi-tis-parvana-amiri/?fbclid=IwAR03wcTGbeQM-rX4eUDotMuDl-oCNm0F7FsGY44IcMYJDgoJfy_s-3oHlFg

Κριτικό σημείωμα για την ποιητική συλλογή, “Σαλός Μαγνήτης” της Ρωξάνης Νικολάου

Γράφει ο Αναστάσης Πισσούριος*

Μια κριτική σ’ ένα λογοτεχνικό έργο έχει χρέος να γίνεται πρωτίστως με σεβασμό προς το έργο. Κατά δεύτερον, επιτάσσεται η απαραίτητη προσοχή ώστε να μην κυριαρχήσει το συναίσθημα έναντι της κριτικής ανάλυσης. Κατά συνέπεια, ο ίδιος ο κριτικός επιβάλλεται να υπαγορεύει στην κριτική του να βρίσκεται με συνέπεια όχι κάπου αλλού αλλά πάντοτε εκεί, μπροστά στα μάτια του αναγνώστη. Θα μπορούσα πολύ εύκολα να επιλέξω μια ποιητική συλλογή – για παράδειγμα τη συλλογή Σαλός Μαγνήτης της Ρωξάνης Νικολάου (εκδόσεις Φαρφουλάς 2022) και να τοποθετηθώ για το συγκεκριμένο έργο με διάφορα κοσμητικά επίθετα, μ’ εντυπωσιακές ποιητικές εκφράσεις, με συναισθηματικά φορτισμένες λέξεις ή και με τη συνήθη πομπώδη χρήση του λόγου. Αντί αυτού, η συγκεκριμένη κριτική – και δη η κριτική εν γένει – είναι επιβεβλημένο να πιέζει το λογοτεχνικό έργο – για παράδειγμα εδώ τα ποιήματα της Νικολάου – στη μέγγενη και στη βάσανο του κριτικού ελέγχου. Το κατάλοιπο αυτής της εξαντλητικής πίεσης δεν μπορεί να μην το βαραίνει το θραύσμα της πολιτικά ιστορικής θέσης του εκάστοτε δημιουργήματος. Ο εντοπισμός της αλήθειας ενός λογοτεχνικού έργου δεν συνίσταται βέβαια στην επικαιροποίησή του αλλά στην ανάδειξη της σχέσης του με την καθολικότητα της πολιτικής του ύπαρξης. Η ποιητική συλλογή της Νικολάου για παράδειγμα ενδείκνυται για την πολιτική της ποιητική οντολογία. Είναι προφανές ότι τα ποιήματά της δεν συγκροτούν συνθηματικό λόγο ούτε βέβαια ρομαντικό κομεντί μονόλογο. Ένα αξιόλογο στοιχείο στην ποίηση της, το οποίο αφήνει χώρο για να λειτουργήσει το πολιτικό στοιχείο, έγκειται στην χώνευση των νοημάτων, στην επεξεργασία τους και τελικά στην προσφορά τους στον αναγνώστη ως ποίηση. Η επίτευξη της ποιητικής της εργασίας απαιτεί τον χώρο μιας πραγματικότητας, πέρα δηλαδή από γλωσσικά εφέ και συγκινησιακές, μεταφυσικού τύπου, επικαλύψεις. Στη συγκεκριμένη συλλογή, Σαλός Μαγνήτης η ποιήτρια καθιστά αναγκαία τη συνθήκη της χώρας της. Με άλλα λόγια, τα ποιήματα της συλλογής λειτουργούν ως αποκωδικοποιητές του κατεσταλμένου οικείου. Η ποιήτρια εκμυστηρεύεται όχι τα δικά της μυστικά αλλά της πατρίδας της. Η γυμνή και κρύα χώρα παραμένει ενεργή παρουσία στη συλλογή, απαλλαγμένη από τις εξαρτήσεις της μητρόπολης.


Στο ποίημα Μια κοπέλα που την έλεγαν Πέτρα, διακρίνει κανείς αυτήν ακριβώς την μοιραία παρουσία της πατρίδας, όχι ασφαλώς ως κάτι που αποσπάται από την ύπαρξη αλλά ως κάτι που την καθορίζει ως πολιτικό ον· ως, δηλαδή, «σάρκα ψυχής»:

«πως έριχνα μαύρη πέτρα
στην πατρίδα
κι εξουθενωμένη
από τη νοσταλγία έφτανα
σ’ ένα café του Μονάχου

και τη μαύρη πέτρα
σκέπασαν βρύα
κι η μαύρη πέτρα
που τη σκέπασαν βρύα
έγινε η σάρκα της ψυχής.»

Ο «σαλός μαγνήτης» της Ρωξάνης είναι ο ίδιος ύπαρξη και δη πολιτική ύπαρξη. Είναι ο σαλός μαγνήτης ο οποίος:

«Έσωσε λίγη γη απ’ τα δόντια τους και μέσα της κοιμήθηκε.
Στυλώνει με τα οστά του ανήκουστη μουσική.»

Είναι ο σαλός μαγνήτης η συνείδηση εκείνη που κρατάει «σπαθί από αίμα και λάσπη (αίμα και όνειρο)». Η πρωτοτυπία της ποιητικής δημιουργίας της Νικολάου μεταξύ άλλων συγχρόνων της, που υποτάσσονται στην ασφάλεια του συμβιβασμού, έγκειται στο γεγονός ότι αυτή η συνείδηση δεν είναι δανεισμένη, ούτε ντυμένη με την καθαρότητα της ιστορίας και την αποκρυσταλλωμένη της μορφή. Αυτή η ιστορική συνείδηση βρίσκεται κατά την ποιήτρια κατάχαμα, χάμω, στο πάτωμα και πάνω στις πέτρες:

«Τις πέτρες φτιάχνω για τα χαλάσματά μου που όμορφα
θα σκορπιστούν μες στ’ αγριόχορτα και τις τσουκνίδες
δεν γράφω ποιήματα.»

Και βέβαια γράφει ποιήματα αλλά και βέβαια δε γράφει. Η γλώσσα-έρημος δεν της ανήκει:

«ένα τραυλό παιδί κλωτσάει
την πέτρα της γλώσσας του:
«η έρημος που μας ενώνει
η έρημος που μας χωρίζει
η έρημος που μας καταπίνει».

(Όλα θα τ’ αγαπήσει ο καιρός)

Αυτή η συνείδηση κείται μακράν τους φωτός, ακόμα αναπνέει με πείσμα μόνο χώμα:

«Αντιγράφω τα λόγια της βρύσης σου: «αφότου έφυγες
στέκω των ερειπίων μπάστακας, νερό δεν έτρεξα ξανά
μόνο χώμα».»

Εναποθέτει τις δυνάμεις στον αγώνα για την αιώνια ήττα. Δεν υπάρχει νικηφόρα έκβαση στην ποίηση της Ρωξάνης· γι’ αυτό και δεν χρειάζεται ψόφιους ήρωες:

«ΘΥΜΗΣΟΥ ΟΠΟΙΑ ΩΡΑ ΚΑΙ ΝΑ ‘ΝΑΙ ΠΩΣ ΔΕΝ ΔΙΑΣΎΡΟΥΜΕ ΤΟ ΧΩΜΑ ΜΑΣ
Βάζω τ’ αφτί μου στην κοιλιά της γης.
Ένα καρφί γυρνά μες στην καρδιά μου
χύνεται ακόμα αίμα
κι αυτή γεννάει όλο γεννάει.»

Αφού πια δεν υπάρχουν μυστικά, η συνείδηση σπασμένη και σπαρμένη σαν το χώμα της πατρίδας της, δημιουργεί την ίδια την πατρίδα ή το παγωμένο δέρμα της ύπαρξης όπως τιτλοφορείται το ακόλουθο ποίημα:

«Φορά παράταιρα ρούχα. Στο χέρι του
κρατά πουρόπετρα του Μάμμαρι.
Παραμιλά για τα δέντρα του που έπαθαν
άνοια και κατάθλιψη που ούτε τα πουλιά
δεν τα πλησιάζουν πια,
για τον παμπάλαιο αέρα του τόπου
που κλείστηκε κι εκείνος στον εαυτό του
αφού πρώτα είπε: «αφήστε με να κοιμηθώ,
να κουρνιάσω στ’ αγαπημένο χώμα,
το άθλιο εμπόριο να ξεχάσω.»

Τέλος, αν στη συλλογή Ψαλιδιστής (εκδόσεις Τεχνοδρόμιον 2018) ξεκινάει η σύνθεση του προσώπου – του σπασμένου πάντα προσώπου:

«Συνθέτω ένα σπασμένο πρόσωπο.
Αυτό το σπασμένο πρόσωπο…»

(Παραμύθι)

τότε στο Σαλός Μαγνήτης επιτελείται μια σύνθεση της πολιτικής συνείδησης του τόπου, του Κυπριακού τόπου, του τόπου εκείνου που ακόμα δεν υπάρχει, που ακόμα τρώει χώμα και μαγνητίζει «σκουπιδάκια και χνούδια του αέρα» κι αγωνίζεται να παραμείνει σαλός αλλά «ΟΧΙ ΓΙ’ ΑΥΤΟΥΣ»

«ΑΝ ΗΤΑΝ ΝΑ ΓΙΝΩ ΣΑΛΟΣ ΜΑΓΝΗΤΗΣ ΘΕΕ
ΜΟΥ ΓΙΑ ΤΑ ΣΚΟΥΠΙΔΑΚΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΧΝΟΥΔΙΑ ΤΟΥ
ΑΕΡΑ ΟΧΙ ΓΙ’ ΑΥΤΟΥΣ»

*Από το https://www.monocleread.gr

Γιώργος Μπλάνας, Πρόσπερος

“Σκορπίστε χαρτιά μου, σκορπίστε”,
είπε ο Πρόσπερος. “Η ουσία
των πραγμάτων δεν γράφεται, δεν λέγεται.
Ένας κόμπος στον λαιμό το καλό,
ένα μούδιασμα στη γλώσσα το κακό.
Και το χέρι: ενός ξένου δισταγμός.
Πέτρα κι αλάτι και σκιές το μεσημέρι,
θάμνοι και δέντρα, φυλλωσιές,
νυσταγμένα πουλιά το απόγευμα.
Κι αυτά είναι όλα κι όλα τα γράμματα
της σοφίας – κι η σοφία
πάντα ανορθόγραφη. Θα επιστρέψω
εκεί που σκέφτηκα πρώτη φορά
αυτήν την άνυδρη λέξη: Ουσία.
Κι αν θέλω κάτι να γνωρίζω, θα ποτίζω
βασιλικό και ρίγανη και μέντα
και συναφή κατηγορήματα το όντως Όντος”.

Roger Robinson, Ποιήματα

ΛΙΜΕΡΙΚ ΤΗΣ ΣΚΛΑΒΙΑΣ

Ο Μπιλ που ήταν σκλάβος και στο Ναντάκετ έζησε
να κλέψει αρκουδοτόμαρα κι ένα μουσκέτο τόλμησε.
Του φώναξαν Σταμάτα εκεί που βρίσκεσαι
ψηλά τα χέρια ακίνητος να στέκεσαι.
Μα εκείνος άρχισε να τρέχει σε ζιγκ ζαγκ
και είπε Δε γαμιέται.

*

ΜΟΛΟΤΟΦ ΕΚΤΟΞΕΥΟΝΤΑΙ ΣΕ ΑΡΓΗ ΚΙΝΗΣΗ
ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΩΝ

Όταν εσείς δημοσίως
μας σκοτώνετε, ποιος θα μιλήσει για εμάς,
αν όχι αυτά τα ιπτάμενα μπουκάλια;

*

ΠΡΟΣΟΧΗ

Όταν η αστυνομία σού βάζει το γόνατο
πάνω στο λαρύγγι, μπορεί να μη ζήσεις
για να πεις ότι πνίγεσαι.

*Από το βιβλίο “Ένας φορητός παράδεισος”, εκδ. Κείμενα. Μετάφραση: Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος.

Παίζουμε ένα ποίημα;

Του Βασίλη Λαμπρόπουλου*

Ένα ποίημα για τη νύχτα
Μπαλάντα για τους ποιητές που πέθαναν νέοι
«26», Ανατομία
Παίζουμε ένα ποίημα;

Συγ­γρα­φείς, ανα­γνώ­στες και κρι­τι­κοί μπο­ρούν να παί­ξουν, μα­ζί ή μό­νοι, ένα ποί­η­μα με δια­φο­ρε­τι­κούς τρό­πους, σαν παι­χνί­δι, όρ­γα­νο, θέ­α­τρο, στοί­χη­μα, παρ­τι­τού­ρα. Η τα­κτι­κή αυ­τή στή­λη παί­ζει κά­θε φο­ρά ένα πρό­σφα­το ελ­λη­νό­γλωσ­σο ποί­η­μα, για να θέ­σει ένα γε­νι­κό ποι­η­τι­κό, αι­σθη­τι­κό ή άλ­λο πα­ρεμ­φε­ρές θέ­μα.

(3) Ο σύ­ντρο­φος ποι­η­τής

Ζ. Δ. Αϊναλής: «Ένα ποίημα για τη νύχτα» (2018)

Τραβάω, Κύριε,
τη γραμμή πίσω στις σκοτεινές καταβολές της
Παπαντωνόπουλος, Μπλάνας, Ασλάνογλου
σαράντα χρόνια απόγνωση
ανηφορίζω τον Σινόπουλο ως το τέρμα.
Τις νύχτες δέομαι με Λεοντάρη
μετρώ στα δάχτυλα το κόστος της σιωπής
και τρέμω
ανοίγω τον Αναγνωστάκη και διαβάζω με τη φωνή του Τσιάκου
έρπω ως τον Στίγκα καταφάσκοντας
στις αντιφάσεις του Καρούζου
με πιάνει ο Μίλτος με φωνές
και με ξεπουπουλιάζει.
Σαν το κερί, καπνίζει ο Λειβαδίτης στη γωνιά
απ’ τα φτερά του κρεμασμένος
και με την μπάσα του φωνή τρέμει ο Κυριάκος στο Δραμάιλο
εκστατικός κι εσταυρωμένος.
Εχ, φίλε μου εσύ, παλιέ, Σαμσών ειδωλολάτρη,
δώσε φωνή στα κόκαλα, βάλε φωτιά στο αίμα!
– Χρήστο Μαρτίνη, πες, τι πάει μαζί μου λάθος;
Γιατί έχω πάντα στο προσκεφάλι μου τον Τραϊανό
και τον Αρμάο στο μυαλό μου;
Αν ξαναδείς τον Ελίοφορ Φέστους
πες του πως με συνάντησες
μία βραδιά στην Καλογρέζα
μ’ ένα Καλάσνικοφ στη γλώσσα μου
και με κομμένα χέρια.
[…]
Θεέ της Ποίησης,
Εσύ που ακούς τις προσευχές,
έρχομαι νύχτα Πρέβεζα
για να Σε συναντήσω.

Στη μπα­λά­ντα αυ­τή ο ομι­λη­τής, συ­γκε­κρι­μέ­να, ο συγ­γρα­φέ­ας Ζή­σης Αϊ­να­λής, απευ­θύ­νε­ται στο Θεό της ποί­η­σης κα­θώς πη­γαί­νει να τον συ­να­ντή­σει στην Πρέ­βε­ζα, ιχνη­λα­τώ­ντας τις κα­τα­βο­λές του ελ­λη­νι­κού στί­χου στον Κα­ρυω­τά­κη. Η ιχνη­λα­σία ξε­κι­νά από τη δι­κή του γε­νιά, την ποι­η­τι­κή γε­νιά του 2000, και πά­ει πί­σω στις γε­νιές του ’80 (Μπλά­νας), του ‘60 (Λε­ο­ντά­ρης) και του ’50 (Ανα­γνω­στά­κης). Η ιχνη­λα­σία τα­λα­ντεύ­ε­ται ανά­με­σα σε αντι­θέ­σεις τις οποί­ες αρ­νεί­ται να συμ­φι­λιώ­σει ή να υπερ­βεί, όπως σιω­πή-φω­νή, πρά­ξη-λό­γος, πα­ρόν-πα­ρελ­θόν, κα­τά­φα­ση-αντί­φα­ση και ποί­η­μα-αί­μα. Η βα­σι­κή όμως αντί­θε­ση εί­ναι ανά­με­σα στο έκ­πτω­το σή­με­ρα της ποί­η­σης και σε μια ανε­πα­νά­λη­πτη ιστο­ρι­κή στιγ­μή της, όταν σώ­μα και πρά­ξη ταυ­τί­ζο­νταν με τον ποι­η­τι­κό λό­γο, πράγ­μα που τώ­ρα μοιά­ζει ανέ­φι­κτο. Όπως ανα­ρω­τιέ­ται το ποί­η­μα που ακο­λου­θεί ετού­το (και κλεί­νει τη συλ­λο­γή στην οποία θα εντα­χθούν και τα δύο) με τι αί­μα θα γρα­φεί το μέλ­λον; Ο ομι­λη­τής απευ­θύ­νε­ται επώ­νυ­μα σε οκτώ συ­νο­μη­λί­κους και συ­ντρό­φους του ποι­η­τές, γεν­νη­μέ­νους με­τα­ξύ 1977-85, ζη­τώ­ντας να μά­θει.

Το αι­σθη­τι­κό ζή­τη­μα που θέ­τει το ποί­η­μα εί­ναι οι­κείο. Σε πε­ριό­δους φι­λο­σο­φι­κής και άλ­λης αβε­βαιό­τη­τας, ορι­σμέ­νοι ποι­η­τές ανα­φέ­ρο­νται σε μια φα­ντα­σια­κή, Αδα­μι­κή ιστο­ρι­κή στιγ­μή, πρό­σφα­τη ή πα­λαιό­τε­ρη, όταν τα δι­λήμ­μα­τα για το ρό­λο της τέ­χνης δεν υπήρ­χαν επει­δή η λει­τουρ­γία της ήταν πλή­ρως εν­σω­μα­τω­μέ­νη στον κοι­νω­νι­κό βίο. Όμως το κυ­ρί­ως ζή­τη­μα του ποι­ή­μα­τος, το οποίο το­νί­ζε­ται από τη σω­ρεία ονο­μά­των ποι­η­τών, εί­ναι κοι­νω­νι­κό, και με­λαγ­χο­λι­κά κα­τα­φα­τι­κό, και αφο­ρά τη λει­τουρ­γία του. Όσο ανε­νερ­γός και αν εί­ναι ο ση­με­ρι­νός ρό­λος της ποί­η­σης, η συ­ντε­χνία των ποι­η­τών διαρ­κεί, πρέ­πει να διαρ­κέ­σει, και να συ­νο­μι­λεί με προ­γε­νέ­στε­ρες συ­ντε­χνί­ες, αφού η ποί­η­ση δεν εί­ναι ατο­μι­κή υπό­θε­ση. Μπο­ρεί όμως σή­με­ρα να διαρ­κέ­σει; Αυ­τό εί­ναι το ενα­γώ­νιο ερώ­τη­μα του ποι­ή­μα­τος. Μι­λώ­ντας για συ­ντε­χνία δεν εν­νοώ βε­βαί­ως σι­νά­φι ή συν­δι­κά­το αλ­λά εκεί­νη την έν­νοια της ποι­η­τι­κής πα­ρά­δο­σης που εί­χε κα­τά νου ο Γιάν­νης Δάλ­λας τι­τλο­φο­ρώ­ντας τα δο­κί­μιά του Υπερ­βα­τι­κή συ­ντε­χνία (1958), δη­λα­δή μια το­πι­κή και δια­χρο­νι­κή ομά­δα μα­στό­ρων και τε­χνι­τών με κοι­νές αρ­χές για την πρα­κτι­κή τους.

Πα­ρό­μοιες ποι­η­τι­κές συ­ντε­χνί­ες επι­κα­λού­νται, επί­σης ονο­μα­στι­κά, ο Μι­χά­λης Κα­τσα­ρός, ποι­η­τής της γε­νιάς του ’50, στη θρυ­λι­κή «Μπα­λά­ντα για τους ποι­η­τές που πέ­θα­ναν νέ­οι» και ο Γιάν­νης Δάλ­λας, ποι­η­τής της γε­νιάς του ’60, στο 26ο κομ­μά­τι της Ανα­το­μί­ας. Όπως και στο ποί­η­μα του Αϊ­να­λή, οι και­ροί εί­ναι δει­νοί. Οι σύ­ντρο­φοι του πρώ­του «κλει­στή­κα­νε στο σπή­λαιό τους» και του δεύ­τε­ρου «ένας ένας ημε­ρέ­ψα­με» στο κλου­βί τους. Κι αυ­τών τα όπλα έχουν σω­πά­σει. Σε αυ­τή τους τη μο­να­ξιά θυ­μού­νται άρα­γε τα λό­για και τα έρ­γα που κά­πο­τε μοι­ρά­ζο­νταν; Κι όμως, μέ­σα στην «από­γνω­ση» (Αϊ­να­λής), πα­ρα­μέ­νει ανα­γκαία και επεί­γου­σα η σχέ­ση τους με συ­γκαι­ρι­νούς ποι­η­τές και πιο πα­λιά με τον Κα­ρυω­τά­κη (Αϊ­να­λής), κι ακό­μα πιο πα­λιά με τις μπα­λά­ντες του Βι­γιόν (Κα­τσα­ρός), που τον έκα­νε όπε­ρα ο Πά­ουντ (όπως και τον Κα­βαλ­κά­ντι και τις μπα­λά­ντες του), και με όλους τους «άδο­ξους ποι­η­τές των αιώ­νων» (Κα­ρυω­τά­κης) που κά­τι πά­ει μα­ζί τους «λά­θος» (Αϊ­να­λής). Εί­ναι χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό πως τρεις ποι­η­τές της «γε­νιάς της ήτ­τας», οι Ανα­γνω­στά­κης, Σα­χτού­ρης και Σι­νό­που­λος, ανα­φέ­ρο­νται και στα τρία ποι­ή­μα­τα.

Μιχάλης Κατσαρός: «Μπαλάντα για τους ποιητές που πέθαναν νέοι» (1958)

Οι ποιητές κλειστήκανε στο σπήλαιό τους
δε βγαίνουν
φοβούνται
δεν παραδίδουν τίποτα –
Με ποιόν με ποιόν να μιλήσω;
[…]
Ο Σαχτούρης μαζεύει με ένα φακό τις λέξεις του
ταχτοποιεί σε δέντρα τα συμβάντα
χτυπάει μετά τη χορδή του
ξαφνιάζεται σαν το μικρό παιδί –
Με ποιόν λοιπόν να μιλήσω;
Χάθηκε ο Αναγνωστάκης στο Βορρά
ούτε ένα θρήνο νέο
λες και να πέθανε τώρα αλήθεια
ούτε ένα Χάρη δεν κλαίει ούτε τον ήλιο.

Με ποιόν λοιπόν να μιλήσω;
Σκοτεινός περιφέρεται ο Σινόπουλος
με τους νεκρούς νεκρός δειπνεί
τρέχει μοναχός σε υπόγεια με πυρσούς
φανούς και σπίρτα.
[…]
Με ποιόν με ποιόν να μιλήσω;
Και σεις ποιητές όλοι εσείς μονάχοι
τι γίνατε; Ποιός άνεμος σας έδιωξε σας πήρε;
Τώρα που σας καλώ όλους εδώ –
θυμάστε αλήθεια θυμάστε
τα καφενεία τα πεζοδρόμια τα μυδράλια
τα δωμάτια με τα χρυσά πουλιά
θυμάστε
κείνο το βράδυ που μιλούσαμε
θυμάστε;
Ο ποιητής ο Λίκος ήταν άγνωστος
και παραμένει.

Γιάννης Δάλλας: «26», Ανατομία (1971)

Επει­δή η νε­ό­τη­τα μας ήταν κά­πο­τε ευαγ­γε­λι­σμός της ζού­γκλας Και τώ­ρα το αύ­ριο πά­ντα το αύ­ριο εί­ναι το κλου­βί μας μ’ ανοι­χτές τις πόρ­τες Επει­δή εί­μαι ο Γιάν­νης ο τυ­φλός οιω­νο­σκό­πος και μου δεί­χνει ένα παι­δί πως στρί­βει το κλει­δί Βγαί­νει ο Μι­χά­λης που τζα­κί­στη πρώ­τος νεύ­ο­ντας αντι­στα­θεί­τε με φτε­ρά άλ­μπα­τρος Η Ελέ­νη η Νί­κη πό­σες νί­κες σαν αυ­γά αντι­λό­πης κι απο­κά­τω ο Μαξ ονεί­ρων φα­ρο­φύ­λα­κας Επει­δή ’σαι εσύ ο Μα­νό­λης σ’ επο­χή λι­μού κι έμει­νε ο Μίλ­τος μα­τω­μέ­νος και κυ­νη­γός Επει­δή ’ναι ο Άρης σε δι­πλά πριο­νι­στή­ρια επει­δή το δά­σος δεν απαν­θρα­κώ­θη­κε επει­δή… Πε­τά­γο­μαι με­σ’ απ’ την πά­χνη του ύπνου και φω­νά­ζω στο παι­δί «Φυ­λά­ξου Κων­στα­ντί­νε μου Εσύ ’σαι κλη­ρο­νό­μος των κλου­βιών μη μας κοι­τάς με φρί­κη τώ­ρα που ένας ένας ημε­ρέ­ψα­με Να πά­ρε το ρα­βδί και φύ­τε­ψε το μες στην άνυ­δρη αγο­ρά μπο­ρεί και να πε­τά­ξει ένα κλα­δί Μπο­ρεί πριν να σφυ­ρί­ξει η σφαί­ρα ν’ ακου­στεί μια τε­λευ­ταία φω­νή που δεν εξα­γο­ρά­ζε­ται».
Μπο­ρεί –

Όπως σχο­λιά­ζει ο Δάλ­λας σε σχε­τι­κή ση­μεί­ω­ση για το «26»: «Το ποί­η­μα, χω­ρίς να απο­μυ­θο­ποιεί, προ­σπα­θεί να πε­ρι­γρά­ψει την πε­ρι­πέ­τεια μιας κα­τα­δι­κα­σμέ­νης γε­νιάς». Κι η τε­λευ­ταία φρά­ση του «29» συ­νο­ψί­ζει τη μπα­λά­ντα του Κα­τσα­ρού: «Γλώσ­σα συ­ντρο­φι­κή πού κομ­μα­τιά­στη­κες;» Μή­πως η ποι­η­τι­κή γε­νιά του Αϊ­να­λή και των φί­λων του εί­ναι κι αυ­τή κα­τα­δι­κα­σμέ­νη να δει τη συ­ντρο­φι­κή της γλώσ­σα κομ­μα­τια­σμέ­νη;

Οι έν­νοιες της ποι­η­τι­κής συ­ντρο­φι­κό­τη­τας και συ­ντε­χνί­ας δεν εν­δια­φέ­ρουν όλους τους ποι­η­τές. Κά­θε άλ­λο μά­λι­στα. Π.χ. οι έν­νοιες αυ­τές δεν υπάρ­χουν στα με­γα­λε­πή­βο­λα έρ­γα των εθνι­κών ποι­η­τών οι οποί­οι μό­νοι, ως βάρ­δοι, υμνούν και προ­φη­τεύ­ουν το συλ­λο­γι­κό πε­πρω­μέ­νο. Πα­ρα­τη­ρού­με πως ο Τά­κης Σι­νό­που­λος, τον οποίο επι­κα­λού­νται ο Αϊ­να­λής, ο Κα­τσα­ρός και ο Δάλ­λας, πα­ρου­σιά­ζε­ται ως όνο­μα και ως πα­ρα­θέ­μα­τα και στο Λευ­κή Ελ­λά­δα (2018) του Γιώρ­γου Βέλ­τσου, ένα κα­θυ­στε­ρη­μέ­να μο­ντερ­νι­στι­κό εθνι­κό ποί­η­μα που φι­λο­δο­ξεί να δια­δε­χθεί το Άξιον Εστί. Αν και εμπνευ­σμέ­νη από την ανε­ξί­τη­λη αμ­φι­ση­μία της «δια­φω­ράς» στη «λευ­κή μυ­θο­λο­γία» (1971) του Ντε­ρι­ντά, η δια­φο­ρά στην «λευ­κή Ελ­λά­δα» με­τα­μορ­φώ­νε­ται σε εγ­γε­νή ετε­ρό­τη­τα, την «Ιο­κα­στη­γερ­τρού­δη» (σ. 19), συ­γκρο­τώ­ντας την οντο­λο­γία μιας αι­μο­μι­κτι­κής ταυ­τό­τη­τας. Εδώ ο Σι­νό­που­λος (ένας δεύ­τε­ρης κα­τη­γο­ρί­ας επί­γο­νος/Ελ­πή­νο­ρας του Σε­φέ­ρη/Οδυσ­σέα) δεν εί­ναι σύ­ντρο­φος και εταί­ρος του συγ­γρα­φέα αλ­λά ο κρί­κος που συν­δέ­ει τον βάρ­δο του 21ου αιώ­να με τα πρό­τυ­πά του της Γε­νιάς του ’30. Ο «κύ­κνος-ποι­η­τής» (57) Βέλ­τσος δεν έχει ού­τε φί­λους ή εταί­ρους ού­τε ανή­κει σε συ­ντε­χνία (κι ας πα­ρα­θέ­τει κι αυ­τός Βι­γιόν). Έχει μό­νο, όπως ο ίδιος πα­ρα­δέ­χε­ται, ένα Μπλου­μια­νό «άγ­χος επί­δρα­σης» (αλή­θεια, ποιός το θυ­μά­ται πιά αυ­τό;) προς τους Ελύ­τη, Σε­φέ­ρη, Εμπει­ρί­κο, Εγ­γο­νό­που­λο και Ρί­τσο – ακρι­βώς τους πέ­ντε εθνι­κούς μο­ντερ­νι­στές τους οποί­ους τα τρία ποι­ή­μα­τα που σχο­λιά­ζω εδώ αδια­φο­ρούν να ανα­φέ­ρουν.

Οι πα­λιές και νέ­ες συ­ντρο­φι­κό­τη­τες που επι­κα­λεί­ται ο Αϊ­να­λής δεν απο­τί­ουν φό­ρο τι­μής στην εθνι­κή τέ­χνη αλ­λά επι­νο­ούν πρα­κτι­κές και συ­γκρο­τούν δί­κτυα

συ­νερ­γα­τι­κής δη­μιουρ­γί­ας (πράγ­μα που δια­τρέ­χει το εκτε­νέ­στα­το πο­λι­τι­στι­κό έρ­γο του ίδιου του Αϊ­να­λή). Οι σύ­ντρο­φοι τά­ζου­νε ο ένας τον άλ­λο στο κοι­νό και δη­μό­σιο μέλ­λον της φι­λί­ας τους. Γι αυ­τό στο συ­ντα­ρα­κτι­κό ποί­η­μα που συ­ζη­τώ εί­ναι (σχε­δόν) όλοι επώ­νυ­μοι και γνω­στοί. Τα αι­σθή­μα­τα του ενός για τον άλ­λο απο­τε­λούν ανα­πό­σπα­στο μέ­ρος του έρ­γου τους. Όμως το ποί­η­μα, όπως και εκεί­να των δύο προη­γού­με­νων γε­νιών, αγω­νιά για τη βιω­σι­μό­τη­τα της συ­ντε­χνια­κής λει­τουρ­γί­ας και πα­ρά­δο­σης, και τε­λι­κά της ίδιας της ποί­η­σης. Ο ομι­λη­τής ποι­η­τής πά­ει νύ­χτα να προ­σευ­χη­θεί στο θεό της ποί­η­σης στην Πρέ­βε­ζα, το βω­μό της αυ­το­κτο­νί­ας. Στους αυ­το­κτό­νους και άλ­λους νε­κρούς ποι­η­τές που ανα­φέ­ρει μπο­ρεί σύ­ντο­μα να προ­στε­θούν ο ίδιος και οι σύ­ντρο­φοί του. Και τό­τε τι θα μεί­νει από τα έρ­γα, τα όπλα, τα χέ­ρια τους;

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Χάρτης”, Μάρτιος 2019.

**Φωτογραφία: Μαρία Κοσσυφίδου.

Ρογήρος Δέξτερ, Ποιητική

Είδα νεράιδες και τους μίλησα
Ήπια το αμίλητο νερό
Και όλο το μελάνι μου σαν κώνειο
Τα συλλογικά μου πήραν δυο κόρες τ’ ουρανού
Χόρεψα με ξωθιές στα ξέφωτα
Φίλησα κορίτσια γλυκά κεράσια
Άκουσα τους στοιχειωμένους τοίχους
Σκάρωσα αμέτρητους στίχους
Κύλησαν αιώνες χρόνια ήλιοι φεγγάρια
Σε κήπους ηδονικούς των εσπερίδων
Ώσπου μια μέρα είναι γραφτό
Να σκορπιστώ στης οικουμένης τα πέρατα
Θα με μοιράσει ο όχλος
Στα σκυλιά και στα τέρατα
Οι φίλοι θα με προδώσουν χωρίς αργύρια
Θα νικηθώ στον πετροπόλεμο
Θα σπάσω όλες τις αιχμές μου
Σε ανόητους διαξιφισμούς
Αλλά θα ‘ναι νωρίς ν’ αλλάξω φρονήματα
Κι ακόμη πιο νωρίς
Για να κρεμάσω στον ώμο
Την ξεχαρβαλωμένη μου κιθάρα’

*Από τη συλλογή “Τη νύχτα που ο Τζέκιλ μαχαίρωσε τον Χάιντ [και άλλες σχεδίες]”, εκδ. στίξις, 2022.

Allen Ginsberg, Δύο ποιήματα

ΓΡΑΜΜΕΝΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ

Η τέχνη ανακαλεί τη μνήμη
της αληθινής του ύπαρξης
σ’ όποιον λησμόνησε πως
το Ον είναι το μοναδικό
πράγμα που αναφωνεί
όλο το σύμπαν.

Μόνο η επιστροφή της σκέψης
στην αρχή της θα ολοκληρώσει την σκέψη.
Μόνο η επιστροφή της δράσης
στην πηγή της θα ολοκληρώσει την δράση.
Πρόσεξε τι λέω.

*

ΝΙΩΘΩ ΝΑ ΕΙΜΑΙ ΣΕ ΑΔΙΕΞΟΔΟ

Νιώθω να είμαι σε αδιέξοδο
και τελειωμένος πλέον.
Όλες οι πνευματικές αλήθειες
που κατανοώ είναι πραγματικές
μα ποτέ δεν ξεφεύγω απ’ το αίσθημα
του εγκλωβισμού και της αθλιότητας
της ψυχής, την ματαιότητα όλων
όσων είδα, έκανα και είπα.
Αν συνέχιζα ίσως το κάθε τι
θα μ’ ευχαριστούσε περισσότερο
μα τώρα δεν έχω ελπίδα
και κουράστηκα.

*Από το βιβλίο “Ποιήματα”, εκδ. Bibliotheque, 2022.

**Μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς.

Jazra Khaleed, Δώστε μου έναν άνθρωπο

Δώστε μου έναν άνθρωπο να με σκεπάσει,
–κρύο αέρα μπάζει η μοναξιά μου.
Όσο κι αν σκάβω στην κοιλιά μου βρίσκω
———-μόνο πέτρες.
(Ίσως θα ‘πρεπε να σκάψετε κι εσείς μαζί μου.)
Στο δρόμο για το πρόσωπό μου μαζεύω
———-λίθους με τη φούχτα.
Γι’ αυτό σας λέω, δώστε μου έναν άνθρωπο!
Να ξαπλώσω πάνω του
———-με όλους τους μεσημβρινούς
—————και τους παράλληλούς μου.
Να ξεκουραστώ,
———-να πιω τον ιδρώτα του,
—————να κοιμηθώ.
Αφήστε με να χαρώ για λίγο αυτή τη χνουδωτή
———–ζεστασιά.

Δώστε και σε μένα έναν άνθρωπο!
–Έναν άνθρωπο με αιτία.
Μια καρδιά που δε λειτουργεί με βαλβίδα,
–δυο χείλη που δε λαθεύουνε στο φίλημα.
Κάποιον που να γράφει ανθρωπινά ποιήματα
–ή έστω να δακρύζει όταν ακούει
———-τον Τζον Κολτρέιν
—————στην αναπνοή του.
Είναι πράγματι τρομερό να χάνεις
———-τρία δάχτυλα
—————μέσα σε τόσο κόσμο.

Δώστε μου έναν άνθρωπο να με βοηθήσει
–καθώς μπαίνω και βγαίνω απ’ τα χέρια μου,
–καθώς μου πέφτουν τα παντελόνια
———-ή πατάω τα κορδόνια της ετερότητάς μου.
Κοιτάξτε πώς κρυώνουν τα βήματά μου
———-καθώς αφήνω πίσω μου την Καλλιδρομίου
—————με μία πιλάλα.
(Αυτή η έλλειψη ασφάλτου μέσα μου
———-μ’ αφήνει άφωνο
—————πολλές φορές.)

Δώστε μου έναν άνθρωπο που μέσα του ηχούν
———-τρία ακόρντα.
Έναν άνθρωπο να ταλαντώσει το φύλο μου
———-μες στην παγωνιά του Α7.
-Χρειάζομαι το στήθος του για ν’ ακούσω το καρδιοχτύπι μου,
-χρειάζομαι τους ώμους του για να σηκώσω τη ζωή μου
-στα δυο της πόδια.
Δεν υπάρχει κάποιος άνθρωπος και για μένα;
Δώστε μου όποιον θέλετε!
Ακόμα κι αυτόν που κοιμάται όρθιος
———-ρουθουνίζοντας.
Τουλάχιστον εκείνη που υπερασπίζεται τη φωνή μου
———-με τον λάρυγγά της.
Αυτή σίγουρα είναι για μένα!
–Ή δώστε μου έστω την αγκαλιά της, μαζί με ένα
———-εγχειρίδιο χρήσης.

–Τώρα που έγιαναν οι πληγές στις παλάμες μου
———-μπορώ να προσευχηθώ στους ανθρώπους,
ντυμένος με τα ρούχα της Κυριακής.

*Από τη συλλογή “Γκρόζνι”, εκδ. Υποκείμενο.

Stéphen Moysan, Ποιήματα

Qui a la Terre pour maison
A l’humanité pour famille,
Et ainsi nait la solidarité
Comme valeur universelle.

Si les yeux regardent,
L’essentiel se voit avec le cœur,
Car c’est avec amour
Que se perçoit la vraie beauté des choses.

Όποιος έχει τη Γη για σπίτι του
Έχει την ανθρωπότητα για οικογένεια,
Και έτσι γεννιέται η αλληλεγγύη
Ως καθολική αξία.

Αν τα μάτια κοιτάζουν,
Το ουσιώδες βλέπεται με την καρδιά,
Γιατί είναι με την αγάπη
Που μπορεί να φανεί η πραγματική ομορφιά των πραγμάτων.

*

Emportée par les courants
De la modernité
Entre les vagues de pensées
La dérive de la raison.

Je ne veux plus payer
Ma dette au pays
Qui ne cesse de réclamer
Le prix de ma naissance.

Παρασυρμένος από τα ρεύματα
Της νεωτερικότητας
Ανάμεσα στα κύματα των σκέψεων
Η ολίσθηση της λογικής.

Δεν θέλω να πληρώσω άλλο
Το χρέος μου προς τη χώρα
Που δεν παύει ποτέ να διεκδικεί
Το τίμημα της γέννησής μου.
Vers précurseurs La Liberté guidant le peuple
Στίχοι πρόδρομοι, Η Ελευθερία οδηγεί τον λαό

*Μετάφραση: Αλεξάνδρα Βουτσίνου.

Αργύρης Χιόνης, Τότε που η σιωπή τραγούδησε

Σε ένα σπίτι έρημο κι ερειπωμένο, ζούσε μια χοντρή, βαριά σιωπή, τόσο χοντρή πού ‘χε ξηλώσει όλα τα κουφώματα, τόσο βαριά που ‘χε βουλιάξει όλα τα πατώματα και τόσο σιωπηλή που όποιος έμπαινε εκεί δεν άκουγε ούτε τη βουή του τρομαγμένου αίματος στις φλέβες του.

Και, ξαφνικά, μια μέρα, η σιωπή τραγούδησε. Ναι, μη σας φαίνεται παράξενο, ο έρωτας τα πάντα κατορθώνει, και η σιωπή, για την οποία σας μιλώ, αγάπησε τρελά ένα σαράκι που, λίγο λίγο, από μέσα τρώγοντάς την, αδιάκοπα αδειάζοντάς την, ανάλαφρο την έκανε του έρωτα δοχείο, του τραγουδιού του ηχείο.

*Το πήραμε από εδώ: http://eisvathos.blogspot.com/2022/09/blog-post_17.html