Ηλίας Ν. Μέλιος, Ποιήματα

ΠΑΛΑΙΑ ΙΣΤΟΡΙΟΜΥΘΙΑ

του Μιχάλη Τ. και του Κώστα Δ.
εις μνήμην

η γλύκα του θανάτου -γλυκιά ζωή-
γονατίζει ρετάλι το κορμί
αγκαλιάζοντας
μάρμαρα χαμόγελα λευκά
και σιωπή βελούδινη σκληρή

θρύψαλα χρώμα κίτρινο τον νου σαν διαπερνάει
βαθειά ριζώνει στο χαρτί ψάχνει βαρέλι τρύπιο
να βρέχει χέρια και κορμί κρασί να ομοιάζει
να πνίγει εικόνες διάφανες τη μνήμη φυλακίζει
τζάμι σπασμένο φόρεμα αγάπες ν΄’ αυγατίζει
τ’ άσπρου θανάτου τη μεριά φόβος να κυβερνάει
να φέρνει χρόνους δίσεκτους μάτια ν’ αστροβολάνε
κι εγώ γυρεύω γράμματα το στόμα μου να κλείσω
ν΄ ακούω σιωπές τρικούβερτες το γλέντι να μη βρίσκω
ν΄ αναθυμούμαι τις χαρές που μέλλονται να κλέψουν
οι τρισκατάρατοι καιροί που πίσω σας εμείναν
να μη μπορώ να χαριστώ στους μήνες και τους χρόνους
που φίλοι σεις χωμάτινοι δεν πρόκειται να δείτε
κι ούτε πιοτό αιμάτινο τα γένεια σας θα βάψει
μόνο κεριά φυτρώνουνε στις άκρες των δαχτύλων
του ήλιου βάζουνε φωτιά να μείνει η σελήνη
στον λάκκο μέσα του μυαλού σαν μύλος να γυρίζει
να συντροφεύει ζωντανούς εμάς τους υπολοίπους

και ιστορεί απέθαντους βωμούς εσάς για πάντα!

*

ΣΟΜΑΛΙΑ

σας διαβεβαιώνω ότι, εάν αυτοί σιωπήσουν,
οι πέτρες θα φωνάξουν

Λουκάς, Τα Καλά Νέα, 19:40

μάτια τ’ αυτιά μου κι άκουσα πλατάνια ρημαγμένα
με την ανάσα των χεριών βαδίζοντας σκορπώντας
ο άνεμος καλεί φραγμούς αέρα δεν εισπνέω
πέτρες φυτεύοντας παντού στην πόλη δεν σκεφτόμουν
τύπος είναι που μ’ οδηγεί με φέρνει στην ουσία
όμικρον που τετράγωνο ορίζει τα πλευρά του
σκάβοντας πετροχώραφα νερά καλλιεργώντας
δίχως τον τύπο αδυνατεί ουσία να υπάρχει
κρύβω την κίνηση να ‘δω ισχύς η ακινησία
έξις οι λέξεις εξ αρχής γι’ αυτό τις αποφεύγω
δεν είναι Σαρτρ είναι ο Σαντ η πυρκαγιά του Άδη
που κατεβαίνει σέρνοντας υψώνοντας στ΄ αστέρια
μωβ τη σημαία της χαράς πατρίδα σώμα-λεία
με τραίνα σκόρπια να περνούν Αθήνα-Καλαμάτα
μέλι στο στόμα χαίρεται μέσ’ απ’ τη θλίψη στάζει

*

ΣΤΩΜΕΝ ΚΑΛΩΣ

ένα παιδάκι ποτίζει τον κήπο δίχως τον χρόνο οι δείχτες
όλος ο κόσμος ένας κήπος τα δάχτυλα οι αριθμοί
ένα φάρμακο είναι λίγο ένα ποτάμι ίδιο το φαρμάκι
ο καιρός είναι ο κήπος ένα νέρινο ρολόι
ένα μπουκάλι άδειο από τα δάχτυλα

*

ΜΙΑ ΤΟΥΡΚΑΛΙΣ ΡΩΜΑΙΗΣΣΑ ΜΙΑ ΡΩΜΗΟΤΟΥΡΚΟΠΟΥΛΑ*

κι ενώ δεν έχω ρεύμα πια κι ούτε σταγόνα πλέον
μια λάμπα καίει πετρέλαιο τα σωθικά καμμένα
έξεις φυτρώνει τις παλιές μεσ’ στου κορμιού λαμπάδα
κι αυτό ανοίγει στις πληγές φτερά τσαλακωμένα
στο βάθος θύελλα του νου και συμπαγές πετώντας
θε’ ν’ ακουμπήσει ομορφιά το κάλλος κινημένο
η ομορφιά κινούμενη μια εμπειρία κάμπια
μια τουρκαλίς ρωμαίησσα μια ρωμηοτουρκοπούλα
μια Γκιουλμπαχάρ ανάστατη ένα λουλούδι μόνο
θωρεί μια πράξη λεκτική στα λόγια του Μεσσία
που ενυλώθηκε εμπρός ευθύς στα δυο της μάτια
σημάδια ανάστασης λαμπρής στον λόγο του Προφήτη

*Η λέξη “τουρκαλίς” είναι λεξιπλασία του εικαστικού Άκανθου.

**Τα ποιήματα αυτά περιλαμβάνονται στην Ανθολογία “Ψηφιδωτό Σύγχρονης Ελληνικής Ποίησης”, εκδ. κύμα, 2022, σελ. 87-89.

Νίκος Σφαμένος, Ποιήματα

«το μόνο που θέλω»
σου είπα
εκείνο το βράδυ
του Ιούνη
«είναι ένα καράβι κι
εσύ στο λιμάνι
μ’ ένα φιλί
καθώς φεύγουμε»
«τι όμορφο!»
μου απάντησες
«και ας μη ξαναγράψω ποίημα ποτέ»
έκλεισα τα μάτια μου ενώ
είχε ήδη αρχίσει να
βρέχει
στο τζάμι οι σταγόνες
έτρεχαν
φίλε μου
κανείς δεν ξεφεύγει
πάντα θα γράφεις ποιήματα

*

πάγος
στο διπλανό τραπέζι η παρέα
ήταν εύθυμη
«μεγάλη υπόθεση ο έρωτας»
άκουσα κάποια στιγμή
και όλοι συμφώνησαν
Γενάρης
αποχαιρέτησα τους φίλους μου
επέστρεψα νωρίς σπίτι
το τηλέφωνο νεκρό ενώ
η βροχή είχε σταματήσει
άραγε πόσοι βυθίζοταν στον πάγο
εκείνη τη νύχτα
όπως εσύ;
αρκετοί , υπέθεσα
χαμογελώντας
«κρατηθείτε γερά»
άνοιξα την οθόνη λίγο πριν
αποκοιμηθώ
το γκρίζο τρένο του χειμώνα αναχωρεί:
Βασίλης Ζηλάκος
Ν.Γ. Λυκομήτρος
Ν.Σφαμένος
Α.Τσιάκος
και πολλοί άλλοι

*

σε μια ξένη πόλη
ένας άνδρας
ανάβει τσιγάρο
ένας άνδρας
πίνει
πίνει
πίνει
ενώ απέναντι
τα φώτα των διαμερισμάτων
ένα ένα
Σβήνουν

*

ακούγοντας βαλς στο σκοτάδι
«κοίτα», μου είπε
«έγραψα ένα ποίημα!»
«τόσο δα μικρό αλλά κοίτα το»
το πρόσωπο του
έλαμπε
του χάιδεψα το κεφάλι κι
έπειτα άπλωσε τα χέρια του
στ αστέρια και χάθηκε
πέρασε άραγε από εδώ
ή όχι;
ήταν τρελός ή
άγιος;
όταν προσπάθησα να τον βρω
η ομίχλη είχε ήδη
απλωθεί
κράτησα το χαρτί
σφιχτά στα χέρια
μου
ήταν η εποχή
που κανένας δεν
θα δινε σημασία
σε ένα τόσο δα ποίημα
-κανείς-
κι εκείνον
δεν τον ξαναβρήκα ποτέ
από τότε
φίλησε την ομίχλη
χαμογέλασε
και χάθηκε
για πάντα

*«Στα νερά του τρόμου επιπλέει η αγάπη», 2013.

**Artwork: Melissa Zexter

ΤΕΦΛΟΝ #28 | Χειμώνας-Άνοιξη 2023

Το εικοστό όγδοο ποιητικό τεύχος-σκεύος κυκλοφορεί!

ΘΕΜΑΤΑ

🔥 Σύγχρονη ποίηση από το Κέιπ Τάουν: Τώρα που οι λύκοι ξύπνησαν
Ποίηση γραμμένη στα κάαπς, δηλαδή στη «γλώσσα του Ακρωτηρίου», ποίηση από τις εργατικές πολυκατοικίες του Κέιπ Τάουν, ποίηση για τη μετα-απαρτχάιντ εποχή, για μανάδες που στρίβουν τσιγάρα με σελίδες απ’ τον τηλεφωνικό κατάλογο, για κορίτσια που μπαίνουν σε συμμορίες και μένουν έγκυες στα δεκατρία, γι’ ανθρώπους «αποτσίγαρα χωμένα σε σπιρτόκουτα», ποιήματα για πένθιμα μεθύσια και έκπτωτους θεούς, ποιήματα για τις πληγές που άφησε πίσω της η αποικιοκρατία. Κείμενo-Μετάφραση: Peter Constantine

🤜Οξάνα Βασιάκινα: Αυτοί οι άνθρωποι δεν ήξεραν τον πατέρα μου
Μια από τις σημαντικότερες εκπροσώπους της σύγχρονης ρωσόφωνης φεμινιστικής και κουίρ ποίησης, η Οξάνα Βασιάκινα στο μακροσκελές ποίημα «Αυτοί οι άνθρωποι δεν ήξεραν τον πατέρα μου» μιλάει για τις ταξικές αντιθέσεις στη Ρωσία λίγο πριν τον πόλεμο στην Ουκρανία, για την πατριαρχία και τον φεμινισμό, για την ασθένεια και τον θάνατο, για τη στέπα και τα «αγριολούλουδα που κάνουν ως και είκοσι χρόνια ν’ ανθίσουν», για την ποίηση που είναι «ξινή απ’ το πύον». Κείμενο-Μετάφραση: Asja

💥Natalie Diaz: Το πρώτο νερό είναι το σώμα
Η αυτόχθονας Μοχάβι Αμερικανίδα Ναταλί Ντίαζ πραγματεύεται στο ποιητικό της έργο τις πολλαπλές μορφές της συστημικής βίας που διαπερνά την ιστορία των αυτοχθόνων και τη συνεχή διαπλοκή της με την ερωτική επιθυμία και οικειότητα, μιλάει με πολιτική αιχμηρότητα και ελεγειακό λυρισμό για έναν πόλεμο που «δεν τελείωσε ποτέ, κι όμως με κάποιο τρόπο ξαναρχίζει», για τον ποταμό Κολοράντο που «διασχίζει το κέντρο του σώματός μας, με τον ίδιο τρόπο που διασχίζει το κέντρο της γης μας». Κείμενο-Μετάφραση: Τώνια Τζιρίτα Ζαχαράτου

⚡️Dorothea Rosa Herliany: Άνθρωποι κρυμμένοι στις σκιές τους
«[Θ]έλησα να πολεμήσω σε όλες τις μάχες/ τ’ αγρίμια μου μ’ ακολουθούν»: Μια από τις πιο ριζοσπαστικές ποιητικές φωνές της Ινδονησίας, η Ντοροτέα Ρόσα Χερλιάνι απαιτεί επιτακτικά την ανατροπή των κοινωνικών και έμφυλων στερεοτύπων, προκαλώντας τα υφιστάμενα για αιώνες ήθη. Εγκλωβισμένη στις ελάχιστες προσωπικές και λογοτεχνικές επιλογές που της επιτρέπει η συντηρητική κοινωνία, μας αφηγείται «την ιστορία της αντάρας», αναζητά «μια πόρτα/ για να δω τον κόσμο/ και την πραγματική ζωή». Κείμενο: Θανάσης Σουλτάτης, Μετάφραση: Θανάσης Σουλτάτης, Cahyo Ramadhani

⭐️Ασμαά Αζαϊζέχ: Πέντε ποιήματα
Η Παλαιστίνια ποιήτρια ομολογεί ότι ήταν εκείνη που έκλεψε «τα παχιά αρνιά απ’ τους αγρούς της ελπίδας», εκείνη που βούτηξε «το κεφάλι της δικαιοσύνης στη λεκάνη με το νερό», εκείνη που έκρυψε «το φεγγάρι στο ψυγείο για να μη γράφουν γι’ αυτό οι ποιητές». H κόλαση, βλέπετε, είναι η βιολογική της μητέρα. Μετάφραση: Jazra Khaleed
Ποιήματα: Άγγελος κυρίου, Ε.Κατη, Εκκεντρική Αρτηρία, Ράνια Καραχάλιου, Καρτ, Κατσαρίδα Υπονόμου, Jazra Khaleed, Κουρτ, Douglas Laurindo [μτφρ. Σπύρος Πρατίλας], Ντιάνα Μάνεση, Βασιλική Παππά, Πούθλε, Θάλεια Τ., Τάσος [ΜήνυμαL] Σταυρουλάκης, Τυφοειδής, Γιάννης Χονδρός.
Εξώφυλλο & εικονογραφήσεις: Ερατώ
Σελιδοποίηση: Morgan S. Bailey

Ρωξάνη Νικολάου, Τρία ποιήματα

ΠΑΛΗ

Ρώτησε μάνα
τα ξερά φύλλα της μήτρας σου
(ακούς τις πατημασιές μου;)
ρώτησε το σπίτι, τα κλειδιά
τους γείτονες
αν γνωρίζουν
αν μ’ είδανε
καθώς θροΐζανε σιγαλά το σώμα τους
ποτίζοντας τις γλάστρες
καθαρίζοντας το αυτοκίνητο
κι αθόρυβα μαραίνονταν
κι ο ύπνος τους λιγόστευε
τ’ αγκάθια του
από ανεξήγητη έλξη
για το θάνατο

ρώτησε το δρόμο
(που κάλπαζε προς κάπου)
γιατί ξεπέζεψε
και σκότωσε τ΄ άλογό του

κι ετοίμασε την απάντηση
πριν οι πατημασιές
θεριέψουν

πριν ξεκινήσει η πάλη
κι η ερώτηση κι η απάντηση
δεθούν σφιχτά
με το γρανιτένιο λώρο της βαρύτητας

*

ΕΚΕΙΝΕΣ ΤΙΣ ΕΠΟΧΕΣ

Εκείνες τις εποχές
ήταν τ’ ανεμολόγια χαλασμένα
κι αρρύθμιστα τα λόγια
κι από πέρα φτάναν
στην πόρτα μου
διάφορα αντικείμενα
κυλώντας
σαν ασπόνδυλες σκέψεις
κι άνθρωποι και θηρία

σε όλους άνοιγα και σ’ όλα

ύστερα απ’ τον έρωτα
διάβαζα στα σκοτεινά
τον ύπνο τους
χάλασα τα μάτια μου

όπου και να κοιτάξω
βλέπω εμένα που κοιτώ

*

ΤΑ ΠΕΤΕΙΝΑ Τ’ ΟΥΡΑΝΟΥ

Πλησίασε
κοντά
πολύ κοντά στην είσοδο του αφτιού μου
κι άκουσε
άκουσε ο μον αμούρ

την ακοή που βρυχάται
στο κύμα μέσα της:

τίποτε δεν θα μείνει από σένα
τίποτε δεν θα μείνει από μένα

κάποιος απ’ έξω
ρωτάει στον άνεμο

-έχετε ένα ευρώ;

ρωτάει τα πετεινά τ’ ουρανού
που κατεβαίνουν στη γη
και τσιμπολογούν τα ψίχουλα

-να φάω κι εγώ μαζί σας;

*Από τη συλλογή “Σαλός μαγνήτης”, εκδ. Φαρφουλάς, 2022.

«Είμαστε λίγοι για τόσα ποιήματα δεν μας ακούει κανείς»

Μάνια Μεζίτη, «στόμα», εκδ. Κουκκίδα

Γράφει ο Σίμος Ανδρονίδης //

Η δεύτερη ποιητική συλλογή της Μάνιας Μεζίτη, φέρει τον τίτλο ‘στόμα’ και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κουκκίδα. Είχε προηγηθεί η ποιητική συλλογή ‘Η μαύρη ανάμεσα,΄ η οποία και κυκλοφόρησε το 2018.

Το ‘Στόμα’ διαρθρώνεται σε τρεις επιμέρους ενότητες, που εν προκειμένω τιτλοφορούνται ως εξής: ‘Νερό,’ ‘Γάλα’ και ‘Θειάφι.’ Οι τρεις ενότητες που από κοινού συνθέτουν το ποιητικό υπόστρωμα, λειτουργούν ως καμβάς πάνω στον οποίο η Μάνια Μεζίτη ξεδιπλώνει σκέψεις, καταθέτει ιδέες, υπονοεί και αφηγείται ελεύθερα.

Μορφολογικά, τα ποιήματα ως επί το πλείστον είναι μικρού μεγέθους,[1] δίχως όμως κάτι τέτοιο να σημαίνει πως στερούνται βάθους και ενός ευρύτερου προβληματισμού, με τον ποιητικό λόγο, εξ αρχής, να θέτει ζητήματα αναγνώρισης: «Η κόλαση είναι οι άλλοι αν οι άλλοι είσαι εσύ τότε η κόλαση είσαι εσύ»,[2] γράφει χαρακτηριστικά στο ποίημα ‘Για μια σκέψη του Σατρ.’

Σε αυτό το πλαίσιο, δύναται να αναφέρουμε πως διαφαίνεται, εντός ποιήματος, μία εμπρόθετη αντιστροφή της γνωστής ρήσης του Γάλλου φιλόσοφου Ζαν-Πολ Σατρ, και πιο συγκεκριμένα, μία συγκεκριμενοποίηση του ορισμού της κόλασης, στο εγκάρσιο σημείο όπου η έγκληση ‘εσύ,’ προσλαμβάνει, ακόμη και ανώνυμα, έναν άμεσο και απτό χαρακτήρα, ενσαρκώνοντας την Σατρική ‘κόλαση’.

‘Κόλαση’ ευδιάκριτη στη γλώσσα, σε διάφορες προσλήψεις του άλλου, στον κομφορμισμό, στις μανιχαϊκές προσεγγίσεις. Και το ενδιαφέρον έγκειται στο ό,τι η Μάνια Μεζίτη φθάνει έως του σημείου να προσφέρει έναν δικό της ορισμό της κόλασης, χωρίς να ‘συγκρουσθεί’ εννοιολογικά με την ρήση του Ζαν Πολ Σατρ και με ό,τι αυτή εμπεριέχει, προσιδιάζοντας παράλληλα προς την κατεύθυνση συγκρότησης μίας συνθήκης καθημερινότητας ή αλλιώς, καθημερινής λειτουργίας: ‘Πόση κόλαση εμπερικλείει η καθημερινότητα σου;’[3]

Δίχως πολεμική ή ορθότερα συγκρουσιακή διάθεση, για να δανεισθούμε έναν όρο από το πεδίο της συγκρουσιακής πολιτικής,[4] δίχως την εστίαση σε μία ιδιαίτερη «μικροπολιτική των προνομίων», σύμφωνα με τον Αλέξανδρο-Ανδρέα Κύρτση, ο ποιητικός λόγος τέμνει μικρές και καθημερινές στιγμές, κινείται στις παρυφές μίας λεπτής ευαισθησίας (που δεν καταπίπτει σε μελοδραματισμό), προσδιορίζοντας την δυνατότητα κατανόησης του τι μπορεί να επιτελείται σε «μια συγκεκριμένη στιγμή».

«Με τα μάτια στο χρώμα της στάχτης απευθείας απ’ τον κάτω κόσμο περνάμε ολόκληρα μερόνυχτα στα νεκρομαντεία πιάνουμε τον Τειρεσία απ’ το λαιμό αλλά δεν μας κάνει τη χάρη απαντάει με τη φωνή του Μπένγιαμιν: το ν’ αντιληφθείς τι ακριβώς συμβαίνει σε μια συγκεκριμένη στιγμή είναι πιο αποφασιστικό απ’ το να γνωρίζεις από πριν τα πλέον απόμακρα».[5]

Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η αλληλεπίδραση του ποιητικού λόγου με το Μπενγιαμινικό ‘σύστημα ιδεών,’ είναι που δύναται να παραγάγει ως αποτέλεσμα την δυνατότητα ή αλλιώς, την επιθυμία της κατανόησης της στιγμής και δη της ιστορικής στιγμής, κάτι που προτιμάται έναντι του ιστορικά απόμακρου, του ανείπωτου και του ακόμη ενδεχομενικού, με τον Βάλτερ Μπένγιαμιν (το ποίημα φέρει έναν υπόγειο διαλογικό άξονα), να μεταμορφώνεται σε ίδιο και σε άλλοι Τειρεσία, για να διακηρύξει την αξία που έχει, ιστορικώ τω τρόπω, το ‘τώρα.’

Για την ακρίβεια, το ‘εδώ και τώρα.’ Ιδιαίτερο ρόλο για την ‘οικονομία’ της ποιητική αφήγησης, διαδραματίζει ο Βάλτερ Μπένγιαμιν, στον οποίο η Μάνια Μεζίτη επιφυλάσσει ρόλο υποβολέα, ‘μάντη’ (βλέπε την αναφορά στον Τειρεσία), που προτού αναζητήσει ακροατήριο, προκρίνει, όχι την αυτο-εκπληρούμενη προφητεία ως Νόμο, αλλά την γνώση εκείνη[6] που ερείδεται στο ‘τώρα’ και σε μία αισθητή πραγματικότητα.

Η δια-κειμενικότητα εντός του ποιήματος λειτουργεί με τέτοιον τρόπο, ώστε να σημασιοδοτηθεί η δυνατότητα της μετάβασης. Και από εκεί και έπειτα, στον αναγνώστη έγκειται το να προσδώσει περιεχόμενο σε αυτή την μετάβαση.

Εντός της ποιητικής συλλογής, ιδιαίτερη θέση καταλαμβάνουν η μνήμη και δη η οικογενειακή μνήμη, με όρους μάλιστα μίας, κατά την ανάλυση του Eviatar Zerubavel «αναμνηστικής πυκνότητας»,[7] μέσω της οποίας η Μάνια Μεζίτη οργανώνει εκ νέου τις προτεραιότητες της και οριοθετεί γεγονότα των οποίων ο απόηχος, πρωτίστως για την ίδια, φθάνει έως το σήμερα (επρόκειτο για γεγονότα που κάτι ‘έχουν να πουν’), οι αναφορές σε σεξουαλικές προτιμήσεις και επιλογές, χωρίς αυτές μάλιστα να εμβαπτίζονται στα νάματα της ‘παραδοξότητας,’ μιας κάποιας ασυμβατότητας[8].

Επίσης, δεν εκ-λείπει και η ανάδειξη του τρόπου με τον οποίο η γλωσσική επαναληπτικότητα, που λειτουργεί και ως μηχανισμός που συντελεί στη θεμελίωση μίας άποψης σε αυταπόδεικτη αλήθεια, παραγάγει αποτυπώματα, ενίοτε έντονα. «Είναι καλή η Λίνα, λέω είναι καλή η Λίνα, λέει είναι καλή η Λίνα, λένε είναι καλή η Λίνα, λέγεται είναι κακός ο Πέτρος, λέω είναι κακός ο Πέτρος, λέει είναι κακός ο Πέτρος, λένε είναι κακός ο Πέτρος λέγεται τι κουτορνίθια θε μου αφού έχουν ακούσει για τον Γκαίμπελς».[9]

Το ύφος είναι παιγνιώδες και ιδιαίτερα εκφραστικό (έως ‘γαργαλιστικό), εφόσον θέτει ως επίδικο την υπονόμευση του τρόπου με τον οποίο λειτουργεί ο μηχανισμός της γλωσσικής επαναληπτικότητας, εκεί όπου, στο τέλος του ποιήματος (οφείλουμε να δούμε εδώ και την πολιτική νύξη), ο Γκαίμπελς τίθεται στο προσκήνιο, με την παρουσία του υπενθυμίζει το ‘ποιος είναι’ και όχι το τι ‘έχει’: Και είναι ο γεννήτορας αυτού του μηχανισμού, πρόσωπο που αντιλήφθηκε την δύναμη του λόγου και την ικανότητα του στο να ανατρέπει τον κανόνα.

Άλλοτε χαμηλόφωνα και άλλοτε δυναμικά, με έναν λόγο περιεκτικό, επικαιρικό, μνημονικό και πυκνό σε συμβολισμούς, χωρίς όμως να χάνει από τον ορίζοντα της την πραγματικότητα, η Μάνια Μεζίτη αποδεικνύει πως η ‘θητεία’ της στην ποίηση και στον ποιητικό λόγο καθίστανται έργο εν εξελίξει, έργο ανοιχτό, με άδηλο προορισμό αλλά με σαφή απεύθυνση: ‘Εσύ.’ «Συνάντησα τον ποιητή ω του θαύματος ήταν καλός πατέρας άλλαζε ο κόσμος ερήμην μου».[10]


[1] Η απουσία σημείων στίξης, θεωρούμε πως απηχεί την πρόθεση της ποιήτριας να διαμορφώσει ένα άμεσο και οικείο ποιητικό περιβάλλον, εντός του οποίου ο αναγνώστης βοηθιέται ώστε να θέσει τις κατάλληλες ερωτήσεις.

[2] Βλέπε σχετικά, Μεζίτη Μάνια, ‘Για μια σκέψη του Σατρ,’ Ενότητα ‘Νερό,’ Ποιητική συλλογή ‘στόμα,’ Εκδόσεις Κουκκίδα, Αθήνα, 2021, σελ. 15.

[3] Σε μία σειρά ποιημάτων που παρεμβάλλεται μεταξύ των ποιητικών ενοτήτων, λειτουργώντας συμπληρωτικά, ή αλλιώς, ως γέφυρα μετάβασης από ενότητα σε ενότητα, η Μάνια Μεζίτη, όπως προσφέρει έναν ορισμό της κόλασης, της κόλασης που την θέλει να είναι ορατή, ατομική και συνάμα ‘μοναδική,’ έτσι όπως συγκροτείται και αναπαράγεται, έτσι παρέχει και έναν ορισμό της ποίησης. Και η ποίηση είναι «στόμα» (ας κρατήσουμε τον τίτλο της συλλογής), από το οποίο εκβάλλουν λέξεις, λέξεις που σχηματίζουν ιδέες, νοήματα, εκεί όπου, η ποίηση-«στόμα» συναρθρώνει την αυτο-αναφορικότητα με την ετερο-αναφορικότητα, που δεν είναι, σε ένα βαθύτερο επίπεδο, παρά ο τρόπος με τον οποίο η ποιήτρια προσλαμβάνει το σύνθετο γίγνεσθαι, επενδύοντας στην ποίηση η οποία ομνύει, χαμηλόφωνα, στη χρησιμότητα της: «Ξέρω τι είναι ποίηση η ποίηση είναι στόμα μιλάει εναντίον ή σχετικά εκ μέρους των ανθρώπων ή του εαυτού της Στην ερώτηση ασχολείστε με την Τέχνη περνάει μια γροθιά ένα πράμα οριστικό αλλά δεν τα καταφέρνω απλώς ενημερώνω για το πένθος». Βλέπε σχετικά, Μεζίτη, Μάνια, ‘Ποιοι είστε εσείς όλοι ποιοι είστε…ό.π., σελ. 39. Είναι η ποίηση ως ‘στόμα’ που μπορεί να επιχρωματίσει δραστικά την πραγματικότητα συμβάλλοντας στη επανεπινόηση της φιγούρας του ποιητή ως υποκειμένου που κατα-γράφει και κατά-θέτει.

[4] Βλέπε και, Σεφεριάδης, Σεραφείμ, ‘Συγκρουσιακή πολιτική, συλλογική δράση, κοινωνικά κινήματα: Μια αποτύπωση,’ Ελληνική Επιθεώρηση Πολιτικής Επιστήμης, Τεύχος 27, Μάϊος 2006, σελ. 7-42.

[5] Βλέπε σχετικά, Μεζίτη Μάνια, ‘Πρόβλεψη…ό.π., σελ. 33. Σε αυτό το σημείο, η ποιήτρια του ‘στόματος’ δεν τείνει προς τον άξονα μίας δημιουργικής επανεπινόησης του μύθου, όπως πράττει ο Γιάννης Ρίτσος σε ποιήματα της ‘Τέταρτης Διάστασης,’ αλλά, αντιθέτως, μεταπλάθει σε ποιητικό λόγο πολλαπλών σημασιολογικών αποχρώσεων βασικές κατευθύνσεις του Μπενγιαμινικού λόγου (εδώ το απόσπασμα από τον ‘Μονόδρομο’).

[6] Ακόμη και με τις αντιφάσεις της. Το στοιχείο της δια-κειμενικότητας το εντοπίζουμε και σε άλλα ποιήματα της συλλογής, όπως αυτό στο οποίο η ποιήτρια ξεκινά την αφήγηση της με το ποίημα ‘Matière de Bretagne’ του Πάουλ Τσέλαν. «Εσύ μαθαίνεις μαθαίνεις στα χέρια σου να μαθαίνεις μαθαίνεις στα χέρια σου να κοιμηθούν». Βλέπε σχετικά, Μεζίτη, Μάνια, ‘Στόμα…ό.π., σελ. 24. Επίσης, το ποίημα ‘Μέσα στα πόδια μου έχω σπίτια,’ (ένδειξη ενός ιδιαίτερου ‘μαγικού ρεαλισμού; ), ανα-δημιουργεί, και όχι μηχανικά, μία οικεία ατμόσφαιρα (το σπίτι ωσάν ‘κόσμος’) που παραπέμπει στο μυθιστόρημα του Κολομβιανού Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες ‘Εκατό χρόνια μοναξιά.’ Μεζίτη Μάνια, ‘Μέσα στα πόδια μου έχω σπίτια…ό.π., σελ. 59.

[7] Βλέπε σχετικά, Zerubavel, Eviatar, ‘Social Mindscapes: An invitation to cognitive psychology, Cambridge, 1997. Οι συχνές αναφορές στην μητέρα και στον πατέρα, σε περιστατικά κοινής συμβίωσης, συνδράμουν δραστικά στο να λάβει χώρα ό,τι θα προσδιορίσουμε ως ‘εργασία της μνήμης.’

[8] Το ποίημα ‘Το αυτονόητο’ είναι ενδεικτικό αυτής της προσέγγισης, καθώς και ενός ύφους (και ήθους) που ονομάζει ρητά και μη υστερόβουλα: «Η ουρά κάθε πρωτεύοντος θηλαστικού κουνιέται ο θείος Κώστας ήταν γκέι». Βλέπε σχετικά, Μεζίτη Μάνια, ‘Το αυτονόητο…ό.π., σελ. 22. Το ποίημα ‘Το queer φίλοι,’ δεν είναι δηλωτικό ταυτότητας, αλλά καταγραφής της βαθιάς ανθρώπινης επιθυμίας για την έκφραση των συναισθημάτων, για την υπέρβαση ουσιοκρατικών προσλήψεων. Και αυτή η υπέρβαση μπορεί να συντελεσθεί εν-σώματα και διαδραστικά.

[9] Βλέπε σχετικά, Μεζίτη Μάνια, ‘στόμα…ό.π., σελ. 44. Στο ποίημα ‘Της Ηχώς και της Κρίστεβα,’ η ποιήτρια αφήνει να διαρρεύσει μία σχεδόν Ηρακλείτεια αίσθηση κίνησης του νερού, δυσκολίας κατανόησης του («δεν ερμηνεύεται το νερό»), που αντανακλά την δυσκολία μίας έστω και κατά προσέγγιση ερμηνείας της ανθρώπινης φύσης.

[10] Βλέπε σχετικά, Μεζίτη Μάνια, ‘στόμα….ό.π., σελ. 37.

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://www.fractalart.gr/stoma-mania-meziti/

Cesar Vallejo, Σκέφτομαι το φύλο σου

Σκέφτομαι το φύλο σου.
Με καρδιά απλοϊκή το φύλο σου σκέφτομαι,
πριν από τον ώριμο γλουτό της μέρας.
Αγγίζω τον κανθό της ευτυχίας:
να σκάσει το μπουμπούκι στην ώρα του.
Και πεθαίνει ένα συναίσθημα παλιό
και εκφυλισμένο μες στον νου
στην κοινή λογική του μέσα.

Σκέφτομαι το φύλο σου, μια αυλακιά γονιμότερη
και πιο αρμονική από της σκιάς τη μήτρα,
μολονότι συλλαμβάνει και γεννάει ο θάνατος
κατά του ίδιου του Θεού το θέλημα.
Ω Συνείδηση,
σκέπτομαι, ναι, το ελεύθερο κτήνος
που ηδονές απολαμβάνει όπου θέλει, όπου
μπορεί.

Ω σκάνδαλο του μελιού με το σούρουπο.
Ω βουβέ βρυχηθμέ.

Οδουμόκμαυρθστε!

*Περιλαμβάνεται στο βιβλίο “Τα μάτια σου δύο πυροβολισμοί στα τυφλά – Αναγνωστικό υπερρεαλιστικών ποιημάτων”, εκδ. Ρώμη, Θεσσαλονίκη 2019. Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Άρης Ταστάνης, Δύο ποιήματα (αποσπάσματα)

*Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Παραλύτων στις 3 Δεκεμβρίου. Ο Άρης Ταστάνης (1953- 2013) ήταν ποιητής που έπασχε από μυική δυστροφία και ήταν παράλυτος από 20 ετών.

Η ΛΑΧΤΑΡΑ ΤΩΝ ΠΑΡΑΛΥΤΩΝ

…Λαχταρούμε,
τα χνάρια μας στην παραλία
με ηλιοβασίλεμα
άνεμος θαλασσινός να τα σβήσει.
Λαχταρούμε
από το γείσο των πέτρινων γεφυριών
να εμπιστευτούμε στους γερανούς
την ονειροπόλησή μας.
Λαχταρούμε,
όταν τ’ όνομά μας περιπαιχτικά λαλούν,
στου πελάγου τις απαγορευμένες αρτηρίες να φτερουγίσουμε. Λαχταρούμε,
η ανάσα μας σαν αμυγδαλιάς ανθός
στις κουπαστές των δουλεμπορικών χάδι στοργικό να είναι…
Αχ λαχτάρα!
Πάντα μακρινή κι ανεξήγητη…
Σαν τους σπασμούς στα μαραγκιασμένα κορμιά μας και σαν του άγνωστου ωκεανού τη νοσταλγία…

ΣΤΙΓΜΑ

Κάποτε, μπορεί κι αύριο.
Μικρόψυχα θα σε πικράνουν πάλι
και θα δείξουν αίτιο για όλα
το παράλυτο σώμα σου…
Πολλοί, είναι βέβαιο,
θ’ αλλάξουν το βηματισμό τους,
να μη περάσουν κάτω
απ’ το παράθυρό σου
κι άλλοι αφού θα έχουν αποστειρώσει
τα χέρια τους,
φτύσει στον κόρφο τους,
θα σου μιλήσουν
για υπομονή
κι εγκαρτέρηση…

*Πηγή: Γιάννα Βλάχου (Gianna Vlachou)

**Η εικόνα της φωτογραφίας είναι έργο του Bill Bruckner.

Roberto Garcia de Mesa, Πεζά ποιήματα

Η νιότη είναι εμπόδιο στο δρόμο για το γήρας

Την ελευθερία δεν πρέπει να την κερδίζεις, πρέπει να την κλέβεις.

Πιο τυφλός είναι αυτός που βλέπει απ’ αυτόν που επιθυμεί να δει.

Ένας άνθρωπος αρχίζει να ζει όταν δεν μπορεί να τον αναγνωρίσει κανείς ανάμεσα στις μάσκες του.

Όλοι μας έχουμε πεθάνει κάποια στιγμή στη ζωή μας ή όλοι έχουμε πεθάνει περισσότερες φορές απ΄ όσες νομίζουμε.

Δεν υπάρχει λύση. Κάποια μέρα δεν θα βρεθούν άλλοι μάρτυρες να αποδείξουν ότι ήσουν καλός.

Η τέλεια καταιγίδα βρίσκεται μέσα μας.

*Από το βιβλίο “Τα απόμακρα σώματα”, εκδ. Bibliotheque, 2019. Μετάφραση: Ιφιγένεια Ντούμη.

Γρηγόρης Σακαλής, Νυχτερινό Πανόραμα

Δύσκολη νύχτα.
Χαράματα
η ώρα τρεις
οι εργαζόμενοι
στις φάμπρικες
τρώνε το κολατσιό τους
οι ταξιτζήδες
περιμένουν πελάτες
στην πιάτσα τους
κι ακούνε σιγανά
στο ραδιόφωνο τραγούδια
σε κάποια μπαρ
πουλάνε σάρκα
έτσι ακριβώς
όπως ακούγεται
κι οι χρήστες ουσιών
σε τρύπες – παλιόσπιτα
βγάζουν όπως – όπως
τη νύχτα
ωραία κοινωνία
έχουμε φτιάξει
και να είμαστε καλά
να έχουμε την υγεία μας
να τη χαιρόμαστε.

Μανώλης Αλυγιζάκης, Δύο ποιήματα

ΕΠΙΠΤΩΣΗ

Όντως ήταν αληθινό και το δεχτήκαμε. Πέθανε
ο Θεός μας. Τον θάψαμε χθές το απόγευμα χωρίς
τραγούδια ή παιάνες, δίχως κλαυθμούς και μοιρολόγια
κι ανάλαφροι ενιώσαμε, τίποτα πιο πολύ δεν μας
γαργάλαγε παρά το ύφος της μουντής μέρας ενώ ο φόβος,
θα `λεγα, βαθιά μες την καρδιά μας είχε καταχωνιαστεί.
Στην σκοτεινή αίθουσα του γραφείου κηδειών κουμάντο
έκανε η θλίψη κι έξω απ’ την πόρτα οι ζητιάνοι απλώνανε
το χέρι και ζητούσαν αυτό που δεν θα τους δίναμε,
ευπρέπεια του φιδιού που δίχως δόντια εμφανίστηκε,
κι η μαγνόλια που άνθισε μενεξελιά μπουμπούκια πάνω
στο νυφικό κρεβάτι κι εμείς μες τη φωλιά του αετού
γεμίσαμε κουράγιο το δισκοπότηρο μας και το τοξεύσαμε
στα τέσσερα της οικουμένης άκρα κι υποσχεθήκαμε ποτέ
συστήματος θύματα να μην πέσουμε.

Τον κόνδορα κληρονόμο της σάρκας κηρύξαμε.
Τον άνεμο και τη βροχή κάθαρση ονομάσαμε.

Ευοί, ώ, λεύτερα στοιχεία, ευοί.

Πολλαπλασιαστείτε και κατακτήσετε τη γη
κάποιος εφώναξε. Κι ήταν σωστό.

IMPACT

And since the new reality was upon us we truly
accepted it: our God was dead. Buried him yesterday
afternoon with no songs, no paeans, nor lamentations
and we felt a lot lighter. Nothing was as ticklish as
the mood of the somber day while fear, I’d say, was
hidden deep in our hearts. Sorrow reigned in the black
funeral home while beggars, outside, stretched their
hands asking for what we couldn’t spare: decency
of the new serpent who appeared without fangs,
feverish magnolia bloomed its purple flowers over
our nuptial bed and in an eyrie we filled our chalice
with courage and shipped it to the four corners of
the universe and promised never to be trapped again
in the idiocy of a system.

The Andean condor we declared heir of the flesh
the wind and the rain we proclaimed our catharsis

evoe, oh, free elements, evoe

multiply and conquer the earth someone said and
it was good

*

ΜΑΤΑΙΟΤΗΤΑ

Ξαφνικά διαισθανθήκαμε πως η σάρκα, που τον πόνο
και τα όνειρά μας κουβαλούσε, ιδιοκτησία μας δεν ήταν
αφού είχε κιόλας πεθάνει ο Θεός μας κι απαράδεκτο
ήταν να μη λάβουμε υπ’ όψη τα δάκρυα του νεκροθάφτη.
Εμείς δεν κλάψαμε διόλου, ξέραμε ήταν γέρος πια, και
τελικά το καταλάβαμε πως είχε πεθάνει και ο άγγελος που
μας συμβούλεψε να δείξουμε συμπόνια, εκείνος που μας δίδαξε
την ηθική κι επιτέλους έπρεπε να βασιστούμε στα πουλιά
που μέλλονταν να αναζωγονήσουν την αγάπη κι εμείς
να δείξουμε στο γείτονα συμπόνια που άρχισε τη μέρα μ’ ένα
πιστόλι στην παλάμη και καρφωμένη τη ματιά του πάνω μας
σαν να `λεγε ‘μην και τολμήσετε…’ πρόταση που ήταν
σε αντίθεση με το Κυριακάτικο τραπέζι μας και μάταια
επιμέναμε ν’ ανάβουμε το λύχνο.

FUTILITY

We suddenly felt the flesh that carried our pain and
our dreams was foreign to us since our God had died
and inappropriate it was not to take into account
the undertaker’s tears. We had none, God was too old
we thought and finally we understood the angel
who advised us to show compassion, who advocated
morality, had also died and we had to rely on the birds
to recommence our sentimental love and understand
our neighbor who started his day brandishing a pistol
in his hand, his eyes fixated on us as though saying
you better not… a sentence that contradicted meaning
of our Sunday dinner and in vain we insisted to light
our oil lamps.