Γρηγόρης Σακαλής, Απελευθέρωση

Παιδί παραμελημένο
έφηβη ατίθαση
κι ύστερα δέκα χρόνια
στο ψυχιατρείο
τα κατάφερε και βγήκε
επέζησε ευτυχώς
η πρόγνωση των γιατρών
ήταν θετική
θα πάει καλά, είπαν
η μάνα αυταρχική
πάντα έτσι ήταν
να μη βγει έξω μόνη
να μην έχει κινητό
να μην έχει αγόρι
τα έκανε όλα κρυφά
όσο μπορούσε
όπως – όπως
δεν υπάκουε
στις εντολές της μάνας
μα η ζωή της ήταν δύσκολη
ώσπου η απώλεια της μητέρας της
την απελευθέρωσε.

Στέλλα Δούμου, Λιπόθυμα τα άλογα των αποχρώσεων

{Λιπόθυμα τα άλογα των αποχρώσεων.
Το μαύρο μακρυγορεί στην ολομέλεια των νυχτερινών κήπων.
Αν και κάπου-κάπου, πέρα στον ορίζοντα μικροί κόκκινοι ύπεροι των φώτων της πόλης μού ρίχνουν άμμο στα μάτια.
Επιρρεπής στα ψέμματα, σας λέω πως απ’ το παχνί του δωματίου, βλέπω
στη διαγώνιο του Χάους απλωμένη των πλανητών την μπουγάδα• να στάζει αιωνιότητα και λευκούς ήχους.
Ή κάτι τέτοιο…
Τόσο υγρά τα μάτια της νύχτας που με κοιτούν απ’ το λυμένο μου παράθυρο.
Ας κοιμηθώ τώρα με εντιμότητα.
Αύριο, άλλη μια μέρα, που θα εξημερωθώ ξανά μ’ υπακοή.}

Κατερίνα Φλωρά, Δικαίωση (Μάρτιος 23)

Βαριά η σκιά του μήνα
που βίαια ξεκίνησε
μαζί και μόνη
δίχως αντίδραση καμιά

Στον ύπνο μας έπιασε
στον απόηχο του γλεντιού
των ημερών της παρακμής

Συλλογικά ανασφάλεια
συντρίμμια ολόγυρα
μιας εποχής αιωρούμενης
στων αριθμών την αβέβαιη τάξη

Φεύγει όπως ήρθε
Μες στη μυρωδιά της μπαρουτιασμένης άνοιξης
μακρινή η οσμή στου ανθού την άκρη

Νίκος Σφαμένος, ο φίλος του

«είναι υπέροχες»
του έλεγε
εκείνο το κρύο
βράδυ
«και όλα με τυλίγουν μέσα τους
οι νύχτες μ’ αγκαλιάζουν
οι μέρες με χαϊδεύουν με χρώματα
πραγματικά
θέλω να χαθώ σε κάθε
νέα εποχή που έρχεται
να ταξιδέψω στο φως της
πίστεψε με
όλα είναι τόσο όμορφα
μακρινά
-και η ποίηση δεν αρκεί-»

*Στη φωτογραφία της ανάρτησης Victor Sparre, Night of stars (1993).

Λαμπριάνα Οικονόμου, Τρία ποιήματα

ΞΥΠΝΗΣΑ

Σκόνταψα το πρωί
σε οστεοφυλάκιο.
Έγραφε τ’ όνομά μου
με κιμωλία.

Το μεσημέρι στα σκαλιά
περίμενε ψηλός-ψηλός καλόγερος,
που έμπλεκε και ξέμπλεκε τα δάχτυλά του

Πλας Πιγκάλ, 2009

*

ΕΛΛΕΙΨΕΙ ΣΥΜΒΑΤΟΤΗΤΑΣ

Κεντρική μνήμη
“υπό διαμόρφωση”

χώρος αμφιθεατρικός στο Φιξ
32 κεκλιμένα επίπεδα.

Μεταβιομηχανικό πουλί

τρώω σκυρόδεμα.

*

ΠΡΟΣ ΑΠΟΦΥΓΗ ΚΗΛΙΔΩΝ

Υποφέρατε τομές. Μία σε κάθε βλέμμα.
Η χάρτινη σακούλα ας ορισθεί φραγμός. Και σώμα.
Αμείλικτα να συγκρατεί τους μαραμένους σας βολβούς.
Αποφεύγετε τις οδηγίες. Επαναλάβατε καθ΄ εκάστη
έως ότου αποπνεύσετε

*Από τη συλλογή “Αντίποινα”, εκδ. Θράκα, 2016.

Γιώργος Κοζίας, Δύο ποιήματα

ΓΗΤΕΥΤΗΣ ΟΝΕΙΡΩΝ

Έχει άβυσσο κι έχει στάχτη
στην άβυσσο.

Ο χειριστής με αόρατη στεφάνη
οδηγεί τον μετρ.

Βλέπει μανιακούς σε μια γυάλινη σέρα.

Τον σκύλο στο σπίτι της χειρομάντισσας.

Εφτά θλίψεις με δορές
και δωρητές.

Πάνω σε μια χλωμή
καρδερίνα.

Και πάσαν
πονηρή επιθυμία
τρυγόνα φλεγόμενη.

*Από τη συλλογή “Ζωολογικός κήπος”, εκδ. Στιγμή, 1989.

*
ΕΞΙΛΕΩΣΗ
(παρωδία)

Η γυναίκα γεννάει ένα αυγό.
Οι μαιευτήρες το τοποθετούν σε θερμοκοιτίδα.
Παροτρύνουν τη μητέρα να καθίσει πάνω του.
Ερωτεύεται το αυγό.
Του δίνει όνομα. Το ταϊζει. Το στολίζει.
Μένει απαράλλαχτο.
Δεν έχει μέλη για να κινηθεί.
Ούτε φωνή για να κλάψει.
Η γυναίκα απ’ τη στενοχώρια της καίγεται
στον πυρετό. Τέλος αποθνήσκει.
Στην κηδεία το αυγό τρέχει γύρω
από το φέρετρό της. Ευτυχισμένο.
Άδειο!

*Από τη συλλογή “Κόσμος χωρίς ταξιδιώτες”, εκδ. Στιγμή 2007.

**Στην εικόνα της ανάρτησης έργο της Vasilisa Romanenko.

Δήμητρα Κατιώνη, από το “Τρεις μέρες κι ένα τρίτο”

εκχώρησε αλμύρα στη θάλασσα
άσε τους καρπούς να στέκουν στα δέντρα
στάσου κι εσύ
ανίσκιωτο κατασήμερο
να γίνεις τόπος

*

σα δέντρο
στάσου
ισμαήλ
όχι σαν ακίνητο
αλλά σαν θαύμα

*

είναι τόπος η ευτυχία
εκεί ξεχειμωνιάζουν
τα μεγαλύτερα αποδημητικά
τα θερινά σινεμά

*

κουνιστή καρέκλα
μπρος πίσω
η γιαγιά
κουνιστή και καρέκλα
θυμάται και γελά
δύο ζωές
η γιαγιά η γιαγιά
ο χρόνος καμιά
καμιά

*

θεόρατες μορφές
τα νεογέννητα
φαίνονται μικρά
πολύ μικρά επειδή είναι μακριά
κι έρχονται κατά πάνω μας
από το μέλλον

αν αντέστρεφες την αθωότητα
θα γεννούσαν τα παιδιά γονείς

*“Τρεις μέρες κι ένα τρίτο”, εκδ. Θράκα 2016.

Μίλτος Σαχτούρης, Τρία ποιήματα

Τ’ ΑΔΕΡΦΙΑ ΜΟΥ

Τ’ αδέρφια μου που χάθηκαν εδώ κάτω στον
κόσμο
είναι τ’ αστέρια που τώρα ανάβουν ένα ένα
στον ουρανό
και να ο μεγαλύτερος
με μια ανοιξιάτικη μαύρη γραβάτα
που χάθηκε μέσα σε σπηλιές θεόστραβες
καθώς κυλούσε παίζοντας
πάνω σε ανεμώνες κόκκινες
γλίστρησε
μεσ’ του θηρίου τ’ άγριου το ματωμένο στόμα
ύστερα ο άλλος μου αδερφός που κάηκε
πουλούσε κίτρινα βεγγαλικά
πουλούσε κι άναβε κίτρινα βεγγαλικά

Όταν ανάβουμε – έλεγε – φωτιά
θα διώξουμε από τους κήπους τα φαντάσματα
θα πάψουν να μολύνουν τους κήπους τα φαντάσματα

Όταν ανάβουμε – έλεγε – κίτρινα βεγγαλικά
μια μέρα θ’ ανάψει ο ουρανός γαλάζιος
κι ύστερα ο τρίτος ο πιο μικρός
που έλεγε πως είναι νυχτερίδα
γι’ αυτό αγαπούσε τα φεγγάρια
και τα φεγγάρια μια νύχτα τον εζώσανε
κόλλησαν γύρω-γύρω και τον έκλεισαν
κόλλησαν γύρω-γύρω και τον έπνιξαν
τον έλιωσαν γύρω-γύρω τα φεγγάρια
Τ’ αδέρφια μου που χάθηκαν εδώ κάτω στον
κόσμο
είναι τ’ αστέρια που τώρα ανάβουν ένα ένα
στον ουρανό

*

Ο ΧΟΡΟΣ

Από τις πόρτες έμπαιναν ευτυχισμένοι στολισμένοι
άλλοι φορούσανε σπαθιά κι άλλοι μαχαίρια
κρατούσαν όνειρα ζεστά στα παγωμένα χέρια
όνειρα που έκαιγε ο πυρετός λουλούδια
πρόβαλαν στους καθρέφτες μενεξέδες
ωραία πρόσωπα με σταγόνες ασήμι
στο μέτωπο και στα μάγουλα
κόκκινα χέρια και τριαντάφυλλα πηχτά
ο έρωτας που έκαιγε ψηλά στις καπνοδόχες
ο έρωτας που έσταζε στου δρόμου το αυλάκι
ο έρωτας που βογγούσε κάτω απ΄ τα πατήματα
των παπουτσιών
ο ένας να κατέβει τρέμοντας ετοιμόρροπες σκάλες
ο άλλος να τις ανέβει τρέχοντας
για να προφτάσουν το αίμα να μην παγώσει
και την καρδιά να μη σκιστεί
ώσπου τα φέρετρα να γίνουν αύριο άσπρες βάρκες
και μέσα να τραγουδάνε ευτυχισμένοι οι νεκροί

*

Ο ΠΕΙΡΑΣΜΟΣ

Πίσω από τις μαυροφορεμένες γριές
πίσω από την πλάτη τους
το άσπρο κρεβάτι
και πάνω καταμόναχο το μήλο
όπως και πριν από το μήλο
καταμόναχο ήταν το άνθος το λευκό
το σκίσαν με μαχαίρια και ψαλίδια
μ’ αίμα το πότισαν
και τώρα πάνω στο κρεβάτι
κείτεται σάπιο μήλο
γι’ αυτό ο άγγελος στην άκρη κάθεται
του κρεβατιού
πίσω από τις μαυροφορεμένες γριές
πίσω απ’ την πλάτη τους
ανοίγει τ’ άσπρα του φτερά
το χέρι απλώνει προς το μήλο

*Από τη συλλογή “Φάσματα ή η χαρά στον άλλο δρόμο” (1958)

Δήμητρα Γερογιάννη, Δύο ποιήματα

είναι απλώς πόνος
είπε τότε στον εαυτό της
όπως είναι απλώς λεφτά
απλώς θάνατος
απλώς ζελεδάκια φράουλα
απλώς σεξ
είναι απλώς αυτό που είναι
-αν αφαιρέσεις την αγωνία-
ύστερα άρχισε να αναλύει ελλειπτικές
ιστορίες αγάπης
ύστερα ξάπλωσε και είδε βίαια καρτούν
μέχρι να την πάρει ο ύπνος
μέχρι να ξυπνήσει ξανά τα ξημερώματα
να κλάψει για λίγα λεπτά σιωπηλά
-είναι απλώς πόνος-
να σκεφτεί μια ανατροπή
που δε θα πραγματοποιηθεί ποτέ
και ν΄ αποκοιμηθεί ξανά

*

δίπλωνα την καρδιά μου
ξανά και ξανά
κι έφτιαξα ένα
μικρό κατακόκκινο ψάρι
γέμισα την μπανιέρα
μέχρι τη μέση
το πέταξα μέσα
το παρατήρησα
να βουλιάζει
να λιώνει
να κοκκινίζει το νερό

βούτηξα το κεφάλι μου

κι ένιωσα
επιτέλους
πιο
ελαφριά

*Από τη συλλογή “μπορεί να υπάρχει και χωρός όνομα”, εκδ. Θράκα 2016.

**Στη φωτογραφία της ανάρτησης Rene Magritte, Checkmate (1926).

Popi Aroniada, Without limits

…in search
for an intellectual clarity
I learned upon
a glass sphere
under the light
of a pale sculpted “aplica”
my sky appeared
my stars thrown
on the ground
I cry
For the stolen beauty
the moment when lava
pores out in the sea
burning the extremites
of my limits
free now
with no limits
I am inclined to orgies
with fathom steps
I run far away
from the crazy “piranhas “
of the living ghosts
I step on the flesh rags
of self –delusion
I stretch my hand
out of the white surfaces
of closed eyelids
until a whole
swarm of bees
is caught
at the finger tips …

*Translation from Greek: Katerina Anghelaki Rook