Τάσος Δενέγρης, Δύο ποιήματα

Η ΜΕΡΑ ΤΗΣ ΚΡΙΣΕΩΣ

Θα γκρεμιστεί μια μέρα ο ουρανός
Κι η θάλασσα θα γίνει λατομείο
Θα μείνει ο ήλιος μόνος, ορφανός
Κι η Γη πολυόροφο νεκροτομείο.

Σάββατο 2 Μαΐου 1970

*

DESPERADO AGAIN

Άδεια η ψυχή μου
Κι αμέτοχη στα κοινά
Και στα ελπιδοφόρα μηνύματα.

17 Ιουλίου 1970

*Από τη συλλογή «Το αίμα του λύκου» (με πέντε σχέδια του Αλέξη Ακριθάκη), Εκδόσεις Εγνατία, Θεσσαλονίκη, 1978.

Γιώργος Μπλάνας, Αυτοκρατορία. Κομμόδου Αντωνίνου Αυγούστου Τα εις Μάρκον Αυρήλιον

Eκδόσεις Μικρή Άρκτος, Αθήνα 2023
Παναγιώτης Βούζης*


Αργά, το ίδιο βράδυ, κοίταζα την Ρώμη από την κορυφή του Παλατίνου. Ο αέρας ήταν τόσο λεπτός, τόσο παράξενα αδιάφορος για την συνήθεια της πόλης να βουλιάζει σ’ ένα γκρίζο απόπλυμα, γεμάτο βήχα, πόνους στα πλευρά, μουσκεμένα σκεπάσματα και δύσοσμα χνώτα. (σελ. 32)


Η Αυτοκρατορία του Γιώργου Μπλάνα είναι ένα ποίημα με μορφή επιστολής, σε δεκαπέντε μέρη, την οποία απευθύνει ο ρωμαίος αυτοκράτορας Κόμμοδος στον νεκρό, πλέον, πατέρα του. Τα εις Μάρκον Αυρήλιον, λοιπόν –σύμφωνα και με τον υπότιτλο– ή πώς διαλύεται η εξής ψευδαίσθηση του Πλάτωνα: «Ου πρότερον κακών παύσονται αι πόλεις, πριν αν εν αυταίς οι φιλόσοφοι άρξωσιν» (= δεν πρόκειται ν’ απαλλαγούν από τις συμφορές οι πόλεις, πριν οι φιλόσοφοι πάρουν την εξουσία). Πρόκειται για τη ψευδαίσθηση του φωτισμένου ηγεμόνα, της οποίας η προσπάθεια υλοποίησης οδηγεί στα ακριβώς αντίθετα αποτελέσματα από τα προσδοκώμενα. Ο Κόμμοδος το καταδεικνύει: «Έχουν ειπωθεί και μεγαλύτερες ανοησίες. Και θα ειπωθούν ακόμα περισσότερες, όσο οι φιλόσοφοι συνεχίζουν να πιστεύουν στη φωτεινή αυτοκρατορία της σοφίας, επινοώντας την σοφία κάθε σκοτεινής αυτοκρατορίας» (σελ. 41). Η μεγαλύτερη αυταπάτη της πολιτικής θεωρίας έγκειται στην πεποίθησή της πως μπορεί να χαλιναγωγήσει την εξουσία, να περιορίσει την ισχύ, προκειμένου να ευδοκιμούν η πολιτεία και οι πολίτες. Η αυταπάτη καταλήγει, πάντοτε, στο να μπαίνει το καθετί στη θέση του: να αποκαλύπτεται δηλαδή ο πρωταρχικός ρόλος της θεωρίας, ο οποίος δεν είναι άλλος από το να υπηρετεί την εξουσία ή να χρησιμοποιείται, ακούσια, από την τελευταία. Η φιλοσοφία της εποχής του Μάρκου Αυρηλίου και του Κομμόδου στηρίζει και παγιώνει την αυτοκρατορική δύναμη: Η στωική ειμαρμένη, το επικούρειο παρόν, η κυνική ελευθερία. Είτε οργανώνουν την ηγεμονική ιδεολογία και της δίνουν προσχηματικό βάθος είτε προσφέρουν μια ελκυστική και παρηγορητική, συγχρόνως, κοσμοαντίληψη στο πλήθος όσων υφίστανται την ηγεμονία, ώστε να υποκύπτουν στην κατάστασή τους και να την αντέχουν. Στην ουσία, η εξουσία δεν χρειάζεται ούτε τη φιλοσοφία ούτε, εν γένει, τη θεωρία, γιατί αποτελεί μια ταυτολογία. Όμως, αυτό γίνεται προφανές μόνο σε εποχές ακραίες, όπου απλώνεται η εντύπωση πως ο πολιτισμός και η Ιστορία πλησιάζουν στο τέλος τους. Τότε, η εξουσία αναδεικνύει την ταυτολογική της συνείδηση: Η εξουσία για την εξουσία. Τίποτε άλλο, καμιά θεωρία.


Τα προηγούμενα τα κατανοεί απολύτως ο Κόμμοδος του Μπλάνα. Έτσι, μετά από τη διάλυση της πλατωνικής ψευδαίσθησης, συντελείται σε αυτό το βιβλίο η δεύτερη μεγάλη ανατροπή. Γιατί οι ιστορικοί τοποθετούν τον Κόμμοδο στην ακριβώς αντίθετη θέση από τον πατέρα του: Ο Μάρκος Αυρήλιος είναι ο τελευταίος στη σειρά των αγαθών αυτοκρατόρων Νέρβα, Τραϊανού, Αδριανού, Αντωνίνου, ο μυημένος στα ελευσίνεια μυστήρια, ο οπαδός της στωικής ασκητικής και ο συγγραφέας των Εις εαυτόν. Ο Κόμμοδος, από την άλλη, παρουσιάζεται ως ο πρωταθλητής της δεσποτείας, ξεπερνώντας ακόμη και τον Καλιγούλα και τον Νέρωνα. Με ανησυχητικές τάσεις σκληρότητας, από μικρός. Παίρνοντας τον θρόνο, κυβέρνησε με την τρομοκρατία. Θεωρούσε τον εαυτό του μετενσάρκωση του Ηρακλή και παρίστανε τον ανίκητο αριστερόχειρα μονομάχο στο Κολοσσαίο, όπου αναβίωνε τους ηράκλειους άθλους, σκοτώνοντας θηρία και ανθρώπους και τραυματίζοντας αληθινούς μονομάχους, οι οποίοι τον άφηναν να τους νικήσει. Και όμως, εδώ οι δύο άντρες μπαίνουν στην ίδια μοίρα. Στο ξεκίνημα του δεύτερου μέρους, ο Κόμμοδος γράφει στον πατέρα του τα ακόλουθα: «Αργά ή γρήγορα, θα ολοκληρώσω το σχέδιό σου, Μάρκε Αυρήλιε… Γιατί δικό σου σχέδιο ήταν βέβαια όλο αυτό. Έφυγες πλήρης ιδεών κι άφησες πίσω σου το ποταπό, στενόμυαλο, διεστραμμένο, αγόρι… ν’ αφανίσει όσα δεν πρόλαβε η σοφία σου» (σελ. 9). Η διακυβέρνηση της Ρώμης από τον γιο προβάλλεται ως η απόληξη της διακυβέρνησης του πατέρα. Και οι δύο ωθούν τις καταστάσεις προς την ίδια κατεύθυνση: μέχρι μια έσχατη εκδοχή του κόσμου, ακραία και παρακμιακή, όπου, όπως σημειώθηκε και πιο πάνω, η εξουσία, μέσα στην ταυτολογία της, καθίσταται απόλυτη. Σε αυτό το έσχατο σημείο βρίσκεται τώρα ο Κόμμοδος, αποτελώντας ένα παράδοξο: τον στενόμυαλο ο οποίος κατανοεί, σε βάθος, την απόλυτη ισχύ και τις συνέπειές της. Το παράδοξο μετατρέπει τη βασιλεία του σε παρωδία. Ο ίδιος αντιμετωπίζει τον εαυτό του ως γελωτοποιό και την πραγματικότητα ως θέατρο, ως «μια κωμική απομίμηση κλασικής τραγωδίας» ή «Μια τραγική απομίμηση νεότερης κωμωδίας» (σελ. 30). Η εξουσία επιχειρεί, πάντοτε, να φυσικοποιεί την κατασκευασμένη από αυτήν πραγματικότητα. Όμως, σε μια έσχατη φάση του κόσμου, δεν διστάζει να αποκαλύπτει τις ραφές των κατασκευών της, να παρωδεί τη ψευδοφυσική πραγματικότητα που δημιούργησε.


Η παρακμή ενεργοποιεί μια διαδικασία συσσώρευσης: Όλα τα αποστήματα του παρελθόντος, όλες οι χαίνουσες πληγές συγκεντρώνονται στο παρόν. Στη διάρκεια της βασιλείας του Μάρκου Αυρηλίου, ξέσπασε μια πανδημία, πανούκλα ή ευλογιά, η οποία έφθασε έως την εποχή του Κομμόδου, με αποτέλεσμα τον θάνατο του δέκα τοις εκατό του πληθυσμού. Σε μια τέτοια παρακμιακή συγκυρία, η γλώσσα καθίσταται εξ ολοκλήρου δεικτική: Κατονομάζει τα πράγματα, δείχνοντάς τα, αφού υπάρχουν όλα, εκεί, συσσωρευμένα. Έτσι, ο λόγος και η πραγματικότητα πλησιάζουν ο ένας στην άλλη, «Τίποτα δεν υπάρχει πια έξω απ’ την γλώσσα» (σελ. 42). Το τέλος του κόσμου επισφραγίζεται, όταν αυτός σαρώνεται από μια εποπτική γραφή: «Πώς να φτιάξεις έναν καινούργιο κόσμο, όταν ο παλιός είναι αδιόρθωτα γραμμένος;» (σελ. 16). Και τότε που τα πάντα συγχέονται με τη γλώσσα, καταντούν ψεύτικα, μια θεατρική και φονική παρωδία, αφού η σκηνή, πλέον, είναι η αρένα.


… θα λυγίσω στην αρένα το ανθρωποφάγο κτήνος της αυτοκρατορίας. Το πλήθος θα μαγευτεί, βλέποντας την εξουσία να αιμορραγεί πανάκριβη πρόνοια… θα δω έναν λαό αρπαγμένο από την αθλιότητα, για να ξεχάσει την αθλιότητά του· μια σύγκλητο αρπαγμένη από την προστυχιά, για να κρύψει την προστυχιά της: άνθρωποι (τέλος πάντων) κλειστοί, κλεισμένοι στα ιερά ονόματά τους, με την πόρτα μισάνοιχτη στο παρελθόν, ελπίζοντας πως κάποια μέρα ένας θεός θα την κλειδώσει, για ν’ αποφύγουν την οχλαγωγία του μέλλοντος. (σελ. 7-8)


Βέβαια, το επίτευγμα του βιβλίου αποτελεί το ύφος: οι εκδηλώσεις μιας ιδιολέκτου περιορισμένης σε ένα στενό σημασιολογικό πεδίο και μετατοπιζόμενης, διαρκώς, μέσα σε αυτό, με εξοντωτικό ρυθμό. Διαμορφώνεται, έτσι, ένας χώρος περίκλειστος, τον οποίο καταλαμβάνουν η αποδομιστική μανία και η σήψη, και ο οποίος, συνεχώς, κλείνει περισσότερο. Πρόκειται, εν τέλει, για μια αυτοκαταστροφική υφολογική διαδικασία. Για μια ιδιόλεκτο, η οποία στρέφεται, με τρόπο εκδικητικό, ενάντια στα αντικείμενα της αναφοράς της και στον εαυτό της. Η Αυτοκρατορία του Γιώργου Μπλάνα συνιστά ένα έργο σπάνιας γλωσσικής επίγνωσης, καθώς καταδεικνύει το τι συντελείται στον λόγο, όταν αυτός παίρνει τη μορφή του Νόμου, τον οποίο διατυπώνει μια ταυτολογική, υπερθετική εξουσία.

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://tapoiitika.wordpress.com/2026/01/08/γιωργος-μπλανας/

Κωστής Τριανταφύλλου, η απειλή

εκεί
για μια λάθος λέξη
μια αδυναμία στη φωνή
μια παρανόηση
ένα στραβοπάτημα 
και μια κουβέντα παραπάνω 
σα λαχτάρα

εκεί
καραδοκούν οι μηχανισμοί
της εξουσίας 
των αρπαχτικών
της διαφθοράς
της κολακείας 
των αυλικών
που επιτέλους νοιώθουν τώρα πια την απειλή

Federico Garcia Lorca, Μπαλάντα του θαλασσινού νερού

Η θάλασσα
χαμογελάει από μακριά.
Δόντια από αφρό,
χείλια ουρανού.
.
Τι πουλάς, πουλάς θαμπόχρωμη κοπέλα μου
με τα στήθια σου στον άνεμο;
.
Πουλάω, κύριε , το νερό
των θαλασσών.
.
Τι κουβαλάς, μαύρο παλικάρι μου,
ανακατεμένο με το αίμα σου;
.
Κουβαλάω, κύριε το νερό
των θαλασσών.
.
Τούτα τ’ αρμυρά δάκρυα,
μάνα, από που έρχονται;
.
Κλαίω, κύριε, το νερό
των θαλασσών.
.
Καρδιά κι αυτή η βαριά
πικράδα, από που γεννήθηκε;
.
Πολύ πικρό είναι το νερό
των θαλασσών!
.
Η θάλασσα γελάει από μακριά.
Δόντια από αφρό, χείλια ουρανού.


*Από το βιβλίο “Federico Garcia Lorca Ποιήματα”, Εκδόσεις Καστανιώτη.


**Σχετικός σύνδεσμος: https://christinehag.wordpress.com/2026/01/07/ballada-tou-thalassinou-nerou/

Μίλτος Σαχτούρης, Το περιστέρι

Αποδώ θα περνούσε το περιστέρι
είχαν ανάψει δαδιά γύρω στους δρόμους
άλλοι άνθρωποι φυλάγαν στις δενδροστοιχίες
παιδιά κρατούσαν στα χέρια σημαιούλες
περνούσαν οι ώρες κι άρχισε να βρέχει
έπειτα σκοτείνιασε όλος ο ουρανός
μια αστραπή ψιθύρισε κάτι φοβισμένα
και άνοιξε η κραυγή στο στόμα του ανθρώπου


τότε το άσπρο περιστέρι μ’ άγρια δόντια
σα σκύλος ούρλιαξε μέσα στη νύχτα


*Από τη συγκεντρωτική έκδοση: Τα ποιήματα (1945-1971), Εκδόσεις Κέδρος 1988.

Κωνσταντίνος Λουκόπουλος, Η Αγία Νταίζη των ξυλιασμένων σκύλων

Ο χειμώνας έφτασε αιχμηρός
για να τακτοποιήσει εκκρεμότητες
την απόγνωση ενός κοκκινολαίμη
που χτυπιόταν στα τζάμια απ’ το φθινόπωρο
ή την παραίτηση στα μάτια ενός αστέγου
μεσημέρι Κυριακής πλατεία Ασωμάτων
στο τέλος ανέλαβε η ψυχοπομπός
Αγία Νταίζη των Ξυλιασμένων Σκύλων
καθώς αργά και με την κοιλιά της σε αναστροφή
πώς να υποκύψουν στο χιόνι
τους δασκάλευε.


*Από τη συλλογή “Κάτω Χώρες – Pays Bas”, Εκδόσεις Έναστρον, Οκτώβριος 2025.

Yvan Goll, Κύμα και σύννεφο

Είσαι κιόλας κύμα, είσαι ακόμα σύννεφο;
Χαμόγελο συγκρατημένο, παρθένα των ανέμων,
Νοσταλγία για τον ουρανό;
Ή ήδη μυστική περιπλάνηση
Προς τα κάτω
Των νερών ψυχή;
Μοίρα που δεν θέλει να πάρει μιαν απόφαση
Αιωρούμενο ερώτημα ανάμεσα στους ουρανούς,
Μισό σύννεφο μισό κύμα,
Ψυχή ακόμα κι όμως θλίψη;
.
Αχ, σε παρασύρω, Γήινη, στην ανθρώπινη δίνη,
Θάλασσα- γυναίκα!
Είσαι σκλάβα του κόσμου, υπηρέτρια,
Γεννημένη στον Κάτω Κόσμο μας,
Πρέπει γεννώντας να φωνάζεις στα φαράγγια!
Ώ αγγελικό σύννεφο που έπεσες στη γη αλλαλάζο-
ντας
Βρόχινη γυναίκα των άρρωστων πόλεων,
Πόρνη θρηνούσα των αφέγγαρων δρόμων,
Αιώνια φόνισσα!
.
Όμως χαμογελάς αθώα,
χαμογελάς ακόμα από τον οχετό μου,
Φωτίζεις και γυαλίζεις και καις,
Βαθιά από την νύχτα της κατάρας,
Κύμα με χρυσόψαρα και μ’ άστρα στον πυθμένα!
Νέφη κοκκινίζουν την αιδώ σου,
Ουράνια, γήινη ερωμένη
Κυματίζεις από τ’ αγκάλιασμά μου, μεγαλώνεις,
μαραίνεσαι
Μικρή φοινικιά, μανιασμένο κλαδί, πουλί ασημένιο
.
Θαλασσοτράγουδο στα χείλη!
Πες, τι ανεμίζεις
Απολαμβάνεις και πετάς, ψυχή νερού
Αίνιγμα νέο ανάμεσα στους ουρανούς,
Αεικίνητο θηλυκό,
Μάνα και κόρη:
Είσαι ήδη σύννεφο, είσαι ακόμη κύμα;


*Από το βιβλίο “Έξι Ευρωπαίοι ποιητές”, Εκδόσεις Gutenberg.
**Σχετικός σύνδεσμος: https://christinehag.wordpress.com/2026/01/07/kyma-kai-synnefo/

Τζένη Μαστοράκη (1949-2024), Το ποτάμι

Στον Άρη Αλεξάνδρου


Το ποίημα παντοδύναμο
σαν μυθικός ποταμός
γενάτο
με τα φυσεκλίκια σταυρωτά
κατεβαίνει κορνάροντας
και λιγώνει τις αγαπητικές
Κι ο ποιητής
που ερωτεύτηκες στα δεκαοχτώ σου
δεν υπάρχει πια,
γιατί υπάρχω θα πει
έχω σπίτι στην Κυψέλη
πού θα πάτε το Σαββατοκύριακο
ή από δω η κυρία μου.
Κάτι τύποι ψηλά στις εξέδρες
κάνουνε κόλπα με χρωματιστά μαντίλια
όπως παλιά οι κομπογιαννίτες
με το κάρο
σου βγάζαν το γερό σου δόντι
μ’ ένα τάλιρο.


*Από τη συλλογή “Το σόι”, εκδόσεις Κέδρος, 1990.

Philip Levine (1928-2015), Δύο ποιήματα

The Simple Truth / Η Απλή Αλήθεια

I bought a dollar and a half’s worth of small red potatoes,
took them home, boiled them in their jackets
and ate them for dinner with a little butter and salt.
Then I walked through the dried fields
on the edge of town. In middle June the light
hung on in the dark furrows at my feet,
and in the mountain oaks overhead the birds
were gathering for the night, the jays and mockers
squawking back and forth, the finches still darting
into the dusty light. The woman who sold me
the potatoes was from Poland; she was someone
out of my childhood in a pink spangled sweater and sunglasses
praising the perfection of all her fruits and vegetables
at the road-side stand and urging me to taste
even the pale, raw sweet corn trucked all the way,
she swore, from New Jersey. “Eat, eat” she said,
“Even if you don’t I’ll say you did.”


Αγόρασα πατατάκια κόκκινα αξίας ενάμιση δολαρίου,
τα πήρα στο σπίτι, τα έβρασα με τη φλούδα τους
και τα έφαγα για δείπνο με λίγο βούτυρο και αλάτι.
Μετά περπάτησα μέσα από τα ξερά χωράφια
στην άκρη της πόλης. Στα μέσα Ιουνίου το φως
παρέμενε στα σκοτεινά αυλάκια κάτω από τα πόδια μου,
και στις βελανιδιές του βουνού πάνω από το κεφάλι μου τα πουλιά
συγκεντρώνονταν για τη νύχτα, οι καρακάξες και οι μιμητές
κραυγάζοντας μπρος-πίσω, οι σπίνοι ακόμα πετούσαν
μέσα στο σκονισμένο φως. Η γυναίκα που μου πούλησε
τις πατάτες ήταν από την Πολωνία· ήταν κάποια
από την παιδική μου ηλικία με ένα ροζ πουά πουλόβερ και γυαλιά ηλίου,
επαινούσε την τελειότητα όλων των φρούτων και λαχανικών της
στον πάγκο δίπλα στο δρόμο και με προέτρεπε να δοκιμάσω
ακόμα και το αχνό, ωμό γλυκό καλαμπόκι που είχε μεταφερθεί,
όπως ορκιζόταν, από το Νιου Τζέρσεϊ. «Φάε, φάε» έλεγε,
«Ακόμα κι αν δεν φας, θα πω ότι το ‘φαγες».


*


Some things
you know all your life. They are so simple and true
they must be said without elegance, meter and rhyme, 
they must be laid on the table beside the salt shaker,
the glass of water, the absence of light gathering
in the shadows of picture frames, they must be
naked and alone, they must stand for themselves.
My friend Henri and I arrived at this together in 1965
before I went away, before he began to kill himself,
and the two of us to betray our love. Can you taste
what I’m saying? It is onions or potatoes, a pinch
of simple salt, the wealth of melting butter, it is obvious,
it stays in the back of your throat like a truth
you never uttered because the time was always wrong,
it stays there for the rest of your life, unspoken,
made of that dirt we call earth, the metal we call salt,
in a form we have no words for, and you live on it. 

Κάποιες αλήθειες
τις ξέρεις όλη σου τη ζωή. Είναι τόσο απλές και αληθινές
που πρέπει να ειπωθούν χωρίς κομψότητα, μέτρο ή ομοιοκαταληξία,
πρέπει να τεθούν στο τραπέζι δίπλα στο αλατοπίπερο,
στο ποτήρι με νερό, στην απουσία φωτός που μαζεύεται
στις σκιές των κορνιζών, πρέπει να είναι
γυμνές και μόνες, πρέπει να στέκονται μόνες τους.
Ο φίλος μου ο Ανρί κι εγώ φτάσαμε σε αυτό μαζί το 1965
πριν φύγω, πριν αρχίσει να αυτοκαταστρέφεται,
και οι δυο μας να προδώσουμε την αγάπη μας. Μπορείς να γευτείς
αυτό που λέω; Είναι κρεμμύδια ή πατάτες, μια πρέζα
απλού αλατιού, ο πλούτος του λιωμένου βουτύρου, είναι προφανές,
παραμένει στο βάθος του λαιμού σου σαν μια αλήθεια
που ποτέ δεν εξέφρασες γιατί ο χρόνος ήταν πάντα λάθος,
παραμένει εκεί για την υπόλοιπη ζωή σου, ανέκφραστη,
φτιαγμένη από εκείνη τη γη που ονομάζουμε χώμα, το μέταλλο που ονομάζουμε αλάτι,
σε μια μορφή για την οποία δεν έχουμε λέξεις, και ζεις πάνω της.

*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.