Στη Roma Gallery παρουσιάζεται η ατομική έκθεση Κ Ω Σ Τ Η Σ – ΜΠΛΕ ΑΛΦΑΒΗΤΟ. Η έκθεση, την οποία επιμελείται η ιστορικός τέχνης Άλια Τσαγκάρη, πραγματεύεται τη συγκρότηση ενός νέου οπτικού αλφαβήτου δομικών μορφών. Το αλφάβητο αυτό αρθρώνεται μέσα από μια σειρά φωτογραφικών αποτυπώσεων ηλεκτρικών εκφορτίσεων κεραυνών, τους οποίους ο καλλιτέχνης παράγει στο εργαστήριό του, αξιοποιώντας ένα τυπωμένο ηλεκτρονικό κύκλωμα δικής του επινόησης. Στο πλαίσιο αυτής της πρωτοποριακής διαδικασίας, η αμιγώς λευκή έκρηξη του κεραυνού μεταστοιχειώνεται σε βαθιές μπλε αύρες μέσω ενός κοίλου κατόπτρου Murano. Οι ηλεκτρικές εκκενώσεις αποτυπώνονται ως ριζωματικές μορφές και ηλεκτροφορητικές απολήξεις, συγκροτώντας έναν ιδιότυπο οπτικό κώδικα που υπερβαίνει τη γραμμικότητα της συμβατικής γραφής.
Η συστηματική διερεύνηση των μορφοπλαστικών ιδιοτήτων των κεραυνών αποτελεί, ήδη από το 1989, κεντρικό άξονα της καλλιτεχνικής εργασίας του Κωστή. Σ’ αυτήν, ο κεραυνός δεν αντιμετωπίζεται ως απλό φυσικό φαινόμενο προς καταγραφή, αλλά παράγεται από τον ίδιο τον καλλιτέχνη, προσλαμβάνοντας ανθρώπινη διάσταση και συνδεόμενος άμεσα με την αισθητηριακή εμπειρία απέναντι στο ηλεκτρικό πεδίο, δηλαδή στην ίδια την ηλεκτρική φύση του σύμπαντος. Πρώτο έργο αυτής της ενότητας υπήρξε ο Λαβύρινθος ή Το Κενό μνημείο (1989), μία σύνθετη εγκατάσταση με διαφανείς καθρέφτες, πέτρινες κατασκευές, πανό διαδήλωσης και ηλεκτρονικό κεραυνό, η οποία παρουσιάστηκε στο Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών με αφορμή τη διακοσιοστή επέτειο της Γαλλικής Επανάστασης. Το έργο αυτό αποτέλεσε πολυεπίπεδο σχόλιο πάνω στη ζωή και τον θάνατο, την παρουσία και την απουσία, εγκαινιάζοντας παράλληλα τη μακρόχρονη ενασχόληση του Κωστή με τον κεραυνό ως πρωταρχικό μέσο καλλιτεχνικής γραφής.
Αναλογιζόμενη τις εκθεσιακές μεταμορφώσεις του κεραυνού – από τον Λαβύρινθο έως το πρόσφατο έργο – η επιμελήτρια της έκθεσης Άλια Τσαγκάρη επισημαίνει: «Το Μπλε Αλφάβητο του Κωστή απαντά στο αίτημα των θεωρητικών της πρωτοπορίας του 20ού αιώνα για μία νέα «γραφή του φωτός», ενσωματώνοντας την τυχαιότητα και την εφήμερη χρονικότητα της ηλεκτρικής εκκένωσης σε έναν εξωγλωσσικό κώδικα επικοινωνίας. Ο ριζωματικός αυτός κώδικας, μέρος ενός ευρύτερου σώματος οπτικής ποίησης, ενεργοποιεί μία ρέουσα, πολυπολική και μη-γραμμική αισθητηριακή αντίληψη, τόσο του φαινομένου του κεραυνού όσο και της ίδιας της γραφής».
Η μετατροπή της ενέργειας σε μορφή και, εν συνεχεία, σε γραφή καθίσταται εφικτή χάρη σε μια παγκόσμια πρωτοπορία: το τυπωμένο ηλεκτρονικό κύκλωμα που σχεδίασε και υλοποίησε ο Κωστής, μέσω του οποίου παράγει ο ίδιος την ηλεκτρική εκκένωση. Με τον τρόπο αυτό, ο καλλιτέχνης δημιουργεί τον κεραυνό ex nihilo, εγγράφοντας την ηλεκτρική ενέργεια στο πεδίο της τέχνης ως συμπαγές και ολοκληρωμένο φαινόμενο. Αυτή η ηλεκτρισμένη εικονοποιία ριζωματικών μορφών συνιστά δομικό στοιχείο μιας νέας, αστραποβόλας γραφής· μιας αυθεντικής «γραφής του φωτός», η οποία υπερβαίνει την παραδοσιακή εικονογραφία της αστραπής και συγκροτεί το ιδιαίτερο αλφάβητο του Κωστή.
Η εικονογραφική και τεχνολογική σημασία της συμβολής του Κωστή αναδεικνύεται από την ένταξη έργων του σε θεσμικές συλλογές στην Ελλάδα (Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης και Εθνική Πινακοθήκη – Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτσου) και στο εξωτερικό (Musée Electropolis, Μιλούζ), όπου συνυπάρχουν με έργα καλλιτεχνών όπως οι Raoul Dufy, Man Ray και Julio Le Parc. Η διεθνής απήχηση του έργου του επιβεβαιώνεται και από τη συμμετοχή του σε εκθέσεις σε καίρια μουσεία και ιδρύματα (π.χ. Espace Electra, Παρίσι· Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, Θεσσαλονίκη), καθώς και από τη θεωρητική αναγνώρισή του από διακεκριμένους κριτικούς, μεταξύ των οποίων ο Pierre Restany.
Η έκθεση Κ Ω Σ Τ Η Σ – ΜΠΛΕ ΑΛΦΑΒΗΤΟ πλαισιώνεται από βίντεο κεραυνών σε αργή κίνηση, συνοδευόμενο από πρωτότυπη ηλεκτρονική μουσική σύνθεση του Κώστα Μαντζώρου. Παράλληλα, τεκμηριώνεται με έκδοση η οποία περιλαμβάνει κείμενα του ιστορικού τέχνης Jacques Donguy, της Δρ. Νεοελληνικής Φιλολογίας Μορφίας Μάλλη, καθώς και της ιστορικού τέχνης και επιμελήτριας της έκθεσης Άλιας Τσαγκάρη.
Η έκθεση τελεί υπό την αιγίδα του Γαλλικού Ινστιτούτου Αθηνών.
*Οι δύο φωτογραφίες της ανάρτησης αποτελούν δείγμα των εκθεμάτων.
Ένα κίτρινο φόρεμα περιέχει το σώμα της κι ένα μαύρο φουλάρι το στολίζει Θεέ μου, τί ομορφιά πόσο γαλαντόμος ήσουν όταν την έπλαθες μάτια αμυγδαλωτά και μαλλιά σγουρά πόσοι την έχουν αγαπήσει μα αυτή είναι φειδωλή δε δίνει εύκολα την αγάπη της εγώ τί τύχη να ’χω που δεν είμαι αντάξιός της μα δεν πειράζει θα την αγαπώ από μακριά μου φτάνει που τη βλέπω ν’ ανασαίνει, να χαμογελά κι ας μη μ’ αγαπάει.
Έφυγε από τη ζωή ο Διονύσης Σαββόπουλος, ένας δημιουργός που καθόρισε όσο λίγοι τη μουσική, πολιτική και πολιτισμική ταυτότητα της νεότερης Ελλάδας. Το έργο του σημάδεψε εποχές, γενιές και διαθέσεις· υπήρξε ένας καθρέφτης αλλά και παραμορφωτικός φακός της νεοελληνικής κοινωνίας, συνομιλώντας με την ιστορία, τις ιδεολογίες, τα πάθη και τις μεταμορφώσεις της. Με τη φωνή, το λόγο και τη στάση του, ο Σαββόπουλος εξέφρασε, όπως ελάχιστοι, το αντιφατικό πνεύμα μιας εποχής που αναζητούσε ελευθερία, ταυτότητα και ελπίδα μέσα στις αλλεπάλληλες μεταπολεμικές και μεταπολιτευτικές της περιπέτειες.
Είναι μια σκληρή αλήθεια, ότι ο Διονύσης Σαββόπουλος στο Περιβόλι του τρελού (1969), στον Μπάλλο (1971) και στο Βρώμικο ψωμί (1972), για να αναφέρω κάποια από τα σημαντικότερα μουσικά έργα του, δεν είναι ο ίδιος Σαββόπουλος που θα συναντήσουμε λίγο αργότερα στη Ρεζέρβα (1979) – διαφαίνεται ήδη μια πρωτόλεια “αντιδραστική” θεώρηση του κόσμου και της τέχνης, ακόμα και της δικής του προγενέστερης και φωτεινά προοδευτικής παρουσίας – στον δίσκο Τραπεζάκια έξω (1983) που περιλαμβάνει το τραγούδι «Ας κρατήσουν οι χοροί» με τον εθνικιστικής απόχρωσης στίχο «σε μέρη αυτόνομα μέσα στην τουρκοκρατία» και, βέβαια, στο Κούρεμα (κυκλοφόρησε, τι ειρωνεία, στο “βρώμικο” ’89), που αποτέλεσε το λιγότερο επιτυχημένο εμπορικό δίσκο του, αν και περιέχει ένα διαχρονικό αριστούργημα, το Καλοκαίρι. Ωστόσο, πέρα από τις σκληρά συντηρητικές ιδεολογικές στροφές του, τις οβιδιακές μεταμορφώσεις του και τη στήριξή του σε πολιτικές που στρέφονται ενάντια στις ανάγκες και τα δικαιώματα της εργατικής τάξης στον τόπο μας, ο Σαββόπουλος υπήρξε ένας βαθύς καταγραφέας του ελληνικού μικρόκοσμου: της αμηχανίας και της οργής του, του φόβου και της χαράς του, της ανάγκης του να σταθεί όρθιος μέσα στην Ιστορία. Από το Μωρό και τη Δημοσθένους Λέξις μέχρι τη σπουδαία τηλεοπτική εκπομπή της ΕΡΤ1 Ζήτω το ελληνικό τραγούδι που μεταδιδόταν την περίοδο 1986- 1987, ο λόγος του άλλοτε προφήτευε κι άλλοτε απογοήτευε.
Σήμερα που φεύγει, μένει να θυμόμαστε πως ο Σαββόπουλος, με όλες του τις αντιφάσεις και τις επιλογές, υπήρξε κάτι ιδιαίτερο: ένας διαχρονικός δημιουργός, που ακόμα και ενάντια στις δικές του, απέλπιδες προσπάθειες να αλλάξει τα νοήματα του προγενέστερου έργου του για να ταιριάξει με την «αναθεωρητική» τάση στην Ιστορία – την οποία προβάλλουν και διαφημίζουν με επιμονή από την κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας μέχρι την τραμπική ακροδεξιά – όπως κάνει, για παράδειγμα, στην αυτοβιογραφία του Γιατί τα χρόνια τρέχουν χύμα (εκδ. Πατάκη), ξέρει και γνωρίζει ότι «όλα είναι συνειδητά», ιδιαίτερα σε μια εποχή κρίσεων αλλά και αγώνων. Με τα χρόνια, ο Σαββόπουλος, τόσο πολιτικά όσο και καλλιτεχνικά, πέρασε στην αντίπερα όχθη· όμως μάς άφησε τραγούδια (Κιλελέρ, Στη συγκέντρωση της ΕΦΕΕ, Ζεϊμπέκικο, Η θανάσιμη μοναξιά του Αλέξη Ασλάνη, Μακρύ ζεϊμπέκικο για τον Νίκο, Άγγελος εξάγγελος), που μέχρι σήμερα υπερασπίζονται τη θέση τους μέσα στη συλλογική μας μνήμη – όχι μόνο για να μας θυμίσουν τι ίσως χάθηκε αλλά και για να μας καλέσουν να ξαναβρούμε εκείνη τη χαμένη δυνατότητα του τραγουδιού να λέει την αλήθεια.
Ας είμαστε ειλικρινείς: όσο κι αν αλλοιώθηκε η δημόσια και καλλιτεχνική περσόνα του, πίσω από τις δηλώσεις, τις επιλογές και τις υποχωρήσεις του, παραμένει ο δημιουργός που κάποτε – μεταξύ άλλων – ένωσε την ποίηση με τον δρόμο, το όνειρο με την πολιτική, το ατομικό βίωμα με τη συλλογική μοίρα. Κι αν τελικά ο Σαββόπουλος δεν άντεξε το βάρος των νεανικών του επιλογών, το έργο του εξακολουθεί να μάς προκαλεί: να σκεφτούμε, να αμφισβητήσουμε, να τραγουδήσουμε. Αυτό, ίσως, είναι και το πιο τίμιο μνημόσυνο που μπορούμε να του κάνουμε.
Ήρθε η σκόνη και σκέπασε τον ήλιο τ’ αμάξια τα φύλλα τα μπαλκόνια τους ανθρώπους νύχτωσε πιο γρήγορα φεγγάρι δε φάνηκε καθόλου από τα υπόγεια εργαστήρια έντονα κοψίματα αντηχούσαν και επίμονοι χτύποι -πόνοι και ουρλιαχτά θηλυκής καταγωγής- Ξημέρωσε και η σκόνη του φονικού σκέπασε ακόμη και την αφρικανική. Στις βιτρίνες των κοσμηματοπωλείων οι σιωπηλές και πάμφθηνες πωλήτριες τοποθέτησαν τις νέες φεγγαρόπετρες. Ήταν σε πολύ καλή τιμή.
Κοιτούσες τα γδαρμένα μου γόνατα εγώ το τσέρκι στα χέρια σου και ανάμεσά μας να σέρνουν όλοι οι αμαρτωλοί τον Έρωτα. Να καταφθάνουν οπλοφορούντες τιμωροί και πίσω τους πλήθος επαιτών ψηφίδες αγριεμένες. Μη σκιάζεσαι πλαστήκαμε από συντριβή δε βάλλεται ο άνθρωπος απ’ τις θάλασσες και ας παραμονεύουν. Και μόνο τα ανείπωτα αρκούν για να σωθεί η αθωότητά μας.
Υπάρχουν κάποια πρόσωπα που σκέφτεσαι πολύ πριν τα κοιτάξεις. Ακόμα πιο δύσκολα α-ποφασίζεις να καταπιαστείς σοβαρά μαζί τους. Πιστεύεις ότι μια τέτοια συστηματική προσπάθεια να τα ανακαλύψεις και να τα αποτιμήσεις, θα ισοδυναμούσε, ενδεχομένως, με κριτική θρασύτητα και κατά συνέπεια με τον κίνδυνο να οδηγηθείς σε λανθασμένα συμπεράσματα. Έτσι λειτούργησε πάνω μου, αρχικά, ο Δημήτρης Χατζόπουλος (Μποέμ): ένας άγνωστος και κατόπιν δύσκολος όγκος, που δεν μπορούσε εύκολα να τον αγκαλιάσει η δική μου ματιά.
Τον έψαξα, τον διάβασα, τον μελέτησα, κάποιες φορές συνομίλησα μαζί του νοερά, αλλά πάντα κάτι μου ξέφευγε από τη βαθύτερη ουσία τής πολύπλευρης ιδιοσυγκρασίας του. Ήταν κι εκείνοι οι εύκολοι και κάπως γραφικοί χαρακτηρισμοί με τους οποίους τον είχε φορτώσει η λογική ή και αφέλεια της γραμματολογίας. Τις περισσότερες φορές, εξάλλου, η λογική τής γραμματολογίας αρέσκεται σε πρόχειρους χαρακτηρισμούς και σε καθησυχαστικές κατατάξεις. Από την άλλη μεριά, ήταν και όσοι μιλούσαν για προχειρογραφία, για χασματικές και ασπόνδυλες αφηγήσεις ή, ακόμη, και για έλλειψη πρωτότυπου λογοτεχνικού έργου.
Φυσικό ήταν όλα αυτά να θολώνουν την εικόνα και μέσα σε μια τέτοια ρευστότητα, με τις πολλές αντιφάσεις, να επιτείνεται ακόμη πιο πολύ η σύγχυση. Γι’ αυτό δεν ήταν πάντα εύκολο να αναζητήσει κανείς και να συλλάβει το αληθινό ποιοτικό και αφηγηματικό μέγεθος του Χατζόπουλου. Οι ελάχιστες, άλλωστε, αναφορές στο πρόσωπο και το έργο του, που συχνά περιορίζονταν σε κάποιες γενικόλογες και ρευστές επισημάνσεις, δε βοηθούσαν πάντα στο να πάρουν τα πράγματα ένα πιο διαυγές και καθαρό περίγραμμα.
Όμως, τώρα, στο πλαίσιο της διπλωματικής μου εργασίας με τίτλο «Λησμονημένες γραφές: Το διηγηματικό έργο του Δημήτρη Χατζόπουλου στη δεκαετία 1890-1900», που υποστηρίχτηκε τον περασμένο Φεβρουάριο στο τμήμα Φιλολογίας τού Α.Π.Θ. υπό την εποπτεία τού καθηγητή κ. Λάμπρου Βαρελά–, καθώς μάλιστα συμπληρώνονται και 153 χρόνια από τη γέννηση του Δημήτρη Χατζόπουλου, κατάφερα να νικήσω, κάπως, τους ενδόμυχους δισταγμούς μου και να ασχοληθώ συστηματικά μαζί του.
Από την αρχή με έθελγε το γεγονός ότι μέσα απ’ αυτήν την τριβή και την αναμέτρηση, θα έφερνα στην επιφάνεια ένα πρόσωπο με πλούσιο, όπως αποδείχτηκε, λογοτεχνικό και δημοσιογραφικό έργο, για το οποίο δε γνωρίζαμε τίποτε άλλο παρά μονάχα κάποιες πτυχές τής πολυάσχολης αυτής ζωής του. Θα είχα την ευκαιρία να κάνω μαζί του ένα ταξίδι στο χρόνο και χέρι-χέρι σαν συνεπιβάτες στο ίδιο βαγόνι να ξετυλίξουμε από κοινού το δικό του μίτο.
Με φόβισε όμως η ιδέα να συνθέσω, μια, ας πούμε, γενική εισαγωγή στο λογοτεχνικό έργο του. Θα εγκλωβιζόμουν στην εύκολη παγίδα μιας γενικόλογης κάπως αοριστολογίας. Περισσότερο με έθελγε η ιδέα μιας πιο «κλειστής» και πιο συγκεκριμένης σπουδής και ενασχόλησης. Μου ταίριαζε πιο πολύ ένα είδος ερμηνευτικής εισαγωγής και αναλυτικού σχολιασμού σε συγκεκριμένες όψεις του αφηγηματικού του έργου. Γι’ αυτό και διάλεξα να περιοριστώ στη δεκαετία 1890-1900 και στους πέντε θεματικούς κύκλους διηγημάτων-αφηγημάτων που ανέκυψαν από την έρευνά μου στον ημερήσιο και περιοδικό τύπο.
Η επιλογή μου αυτή δεν είναι ούτε τυχαία, ούτε και αυθαίρετη. Αντίθετα, πειθαρχεί και υπακούει σε συγκεκριμένα κριτήρια. Προσωπικά, θέλω να πιστεύω, ότι οι πέντε αυτοί θεματικοί κύκλοι περιέχουν και αποκαλύπτουν ουσιώδεις πλευρές και όψεις τής αφηγηματικής λογικής και τής ιδεολογίας τού Αγρινιώτη συγγραφέα. Η συσχέτιση της ζωής με το έργο του, ιστορικά-χρονολογικά τοποθετημένο, σε συνάρτηση δηλαδή με τη γενική, κοινωνική και πολιτική διάρθρωση της εποχής του, υπήρξε η ασφαλέστερη μέθοδος για τη διαφώτιση και την ανάδειξη της πνευματικής του δημιουργίας. Και τη μέθοδο αυτή ακολούθησα υποτάσσοντας τη λεπτομέρεια στη γενικότητα της γραμματολογίας ή επιμένοντας στη λεπτομέρεια όταν αυτή με βοηθούσε για να κατανοήσω πληρέστερα αυτή τη γενικότητα.
Πιο αναλυτικά, στο πρώτο κεφάλαιο και στα «Ρουμελιώτικα Διηγήματα» και τη «Ζωή εν Επαρχία» θα μας αποκαλυφθεί η ενασχόληση του Χατζοπούλου το διάστημα 1891-1893 με την ηθογραφία. Τα αφηγήματά του αυτά δείχνουν να πειθαρχούν στον παντοδύναμο νόμο που κυριαρχούσε στη λογοτεχνική πεζογραφία τής εποχής του, όταν οι Έλληνες ηθογράφοι αναζητώντας την καθαρή έκφραση της ελληνικής ζωής –παρακινημένοι σ’ αυτό και από τις λαογραφικές μελέτες τού Νικολάου Πολίτη– δε γοητεύητηκαν από τα μιξοφράγκικα μαϊμουδίσματα της νεοδημιούργητης αστικής ζωής. αντίκρυσαν το χωριό και την αγροτική ζωή στις γραφικές και συγκινησιακές εκδηλώσεις της με τους ανόθευτους τύπους και τα λαγαρά αισθήματα. Διαβάζοντάς τα κανείς θα αντιληφθεί αμέσως πως ο Χατζόπουλος προχώρησε το ρεαλισμό τής περιγραφής τής ηθογραφίας του ως το νατουραλισμό. Η στάση του αυτή φαίνεται πως αποτελούσε μια έμφυτη και ακατανίκητη έφεση της ψυχής του να αγγίξει αμεσότερα την αλήθεια.
Και την άγγιξε. Μα η επαφή του μαζί της, κεντρισμένη από την πείρα που συγκόμισε από τα διάφορα επαρχιακά περιβάλλοντα, που έτυχε να βρεθεί, και ερεθισμένη από τη γνωριμία του με ανθρώπους κάθε τάξης, επαφή που την έκανε φλογερή η άσβεστη δίψα τής ψυχής του να πε- τύχει, πολλές φορές μέσα και από τη σάτιρα, τη λύτρωση του ανθρώπου από τα βασανιστικά δε-σμά τής μίζερης ζωής του, τον έφερε πολύ μακρύτερα. Η προσγείωσή του στην ελληνική πραγματικότητα ήταν ένα κίνητρο όχι μόνο για μια απλή, επιδερμική, εποπτεία τού ψυχικού τοπίου, αλλά για μια ζύμωση εσωτερική, που ενέπνεε την πυρετική διάθεση της ολοένα βαθύτερης εισβολής στην κοινωνική ψυχοσύνθεση.
Είναι χαρακτηριστικό πως ο Χατζόπουλος το 1896, γεμάτος από τις εμπειρίες που αποκόμισε από τη μέχρι τότε ζωή του και ειδικά από την περίοδο που εκπλήρωνε τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις σε κάποιο επαρχιακό στρατόπεδο, θα δημοσιεύσει μια άλλη σειρά αυτοβιογραφικών διηγημάτων αυτή τη φορά με τον τίτλο, «Λησμονημένα Στρατιωτικά”. Στο δεύτερο κεφάλαιο, που αναλύονται τα εν λόγω διηγήματα, θα δούμε πως η βιωμένη λογοτεχνική του έκφραση συγκροτεί συγχρόνως και μια παράλληλη έρευνα στο κοινωνικό σώμα του καιρού του.
Ο Χατζόπουλος εδώ καταφέρνει να ακολουθήσει ένα διαγεγραμμένο σχέδιο με όλα τα χάσματα και τα κενά που επιβάλλει η έλλειψη του συστήματος, για την περαιτέρω διερεύνηση της ελληνικής ζωής στις μάλλον προεξέχουσες εκδηλώσεις της. Ο στρατιώτης-άνθρωπος του χωριού, ο μεσαίος μικροαστικός τύπος, ο ξεπεσμένος αξιωματικός –και η καθημερινή ζωή στο στρατώνα ήταν ένας μικρογραφικός πίνακας– πέρασαν από το οπτικό πεδίο της παρατήρησής του. Κι αυτό γιατί, πέρα απ’ αυτήν την πρώτη ύλη τού βιώματος, υπάρχει η τέχνη τής αφήγησης και τής πλοκής.
Ο Χατζόπουλος δεν περιορίζεται στο αυτοβιογραφικό στοιχείο. Χρησιμοποιεί συνήθως το πρώτο πρόσωπο επειδή, όπως θα έλεγε και ο Απόστολος Σαχίνης, του χρειάζεται «ένας τρόπος εκφραστικής αμεσότητας, ένας τρόπος προσωπικής συναισθηματικής συμμετοχής». Μα σκοπός του δεν είναι να αυτοβιογραφηθεί και να αφηγηθεί τα ατομικά του παθήματα και τα παθήματα των άλλων στρατιωτών, αλλά να συνθέσει έργα ικανά να δώσουν μια εικόνα του στρατιωτικού-ανθρώπινου βίου, όπου ο μύθος, η πλοκή και τα πρόσωπα να κινούνται και να συμπλέκονται με τη ανίκητη δύναμη της ειμαρμένης.
Παρόλο που πολλοί από τους προγενέστερους, αλλά και σύγχρονούς του συγγραφείς, άρχισαν και τελείωσαν με την ηθογραφία, ο Χατζόπουλος δείχνει να μην αρκέστηκε σ’ αυτήν. Την ίδια χρόνια (1896) αξιοποιώντας τη λογοτεχνική του φλέβα και την ιδιότητα με την οποία έγινε ευρέως γνωστός, του δημοσιογράφου, θα δημοσιεύσει την τέταρτη –κατά χρονολογική σειρά– σειρά διηγημάτων του με τον τίτλο, Ιστορίες ενός ρεπόρτερ.
Στο τρίτο κεφάλαιο, που θα σχολιαστούν οι ιστορίες του αυτές, θα αντιληφθούμε πως τα θέματα και η σκοπιά με την οποία τα συλλαμβάνει ο Χατζόπουλος είναι δημοσιογραφική. Τα σώζει όμως από την εφημερότητα η λογοτεχνική τους παρουσίαση και το νευρώδες ύφος τους. Ένα ύφος που διαψεύδει τις συμβατικές προσδοκίες τής εποχής του, συνδυάζοντας σ’ ανοίκειο μείγμα στοιχεία ρεαλιστικά και αισθητιστικά. Δημοσιογραφία και τέχνη συγκεράστηκαν στα κείμενά του αυτά σε μια ιδιότυπη ισορρόπηση, κατορθώνοντας από πλευράς του να ταυτίσει τους εκάστοτε τύπους, που επέλεγε να θίξει, με κοινωνικές καταστάσεις διαμορφωμένες και να ερευνήσει την αλληλεπίδραση ανθρώπων και αστικού πια περιβάλλοντος.
Η Αθήνα γίνεται πλέον η πόλη εκείνη που επίμονα προσέλκυε το βλέμμα πολλών συγγραφέων τού 19ου αιώνα, μεταξύ των οποίων και του Χατζόπουλου. Στο τέταρτο κεφάλαιο λοιπόν θα αναλυθεί η τελευταία σειρά αφηγημάτων του με τον τίτλο, «Αθηναϊκά Ήθη» (1900). Σ’ αυτά ο Δημήτρης Χατζόπουλος μέσα από μια αποσπασματική γραφή θα επιχειρήσει να παρουσιάσει τη ζωή στην πρωτεύουσα ως ένα μωσαϊκό κειμένων, ένα κολάζ σκηνών, ταξινομημένων από τον στοχαστικό παρατηρητή που σεργιανά στους δρόμους της.
Ο οξυδερκής Αθηναίος πλάνης εκλαμβάνοντας τις κάθε λογής εκφράσεις τού δημοσίου βίου ως σήματα κοινωνικής ψυχολογίας οδηγεί από τη λεπτομερειακή περιγραφή στην ερμηνεία του. έτσι η αφήγησή του φαίνεται να συντονίζεται με την κύρια λειτουργία τής λογοτεχνίας τού flâneur, η οποία αναλαμβάνει να διαλευκάνει τη φυσιογνωμία του άστεως.
Με αυτή τη σειρά κειμένων θα ολοκληρωθεί και η παρούσα εργασία δίνοντας σε καθέναν από εμάς, έπειτα από τη μελέτη των όσων παρεμβάλλονται, τη δυνατότητα να κατανοήσουμε σε μεγάλο βαθμό τη λογοτεχνική πορεία που ο Χατζόπουλος ακολούθησε μέσα στα χρόνια και τα θέματα που προτίμησε ο ίδιος να καταπιαστεί.
*Δημοσιεύτηκε στο «Λογοτεχνικό Δελτίο», τεύχος 34, Ιούνης 2025.
Με τη γλώσσα του δρόμους πύρινους στο σώμα της χάραζε το δωμάτιο γινόταν σφαγείο ασταμάτητα έπεφτε του πάθους κόκκινη βροχή το δωμάτιο γινόταν πλοίο κάποια μέρα εκείνος έφυγε το δωμάτιο κενοτάφιο έγινε κάθε που γοερά εκείνη έκλαιγε το δωμάτιο γινόταν εκκλησία
Ah! dreams are such unstable things, Like shadows cast by brinded wings, Or echoes, soft, from yonder hills, That half the words forget! Unstable, yet how real were they- The dreams of men who lived, we say, Before their time; whose hearts, whose wills, In dreams the Future met. Is Nature a deformity? Is Man her one abnormity? The visionary answered, Nay! Today his tones we hear Reverberate in cadence sweet; Add Freedom! Freedom! and repeat. We eagerly take up the lay. The multitude, in fear, With ear attuned to harsher sound, A moment listens-spell-bound, Then scoff at music, vision, all- Ha! ha! What—Rags be free? Not subject to authority? Nor longer grant priority To Man sublime? Nor creep, nor crawl, Nor bow to his decree? If he the Face Divine hath seen, Held converse with the Lord, I ween, To him devoutly we’ll submit Our treasures, labor, lives. Aye, “if,” ye myriads of men; The Dreamer questioned “ifs”, and then The searching torch he brightly lit- ‘Twas damped by breath of Dives. Unchangable, unstable Dream! Fire cannot thee consume, it seems, Nor prison walls thy form confine, Nor leaden bullets quell Thy riotous propensities! Haste—measure the Immensities, For, outcast Fairy, thou art mine! I’ll hearken to thee tell Of Progress, not o’er paths laid waste By force perverted, lives debased, Attracted by the glitt’ring froth Of human dignities, As moth to candle’s searching light; But o’er the pathless plain and height Of earth, born of unplighted troth Of countless Entities. Then, man shall be himself—not less; Refuse, with laughter, to confess His sins to one by fees upraised To elevated seat; Decline, disdainfully, to plead, “Not guilty” to alleged misdeed; Probe mysteries, and, unamazed, His fellow mortals meet, The Personality shall be A birthright of manhood made free. Self-abnegation, sacrifice, Of virtue shall be shorn. The Great shall work his bread to earn; The Small shall trim his lamp to burn. By force of arms, nor artifice, Shall egos be upbourne. The Weak, the Strong, their strength shall give In unison that all may live. Vile Competition’s savage strife For wealth and nower shall cease Man’s pride in domineering man, En masse or singly, which began In dark primeval times, true lives Abhor. We shall have Peace. “The dream is thine”-thrice welcome dream! By thy unstable, steady beam, Elusive, beautiful as bright, The Future challenge we; Its borders, dank with dire distress; Revenge—for folly claims redress; Beyond, we see the mountain heights Of Peace, Eternity!
Αχ! Τα όνειρα είναι τόσο ασταθή πράγματα, Σαν σκιές που ρίχνουν φτερωτά φτερά, Ή ηχώ, απαλή, από τους λόφους εκεί πέρα, Που ξεχνάει τα μισά λόγια! Ασταθή, αλλά πόσο αληθινά ήταν – Τα όνειρα των ανθρώπων που έζησαν, λέμε, Πριν από την εποχή τους. Των οποίων οι καρδιές, οι θελήσεις, Στα όνειρα συνάντησαν το Μέλλον. Είναι η Φύση μια παραμόρφωση; Είναι ο Άνθρωπος η μοναδική της ανωμαλία; Ο οραματιστής απάντησε: Όχι! Σήμερα ακούμε τους τόνους του να αντηχούν σε γλυκιά ρυθμική μελωδία. Προσθέστε Ελευθερία! Ελευθερία! και επαναλάβετε. Με ενθουσιασμό υιοθετούμε το τραγούδι. Το πλήθος, φοβισμένο, Με το αυτί συντονισμένο σε πιο σκληρούς ήχους, Ακούει για μια στιγμή, μαγεμένο, Και μετά χλευάζει τη μουσική, το όραμα, τα πάντα – Χα! Χα! Τι – Τα κουρέλια να είναι ελεύθερα; Δεν υπόκεινται στην εξουσία; Δεν δίνουν πλέον προτεραιότητα Στον υπεράνθρωπο; Δεν σέρνονται, δεν γονατίζουν, Δεν υποκλίνονται στο διάταγμά του; Αν έχει δει το Θείο Πρόσωπο, Έχει συνομιλήσει με τον Κύριο, υποθέτω, Σε αυτόν θα υποταχθούμε ευλαβικά Τους θησαυρούς μας, τον κόπο μας, τις ζωές μας. Ναι, «αν», εσείς οι μυριάδες των ανθρώπων. Ο Ονειροπόλος αμφισβήτησε τα «αν», και τότε Η αναζητητική δάδα που άναψε λαμπρά Σβήστηκε από την ανάσα του Ντίβες. Αμετάβλητο, ασταθές Όνειρο! Η φωτιά δεν μπορεί να σε καταστρέψει, όπως φαίνεται, Ούτε τα τείχη της φυλακής να περιορίσουν τη μορφή σου, Ούτε οι μολυβένιες σφαίρες να καταστείλουν Τις ταραχώδεις τάσεις σου! Βιάσου – μέτρησε τις Απέραντες Εκτάσεις, Γιατί, απόβλητη Νεράιδα, είσαι δική μου! Θα σε ακούσω να μιλάς Για την Πρόοδο, όχι για μονοπάτια που έχουν καταστραφεί Από τη διαστρεβλωμένη δύναμη, τις υποβαθμισμένες ζωές, Προσελκυόμενες από τον αστραφτερό αφρό Της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, Όπως η πεταλούδα στο φως του κεριού. Αλλά πάνω από την απάτητη πεδιάδα και το ύψος Της γης, γεννημένη από την αδιάσπαστη πίστη Αμέτρητων Οντοτήτων. Τότε, ο άνθρωπος θα είναι ο εαυτός του – όχι λιγότερο. Θα αρνηθεί, με γέλιο, να ομολογήσει Τις αμαρτίες του σε κάποιον που έχει ανυψωθεί Σε υψηλή θέση. Θα αρνηθεί, με περιφρόνηση, να παρακαλέσει, «Αθώος» για υποτιθέμενη ατασθαλία. Θα διερευνήσει μυστήρια και, χωρίς να εκπλαγεί, Θα συναντήσει τους θνητούς συντρόφους του. Η προσωπικότητα θα είναι Ένα αναφαίρετο δικαίωμα της ελεύθερης ανθρωπότητας. Η αυτοαπάρνηση, η θυσία, της αρετής θα εξαλειφθούν. Ο Μεγάλος θα εργάζεται για να κερδίσει το ψωμί του. Ο Μικρός θα φροντίζει το λυχνάρι του για να καίει. Με τη δύναμη των όπλων, όχι με τέχνασμα, θα ανυψωθούν τα εγώ. Οι Αδύναμοι, οι Δυνατοί, θα δώσουν τη δύναμή τους σε αρμονία, ώστε όλοι να ζήσουν. Ο άγριος αγώνας του άθλιου ανταγωνισμού Για πλούτο και δύναμη θα σταματήσει Η υπερηφάνεια του ανθρώπου που κυριαρχεί πάνω στον άνθρωπο, Μαζικά ή μεμονωμένα, που ξεκίνησε Στους σκοτεινούς αρχέγονους χρόνους, οι αληθινές ζωές Απεχθάνονται. Θα έχουμε Ειρήνη. «Το όνειρο είναι δικό σου» – τριπλά ευπρόσδεκτο όνειρο! Με την ασταθή, σταθερή ακτίνα σου, Απώθητη, όμορφη και λαμπερή, Προκαλούμε το Μέλλον. Τα σύνορά του, υγρά από τρομερή δυστυχία. Εκδίκηση – γιατί η τρέλα απαιτεί αποκατάσταση. Πέρα από αυτά, βλέπουμε τα βουνά Της Ειρήνης, της Αιωνιότητας!