Γιάννης Πετράκης, Τρία ποιήματα

ΜΙΣΓΑΓΓΕΙΑ

Στου βιβλίου τη μισγάγγεια μπορεί να βρεις κρυστάλλινο νερό να ξεδιψάσεις. Όμως, συχνά βούρκο θα βρεις και θα βουρκώσεις κι άπειρα απορρίμματα σωρούς και θα απορήσεις. Κι άλλοτε πάλι αυτόπτης θα ‘σαι όταν μπάζα αξεδιάλεχτα τις λέξεις φορτηγά θα ξεφορτώνουν, ενώ πιο πέρα τα ερπυστριοφόρα των οικοπεδοφάγων της λογοτεχνίας αμετροεπώς θα μαρσάρουν την κακοφορμισμένη αυταρέσκειά τους.

*

ΔΕΙΞΕ ΜΟΥ

Δείξε μου τις νύχτες σου, να σου πω τα όνειρά σου. Κι ακόμα, αν θες, δείξε μου τους φόβους σου, να σου πω για τις πληγές σου. Αν μου δείξεις και τα πάθη σου, θα μπορώ να σου μιλήσω σε χρόνο μέλλοντα. Σε χρόνο μέλλοντα συντεκεσμένο.

*

Ο ΠΟΛΙΤΕΥΤΗΣ

“Η λήθη είναι που κάνει τους ανθρώπους ηλίθιους”, είπε σε μιαν αποστροφή του λόγου του ο πολιτευτής και προχώρησε προς την αίθουσα υποβολής υποψηφιοτήτων.

*Από τη συλλογή “Ηλιόλουστο Χάος”, ΑΩ Εκδόσεις, 2023.

Δημήτρης Α. Δημητριάδης, Τρία ποιήματα

ΠΝΙΓΜΟΣ

Κάθε φορά που φεύγω από μέσα μου
νιώθω αιχμάλωτο πουλί
φύλλο στον τρελαμένο άνεμο.

Πιάνω σχοινί για να σωθώ
δε σώνομαι
πιάνω γραφή να γράψω
και ξεγράφεται

ένας πνιγμός
δε μ΄ αφήνει ν’ ανασάνω.

*

ΜΑΖΙ ΣΟΥ ΜΑΥΡΙΖΕΙ ΚΙ Η ΨΥΧΗ ΜΟΥ

Τι μέρες παράξενες
δρόμοι κουβάρι
βήματα χωρίς ίχνη
λόγια που τινάζονται στον αέρα.

Άλλαξε ο εαυτός πετώντας ανέμελα
και δεν το παίρνεις χαμπάρι.

Μιλάς
και μαυρίζεις αργά-αργά στα μαλλιά
στα χέρια
στο πρόσωπο
μαζί σου μαυρίζει κι η ψυχή μου.

*

ΞΑΝΑΡΧΙΖΩ

Ξοδεύοντας ότι μου απόμεινε
λέω να τελειώνω εδώ με τα ποιήματα
τα πεζά
την αλήθεια που πονά
την τρέλα που με ζώνει

μα δεν μπορώ
κάπου βαθιά
μια καινούργια αρχή θέλει να σηκωθεί
μια μικρή σπίθα μου κλείνει το μάτι

κι απ’ τα ερείπια της φωνής μου ξαναρχίζω.

*Από τη συλλογή “θύλακες”, εκδ. 24γράμματα 2022.

Δημήτρης Βούλγαρης, Ένα χαλίκι στη σκέψη του κοιμισμένου

Σκέφτομαι
Σημειώματα ενός περασμένου καιρού
Ένα παρθένο δάσος χωρίς πανίδα
Τα παιδιά που δεν ζουν
Τα αφόρετα παπούτσια σε αποθήκες στοκατζίδικων
Τα σπασμένα παιχνίδια στις χωματερές
Το δέρμα μου που φεύγει
Το δικό σου που επιμένει πάνω μου.
Σκέφτομαι ακόμα
Τη στοίβα με τα αδιάβαστα βιβλία
Τα μακάρια αδέσποτα που αλυχτούν
Τα τόσα ονόματα
Τις ζεστές μέρες του παρελθόντος
Τα φαγωμένα νύχια των νευρωτικών
Τους ανόητους καυγάδες
Τα αδιέξοδα πρωινά
Τις αιώνιες καούρες
Τις εκρηκτικές συναυλίες
Τους ανεμπόδιστους αποχωρισμούς
Τις ξεθωριασμένες φωτογραφίες
Τα γέλια των μεθυσμένων
Τα όνειρα των φοιτητών
Τις προσδοκίες των πατεράδων
Τα μετέωρα απογεύματα των Κυριακών.
Σκέφτομαι και τις αχνοφώτιστες κουζίνες
Τα μισοτελειωμένα ποιήματα
Τα ιδρωμένα σεντόνια των ξενοδοχείων
Τα φαντάσματα των τρελών
Τα επαρχιακά καφενεία
Τις αλλαγές των εποχών
Τις αναπάντητες κλήσεις
Τους σταθμούς των τρένων
Τις γυναίκες που έφυγαν
Και τους άντρες που χάθηκαν
Τα μυαλά που επιμένουν
Τα λόγια που ξεχάστηκαν
Τη θάλασσα των πνιγμένων
Την καρδιά που συνεχίζει να χτυπά
Τη σκόνη σε έναν χαμένο ορίζοντα.
Σκέφτομαι μια γέννα.
Σκέφτομαι το τίποτα
Που ακτινοβολεί
Και ξεβράζει από μέσα του τον κόσμο
Σαν ένα μπερδεμένο παιδί σε σώμα γέρικο.
Σκέφτομαι πως
Μήτε θ’ αρχίσει ή θα τελειώσει
Κι εμείς παλεύουμε μανιωδώς με την κρεμάλα
Ν’ αγκιστρωθούμε σε ένα τώρα άφταστο
Εδώ
Που όλα είναι επιεικώς δανεικά και ρημαγμένα.

Πασχάλης Κατσίκας, Τρία ποιήματα

ΟΙ ΘΛΙΒΕΡΟΙ ΧΕΙΜΩΝΕΣ

Δένουν με κάτι σύρματα τα χρόνια
εμπρός σ’ έναν καθρέφτη
με μαύρο μίνιο βάφουν τα μαλλιά
Όμως τα σύρματα σκουριάζουν
Μπαίνουν βαθιά στα μάγουλα
Δεν τριγυρνούν πια στο κρεβάτι τα φιλιά
Κ’ οι πεταλούδες που έσπρωχναν
τα σώματα στον έρωτα γίνονται νυχτερίδες
να σκεπάσουν το φεγγάρι

*

ΝΕΚΡΑ ΠΛΟΙΑ

Με κάθε ρουφηξιά πυρώνει
το βλέμμα σου στα δάχτυλα
Το τραγούδι μου γλιστρά
Πίσω απ’ την ομίχλη γαντζώνεται
σε φτερούγες αποδημητικών πτηνών
Οι νεφέλες στενάζουν
Λικνίζουν τα νεκρά πλοία
Κι εσύ, σ΄ ένα λιμάνι χιονισμένο,
σφυρίζεις τον σκοπό
που πέφτει από τα δέντρα

*

ΤΑ ΚΟΚΚΙΝΑ ΠΟΥΛΙΑ

Μια ζοφερή νύχτα ονειρεύτηκες κόκκινα πουλιά
μέσα σε παραλήρημα
σκέπασαν άξαφνα με κρότους έναν ακάνθινο ουρανό

Από τότε κοιμάμαι μ’ εκείνα τ’ αγκάθια
καρφωμένα στον φάρυγγα
ουρλιάζω στα φλαμίνγκο σου ν’ αποδημήσουν.

*Από τη συλλογή “Τα κόκκινα πουλιά”, εκδ Δρόμων, 2022.

Giampero Neri, Φιγούρα

Στο αποδώ κομμάτι του χωραφιού
δίπλα από την ξυλαποθήκη
ανέβαινε ψηλά μια φιγούρα αδιευκρίνιστη,
κάτι σαν κηλίδα μαύρη, σκοτεινότερη όμως
μες στης εσπέρας το μούχρωμα,
κι έμοιαζε σκυλί που πάνω στις στέγες
πέταγε.

*Από το βιβλίο “Τα μάτια σου δυό πυροβολισμοί στα τυφλά – Αναγνωστικό υπερρεαλιστικών ποιημάτων”, εκδ. Ρώμη, 2019. Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Γιώργος Κοζίας, Η καρδιά κυνηγάει εντελβάις

Πέρασε ὁ ἄνθρωπος
ποὺ πουλοῦσε τὸ Αἰώνιο Λουλούδι.
Κοίταξε τὸ ἀπέραντο πλῆθος,
ἄνδρες, γυναῖκες, παιδιά,
ἐργάτες ὑπαλλήλους, κερδοσκόπους…

Πῶς τὴν μεγάλη, τὴν θορυβώδη
συνάθροιση νὰ ἐξηγήσει
μὲ βλέμμα ταπεινοῦ πραγματευτῆ;

Ἕνα ἀγόρι φιλοῦσε ἕνα κορίτσι.
Γιατὶ μόνη ἡ καρδιὰ δὲν μποροῦσε.
Γιατὶ ἔρημη ἡ καρδιά μας κυνηγάει.

Πέρασε πάλι αὐτὸς ποὺ διαλαλοῦσε:
«Ἐντελβάις, τὸ Αἰώνιο Λουλούδι».
Κοίταξε τὶς σιλουέτες τῶν ἀνθρώπων.

Τὸ κορίτσι φιλοῦσε τώρα τὸ ἀγόρι.
Τὰ πάντα καὶ τίποτα ποθοῦσε.
Τὸ Ἐντελβάις, τὸ Αἰώνιο Λουλούδι ἀναζητοῦσε.

*Από την συλλογή «Πολεμώντας υπό σκιάν… Ελεγεία και σάτιρες», εκδ. Περισπωμένη 2017.

Νίκος Νομικός, Δύο ποιήματα

Η ΕΣΩΤΕΡΗ ΣΙΓΗ

Ήλθαν επιτέλους οι ώρες της αναμονής
με πλήθος δικών μας πουλιών του Αιγαίου.

Για ν’ αποφύγουν πια το αστείρευτο χάος
της πανδημίας προσπάθησα ν΄ αλλάξω
τα ζωτικά μας βήματα μέσα από τα ανθρώπινα
σύμβολα στου νου την εσώτερη σιγή.

Και ο ιππότης πάνω απ’ όλους στην κορφή
όπως τον παρακολουθούν οι βαθείς οφθαλμοί
αναδείχνει σ΄εμάς το χρυσοστόλιστο του ήλιου
μονοπάτι.

Μα η η μικρή μου αναπνοή κρατάει βάρδιες
σκληρές με τον βοριά κατάπλωρα
και στο κατάρτι το κλιμακωτό καλεί
πιλότους επειγόντως.

21/7/2021

*

ΝΥΧΤΕΡΙΝΗ ΕΝΑΡΜΟΝΙΑ

Σε ακούγω που περνάς
με την ευγένεια της μουσικής σου
έξω από την πόρτα των κυπαρισσιών
στον βραδινό περίπατο, που οι φίλοι
αναπαύονται μεσ’ τα δαφνόφυλλα
της άσκησής τους.
Για εμάς τους απόμακρους της οχλοβοής
μόνο τα μεγάλα μάτια παρακολουθούν
τα βήματά σου στη σωτηρία
του πολύπαθου στίχου σου.
Σε έβλεπα από χρόνια, να τριγυρίζεις
τις ακρογιαλιές, γαλάζιες και μαγικές
σαν των νησιών μας, ψάχνοντας
για μιαν ευχή της μοίρας.
Τώρα που έφυγε η ίωση, απ’ τη φτωχή
μου ανάσα, αρχίζει ο βηματισμός
της τεσσαρακοστής, όμοιας της δικής μου.

Μάρτιος 2013

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, Εκπατρισμός

Τούτα τα πουλιά
που κατεβαίνουν στις πλατείες
με δύο θάλασσες σκούρες
κάτω απ’ τις φτερούγες
κι οι ουρανοί που στάζουν
νύχτες σαν το μέλι
κι οι παλάμες σου
ολάνοιχτα μεσημεριάτικα παράθυρα…

Εκεί που η κορμοστασιά
φως εσπέρας και μέθη στ’ αλώνια
με δυο άστρα φτάνουν
εκεί που κλίνεις το κεφάλι
και δεν ξέρεις γιατί
γιασεμιά σε τράβηξαν ή μπιγκόνιες
και φοβάσαι το βήμα σου
μη σε ξελογιάσει στα χωράφια
και φοβάσαι την πλάτη σου
μην τρελαθεί κι αναλάβει το βάρος του κόσμου
κι αναριγάς
περιμένεις τα ηλιοτρόπια να σου φέξουν.

Η ανάσα σου διαστήματ’ αλλιώτικα
έχει διαλέξει
και τα μαλλιά σου ακολουθούν.
Κρασιά, παπαρούνες
δρόμοι φαντασμαγορικοί
μανίες, τέρατα
στάχυα και κρινομπούμπουκα
παρουσίες εφήβων
στη βασιλεία του ήλιου…
Βότανα, ψυχές πηγαδιών με πανσέληνο
δέντρα τόπων ιερών
δέντρα τρια, αυλής δικής μου…
Μαγγανείες γιορτές Αυγούστου
θάλασσες ολόστητες
θάλασσες
ενδύματα σεπτεμβριάτικου ουρανού
χώμα που φωσφορίζει
που τρέμει
που απαντάει
που προτείνει
δίνεται, προστάζει, λατρεύει
χώμα κίτρινο…

Αρμύρα ρίζα μου, αρμύρα
υπόστασή μου αρμύρα…
Δάδες της δημιουργίας
τα κυπαρίσσια μες στ΄ αηδόνια
τ’ αηδόνια μες στα κυπαρίσσια
και φεγγάρια
φεγγάρια στο κάθε δάχτυλο
και βασιλικός για την ώρα του θρήνου…

Απ’ τις χειμωνιάτικες άχνες
ανεβαίνει τώρα άδηλη η αγάπη.
στο γεφύρι και στον άνεμο
μουρμουριστά κυνηγημένο ζώο
πέρασε ξενιτεμένη
η ακολουθία της Ανάστασης.

*Από τη συλλογή “Λύκοι και Σύννεφα”, 1963.

Jaime Tores Bodet, Η γέφυρα

Πώς ξάφνου εκόπηκε στα δυο
η γέφυρα που μας κρατούσε
από τη μια μεριά ώς την άλλη
της ειμαρμένης ενωμένους;

Και πώς -στου γεφυριού τη μέση
που γίνηκε κομμάτια κι έπεσε-
εκύλησε στο ρέμα η ψυχή σου
ενώ η δική μου στα ουράνια πήγε;

*Από το βιβλίο “Τα μάτια σου δυό πυροβολισμοί στα τυφλά – Αναγνωστικό υπερρεαλιστικών ποιημάτων”, εκδ. Ρώμη, 2019. Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Κική Δημουλά, Σημείο αναγνωρίσεως

Όλοι σε λένε κατευθείαν άγαλμα,
εγώ σε προσφωνώ γυναίκα κατευθείαν.
Στολίζεις κάποιο πάρκο./ Από μακριά εξαπατάς.
Θαρρεί κανείς πως έχεις ελαφρά ανακαθίσει
να θυμηθείς ένα ωραίο όνειρο που είδες,
πως παίρνεις φόρα να το ζήσεις.
Από κοντά ξεκαθαρίζει τ’ όνειρο:
δεμένα είναι πισθάγκωνα τα χέρια σου
μ’ ένα σχοινί μαρμάρινο
κ’ η στάση σου είναι η θέλησή σου
κάτι να σε βοηθήσει να ξεφύγεις
την αγωνία του αιχμαλώτου.
Έτσι σε παραγγείλανε στο γλύπτη: αιχμάλωτη.
Δεν μπορείς/ ούτε μια βροχή να ζυγίσεις στο χέρι σου,
ούτε μια ελαφριά μαργαρίτα.
Δεμένα είναι τα χέρια σου. (…)
Όλοι σε λένε κατευθείαν άγαλμα
εγώ σε προσφωνώ γυναίκα αμέσως.
Όχι γιατί γυναίκα σε παρέδωσε
στο μάρμαρο ο γλύπτης/ κι υπόσχονται οι γοφοί σου
ευγονία αγαλμάτων,/ καλή σοδειά ακινησίας.
Για τα δεμένα χέρια σου, που έχεις
όσους πολλούς αιώνες σε γνωρίζω,/ σε λέω γυναίκα.
Σε λέω γυναίκα/ γιατί είσαι αιχμάλωτη.