Γ.Δ. Σέρμυντ, Τέσσερα ποιήματα

ΜΗΧΑΝΙΚΗ ΣΥΣΤΟΛΗ

Αυτό που κρατάς στο χέρι σου
είναι η καρδιά μου,
μια χειροβομβίδα απασφαλισμένη.

Κράτα την παλάμη σου κλειστή,
σφίξε τα δάχτυλα με όλη τη δύναμή σου.
Αυτό που κρατάς στο χέρι σου,
καλύτερα να λιώσει παρά να εκραγεί

*

ΔΥΣΚΟΛΟ ΤΟΠΙΟ

Δες μας τώρα.

Ουρανός εσύ, θάλασσα εγώ
αναζητούμε μάταια
έναν ορίζοντα να συναντηθούμε

*

ΚΑΛΗΝΥΧΤΑ

Οι τρεις τελείες
που θα μπουν στο παραμύθι μας
δεν θα αποσιωπούν

μα θα φωνάζουν

Ότι κανείς δεν ζει καλά
όταν το βιβλίο κλείσει.

*

ΣΕΠΤΕΜΒΡΗΣ

Γεννήθηκα φθινόπωρο
κι έριξα τα φύλλα μου βιαστικά
μένοντας γδυτός
μες στην υπόσχεση της βροχής.

Τώρα
που το φθινόπωρο πέρασε
κι ο χειμώνας λεηλατεί
το απογυμνωμένο δέρμα μου

έχω πια πειστεί
ότι η φύση με ξεγέλασε’ ότι

βιάστηκα να ξεγελαστώ

*Από τη συλλογή “Σεπτέμβρης Νέα Επαφή”, εκδ. πρότζεκτ ερσίλια, Αθήνα 2022.

Billy Collins, Μη βασανίζετε τα ποιήματα δε πρόκειται να ομολογήσουν

Τους ζητώ να πάρουν ένα ποίημα
και να το κρατήσουνε ψηλά στο φως
σαν φιλμ χρωματιστό

ή ν’ ακουμπήσουνε το αυτί τους στο μελίσσι του.
Λέω, ρίξτε ένα ποντίκι μες στο ποίημα
και δείτε το ν’ αναζητά την έξοδο,

ή περπατήστε στο δωμάτιο του ποιήματος
ψαύοντας τους τοίχους για το φως.

Θέλω -τους λέω- να κάνετε θαλάσσιο σκι
στην επιφάνεια ενός ποιήματος
γνέφοντας στ’ όνομα του συγγραφέα στην ακτή.

Μα το μόνο που θέλουν να κάνουν
είναι να δέσουνε το ποίημα με σχοινί σε μια καρέκλα
και να το βασανίσουν μέχρις ότου ομολογήσει.

Ξεκινούν να το χτυπούν μ’ έναν σωλήνα
ώστε να μάθουν τι πραγματικά σημαίνει.

*Αναδημοσίευση από εδώ: http://poiitariato.blogspot.com/2021/01/blog-post_26.html

Ένας ποιητής σε αναζήτηση ταυτότητας 

Για την ποιητική συλλογή Ταυτότητα του Γιώργου Μπακλάκου που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Βακχικόν (Ιούλιος 2022)

Γράφει ο Ειρηναίος Μαράκης

Η πρώτη ποιητική συλλογή του Γιώργου Μπακλάκου με τον τίτλο Ημιυπόγειο κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Βακχικόν το 2017. Λίγα χρόνια αργότερα κυκλοφόρησε η Ταυτότητα (Ιούλιος 2022), από τις ίδιες εκδόσεις συνεχίζοντας το όμορφο ταξίδι στην ποίηση που ξεκίνησε πριν λίγα χρόνια. Σε σχέση με την πρώτη του απόπειρα ο ποιητής έχει αντιμετωπίσει τις αδυναμίες του και παράλληλα έχει κάνει βήματα στην ανάπτυξη των εκφραστικών του μέσων. Αξίζει να διαβάσετε τα δύο βιβλία μαζί με τη χρονολογική σειρά που κυκλοφόρησαν για να διαπιστώσετε την εξέλιξη στη γραφή του δημιουργού.
Ο κοινωνικός, ηθικός, ψυχολογικός και βαθύτατα φιλοσοφικός προβληματισμός που αναπτύχθηκε στο Ημιυπόγειο βρίσκεται και εδώ. Αυτή τη φορά όμως ο Μπακλάκος κάνει κι ένα βήμα παραπέρα. Θα επιχειρήσει μια ανατομία της εποχής και των ανθρώπων που είναι φτιαγμένοι από πλαστελίνη (Σύγχρονες ανθρώπινες αξίες), που αναφωνούν ότι «Κι είμαστε πάλι εκεί./ Όπου η δύναμη θα συντρίψει το δίκιο» (Εποχή) Την ίδια στιγμή, ο ποιητής δεν αδιαφορεί «για εκείνους που δεν κάνουν έρωτα/ παρά σαν άγρια θηρία παλεύουν» (Για κείνους που δεν κάνουν έρωτα). Από την Ταυτότητα δεν λείπουν τα ποιήματα για την ποίηση που δεν μπορούν να πείσουν με «Λέξεις τριμμένες στη φθορά της χρήσης» (Άπιστα λόγια) χωρίς να απουσιάζει από εδώ μια ενδοσκοπική και κοινωνική ματιά. Με λίγα λόγια, στο στόχαστρο του ποιητή μπαίνουν η αποξένωση, η απώλεια και η εκποίηση του ανθρώπινου περιβάλλοντος και συναισθήματος. Όλα τα παραπάνω οδηγούν σταδιακά στην αναζήτηση μιας υπό διαμόρφωση ταυτότητας.
Διαβάζοντας την Ταυτότητα σκέφτομαι μεταξύ άλλων εάν ο άνθρωπος (ο ποιητής, εσύ που διαβάζεις αυτό το σχόλιο, ο οποιοσδήποτε) αναγνωρίζει την ταυτότητα του όπως έχει διαμορφωθεί από τις διάφορες συνθήκες κι επιλογές. Ίσως το ποίημα με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Ανήξεροι» να δίνει μια απάντηση σε αυτό. Γράφει ο ποιητής: Λέμε δεν πήραμε χαμπάρι./ Μόνο σημάδι ενθύμησης η Ακρόπολη/ που στέκει πάνω απ’ τη Νεκρόπολη./ Οι σοφοί κουκουλωμένοι στο πιθάρι,/ εγώ στο πληκτρολόγιο κάνω το παλικάρι/ κάθε μέρα περισσότερο κραυγάζω/ να πείθομαι πως έτσι αλλάζω./ Θα φύγω δίχως να περάσω απ’ την ευθύνη/ κατηγορώντας άλλους που τίποτα δεν έχει γίνει/ αδιαφορώντας για το μόνο που άφησα σημάδι/ της ιστορίας πως ήμουν το ξεφτισμένο υφάδι./ Λέμε δεν πήραμε χαμπάρι.
Αναζήτηση ταυτότητας
Η δύσκολη μεταβατική εποχή που διανύουμε απαιτεί από κάθε κοινωνικό, καλλιτεχνικό και γενικότερα ανθρώπινο υποκείμενο να τοποθετεί απέναντι στα κρίσιμα ζητήματα που κάθε ώρα και στιγμή βρίσκει μπροστά του. Είναι μια εποχή τεράτων όπου ο παλιός κόσμος πεθαίνει ενώ ο καινούργιος παλεύει να γεννηθεί, για να θυμηθούμε τον μεγάλο μαρξιστή επαναστάτη Αντόνιο Γκράμσι. Ο ποιητής της Ταυτότητας αναλαμβάνει το μερίδιο της ευθύνης του. Προσπαθεί να ορίσει το σύνολο των ιδιοτήτων που προσδιορίζουν την ιδιαίτερη φύση ενός ατόμου (του εαυτού του) ή/και του συνόλου (της γενιάς του, της κοινωνίας, των ανησυχιών του). Καταλήγει ότι υπάρχουν παραπάνω από μία ταυτότητες αλλά και μια δύναμη που κατά περίπτωση μπορεί να κρατήσει το εκάστοτε υποκείμενο σε μια θέση αδράνειας.
Το παρελθόν και η ιδιαίτερη δυναμική του έχει το ρόλο του στην αναζήτηση του ποιητή ενώ διαμορφώνει την κριτική θέση του απέναντι στα διάφορα ζητήματα παράλληλα με άλλους παράγοντες. Η Ταυτότητα του Μπακλάκου έχει συμβουλευτικό χαρακτήρα κατά περίπτωση χωρίς όμως να περιορίζεται σε ένα στείρο διδακτισμό όπως συναντάμε σε διάφορα έργα ομότεχνων του. Αυτό αξίζει να σημειωθεί γιατί αναπαράγει έντεχνα της καλύτερες παραδόσεις της ποίησης μας. Για όλους αυτούς τους λόγους η Ταυτότητα πρέπει να διαβαστεί. Συμπερασματικά, ο ποιητής καταφέρνει όχι μόνο να βρει την ταυτότητα του αλλά και να την επανεφεύρει με επιτυχία. Καλεί κι εμάς στην ίδια αναζήτηση, στον ίδιο αγώνα. Αν υπάρχουν μαύρες καταστάσεις όπως αναφέρει το ομώνυμο ποίημα (Το χειρότερο έγκλημα κατά της ανθρωπότητας είναι οι καταστάσεις./ Σε ωθούν στα χειρότερα σκοτάδια του εαυτού σου,/ δημιουργούν τις πιο αηδιαστικές ανθρώπινες πράξεις.), υπάρχουν και ο φωτεινές εξαιρέσεις.
Πέρα όμως από τις ιδέες πίσω από την Ταυτότητα βρίσκεται, πιστός σύντροφος και οδηγός, η ποιητική γραφή και γλώσσα του δημιουργού. Άλλωστε η ποίηση δεν είναι τίποτα χωρίς αυτά τα στοιχεία. Θα διαβάσουμε ποιήματα ολιγόστιχα έως μεγαλύτερες συνθέσεις, με απλή, κατανοητή γλώσσα, που δεν περιορίζονται σε διάφορα παιγνίδια φτηνού εντυπωσιασμού. Έτσι κι αλλιώς ο ποιητής δεν θέλει να πει τίποτα άλλο από την αλήθεια όπως την βιώνει πέρα και μακριά από εξαρτήσεις, περιορισμούς, λυρικά στολίδια χωρίς ουσία και νόημα. Κατ’ επέκταση δεν επιτρέπει στον εαυτό του να χαριστεί σε κανέναν. Ούτε στους συναδέλφους του ποιητές και λογοτέχνες. Η απόδειξη βρίσκεται στο ποίημα που ακολουθεί. (Και τώρα τι κάνουμε;/ Είπαμε όλες τις λέξεις,/ εξαντλήσαμε κάθε στυλ,/ βιάσαμε όλες τις τεχνοτροπίες,/ χρησιμοποιήσαμε τα εκφραστικά μέσα,/ σαρώσαμε τα λογοτεχνικά βραβεία./ Τι απομένει;/ Μήπως να πούμε την αλήθεια; (Λογοτέχνες)

ΠΟΙΗΜΑΤΑ

ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ

Πριν τ’ όνειρο νεκρός
Μετά από δαύτο ξύπνιος.
Αφήστε με εκεί.

ΕΠΟΧΗ

Στον ποιητή Μανόλη Αναγνωστάκη

Κι είμαστε πάλι εκεί.
Όπου η δύναμη θα συντρίψει το δίκιο
Το πισώπλατο θα μαχαιρώσει το αντρίκειο
Η απληστία θα καταλύσει τη λογική
Οι λίγοι θα θέλουν ακόμα πιο πολύ
Αδιαφορώντας αν πεθαίνουν οι πολλοί
Κι ο κόσμος μια ματωμένη οιμωγή
Στων ειδήσεων την εκφοβιστική αγωγή.

Τ’ ΑΔΥΝΑΤΑ

Να σταθεί το βουνό στη σκιά του βράχου,
Να πνιγεί η θάλασσα μέσα σε μια σταγόνα,
Να ξεριζωθεί η ιδιοτέλεια από τον έρωτα,
Να μισηθούν συνολικά οι άνθρωποι
Καθώς αγαπιούνται ξεχωριστά ένας ένας,
Να γίνει χώμα ο ουρανός και σύννεφο η γη.
Αυτά θα ήθελα να δω, έτσι για πλάκα.

Ευθύμης Λέντζας, Δύο ποιήματα

Θέλω να είμαι όμορφος όπως η βραδινή βροχή. Ώρα αιχμής στην Αθηνάς με τις πολλές φωνές, με τους αμνούς κρεμάμενος. Απ’ την πλατεία Κοτζιά ως την Ομόνοια – αριστερά στο μέρος της καρδιάς σαν πάθος πάντα όρθιος. Φθινοπωρινό μου πένθος, ένα βαρύ παλτό, στην πλάτη ο σάκος ανυπόφορος. Με τον ιδρώτα στο μέτωπο – μυρωδικά των Εξαρχείων∙ άγνωστα σώματα∙ κανείς δεν ξέρει το όνομά σας. Στην Πατησίων με φτερούγες από σίδερο, αναπηρικά καρότσια συστέλλοντας το σούρουπο. Το στήθος μου τυλίγουνε οι στεναγμοί των δρόμων. Λειψές μεζούρες οινοπνεύματος∙ τα τόσα «δεν», τα «μη», τα «αν», τα «ίσως» που μας στέρησαν το όνειρο. Μια αγάπη σαν ψηφιδωτό. Τα ρέστα μου για ένα εισιτήριο∙ γεύσεις του απογεύματος με ζωηρόχρωμα μαλλιά, σύρματα, νεραντζιές και τρόλεϊ. Είμαι στον ήλιο ένα φιλί, χάδι στο κάθισμα ενός που ήταν μόνος. Οι βιτρίνες επιστρέφουν το πρόσωπό μου∙ οι λεπτοδείχτες το τέλος της μέρας.

*

Θέλω να είμαι ακίνδυνος όπως το σύννεφο για το βουνό∙ θάλασσες που δε γνώρισα να γνωρίσω. Στη χαράδρα να βρω την ηχώ μου, ψηλαφώντας τις φλέβες να υψωθώ στο φως. Όλα τα κόκαλά μου: άνθη στον κήπο με τις κακές σιωπές. Αφύλαχτα βάθη που μου δόθηκαν χάρισμα∙ να ανεβαίνω, να μην σταματώ, πάλι να κατεβαίνω σημαδεμένος σα χαρακιά στη νύχτα. Ζωή μου από νερό και δρόμο. Κρεβάτι μονάκριβο στο λόφο με τα κυπαρίσσια. Όμορφα θα ’ναι κοντά στο θεό. Όλα τα άλλα χαμένα στο αίμα. Χείλια και μάτια∙ στόμα που πέφτει από τον ουρανό. Ψυχή μου στον απέραντο φράχτη, συλλογίσου το άπειρο.

*Τα ποιήματα αναδημοσιεύονται από εδώ: https://fteraxinasmag.wordpress.com/2023/04/11/2-ποιήματα-ευθύμης-λέντζας/#like-6447

Richard M. Berlin, Υπαρξιακή κρίση

Ένας στρατιώτης της Ένωσης αναπαύεται
πάνω σ’ ένα κασόνι φτιαγμένο από πεύκο,
η δεξιά του γροθιά ακουμπά
σε μια δέσμη φύλλων χαρτιού στο μηρό του
το βλέμμα του στοχεύει στο βάθος
της γαλάζιας ομίχλης,
μη δίνοντας καμιά σημασία
στο ακρωτηριασμένο πόδι που ακόμα
ντυμένο με τη μπότα και το παντελόνι
ξεπροβάλλει απ’ τη σκηνούλα πίσω του.
Προσπαθώ να φανταστώ τη ζωή του στρατιώτη–
ίσως να ’ναι ένας γιατρός που γράφει
την αναφορά του απ’ το πεδίο μάχης,
ή ένας ποιητής σαν τον Walt Whitman
που ονειρεύεται τον επόμενο λυπημένο στίχο
πριν επανέλθει στα καθήκοντά του
να φροντίσει τους πληγωμένους
και να σκεπάσει τους νεκρούς.
Τα μάτια μου εντοπίζουν κορδέλες
μαύρου πυκνού καπνού απ’ τις φλόγες
της φωτιάς που ζεσταίνει
τον οχυρωμένο καταυλισμό του,
περνάω δίπλα απ’ τους σωρούς γαλέτας,
και απ’ τα καθαρά σεντόνια
που κυματίζουν σαν αυτοσχέδιες κουρτίνες
σε μια σκηνή θεάτρου,
όπου μια μπάντα χάλκινων πνευστών παίζει
για τους εξαντλημένους συντρόφους
ενώ τα επαναστατημένα στρατεύματα
διασχίζουν σε σχηματισμό
τον ήρεμο Rappannock,
και οι στάχτες απ’ τις μακρινές μάχες
αναμιγνύονται με τα φουσκωμένα σύννεφα.
Λένε ότι οι στρατοί αντάλλαζαν τραγούδια
μερικές φορές ταυτόχρονα, για να σκεπάσουν
το τραγούδι της άλλης πλευράς,
αλλά ένωναν τις δυνάμεις τους
για να τραγουδήσουν στο τέλος
το ‘‘Σπίτι, αγαπημένο σπίτι’’
έως ότου οι τελευταίες νότες έσβηναν,
και η μόνη μουσική που παρέμενε
υψωνόταν με τους συριγμούς
και τα κρακ της φωτιάς μαζί με τα βογγητά
των πληγωμένων στρατιωτών. Εάν μπορούσα
να μπω σ’ αυτό το σκηνικό, αναρωτιέμαι
ποιος θα ’μουν –ο επαναστάτης που κάποτε
δοκίμασε να φορέσει τη στολή του
αλλά τη βρήκα πολύ φαρδιά για να μου ταιριάξει,
ο στοχαστικός γιατρός που έγινα,
με τα πρωτόγονα εργαλεία του
που παρέμειναν στομωμένα σαν τη λεπίδα
του πριονιού του Εμφυλίου Πολέμου,
ο ποιητής που μ’ ένα μπλοκ από γαλλικό χαρτί
μελετά τα σύννεφα για να βρει νέες μεταφορές,
ή ο μουσικός που εξασκείται σε μια μελωδία
που οι νότες της διαλύονται χωρίς τύψεις
στο ματωμένο αέρα, που μόνο αυτός τις ακούει.

*Στη φωτογραφία της ανάρτησης ’’Home sweet home’’, του Winslow Homer (1836-1910).

**Μετάφραση: Μίλτος Σ. Αρβανιτάκης

Αλεξάνδρα Μπακονίκα, Η πρόβα / The rehearsal

Στο θίασο που έκανε πρόβα για τη θεατρική παράσταση
ο σκηνοθέτης συχνά επαναλάμβανε
στους ηθοποιούς του:
“Άμεσα βγάλτε έξω τον πυρήνα των συναισθημάτων,
άμεσα εκτεθείτε”.

Σκέπτομαι:
Ό,τι εξουθενωτικά ζητάει και η ποίηση,
τον απόκρυφο εαυτό σου να εκθέτεις,
μέχρις εσχάτων.

During rehearsal for the troupe’s opening night
The director often repeated
To his actors:
“Give vent to the core of your feelings,
Reveal what’s kept inside”.

And I’m thinking:
“However exhausting the demands of poetry,
To expose your secret self
Is a struggle to the death.”

*Από το βιβλίο “Tragedy and the den of the senses”, εκδ. Αλφειός, 2020.
**Αγγλική μετάφραση: Douglas Bablington.

Ειρήνη Παραδεισανού, Παιδικές παλάμες

Κάθε που μου ζητούν τη γνώμη
για όσα αλλόφρονα περιστρέφονται γύρω μου
νοιώθω μια ζάλη
σαν να κατάπια με μιάς όλον τον αέρα
κι άφησα τον χώρο ξερό κι αποσβολωμένο

Δεν είναι πως δεν έχω τι να πω
είναι που δεν βρίσκω κανέναν λόγο να το ξεστομίσω

Και τότε
πιάνω τον εαυτό μου να μουρμουρίζει ένα τραχύ κι
ασυνάρτητο φθόγγο
διαρκώς επαναλαμβανόμενο
σαν γρύλισμα σκυλιού
που το άφησαν δεμένο για μέρες
δίχως νερό και φαγητό
να κοιτά έναν τοίχο

Το στόμα μου
γίνεται ράμφος σπουργίτη
που του φεύγει η ψυχή

Κι οι παιδικές παλάμες
με χτυπούν να ξυπνήσω

*Από τη συλλογή “Παιδικές παλάμες”, εκδ. Βακχικόν, 2021.

Ζωή Καραπατάκη, Πάνω στους ” Δεκατρείς τρόπους να κοιτάξεις έναν κότσυφα” του Wallace Stevens 

I

Λευκό χιόνι
Είκοσι βολβοί κοτσυφιών
Το ατενίζουν
Παρέα

ΙΙ

Δεν το καταλαβαίνουμε
Αλλά άνθρωποι και πουλιά
Είμαστε
Ένα

ΙΙΙ

Τα παγοκρύσταλλα
Σκέπασαν το πλατύ περβάζι
Που έγινε σκληρό σα γυαλί
Πάνω του σύρθηκε
Η σκιά του κότσυφα
Ανατριχιάζοντας

IV

Ω ισχνοί άνδρες της πόλης,
Αν ακούγατε τα πρωινά
Τον κότσυφα
Θα ήσασταν όλοι
Όμορφοι

V

Γκρίζο απόγευμα
Με χιόνι πολύ
Μα στο λευκό κλαρί
Ανασαίνει αργά αργά
Ένας κότσυφας

VI

Η άμαξα έτρεχε
Αφήνοντας σκιές στο χώμα
Τις έπαιρνες για πουλιά
Για μαύρα
Κοτσύφια

VII

Ακούω τα κοτσύφια
Να γλυκοσφυρίζουν
Και τα ζηλεύω
Πολύ

VIII

Γοητεύεσαι από το τραγούδι
Του κότσυφα,
Βρες όμως κι εσύ έναν τρόπο
θελκτικό
να του μοιάσεις
Πάρε τη μπλε κιθάρα και
Φώτισε
τον σιωπηρό ουρανό

Κατερίνα Φλωρά, Αργόρυθμα

Ράθυμος ο απόηχος του μεσημεριού
δειλά ξεπρόβαλλε
μέσα από των ιαχών την επέλαση

Βαρύ το σώμα περιφέρεται
στου σπιτιού την ανοίκεια ησυχία
που ευθύς χάνεται
μόλις τη συνηθίσουμε

Εικόνες αδιάφορες
διέρχονται μπροστά μας
με εκλάμψεις στιγμιαίας έκπληξης
για να χαθούν ευθύς κι αυτές

Στου πρώτου ήχου το άκουσμα
σαν κινηθούμε
την ηρεμία ίσως έχουμε οικειοποιηθεί
αν ο χρόνος το επιτρέψει

*Φωτογραφία: Γιώργος Χατζελένης

Αλήτις Τσαλαχούρη, Τρικλοποδιά

Τρικλοποδιά-Από μια τρικλοποδιά-Που του βάζει Μανιοκατάθλιψη στην τραπεζαρία-Γιατί κλέβει γλυκό απ’ των συνασθενών τα πιάτα-Και τους πίνει την πορτοκαλάδα-Εκείνος Άσπενγκερ-Που πήγε να κάψει για τρίτη φορά την οικογένειά του την ώρα που κοιμούνταν-Κι ήταν στην κλινική με εισαγγελική παραγγελία-Γίνεται αχώριστος με την Οριακή Διαταραχή-Που τον σηκώνει τρυφερά απ’ το πάτωμα–Άσπρο σαν το πανί-Και ηρεμεί της Μανιοκατάθλιψης την καταιγίδα-Δίνοντάς της τη δική της τη μερίδα-Μετά όπου πηγαίνει αυτή κι αυτός μαζί-Στην αίθουσα ψυχαγωγίας-Τη θλιβερή-Στον κήπο-Στον προαυλισμό-Κάθε απόγευμα-Κάθε πρωί-Σε ομαδικές θεραπείες ζωγραφίζουν τεράστια τριαντάφυλλα-Για να συναντηθούν σε μια γιορτή στο Διάστημα-Που δεν υπάρχει κλινική-Αλλά ύλη σκοτεινή και χρόνου βάραθρα-Κυνηγούν τον ουρανό στων διαδρόμων τα παράθυρα-Κι αυτόν που μαζεύουν τον κρύβουν κάτω από μαξιλάρια-Κάθονται αμίλητοι με μια σιωπή σαν να ατενίζουν από βουνό μια χαραυγή-Που τη διακόπτουν μόνον των νοσοκόμων τα φάρμακα-Από μια τρικλοποδιά-Που του βάζει Μανιοκατάθλιψη στην τραπεζαρία-Γιατί κλέβει γλυκό απ’ των συνασθενών τα πιάτα-Και τους πίνει την πορτοκαλάδα-Εκείνος Ασπενγκερ-Που πήγε να κάψει για τρίτη φορά την οικογένειά του την ώρα που κοιμούνταν-Κι ήταν στην κλινική με εισαγγελική παραγγελία-

*Το ποίημα είναι από τη συλλογή “Κάθαρμα”, εκδόσεις Οδός Πανός, 2020.

Το βίντεο είναι από το ιστολόγιο της ποιήτριας στο https://alitispress.blogspot.com/