Άρης Φίλιππας, Δύο ποιήματα

Η ΔΙΚΗ ΜΟΥ ΕΛΛΑΔΑ

τα Κύθηρα
κάτω απ΄ τη φωτοπλημμύρα του Πάνα
ο Καρούζος με το εαρινό παιχνίδι
της γλωσσογονίας
ο Άρης Αλεξάνδρου των ακίβδηλων ιδανικών
οι πεντατοτονίες της Ηπείρου
οι λησταρχίνες των φαραγγιών κ’ ο Άγιος Μάξιμος
με το συναγκάλιασμα του Άλλου
το δημοτικό τραγούδι, η υψίστη
μορφή ποίησης η καμωμένη απ’ τον Κανένα
το μνημείο του πρόσφυγα των πόλεων
το απαρέμφατο πάσχειν το ανετυμολόγητο αγαπάω
τα διάστικτα γόνατα των γυναικών κι η γροθιά τους
στην πρώτη γραμμή των μαχών
και πρωτίστως
της ταβέρνας το ρολόι: ο Τσιτσάνης κέντησε
1961 με την ιέρεια Πολύ Πάνου
στα μπουζούκια του Καρνέζη και
του Κώστα Παπαδόπουλου
πασαπνοάριο στην έσω ξενιτιά

άλλη Ελλάδα δεν γνωρίζω

*

ΤΟΚΟΓΛΥΦΟΙ

Παντού
στο δρόμο στο τηλέφωνο στο χώρο εργασίας
στο σχολείο στην τηλεόραση στη λαϊκή
τοκογλύφοι εντός κ΄ εκτός ελέω Θεού
βασιλιάδες του σπιτιού μας αγιογδύτες
της παράφορης εφηβείας μας
τοκογλύφοι των στιγμών και του συν
αισθήματος τοκογλύφοι της γλώσσας
και του έρωτα που μας βρήκε στο ναδίρ μας
όταν δεν είχε άλλο κάτω να βουλιάξουμε
τοκογλύφοι του φιλιού μας
της φιλίας μας
αισχοκέρδες της σύντομής μας βίζιτας
στη γη

ώρα να πηγαίνετε
μας ρουφιανέψατε
αρκετά

*Από τη συλλογή “αυτοί που πεθαίνουν είναι πάντα οι άλλοι”, εκδ. Θράκα, Ιούνιος 2022.

Θέκλα Γεωργίου, Πέντε ποιήματα

ΑΧΙΒΑΔΕΣ

Σπλάγχνα ατόφια,
Κρεουργημένη κοίτη της αγχινοίας μου,
Δώστε παλμό στο γέννημα
Του δικού μου ολέθρου.

*

ΤΡΙΑ

του άσπρου,
του μαύρου,
του γκρι

*

ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ

Δώσ’ μου το χέρι σου!
Το ‘κοψα.
Μου ‘βαλαν ένα κέρινο, με το ζόρι.

Αυτό θέλω!

*

ΚΟΡΜΙΑ

Κορμιά σε τσανάκια βιζόν
κι ενέσεις οξέος,
κορμιά αγκαλιασμένα διαφορετικά
που φιλιούνται σταυρωτά,
που καταπίνουν αθανασία.
Να, τέρπονται με την τέφρα.
Κορμιά,
νεκρά,
στο όνομα.

*

ΟΠΤΙΚΕΣ ΕΝΤΥΠΩΣΕΙΣ

Αρχίζω και χωνεύω
βέλη φαρμακερά.
-Φαίνεται πως πειραματίστηκαν.

*Από τη συλλογή “υποθαλάμια”, εκδ. ΣΑΙΞΠΗΡΙΚόΝ, Δεκέμβριος 2022.

Bob Dylan, Tangled Up in Blue / Μπερδεμένος μες στη μελαγχολία

Early one mornin’ the sun was shinin’
I was layin’ in bed
Wond’rin’ if she’d changed at all
If her hair was still red
Her folks they said our lives together
Sure was gonna be rough
They never did like Mama’s homemade dress
Papa’s bankbook wasn’t big enough
And I was standin’ on the side of the road
Rain fallin’ on my shoes
Heading out for the East Coast
Lord knows I’ve paid some dues gettin’ through
Tangled up in blue

She was married when we first met
Soon to be divorced
I helped her out of a jam, I guess
But I used a little too much force
We drove that car as far as we could
Abandoned it out West
Split up on a dark sad night
Both agreeing it was best
She turned around to look at me
As I was walkin’ away
I heard her say over my shoulder
“We’ll meet again someday on the avenue”
Tangled up in blue

I had a job in the great north woods
Working as a cook for a spell
But I never did like it all that much
And one day the ax just fell
So I drifted down to New Orleans
Where I happened to be employed
Workin’ for a while on a fishin’ boat
Right outside of Delacroix
But all the while I was alone
The past was close behind
I seen a lot of women
But she never escaped my mind, and I just grew
Tangled up in blue

She was workin’ in a topless place
And I stopped in for a beer
I just kept lookin’ at the side of her face
In the spotlight so clear
And later on as the crowd thinned out
I’s just about to do the same
She was standing there in back of my chair
Said to me, “Don’t I know your name?”
I muttered somethin’ underneath my breath
She studied the lines on my face
I must admit I felt a little uneasy
When she bent down to tie the laces of my shoe
Tangled up in blue

She lit a burner on the stove
And offered me a pipe
“I thought you’d never say hello,” she said
“You look like the silent type”
Then she opened up a book of poems1
And handed it to me
Written by an Italian poet
From the thirteenth century
And every one of them words rang true
And glowed like burnin’ coal
Pourin’ off of every page
Like it was written in my soul from me to you
Tangled up in blue

I lived with them on Montague Street2
In a basement down the stairs
There was music in the cafés at night
And revolution in the air
Then he started into dealing with slaves
And something inside of him died
She had to sell everything she owned
And froze up inside
And when finally the bottom fell out
I became withdrawn
The only thing I knew how to do
Was to keep on keepin’ on like a bird that flew
Tangled up in blue

So now I’m goin’ back again
I got to get to her somehow
All the people we used to know
They’re an illusion to me now
Some are mathematicians
Some are carpenters’ wives
Don’t know how it all got started
I don’t know what they’re doin’ with their lives
But me, I’m still on the road
Headin’ for another joint
We always did feel the same
We just saw it from a different point of view
Tangled up in blue

  1. Matthew Collins of Harvard, noting that Dylan may not have been precise with dates, argues that there are similarities between elements of the lyrics of “Tangled up in Blue” and the fifth canto of Dante’s 14th Century Inferno, but finds it unlikely that Dylan will ever confirm who the reference in the song is to.[32] Hampton, however, believes that the reference is more likely to Petrarch.[24] Both Collins and Hampton note that in a 1978 interview, in reference to “Tangled Up in Blue”, Dylan was asked who the poet was and replied “Plutarch. Is that his name?”[32][24]
    https://en.wikipedia.org/wiki/Tangled_Up_in_Blue
  2. Montague is, of course, Romeo’s surname in William Shakespeare’s Romeo and Juliet, while on the actual street in Brooklyn, there was a venue called Capulet’s (Juliet’s surname and a place Dylan would frequent), reinforcing the fact that the song is about two star-crossed lovers who are destined to have their love fall into disarray.
    https://faroutmagazine.co.uk/story-bob-dylan-tangled-up-in-blue/ Μπερδεμένος μες στη μελαγχολία

Νωρίς ένα πρωί που ο ήλιος έλαμπε
Ήμουν ξαπλωμένος στο κρεβάτι
Κι αναρωτιόμουν εάν αυτή τα είχε όλα αλλάξει
Εάν τα μαλλιά της ήταν ακόμα κόκκινα
Οι δικοί της είπαν ότι η ζωή μου μαζί της
Θα ήταν σίγουρα σκληρή
Ποτέ δεν της άρεσαν τα φορέματα
που της έφτιαχνε με τα χέρια της η μάνα της
Και το βιβλιάριο της τράπεζας του πατέρα της
Δεν της ήταν ποτέ αρκετό
Και εγώ στεκόμουν στην άκρη του δρόμου
Η βροχή έπεφτε πάνω στα παπούτσια μου
Και κατευθυνόμουν προς την Ανατολική Ακτή
Ο Κύριος ξέρει ότι κατόρθωσα να πληρώσω μερικά
Από αυτά που χρωστούσα
Μπερδεμένος μες στη μελαγχολία

Ήταν παντρεμένη όταν πρωτογνωριστήκαμε
Γρήγορα χώρισε
Την βοήθησα να βγει από αυτό το μπλέξιμο, υποθέτω
Αλλά χρησιμοποίησα και λίγο βία
Ταξιδέψαμε με το αυτοκίνητο όσο μακρύτερα μπορούσαμε
Χαμένοι κάπου στη Δύση
Χωρίσαμε μια λυπημένη σκοτεινή νύχτα
Και οι δυο μας συμφωνήσαμε ότι αυτό ήταν το καλύτερο
Γύρισε πίσω να με κοιτάξει
Καθώς απομακρυνόμασταν ο ένας από τον άλλον
Την άκουσα να λέει πίσω απ’ τον ώμο μου
”Λοιπόν μια μέρα θα ξανασυναντηθούμε στη λεωφόρο”
Μπερδεμένος μες στη μελαγχολία

Έπιασα μια δουλειά στα μεγάλα δάση του βορρά
Δουλεύοντας σαν μάγειρας για μια εποχή
Αλλά ποτέ δεν μου άρεσε τόσο πολύ
Και μια μέρα που το τσεκούρι μου έπεσε
Κύλησα κάτω στη Νέα Ορλεάνη
Όπου συνέβη να με προσλάβουν
Δουλεύοντας για ένα καιρό σε μια ψαράδικη βάρκα
Ακριβώς έξω από το Delacroix
Αλλά σε λίγο ήμουν πάλι μοναχός
Το παρελθόν έκλεισε πίσω μου
Γνώρισα πολλές γυναίκες
Αλλά αυτήν ποτέ δεν την ξέχασα, και μεγάλωνα
Μπερδεμένος μες στη μελαγχολία

Δούλευε σ’ ένα μέρος με γυμνόστηθες γυναίκες
Όπου σταμάτησα για μια μπύρα
Κοίταζα το προφίλ της
Φάνταζε τόσο καθαρά από τον προβολέα
Και αργότερα όταν το πλήθος αραίωσε
Ήμουν έτοιμος και εγώ να φύγω
Στάθηκε πίσω από την καρέκλα μου
Μου είπε ” Δεν ξέρω το όνομά σου;΄΄
Κάτι σιγο ψιθύρισα κρατώντας την ανάσα μου
Μελέτησε τις γραμμές του προσώπου μου
Πρέπει να ομολογήσω ότι αισθάνθηκα λίγο αμήχανα
Όταν έσκυψε να δέσει τα κορδόνια του παπουτσιού μου
Μπερδεμένος μες στη μελαγχολία

Άναψε το μάτι στην ηλεκτρική κουζίνα
Και μου πρόσφερε μια πίπα
”Νόμιζα ότι ποτέ δεν θα με χαιρετήσεις”, μου είπε
”Μοιάζεις με τους σιωπηλούς τύπους”
Μετά άνοιξε ένα βιβλίο με ποιήματα2
Και μου το έδωσε στα χέρια
Γραμμένο από ένα Ιταλό ποιητή
Του δεκάτου τρίτου αιώνα
Και κάθε μια από τις λέξεις του ηχούσαν την αλήθεια
Και άστραφταν σαν ένα αναμμένο κάρβουνο
Που χυνόταν από την κάθε σελίδα του
Σαν να είχε γραφτεί στην ψυχή μου μόνο για μένα
Μπερδεμένος μες στη μελαγχολία

Έζησα μαζί της στη οδό Montague
Σ’ ένα υπόγειο κάτω από τις σκάλες
Ακούγαμε μουσική τη νύχτα στα καφέ
Και την επανάσταση να αιωρείται στον αέρα
Μετά ο δικός της ήθελε να την βγάλει στην πορνεία
Και κάτι μέσα της πέθανε
Αυτή πούλησε ότι της ανήκε
Και πάγωσε μέσα της
Και τελικά φτάσαμε στον πάτο
Απομακρύνθηκα
Το μόνο πράγμα που ήξερα να κάνω καλά
Το να κρατιέμαι από τα φτερά μου σαν το πουλί που πετά
Μπερδεμένος μες στη μελαγχολία

Να ‘μαι τώρα πίσω ξανά
Νιώθω ότι πρέπει να την ξαναβρώ
Όπως και όλους τους ανθρώπους που ξέραμε
Που έγιναν μια ψευδαίσθηση τώρα
Μερικοί από αυτούς έγιναν μαθηματικοί
Μερικές έγιναν γυναίκες ξυλουργών
Δεν ξέρω πως άρχισαν όλα
Δεν ξέρω τι κάνουν με τις ζωές τους
Αλλά εγώ ακόμα είμαι στο δρόμο
Κατευθυνόμενος σ’ ένα άλλο καταγώγιο
Πάντα αισθανόμασταν ίδια οι δυο μας
Μόνο που τα βλέπαμε από διαφορετική γωνία
Μπερδεμένος μες στη μελαγχολία

Μετάφραση: Μίλτος Αρβανιτάκης
LyricsTranslate.com

Πουπερμίνα, Στις ράγες

Αντικειμενικά βιώνονται συνθήκες χρόνιας ειρήνης,
αν και στην επισφάλειά της έως ψευδαισθητικές
Ο κύκλος των εποχών κομίζει πλημμυρίδα ετερότητας
Μια κουβέντα είναι ό,τι ελπίζει να θεσπίσει συμπερίληψη,
όταν ο ανοίκειος τρόπος σε ακουμπά αιχμηρά,
σε απειλεί, σε καταργεί, σε επιβουλεύεται
Μήπως χωρισμένα τα εικονίσματα σιωπούν
Δίχως να έχω συναντηθεί με το παραμελημένο τρένο,
δεν στέργω πια να παραβλέπω,
πως για τους αμέτοχους οι ειδήσεις
ακούγονταν ανέκαθεν οριακά πιστευτές,
παρόμοια με ευθύβολα ζοφερή λογοτεχνία
τηλε-οπτικά εικονικές
-αλί σ’ αυτούς που ορέχτηκε ο Χάρος-,
ούτε κι από την άλλη να εθελοτυφλώ, πως η ίδια τάχα
δεν παραμένω ωστόσο σταθερά στις ράγες
Έχω βέβαια μιαν ευκολία να αλλάζω τ’ απογεύματα προορισμούς
άλλοτε ουγγρικούς, μεσ’ σε βαγόνι της μελαγχολίας μιας πεισματικής αντίστασης
κι άλλοτε ρώσικους στις απεραντοσύνες της κάθε κοκαλωμένης Σιβηρίας
Μα ούτε από τέτοια τρένα δεν το ‘χω εύκολο να αποβιβαστώ
(κυρίως όσο στο βάθος ο πόλεμος μαίνεται κουφός)˙
μια ευκαιρία, με σκοπό να διαμαρτυρηθώ βουβά στους δρόμους
μια επόμενη, τυφλά πάλι στους δρόμους μη κι από τύχη παρηγορηθώ
και μια απ’ όλες οπωσδήποτε πιο ελεήμων,
ν’ αναζητώ της γλώσσας τα μη προφανή και τα παράξοξα
την επιβεβλημένη επί παραδείγματι εκλεκτική συγγένεια
της γλωσσοκοπάνας με το κοπανέλι

*[Στις ράγες], Μηχανικό Μολύβι

**Στη φωτογραφία: Train Jumpers – Marcel Rebro, Slovakia, Chromatic Awards 2018- Photojournalism

Angela Costi, We took a Boat and then a Plane

You stand in front of glass
it opens without knocking
they have women unarmed
sitting at counter, smiling
“Hello, how may I help you?”
They pay people to help you.

There are words you must hold like blankets in snow:
‘human rights’
‘discrimination’
you repeat them as third language
they feel hot on your tongue
they make you remember a child with broken teeth
remember a woman with torn womb
the man eating the dirt.
Here, you can say them
again and again
to many strangers
who will take your story
like a startled baby.
In fits and starts you come to know words
as soldiers standing at check points:
‘allegation’
‘evidence’.

Your story climbs their walls and waits for you
outside their office
knowing
you cannot open the hearts of word
written in law.

Γρηγόρης Σακαλής, Απελευθέρωση

Παιδί παραμελημένο
έφηβη ατίθαση
κι ύστερα δέκα χρόνια
στο ψυχιατρείο
τα κατάφερε και βγήκε
επέζησε ευτυχώς
η πρόγνωση των γιατρών
ήταν θετική
θα πάει καλά, είπαν
η μάνα αυταρχική
πάντα έτσι ήταν
να μη βγει έξω μόνη
να μην έχει κινητό
να μην έχει αγόρι
τα έκανε όλα κρυφά
όσο μπορούσε
όπως – όπως
δεν υπάκουε
στις εντολές της μάνας
μα η ζωή της ήταν δύσκολη
ώσπου η απώλεια της μητέρας της
την απελευθέρωσε.

Στέλλα Δούμου, Λιπόθυμα τα άλογα των αποχρώσεων

{Λιπόθυμα τα άλογα των αποχρώσεων.
Το μαύρο μακρυγορεί στην ολομέλεια των νυχτερινών κήπων.
Αν και κάπου-κάπου, πέρα στον ορίζοντα μικροί κόκκινοι ύπεροι των φώτων της πόλης μού ρίχνουν άμμο στα μάτια.
Επιρρεπής στα ψέμματα, σας λέω πως απ’ το παχνί του δωματίου, βλέπω
στη διαγώνιο του Χάους απλωμένη των πλανητών την μπουγάδα• να στάζει αιωνιότητα και λευκούς ήχους.
Ή κάτι τέτοιο…
Τόσο υγρά τα μάτια της νύχτας που με κοιτούν απ’ το λυμένο μου παράθυρο.
Ας κοιμηθώ τώρα με εντιμότητα.
Αύριο, άλλη μια μέρα, που θα εξημερωθώ ξανά μ’ υπακοή.}

Κατερίνα Φλωρά, Δικαίωση (Μάρτιος 23)

Βαριά η σκιά του μήνα
που βίαια ξεκίνησε
μαζί και μόνη
δίχως αντίδραση καμιά

Στον ύπνο μας έπιασε
στον απόηχο του γλεντιού
των ημερών της παρακμής

Συλλογικά ανασφάλεια
συντρίμμια ολόγυρα
μιας εποχής αιωρούμενης
στων αριθμών την αβέβαιη τάξη

Φεύγει όπως ήρθε
Μες στη μυρωδιά της μπαρουτιασμένης άνοιξης
μακρινή η οσμή στου ανθού την άκρη

Νίκος Σφαμένος, ο φίλος του

«είναι υπέροχες»
του έλεγε
εκείνο το κρύο
βράδυ
«και όλα με τυλίγουν μέσα τους
οι νύχτες μ’ αγκαλιάζουν
οι μέρες με χαϊδεύουν με χρώματα
πραγματικά
θέλω να χαθώ σε κάθε
νέα εποχή που έρχεται
να ταξιδέψω στο φως της
πίστεψε με
όλα είναι τόσο όμορφα
μακρινά
-και η ποίηση δεν αρκεί-»

*Στη φωτογραφία της ανάρτησης Victor Sparre, Night of stars (1993).

Λαμπριάνα Οικονόμου, Τρία ποιήματα

ΞΥΠΝΗΣΑ

Σκόνταψα το πρωί
σε οστεοφυλάκιο.
Έγραφε τ’ όνομά μου
με κιμωλία.

Το μεσημέρι στα σκαλιά
περίμενε ψηλός-ψηλός καλόγερος,
που έμπλεκε και ξέμπλεκε τα δάχτυλά του

Πλας Πιγκάλ, 2009

*

ΕΛΛΕΙΨΕΙ ΣΥΜΒΑΤΟΤΗΤΑΣ

Κεντρική μνήμη
“υπό διαμόρφωση”

χώρος αμφιθεατρικός στο Φιξ
32 κεκλιμένα επίπεδα.

Μεταβιομηχανικό πουλί

τρώω σκυρόδεμα.

*

ΠΡΟΣ ΑΠΟΦΥΓΗ ΚΗΛΙΔΩΝ

Υποφέρατε τομές. Μία σε κάθε βλέμμα.
Η χάρτινη σακούλα ας ορισθεί φραγμός. Και σώμα.
Αμείλικτα να συγκρατεί τους μαραμένους σας βολβούς.
Αποφεύγετε τις οδηγίες. Επαναλάβατε καθ΄ εκάστη
έως ότου αποπνεύσετε

*Από τη συλλογή “Αντίποινα”, εκδ. Θράκα, 2016.