Αφροδίτη Κατσαδούρη, Πέντε ποιήματα

ΑΣΘΕΝΩ ΚΑΙ ΑΣΘΕΝΟΦΟΡΟ

Είναι αποκτήνωση
Το ξέρω
Όταν γυρίζεις και γυρίζω
σκοτωμένοι
από τη δουλειά
κι αδιαφορούμε παντελώς
για τις σειρήνες άλλων

*

ΕΡΓΑΤΡΙΑ ΤΟΝ ΕΒΥΖΑΞΕ

Εντάξει
το μητρικό γάλα
το στήθος της που δεν θα ξεπεράσεις
τη φλεγόμενη θηλή της
τους πρώιμους μ/αστούς μιας καμουφλαρισμένης
ταξικής ιερατείας
το δάχτυλο που φοβισμένη βύζαινες στα όνειρά σου
την ενηλικίωση του μπιμπερό σε ένα μπουκάλι μπίρας
το υποσχόμενο στόμα του
τα επίορκά της χείλη
το στυλωμένο μόριό του
το σπαραγμένο αιδοίο της
τη συνισταμένη του σαλιωμένου κωλοδάχτυλου
αλλά έχεις δει
ρε
πώς βυζαίνουν το τσιγάρο μετά το δεκάωρο;

*


ΕΛ(Τ)Α ΞΑΝΑ

Να με διαβάσεις σαν μικρό παιδί
Να με ψηλαφίσεις σαν κλοπιμαίο
Να με ταϊσεις σαν αρκούδι νηστικό
Και ν’ αγγιχθούμε
Με την λαχτάρα
Ερωμένης
Ξεγραμμένου ναυτικού
Στο πρώτο γράμμα του.

*

ΜΑΚΤΡΟ


Κόκκινο
χρυσοποίκιλτο πανί
τούτη η νύχτα
γλυκά
τη γεύση της μεταλαβιάς
θυμίζει
κάτω από μια κόκκινη επιγραφή
κοντοσταθήκαμε
άπιστοι
ένθεοι
ενεοί
ένθετοι
και πιστοί
έξω από τη Βαρβάκειο
υποσχεθήκαμε
σαν το σφαχτάρι
θα ανταμώνουμε
τα ξημερώματα
συμβιβασμένοι
θα πλαγιάζουμε
στον ώμο του χασάπη

Κόκκινο
χρυσοποίκιλτο πανί
τούτη η νύχτα
βάλαμε αχόρταγα
τα δύο χέρια στο πηγούνι
και την κοινωνήσαμε.

*

ΑΣΤΥ ΑΛΑΤΟΣ


Πύραυλοι είδατος θα εκκινούν από τα σωθικά της
σε ώρα αιχμής
θα εκπυρσοκροτούν
για να ξυπνήσουν τα απογεύματα
που από παιδί
θυσίαζες
στη χαβούζα της πόλης
αφού οι γονείς σου δεν είχαν λεφτά για ιδιαίτερα
έμαθες
όμως
στους «κακούς» της κύκλους
να μεταφράζεις κουρασμένα
αρχαία βλέμματα
να λογαριάζεις
πώς χωρά η ανθρωπότητα σε μια πλατεία
και να μαθαίνεις
απ’ έξω
όλες τις πρωτεύουσες
από τα κάτω Πατήσια ως την Ινδία

*Από τη συλλογή ”ΑΝΘΡΩΠίΝΑ”, εκδ. Αμείλιχος, Ιούνιος 2020.

Σπύρος Κατηφόρης, Δύο ποιήματα

Σε θέλει ανθρώπινο
κρέας που μυρίζει
χωρίς τη σκόνη
ΜΕΣΑ κυνήγησα το ζώο
τρεις θάνατοι και το ζώο δεν πνίγεται
τρεις θάνατοι φλυαρία
μας ταΐζουν με τρεις νότες
το ζώο τρέχει
ξεφεύγει
στις γειτονιές του λίπους
θα χτίσω είπες εδώ
σε έπιασαν όμως πάνω στην κίνηση
το ένα που δεν έσπασε
κομμάτια θα γίνει
μέσα στη ζωή του πράγματος θα σακατεύεται
από πάνω να χτίσεις
όμως ο σπόρος θέλει το χρόνο του
και η μάταιη λέξη δεν αναπλάθει
αυτό που μένει από τους λύκους
ή
αυτό που μένει για τους λύκους

*

το τότε-τώρα που ρέει στη χαραμάδα του
αρχίζει να επιτίθεται
όχι πιο πέρα από αυτή τη σελίδα
θα κοπεί
σε μικρές ανάσες
ολόκληρη η καμπύλη
λίγη η στάχτη
στέκεται εκεί και χιονίζει
ο καιρός άφαντος
τα ρολόγια του τίποτα
δε σταματούν να χτυπάνε
αυτό είναι το βαλς που καταστρέφεσαι;

*Από τη συλλογή “πέτρα στο βυθό”, εκδ. Σμίλη, Ιούνιος 2021.

Octavio Paz, Πέτρα του ήλιου (απόσπασμα)

Ντυμένη το χρώμα των πόθων μου
σαν τη σκέψη μου πηγαίνεις γυμνή,
μέσα στα μάτια σου βαδίζω όπως στο νερό,
οι τίγρεις πίνουνε στα μάτια σου νερό,
το κολιμπρί καίγεται σ’ αυτές τις φλόγες.
Πάω στο μέτωπό σου όπως στο φεγγάρι,
όπως το σύννεφο στη σκέψη σου,
πάνω ακολουθώντας την κοιλιά σου όπως στα όνειρά σου

η φούστα σου από αραποσίτι κυματίζει και τραγουδάει,
η φούστα σου από κρύσταλλο, η φούστα σου από νερό,
τα χείλη, τα μαλλιά, τα βλεμματά σου,
είσαι βροχή όλη τη νύχτα, όλη μέρα

ανοίγεις το στήθος σου με τα νερένια σου δάχτυλα,
κλείνεις τα μάτια μου με το υδάτινό σου στόμα,
στα κόκκαλά μου στέλνεις τη βροχή, στο στήθος μου
ένα υγρόδεντρο βυθίζει τις νερόριζές του,
ακολουθώ το ανάστημά σου όπως έναν ποταμό,
στο σώμα σου βαδίζω όπως μέσα σ’ ένα δάσος,
όπως στο βουνό, σ’ ένα μονοπάτι
που απολήγει ξάφνου σε μιαν άβυσσο,
ακολουθώ τις σκόρπιες σου σκέψεις
και στην έξοδο του άσπρου σου μετώπου
η διωγμένη σκιά μου θρυμματίζεται,
μαζεύω τα κομμάτια μου ένα-ένα
και συνεχίζω δίχως σώμα, ψάχνω ψηλαφώντας…

*Μετάφραση: Γιώργος Μακρής

**Από το βιβλίο “Εγκόλπιο Ερωτικού Λόγου – Ανθολόγιο Ξένης Ερωτικής Ποίησης του 20ού Αιώνα”, επιλογή-επιμέλεια, Γιώργος Κ. Καραβασίλης, εκδ. Γαβριηλίδης, Αθήνα 2000.

Νικόλας Κουτσοδόντης, Οδός Αραχώβης, Εξάρχεια

Μεταξύ της λεωφόρου στο σαλόνι
και του επαρχιακού δρομίσκου ώς το μπάνιο
σκιές πεθαίνουν σε τροχαία με το στήθος μου.

Όταν τη φωταγωγημένη πόλη των μαλλιών σου χάιδευα
με το κεφάλι γιάνκεα
στον απόκρημνό της βράχο
δείχναμε τους στίχους μας σαν τη χαλασμένη βρύση στον υδραυλικό
Το στόμα σου μια αίθουσα διδασκαλίας με ανοιχτά παράθυρα
δύο λίμνες αντρικές τα μάτια
με κουφάρια αυτοκινήτων

ξεχάσαμε πως αύριο φτάνει ο πατέρας σου
με τις καμπάνες που στη ζέστη
του Νοέμβρη πέφτουν
λείος ήχος όμοιος θαρρώ
με ξυρισμένο μάγουλο

*Από τη συλλογή “Μόνο κανέναν μη μου φέρεις σπίτι”, εκδ. Θράκα, Ιανουάριος 2023.

Μανόλης Αναγνωστάκης, Εκεί

Εκεί θα τα βρεις.
Κάποιο κλειδί
Που θα πάρεις
Μονάχα εσύ που θα πάρεις
Και θα σπρώξεις την πόρτα
Θ’ ανοίξεις το δωμάτιο
Θ’ ανοίξεις τα παράθυρα στο φως
Ζαλισμένα τα ποντίκια θα κρυφτούν
Οι καθρέφτες θα λάμψουν
Οι γλόμποι θα ξυπνήσουν απ’ τον άνεμο
Εκεί θα τα βρεις
Κάπου – απ’ τις βαλίτσες και τα παλιοσίδερα
Απ’ τα κομμένα καρφιά, δόντια σκισμένα,
Καρφίτσες στα μαξιλάρια, τρύπιες κορνίζες,
Μισοκαμένα ξύλα, τιμόνια καραβιών.
Θα μείνεις λίγο μέσα στο φως
Ύστερα θα σφαλίσεις τα παράθυρα
Προσεχτικά τις κουρτίνες
Ξεθαρρεμένα τα ποντίκια θα σε γλείφουν
Θα σκοτεινιάσουν οι καθρέφτες
Θ’ ακινητήσουν οι γλόμποι
Κι εσύ θα πάρεις το κλειδί
Και με κινήσεις βέβαιες χωρίς τύψεις
Θ’ αφήσεις να κυλήσει στον υπόνομο
Βαθιά βαθιά μες στα πυκνά νερά
Τότε θα ξέρεις. (Γιατί η ποίηση δεν είναι ο τρόπος να μιλήσουμε, αλλά ο καλύτερος τοίχος για να κρύψουμε το πρόσωπό μας)

*Από τη συλλογή «Η συνέχεια», 1954.

Στέλιος Ρoΐδης, Δύο ποιήματα

ΤΡΑΒΗΓΜΕΝΗ ΚΟΥΡΤΙΝΑ

Το άγγιγμα σου έγινε πια βαρύ
Βρώμική λύπη με κατέκλυσε
Σκοτείνιασαν τα σύνορα
Ο όχλος άρχισε να σπάει το κέλυφος που τον είχα
τοποθετήσει
Κατευθυνόταν ενάντια μου
Τα ναυαγισμένα μου λόγια δεν με σώζαν πια
Μια φωτογραφία η ερημιά μου λυώνει
Σου χάρισα όλες μου τις προσευχές, τι μου μένει
Είχα μάθει να ακούω την νύχτα κοντά σου
Νόμιζα ότι με άκουγες, νόμιζα ότι ήμουν εκεί
Εκεί που ήσουν εσύ,
Που με πάει τώρα η ζωή,
Μακριά από εσένα
Ρωτάω μα η απάντηση ανεξέλεγκτη πήζει το αίμα
όσο κάθομαι εδώ και θυμάμαι
Μέσα στην φωτιά
καίγομαι αλλά δεν κάνω τίποτα
Μόνο θυμάμαι,
μέσα στην φωτιά δίχως καν φωνή
Θυμάμαι εσένα.

*
ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ

Υπάρχει ένα οριακό ενδιαφέρον στον έρωτα.
Παραπέρα δεν μπορώ να πάω.
Παραπέρα υπάρχουν οι αθεράπευτες πληγές σου.
Υπάρχει το πένθος σου.
Το πένθος σου για τις πληγές
Που ούτε ο έρωτας γιατρεύει.
Και το μόνο που με σώζει τελικά
Είναι ότι η ανεπάρκεια μου είναι
Ισοδύναμη με την ανεπάρκεια σου.

*Από τη συλλογή “Ανοιχτοί Χώροι” (2006).

Dorothea Rosa Herliany, Η πόλη των διενέξεων

από ένα στενό μπαίνω σ’ ένα φτηνό ξενοδοχείο
: εδώ δεν παρέχεται κανένα αίσθημα ασφάλειας. εδώ δεν έχει όνειρα
και ευχάριστη νύστα.
σκέψεις παράταιρες στριμώχνονται ανάμεσα στην κούραση
και την ακαταστασία των βρόμικων λέξεων στους ξεφτισμένους τοίχους.
(καμιά φορά θυμάμαι τις μικρές αταξίες της σχεδόν όμορφης γυναίκας
–ήταν αρκετά νέα– με την ταπεινή οικογένεια
να την περιμένει στο σπίτι).
άφησα την ευτυχία του γαλήνιου σπιτικού μου.
ξεμάκρυνα απ’ τη μικρή σιγουριά της αγάπης που απαρνήθηκα
–για χάρη λίγης απόλαυσης.

στο πορτοφόλι ακόμα φυλάω τα πορτρέτα των παιδιών μου
κι ένα κομμάτι από μια οικογενειακή φωτογραφία.
απολαμβάνω το όνειρο μιας απλής ζωής στο στενόχωρο χωριό.

σκέφτομαι πως δεν είναι και τόσο άσχημα σ’ αυτήν εδώ την πόλη:
βρίσκεις ακόμα ζωή στα μηνύματα των αμαρτωλών εραστών. κι εσύ
έχεις ένα μέρος για να εξαπατάς και να κάνεις τις μικροαπατεωνιές σου.
μερικές φορές υπάρχουν λόγοι πολλοί για να ληστέψεις,
να σκοτώσεις και ό,τι άλλο θες –σε κάθε γωνιακό μαγαζί
πωλούνται εγχειρίδια και παλιά ημερολόγια στριμωγμένα
δίπλα σε αφίσες και ονειροκρίτες.

δεν είναι και τόσο άσχημα σ’ αυτήν εδώ την πόλη. είτε γίνεις ήρωας
είτε λωποδύτης το ίδιο είναι.
δεν χρειάζεται να φτιάχνεσαι και να ντύνεσαι ωραία.
η ζωή παραείναι απλή
–σίγουρα πάντως δεν χρειάζεται να ονειρεύεσαι.

*Μετάφραση από τα ινδονησιακά: Θανάσης Σουλτάτης.

**Από το τεύχος 28 του περιοδικού “Τεφλόν”.

sine lege, ω γλυκύ μου έαρ

να κοιτάξω έξω απ’ το παράθυρο

να θυμηθώ το μέσα και το έξω

κι όλα τα επιρρήματα που πέσανε πια στην αχρηστία

ανάμεσα στα μάτια σου να κοιτάξω

σ’ εκείνη τη ρυτίδα που άξαφνα φύτρωσε στη μέση

λυγμός και ψήγμα αιώνιας μνήμης

να θυμηθώ το βλέμμα σου

τη μυρωδιά της αγκαλιάς σου

τον τρόπο που μιλάς και που αγγίζεις και που επιπλήττεις

να κοιτάξω έξω απ’ το παράθυρο

ανέγγιχτη να ικετεύω τη βροχή να μ’ ακουμπήσει

να συνδεθώ κάθε απόγευμα με στελέχη κυβερνητικά

που ξέρουν πάντα το σωστό

που θα με περιλούσουν κάθε μέρα με την ευθύνη του θανάτου

το βλέμμα τους ωστόσο ανήμπορο το ψέμα τους να κρύψει

τα μάτια όλων τους με επικρισία μας κοιτάζουν

εκμεταλλεύονται θαρρώ τις περιστάσεις με τρόπο εκπληκτικό

βλέπεις κανείς δεν στέκει πια απέναντί τους για να αντιταχθεί

έξω απ’ το παράθυρο να κοιτάξω

να αφιερώσω λίγο απ’ τον χρόνο που σταμάτησε το αιώνιο κύλημά του

σε θανόντες και αρρώστους και όσους μόνοι τους παλεύουνε τις ύστατες στιγμές

μ’ ένα διάταγμα μας είπαν καταργείται και η χαρά και η λύπη

και πιότερο το μοίρασμά τους αναμετάξυ μας

κι ύστερα να σκεφτώ μια νοσοκόμα

κάθε πρωί να παίζει στοίχημα με τη ζωή της

και κάθε βράδυ να μετράει δέκατα και δεκάρες

να αναρωτιέται ποιος γυμνή την άφησε στις μάχες

και τι άραγε να έχει κόστος και αξία μεγαλύτερη

από την ίδια τη ζωή

να κοιτάξω έξω απ’ το παράθυρο

βιαστικά στη μια μου τσέπη να χώσω αναμνήσεις και εικόνες

κι από την άλλη μου τσέπη αργά και διθυραμβικά

να ξεδιπλώσω όνειρα και σχέδια

να τα απλώσω στο χαλί

και με περίσσια ειρωνεία να συμπληρώσω αυτού του απρίλη το επιδαπέδιο παζλ

και επιτέλους την πόρτα να ανοίξω

έξω να βγω

να μυρίσω την ανθρώπινη οσμή

με βία να σκάψω το χώμα

και κει να ξαναβρώ

τους νεκρούς μας και τους αγώνες μας και όλα κείνα που ποτέ αιχμάλωτα δεν πιάστηκαν

σταγονίδια αόρατα ελευθερίας που θα εξατμιστούν

κι ύστερα θα πέσουν πάνω μας βροχή γόνιμη

ίσα να γεμίσουμε τα πνευμόνια μας

και τον κύκλο της ζωής να ξαναφτιάξουμε από την αρχή

*Φώτο: Poncik Panta/Facebook

**Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ https://nullapoenasinelege.wordpress.com/2020/04/07/%cf%89-%ce%b3%ce%bb%cf%85%ce%ba%cf%8d-%ce%bc%ce%bf%cf%85-%ce%ad%ce%b1%cf%81/

Γιάννης Λειβαδάς, Τρία ποιήματα

CHARLIE PARKER

Ο Πιλάτος έπλυνε
τα πόδια του με το ξίδι
που έσταξαν οι θηλές
κάποιου εξωπλανήτη –

όσο απόμεινε το ήπιαμε
στα όρθια.

Συνταξιδιώτες
σ’ αυτές τις
περιπτώσεις
διαφορετικότητας

1990

*

JOHNNY GRIFFIN

Όμορφα και παρεξηγημένα
ώστε να ξεπροβάλλει
ψυχή τε και σώματι
στη μοναξιά του

(δύο φθαρμένες μπότες)

Κατά τα άλλα
κλειδιά
κλίμακες
μαγκιές

απ’ τον σωλήνα
τον μαικήνα
απαγγέλει
ανεπιφύλακτος
του οργάνου.

1992

*

STEVE LACY

Το εντωμεταξύ σε άλλη γλώσσα μπορεί κάλλιστα
και ως χρόνος βλοσυρός.
η αίσθηση που αποκομίζεις από τη μια
μουσική μπροσούρα για φουγάρα που
κατεδαφίστηκαν άδοξα είναι ικανή όχι
μόνο να εκφράσει τυπικά παράπονα μα
την ασφυξία όλου το καύσιμου που
καιγόταν τόσον καιρό
εκεί μέσα.

1994

*Από το βιβλίο “Εκδοχικά – Τζαζ ποιήματα 1990-2009”, εκδ. ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, Φεβρουάριος 2023.

Val Grey, Χαμένο κορμί

Τα χειρότερα βράδια
ακολουθούν, τα πιο σκοτεινά πρωινά
εκεί, στην άκρη του κρεβατιού
όταν τα πόδια ορθώνουν

κάτι σπάει στο πρώτο βήμα
κάτι γκρεμίζεται, στο δεύτερο
και η οσμή του χώρου, θυμίαμα
καμένη σάρκα δική μου
πολύτιμη ουσία,

στο τρίτο βήμα
έπεται καταστροφή

Εκείνη με καταπίνει ολόκληρη
ο Θεός ο ίδιος, με καταπίνει
χωρίς τέλος η επιθυμία, απουσιάζει
μαζί με μένα, μακριά για πάντα

ο απολογισμός σε κάθε πράξη , κάθε πνοή
δηλητήριο στους πνεύμονες, οξύ η ζωή
και στο κρεβάτι ένα σύννεφο, μαύρο
γνώριμο αξιόπιστο κουφάρι κείτεται,
ακίνητο χλωμό καθώς απουσιάζω
πάντα, στην άρνηση της, την επιμονή της,
τον θριαμβευτικό θάνατο της τρέμω
χωρίς φωνή και λόγια, υπηρετώ αυτούσια
υπομένω το καθεστώς της

Δούλος ή εργάτης, ή ακόμη αμαρτοβόρος
εκτελώ εντολές, αξιοθρήνητες φυγές
σαν παιδί της κι εγώ, για να προφυλαχτώ
ανασαίνει μέσα από μένα

και καθώς με μαστιγώνει, ανασαίνει
καθώς με τρυπάει, με φιλάει
καθώς με σκοτώνει, με αγκαλιάζει
ζοφερά καθώς μου τραγουδάει, εγώ
αποκοιμιέμαι στην απέραντη μορφή της
την απαράμιλλη, Αυτήν

την αποχαιρετώ κάθε βράδυ,
όμως Εκείνη δεν φεύγει ποτέ,
βράχος αήττητος, η Μάνα
μου πλακώνει τα σωθικά
χωρίς έλεος, κάθε πρωί
σε κάθε μου πνοή
σιχαίνομαι την ύπαρξη της

κάθε πρωί, σε κάθε αρχή
Εκείνη
προμηνύει το τέλος μου

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://vallgrey.com/2023/04/03/χαμένο-κορμί/