Alejandra Pizarnik, Αποσπάσματα για να δαμαστεί η σιωπή

Ι
Οἱ δυνάμεις τῆς γλώσσας εἶναι οἱ μοναχικὲς κυρίες, ποὺ τραγουδοῦν μέσ᾽ ἀπ᾽ τὴ δική μου φωνὴ ποὺ τὴν ἀκούω ἀπὸ πέρα μακριά. Καὶ πέρα μακριά, στὴ μαύρη ἄμμο, εἶναι ξαπλωμένο ἕνα κορίτσι πυκνὸ σὲ προγονικὴ μουσική. Μὰ ποῦ εἶναι ὁ θάνατος ὁ ἀληθινός; Θέλησε νὰ μὲ φωτίσει εἰσάγοντάς με στὸ φῶς ἐκεῖ ποὺ ἐμένα μοῦ λείπει τὸ φῶς. Τὰ κλαδιὰ πεθαίνουν μές στὴ μνήμη. Τὸ ξαπλωμένο κορίτσι στήνει τὴ φωλιά του μέσα μου φορώντας προσωπεῖα λύκαινας. Δὲν τὸ ἀντέχω ἄλλο καὶ θὰ θρηνεῖ καὶ φλεγόμαστε.

ΙΙ
Ὅταν στὸ σπίτι τῆς γλώσσας σηκώνει ὁ ἀέρας καὶ παίρνει τὴ στέγη καὶ οἱ λέξεις μένουνε ἀπροφύλακτες, ἐγὼ μιλάω.

Οἱ κυρίες μὲ τὰ κόκκινα ξεστράτισαν μές στὰ προσωπεῖα τους, παρὰ τὸ ὅτι θὰ ἐπέστρεφαν γιὰ νὰ θρηνήσουν στὰ ἄνθη ὄντας ἀνάμεσα.

Δὲν εἶναι μουγκὸς ὁ θάνατος. Ἀκούω τὸ τραγούδι τῶν πενθούντων νὰ σφραγίζει τὶς ρωγμὲς τῆς σιωπῆς. Τὸ γλυκύτατό σου τραγούδι ἀκούω ποὺ κάνει ν᾽ ἀνθίζει ἡ γκρίζα σιωπή μου.

ΙΙΙ
Στὴ σιωπὴ ἔχει ὑποκαταστήσει ὁ θάνατος τὸ σαγηνευτικό του κύρος. Κι ἐγὼ δὲν θὰ πῶ τὸ ποίημά μου κι ἂς πρέπει ἐγὼ νὰ τὸ πῶ. Ἀκόμα κι ἂν τὸ ποίημα (ἐδῶ, τώρα) κανένα δὲν ἔχει νόημα, κανέναν δὲν ἔχει προορισμό.

*Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.

Νίκος Πριόβολος, Ξένοι στο δικό τους κόσμο

Φωτογραφία: ένα έτσι

Μέρες με παιδεύει μια
φράση,
σ’ αυτόν τον κόσμο το ν’ αρνηθώ
ό,τι απαγορεύεται
είναι ισοδύναμο με το
ν’ απαρνιέμαι ό,τι επιτρέπεται;

Χρυσίζει η άνοιξη
κι ο λατρεμένος Καμύ
δεν προειδοποιεί μ’ ερωτήσεις
ούτε περιμένει απαντήσεις
που δεν εξαρτώνται απ’ αυτές
ψεγάδια που συγχωρούνται
όταν ανυπόμονη φθάνει η νύχτα
και τυλίγομαι στο περίκλειστο
φως απ’ τα μάτια σου
η όψη μου διάχυτη απ΄ τη
γυμνή ομορφιά σου
που φωλιάζει σ’ ανοιξιάτικα
υφάσματα.

Όχι, μ’ εσένα δε
χρειάζεται χρόνος για να
σκεφτώ
ν’ αναμασήσω τις ώρες
που κύλησαν μακριά σου
τις στιγμές ευτυχίας που
γλιστούν ανέμελες στο
ημίφως
όλες εκείνες που μ’ αναλογούν
και δεν έζησα

που επιμένουν με την αφή τους
να χαϊδεύουν τις μέρες μου.
Κάθε στίχος
κάθε ανύπαρκτο
σημείο στίξης
να προφυλάξω τις νύχτες
τυχαίες βεβαιότητες,

αγάπη μου,
είμαστε
ξένοι στο δικό τους
κόσμο.

*Από τη συλλογή “Συνήθεια να ξύνεις τις πληγές σου”, εκδ. Bibliotheque, 2014.

Γιάννης Λειβαδάς, Τρία ποιήματα

8.
Στο μαγαζί της επικοινωνίας
όπου ο καιρός στερείται παλαιότητα,

μια συμφωνία για δοξάρια μεταξύ μας

Η τέχνη είναι δύσκολη είναι ψυχαγωγία –

Μια ξυστά και μια από μέσα.
Δίδυμο ευπροσδιόριστο,
η εμμονή
για κάτι ανοιχτό.

Τάφοι με ολόσωμα άνθη
Το μυαλό μουσκίδι

Αφύπνιση –
σωρειτομελανίας
που χαζεύει
ανέκφραστος
ενός άδικου κόπου
το ταξί.

9.
Με κάνει να γράφω
η τόση ζωή που μ’ έχει καταλάβει
Που μέσα μου καισαρίζει
Οριστική
ελλειπτική
απαρνημένη
Όλα μαζί

Ορθά-κοφτά
Όχι τίποτα μνείες

Έφτασα για ανεφοδιασμό
με την ευφράδεια των αρουραίων
μες στο πιάνο.

Γερνάω ένα ευχάριστο πνεύμα
από ευχαρίστηση.
Η γραφή εκτός από χατίρια
κάνει και άλλα.
Το πτίλο
στον αρσιβαρίστα.

14.
Προκαλείς τον πατέρα όλων των σκλάβων
εγκλωβισμένος σε μια πικρίλα από τσιγάρα
ή ένα βρυχοπρόθεσμο εντούτοις

Οι ξερολιθιές
τσακμακιάζουν τη γλώσσα.

Πρώτα ακούγονται τα λόγια σου,
μετά ανταμώνουν οι τελείες.

Σ’ ενδιαφέρει η ιστορία
όχι να παραμείνεις –
Το έχεις δει το μέγα ζήτημα
Κρύα σταγόνα στον αγώνα του
(If you cate enough you deserve the best …

Κέρδη ορισμένα από ξεζούμισμα
Το έχεις εμψυχώσει καλά το πράμα.

Μια αδιασταύρωτή σου εφαρμογή
σε μια παράταξη
από βιβλίων ράχες
που δίνουν κάποιον όγκο
στη στέρηση όλων των ελευθεριών
που έχεις διακηρύξει.

*Από τη συλλογή “Le Chope Daguerre και Ποιήματα Κελύφους”.

Δημήτρης Λεοντζάκος, Ποιήματα

Η απόσταση και ο χώρος ιδωμένος σαν δέντρο

Άναυδο χάδι των πεύκων στην όραση.

Πευκοβελόνες: παντοτινό δώρο
του μη ορατού στον άνθρωπο.

Οι λίθοι αόμματοι ακόμη μιλούν.
Ηλίθιες μόνο οι πέτρες.

*
Χειλικό

Όλοι θα πιούμε νερό

-γλώσσα
και ήχο ρέοντα
νεαρό-

Από αυτόν
τον κοφτερό
βράχο

-τον κάθετο-

την υγρή
πέτρα

-την αργή –

Την λεγόμενη ποίηση

*
Η κατάσταση του κόσμου

Απόδειξη ότι ο θεός δεν υπάρχει
/ αλλά ομιλεί /

Είναι ότι κάθε πρωί
ξημερώνει η γλώσσα όλα τα
μέρη του πάμφωτου κλώνου
που λέγεται

Ανελκυστήρας του κόσμου
Επί του λεκτότερου

*
Μνήμη και φόβος της μνήμης

Μια ανείπωτη οδύνη –
αρχή κάθε ανέκδοτου.

Σπαραχτικά γέλια ηχιούν –
όμβρια άρα θα φρενάρει θεότητα.

Πίστη ονομάζουν τα ενδύματα
του ορατού.

Τα σανδάλια του όμως
ιστία ύπνου.

*Από τη συλλογή “Περπατώντας / μερικά ποιήματα για το τίποτα /“, εκδ. Υποκείμενο, Οκτώβρης 2020.

Τώνια Τσαρούχα, Δύο ποιήματα

Hieronymus Bosch, The Garden of Earthly Delights

ΟΤΑΝ Ο ΛΥΚΟΣ ΕΙΝΑΙ ΕΔΩ

Μεγάλωσα σ’ ένα ευτυχισμένο σπίτι
όπως όλα τ’ άλλα.
Ο πατέρας εργοδηγός στο πουθενά.
Η μητέρα πριμαντόνα,
αυτοκτονούσε κάθε βράδυ
στην τελευταία πράξη
με το μαργαριτένιο της κολιέ.

Όταν ο μπαμπάς έλειπε απ’ το σπίτι για δουλειές
ζωγράφιζα έναν ψεύτη ήλιο
στον ουρανό.

Ήμασταν τρεις αδερφές.

“Τι θα κάνουμε, αν έρθει ο λύκος και λείπεις;”
ρωτούσαμε τη μαμά.
“Έχει δικό του κλειδί” έλεγε
και μας φιλούσε για όνειρα γλυκά.

Όταν ο λύκος έφτασε στην πόρτα μας
ανεβάσαμε απ’ το πηγάδι το κατοχικό ραδιόφωνο.
Κάθε φορά που έλεγε:
Στη Μόσχα, αδερφές μου, στη Μόσχα.
Ξέραμε ότι ήταν η ώρα για το απογευματινό τσάι

*

ΞΑΦΝΙΚΑ ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ

Όταν ξαφνικά βρέχει το καλοκαίρι
φοράω τις μαύρες μπότες
τις μαύρες μεταφορές
και βγαίνω έξω
να ελέγξω τα σύννεφα
να καπνίσω σιωπή
να πνιγώ
στο πορφυρό
φεγγαρίσιο
ποτάμι.

Όταν ξαφνικά βρέχει το καλοκαίρι
παθαίνω ενδόρρηξη
το νερό γίνεται μελάνι
γράφω μια λέξη
και περιμένω να μεταμορφωθεί
γράφω μια λέξη
και την κρύβω
στην κοιλιά μου.

Η λέξη είναι
το όνομά σου.

*Από τη συλλογή “Ο κήπος της ανυπακοής”, εκδ. Βακχικόν, 2021.

Kit Kelen, I sing to my planet when no one is listening / Τραγουδώ στον πλανήτη μου όταν κανείς δεν ακούει

I sing to my planet when no one will listen
it tears around like fun
like a wild thing

that’s how I sing
I sing to my planet
I do

it’s just the one world
there’s no Planet B
for me, for you…
will you sing too?

I take my time
see the sunshine, rain glisten
then the whole show’s shone

and the seasons
sing them on

it’s just the one world
there’s no Planet B
for me, for you…
will you sing too?

I sing for the Earth when they block their ears

hit the blue notes
hit the green

I sing for my world when no one is listening
we’re simply shy – my planet and I
through all our years together
always still getting to know

it’s just the one world
there’s no Planet B
for me, for you…
will you sing too?

it isn’t a prayer
but faith in the thing
the spinning, the tilt
the revolutions

how many nights now
have I sung Earth to sleep?
this world will see me through

won’t we sing?

come
can we soothe this world with a song
will you sing for your planet too?

τραγουδώ στον πλανήτη μου όταν
κανείς δε λέει ν’ ακούσει
κι εκείνος ξεφαντώνει σαν χαρά
σαν άγριο πλάσμα

έτσι τραγουδώ
έτσι του τραγουδώ

υπάρχει μόνο αυτός ο ένας κόσμος
Πλανήτης Β δεν υπάρχει για κανένα…
τραγούδησε κι εσύ μαζί μ’ εμένα

παίρνω το χρόνο μου
βλέπω τον ήλιο, τη βροχή να λάμπει
τότε ό,τι βλέπω είναι φωτεινό

τις εποχές
τις τραγουδώ κι αυτές

υπάρχει μόνο αυτός ο ένας κόσμος
Πλανήτης Β δεν υπάρχει για κανένα…
τραγούδησε κι εσύ μαζί μ’ εμένα

τραγουδώ για τη Γη όταν κλείνουν τ’ αυτιά τους

με νότες πράσινες
γαλάζιες νότες

τραγουδώ για τον κόσμο μου όταν κανείς δεν ακούει
είμαστε λίγο ντροπαλοί – εγώ κι η γη
μέσα απ’ όλ’ αυτά τα χρόνια μας μαζί
ακόμα έχει τόσα να μου μάθει η συντροφιά της

υπάρχει μόνο αυτός ο ένας κόσμος
Πλανήτης Β δεν υπάρχει για κανέ
να…
τραγούδησε κι εσύ μαζί μ’ εμένα

δεν είναι δέηση
μα πίστη
του άξονα η κλίση, η τροχιά
οι εξεγέρσεις

πόσες βραδιές ως τώρα
νανούρισα τη Γη
αυτός ο κόσμος είναι που θα με κρατήσει

θέλεις να τραγουδήσουμε μαζί;

έλα
μπορούμε να γλυκάνουμε τον κόσμο
αυτό μ’ ένα τραγούδι
θα τραγουδάς για τον πλανήτη σου κι εσύ;

*Από τη συλλογή “A postcard from the fires A picture of the rains” – καρτ ποστάλ απ’ ρις φωτιές Εικόνες της βροχής”, Εκδόσεις Καλειδοσκόπιο, Αθήνα 2021 – δίγλωσση έκδοση. Μετάφραση: Θεοδώρα Αραμπατζή.

Παύλος Ανδρέου, Δύο ποιήματα

ΙΣΟΒΙΑ

Πάρκαρε στη διπλή
κίτρινη γραμμή.
Βρήκε μια κλήση στο παρμπρίζ
λάθος του, εννοείται.
Εντούτοις
μέσα του μια φλόγα αφανής:
“Τι διάολο!
Μισός αιώνας πρόστιμο
για μια καταραμένη
πράσινη;”

*

ΣΧΙΣΜΑ

Στριμώχτηκαν όλα
στη βαλίτσα της απόγνωσης
μέχρι που σκίστηκε από το βάρος.
Τώρα
ταξιδευτής σε ξένους τόπους
το βλέμμα προσγειώνω
στον ιμάντα
που μεταφέρει βασανιστικά
κάποια αποσκευή στα αζήτητα
γεμάτη μνήμες.
Στάσου!
Βλέπω μονάχα
μια σκισμένη ετικέτα.

*Από τη συλλογή “Παγωτό δακρυγόνο”, εκδ. Θράκα, 2022.

Κατερίνα Φλωρά, Ο ήχος της σταγόνας

Σταλαγματιές στο διάφανο
γλιστρούν βιαστικά ή ράθυμα
το μάτι μου ακίνητο
στη θέα της θολής σταγόνας

Κάθαρση θα’ναι η μπόρα
απ ’του κόσμου την ασχήμια
έτσι όπως θυμωμένα ξεσπά

Κάθαρση κι αναβολή καλοκαιριού
μιας ξεχασμένης άνοιξης
στο χρόνο των παιδικών μας ματιών

Μιας χαμένης άνοιξης
στα μάτια των παιδικών μας χρόνων
που ανώφελα αναμένουμε

Μαρία Πηνελόπη Σταυριανού, Ποιήματα 

Α.
Κι αν φόρεσα στη ζωή μου τόσα υφάσματα.
Κι αν ένιωσα τα απαλά κασμίρ.
Κι αν γλίστρησα σε γυαλιστερά σατέν.
Κι αν με τύλιξαν δαντέλες λεπτοκέντητες.
Το τρυφερό πνίξιμο από τα εφτά σου τα πέπλα πάλι θα επέλεγα.
Πάλι και πάλι…
Α! Και πάλι.

Γ.
Θυμάμαι σ’ άρεσε να σε σερβίρουν.
Και χωρίς να θέλω και μήτε
το επιδιώκω καθόλου να
περιαυτολογήσω, κάτι τέτοιο
είναι η ειδικότης μου.

Μα δεν περίμενα τόσο
περίτεχνα να τακτοποιήσω
προς ευχαρίστησίν σου,
τη δική μου κεφαλή.

Δ.
Όλη μας η ζωή μετριέται στις διαδρομές.
Από τη Δαμασκό έως την Αθήνα,
γνώρισα τον μισό μου εαυτό.
Από την Αμμόχωστο έως τη Βικτώρια,
τον έχασα και πάλι τον βρήκα.
Τα βήματα, που κάναμε και τα αρώματα, που μυρίσαμε
και το αλκοόλ 0 ρέζους θετικό, που κυλάει στις φλέβες μας,
είναι ο δρόμος μας
και τα σημάδια, που κουβαλάμε στο κουρασμένο σαρκίο μας,
είναι οι διαδρομές μας.
Από την Αμμόχωστο έως τη Βικτώρια
Και από τη Δαμασκό έως την Αθήνα.

*Aπό τη συλλογή “Πολύ”, εκδ. Βακχικόν, 2023.

Αλέξης Τραϊανός (1944 – 1980), Δύο ποιήματα

ΣΗΜΕΙΟ ΜΗ ΔΥΝΑΤΗΣ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗΣ

Αναπνέοντας στεγνά και σκόνη
Με το κάταγμα του καιρού μες στο άκληρο αίμα
Τα φεγγάρι να βγαίνει συλλογισμένος παραλογισμός
Και ματωμένο κουρέλι απ’ το κεφάλι μου
Φτάνοντας ως το διαμέρισμα με τον χρόνο
Και σε μένα που κεντώ με μικρές ραφές μωβ μαρκαδόρου
Πάνω στο παγωμένο λίπος της πόλης
Απ’ το διαμέρισμα με την κόλαση
Και το καλοκαίρι
Που διαμελίζω τον χρόνο
Σκουντώ τα μεσάνυχτα είκοσι χρόνια πιο πριν
Στο πρόσωπο μιας γυναίκας χαμένης
Χιλιάδες χρόνια προτού γεννηθεί
Το κουτί με τη μουσική
Που σε τοποθετώ στη φρίκη του να υπάρχεις
Γύρω απ’ αυτό το σημείο καμιάς δυνατής επιστροφής
Kοιτάζοντας σε πάλι λίγο γυμνή
Με το ψύχος να εισχωρεί μες απ’ τη σβηστή σόμπα
Και ξέφτια της ρόμπας σου
Ως τις ζαρτιέρες και τα μπικουτί
Σε μια προσπάθεια ξανά επαφής
Με την έστω της ζωής
Μα τηλεφωνείς μόνο σ’ αυτό το καλλυντικό σκοτάδι
Kάποιος που σχηματίζει
Τα υπεραστικά ψηφία του Άδη
Ακούγοντας αυτήν την απέραντη ησυχία και σφαγή
Ή εκείνο το ξαφνικό γύρισμα της μουσικής
Μ’ ένα φλάουτο που ρουφούσε το αίμα σου
Και το ‘στελνε μουσικό πάλι μέσα σου
Χτες Είκοσι χρόνια πιο πριν
Που δεν ξέρω
Ίσως να ήσουν ο εαυτός σου
Σήμερα αυτό το άδειο
Με το μυστήριο του κόσμου ολοκάθαρο να σέρνεται πάνω σου
Εξέλιξη νεκρών κυττάρων

*

ΤΟ ΧΤΙΚΙΟ ΣΤΟΝ ΚΑΘΡΕΦΤΗ

Το χτικιό στον καθρέφτη
Τόσο αίμα κραγιόν τόσο χλωμό
Χρόνια σαν από λίγο πηλό
Έχοντας αλλάξει σ’ ένα ον από μηδέν εμένα
Μια προσπάθεια μόνο
Από λίγη ουσία στο ποίημα και στον κόσμο
Να καρφώσω αυτήν τη στιγμή
Στον αβέβαιο χρόνο κι ένα κάτι απ’ τον εαυτό μου
Σμπρώχνοντας έναν ακόμη άνεμο στην πυρκαγιά
Απ’ το πρόσωπο της νύχτας και το πρόσωπό μου
Θα ρίξω κι άλλα χαρτιά
Κι ό,τι βρω που πιάνει φωτιά
Κι αυτό εδώ που δεν πιάνει φωτιά
Που είναι από στάχτη
Θα προσπαθήσω ακόμη μια φορά
Μεσάνυχτα άγρια μ’ αυτό το μελάνι
Αυτό το μαύρο καπέλο του νεκροθάφτη
Δίχως όμως κεφάλι
Γιατί τίποτα δεν κάηκε
Όλα συνεχίζουν από πολύ παλιά
Με μια τάξη και στάχτη
Χιλιάδες ψεύτικα κοσμήματα στον ουρανό
Όπως και στη γη φυσικά που δεν προχωρά και πολύ
Από τοπία και τίποτα και τι θα πω
Για ένα ποτήρι δίχως καθόλου ποτό
Γυάλινο σαν το άυλο που γλίστρησε
Προκλασική γαλλική έξω απ’ την κάμαρα
Προς τη θάλασσα
Και γύρισε πάλι εδώ
Δίχως διάθεση καμιάς ματαιότητας και φυγής
Από τοπία και τίποτα και τι θα πω
Αυτός ο κύριος λοιπόν ο θάνατος
Εξήμιση το πρωί
Μ’ ένα μαύρο καπέλο δίχως όμως κεφάλι
Από χιλιάδες έτη φωτός μακριά
Σέρνοντας τη φωνή μου και φεύγοντας
Πίσω από μια μάσκα που ξέφτισε
Όπως ξέφτισε η ζωή
Μ’ ένα βραχνό ραδιόφωνο
Εξήμιση το πρωί
Κι έναν σπήκερ μετέωρο στο μετεωρολογικό δελτίο του άδειου
Μιας μέρας θαυμάσιας και νεκρής
Μιας λέξης στο χαρτί τόσο ψυχρής
Σαν από κάπου αλλού ν’ ακούγεται και ο χρόνος
Σε μια παράλογη κατάσταση αυτού και εμένα
Μ’ ένα μάτι χτικιό μες στα έπιπλα ξένο
Μια στάση πριν απ’ την κόλαση
Από τοπία και τίποτα σ’ ένα φεγγάρι από πολτό

*Από τη συλλογή “Το δεύτερο μάτι του Κύκλωπα / Cancerpoems” (1977).

**Το στιγμιότυπο στο βίντεο είναι από εκδήλωση για τον Αλέξη Τραϊνό που έγινε στο βιβλιοπωλείο “Βιβλιορυθμός” της Θεσσαλονίκης, στις 22/4/2014 και στην οποία διάβασαν ποιήματά του οι ποιητές Γεωργία Διάκου, Δημήτρης Μακούσης, Ελένη Φράγκου και Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου.