Ρογήρος Δέξτερ, Ποιήματα

De monstro interno
“Pseudo~Blues”
[prose song “written on a toilet roll”]

•είπαν
Πως δε θα μ’ αφήσει πια να ζήσω• με
Ξεδοντιάζει όταν νυχτώνει• με
Ρίχνει το πρωί•
Στη μαύρη πίκρα του καφέ• με
Σέρνει στην αγορά• νικημένο•
Ανάμεσα στις φωνές
Όσων πουλούν ακριβά
Φτηνούς καρπούς των δέντρων
Και των κήπων• με
Χώνει βιαστικά στο πίσω κάθισμα•
Ενός ταξί που χάνεται• και γίνεται
Καπνός• θαρρείς• στην 5η Λεωφόρο•
Σφηνωμένο μετά ξοπίσω από άλλους•
Τσιτωμένους οδηγούς που μαρσάρουν•
Για δέσιμο• και έχουν•
Πίεση• θυμό• διαταραχές•
Του ύπνου και του εντέρου•
Σύζυγο που παραπονιέται
Στο παραμικρό• μικρά
Παιδιά που κλαψουρίζουν•
Για ένα παγωτό• μια σοκολάτα•
Το χαλασμένο τσαφ τσουφ•
Που συνεχώς εκτροχιάζεται• ή
Σκιάζονται τον γνωστό μπαμπούλα
Πασών των Ρωσιών• και [ο αγοραίος]
Δεν έκανε ούτε τον κόπο
Να με περάσει απέναντι• εκεί
Όπου ήμουν κάποτε• [τού το ‘ξήγησα]•
Στα πιο παλιά• στα
Λίγο ξεχασμένα•
Σε όσα θέλω• και
Δε θέλω•
Να ξεχάσω• [πίσω
Στο Abbie Ct αρ. τάδε]• αλλά•
Κάθε φορά που σηκώνω το ακουστικό
[Κειμήλιο της μάνας μου• Wild & Wolf
746]• αυτό ουρλιάζει μέσα μου•
Και μπήγει τα νύχια του στο μυαλό μου•
Το δεινό θηρίο λοιπόν
Που κουβαλάω χρόνια• γιατί•
Γιατί έτσι• είπαν εκείνοι•
Κομπογιαννίτες• γιατρουδάκια•
Με Jeep κι εξοχικά•
Στα χλιδάτα πέριξ των μεγαπόλεων•
Και νοσοκόμες• βολικές έναν σωρό•
Μάχιμες με τόσο γλυκά βυζάκια
Ερωμένες• ώστε•
Πριν καν πεις κίμινο
Το στόμα σου να γεμίζει σάλια
Στη θέα τους•
Το κουβαλάω καιρούς•
Και καιρούς στα σωθικά μου• καθώς
Τώρα ξεμυτίζει αργά• και
Βγάζει κραυγή μεγάλη• για
Να με τρομάξει• περνώντας•
Από το αφτί μέσα
Του κυρ-Θανάτου•

*

Gesta in Eutopia

•με κερνούν σφηνάκια• αντί
Για το κώνειο• τρελοί
Και τελειωμένοι
Από φιξάκια που ταξιδεύουν
Στον αγύριστο• παλιόφιλοι
Που ένιωσαν•
Μια μέρα και μια νύχτα• τη ζωή τους
Να πέφτει στα τάρταρα• ενώ
Θα έπρεπε να•
Τους αφήνω ξαφνικά• ν’ αναρωτιούνται•
Μ’ ένα χαμόγελο στραβό
Που ισιώνει
Μόνο όταν κοιτάζουν το φουσκωμένο•
Σα μεγάλη λαχτάρα•
Στήθος της μικρής σερβιτόρας• το
Συζητούν μεταξύ τους• στην ψύχρα•
Πόσο μυαλό να έχει απομείνει
Μέσα σ’ αυτό το ξυρισμένο κρανίο•
Πόση νά ‘ναι και η καρδιά
Που δεν έφαγαν τα θηρία•

Malum Prohibitum
[αδαμιαία ωδή στα δαμάσκηνα]

•τώρα θα μπορούσες•
Να γράψεις για τα ωραία• που
Θυμίζουν
Μεγάλα δαμάσκηνα•
Μικρά της στήθη• την ώρα
Που θά ‘λιωναν• πριν ωριμάσουν• και
Δώσουν τη γλυκιά τους σάρκα•
Μέσα στο στόμα σου• αυτό
Θα ήταν όνειρο• που όμως
Το απαγορεύουν• οι κανόνες
Της ηθικής• cum
Anno duo milia viginti unus• μιας
Κοινωνίας• των πολλών
Τυφλών• και από μπροστά σου
Περπατώντας•
Να περνάει εκείνη• η αγέρωχη•
Για τ’ αγγλικά• το φροντιστήριο•
Τη σχόλη της πλατείας των αμέριμνων
Με άγουρους στην πρώτη νιότη•
Που ακόμη δεν ξέρουν•
Και μάλλον θ’ αργήσουν
Πολύ να μάθουν•
Πώς να δαγκώσουν τους χυμούς της•

*

Μιλώντας για σχοινί
στο σπίτι των κρεμασμένων

•που κόβεται• που
Το ροκανίζουν ποντίκια• που
Είναι έτοιμο να κοπεί• που
Ψάχνω να βρω στο πατάρι
Για να φτιάξω βρόχο• και
Δε βρίσκω• που
Το βλέπω περασμένο
Σ’ ένα δύστυχο γα’ι’δουράκι
Ενώ δαγκώνει το χορτάρι
Μέσ’ απ’ τόν ξένο φράχτη• που
Κρέμεται• λίγο• κοντό• φαγωμένο•
Από το μάγγανο στο παλιό
Πηγάδι• που
Θα το ήθελε εκείνο•
Το δροσερό κορίτσι στα όνειρά του
Για ν’ αρχίσει να χοροπηδάει•
Δείχνοντας σε μάτια γουρλωμένα•
Από πού μπορεί να ξεκινά
Ο παράδεισος επί γης• που
Ήταν κάποτε θηλειά στο λαιμό• των
Δυο κρεμασμένων στη δημοσιά• σε
Κάτι ψηλά κλαδιά• ώστε
Να τους βλέπουν όλοι με τρόμο
Περαστικοί και διαβάτες• αντάρτες•
Λένε• αδικοθάνατοι
Που στοίχειωσαν το σταυροδρόμι• που
Αν σε ξανάβρισκα τώρα
Θα σε έσερνα μακριά• μαζί μου•
Σε πιο μαγικά δεσίματα
Απ’ όσα υπόσχεται
Η ωραία σάρκα•

Παυλίνα Μάρβιν, Δύο ποιήματα

ΚΑΛΕΣΑΤΕ ΚΑΙ ΚΑΛΕΣΑΤΕ

Λέμε κατά τις τέσσερις να δούμε
η μια την άλλη· θα συναντηθούμε
στο γωνιακό. Δεν είναι απλό· τρέχεις
να επιζήσεις ανάμεσα

στις υψηλές ηλεκτροφόρες τάσεις
της δυσθυμίας -δεν ξέρω αν θα φτάσεις-
κι εγώ ντανούλες χάους να μεριάσω-
Θα βρω τον δρόμο; Πορεία πώς χαράσσω;

εν μέσω σωληνώσεων δραμάτων
οικογενειακών θα μπουσουλάμε
εντέλει θα σε βρω και θα μιλάμε

λαλίστατη σιωπή μετά κομμάτων
-η στίξη πλήρης. Έκαστη επιστρέφει·
σε διάλειμμα απ΄ την αφωνία θρέφει

την τηλεφωνία

*

ΑΝΤΙΟ, ΚΥΚΛΩΠΑ

Τα δεκαέξι βαλιτσάκια μου κι εγώ
βροντούμε στα τσιμέντα αντίο και παίρνουμε
τους δρόμους. Στάζει το σπήλαιο
και τρέχουνε τα μάτια μας.

Μ’ αυτό το μάτι αγάπα μας, κλείνε μας
πού και πού το μάτι, ώσπου να φτάσουμε·
θα μας πάρουν τα χρόνια, θα ξυπνάς
θα κοιμάσαι, θα πηγαίνουμε ακόμα.

Στο διάβα μας θα βρούμε χρήματα
να καλέσουμε ένα ταξί, να μας φέρει
το γράμμα που λέει ποιο είναι το σπίτι μας.

Εσύ το έγραψες. Εμείς δεν πάμε.
Έχουμε δουλειά, καλέσαμε και νάνους, να γίνουμε πολλοί:
Όλοι μαζί, σε χαιρετάμε. Για να μας βλέπεις σε χαιρετάμε.

*Από τη συλλογή “Θαύματα στου Πολύφημου”, εκδ. Κίχλη, 2022.

Κυριακή Αν. Λυμπέρη, Δύο ποιήματα

ΣΕ ΕΡΗΜΟ ΤΟΠΙΟ

Mερικές φορές ετοιμάζω στον ύπνο μου βοήθειες
όπως κλαδιά σε έρημο τοπίο
απ΄ αυτά που μπορείς να κρατηθείς
για να μη βουλιάξεις
σε βάλτο που έχεις πέσει κατά λάθος
ή σχοινιά για να σε τραβήξουν σε περίπτωση ανάγκης
βακτηρίες που χρησιμεύουν στις ανηφόρες
και άλλα πολλά
καταπότια κι ορούς σ’ εφημερεύον νοσοκομείο
όταν ο πόνος είναι ένας γέροντας που δακρύζει
διπλωμένος στα δύο
περιμένοντας τη σειρά του στην αίθουσα αναμονής.

*


ΕΞ ΑΙΤΙΑΣ ΜΙΑΣ ΑΝΑΧΩΡΗΣΗΣ

Διηγείσαι όπως κάθονται οι κοπέλες στα σκαλιά
και μνημονεύουν τους αδικοχαμένους.
Η λύπη τριγυρνάει στα παρτέρια τ’ ουρανού
σκυφτή κι ασάνδαλη
σημαδεύοντας πάντα στο κέντρο.
Κι αυτοί που δεν πιστεύουν μετεωρίζονται διαρκώς
σ’ ένα μεγάλο κενό χωρίς σημασίες
αφού τίποτα δεν υπάρχει.
Μ’ επιδημίες, λοιμούς κι άλλα τεχνάσματα πολλά
ξαπλώνουν σε κρύα δωμάτια μοναξιάς.
Και δεν μαθαίνουν ποτέ
πως δεν είναι το χέρι τους που γράφει
αλλά μια κυρία απαστράπτουσα
που κατεβαίνει και μπαίνει στην καρδιά τους.
Και τότε οι άλλοι εμείς τους λέμε αντίο
σίγουροι ότι θα βρεθούμε κάποτε
ανάμεσα σε γαλαξίες και εκατομμύρια άστρα, μα
ό,τι κάναμε κάναμε κι ό,τι μιλήσαμε μιλήσαμε
και δεν αλλάζουν τα συντελεσμένα
παρά μόνο ίσως μέσα σε μια φωτιά εξαγνιστική
αγγέλων που κλαίνε και προσεύχονται
λιώνοντας το σώμα τους
για τη συγχώρεση του κόσμου, για την αγάπη.

*Από τη συλλογη “Τα καθημερινά βάραθρα”, εκδ. Κοράλι, 2023.

Λήδα Παπαγεωργίου, Παραλήπτες

Θα τα κάψω τα ποιήματα.
Το πήρα απόφαση.
Θα τους βάλω φωτιά
να ζεσταθούν τα πρεζάκια της πόλης
που τρέμουν στα παγκάκια
και στα ακατοίκητα.
Θα τα κάψω το δίχως άλλο.
Να γίνουν φλογερή αγκαλιά
για τους άστεγους
που μου λένε καλημέρα κάθε πρωί
αποκαλύπτοντάς
τα σάπια δόντια τους.
Γι αυτούς έτσι κι αλλιώς έγραφα
τόσα χρόνια.

Τους τα χαρίζω.

Αραβίδες ντίβες: Ανθολογία σύγχρονης αραβο-αμερικανικής ποίησης

Το βιβλίο κυκλοφορεί από το Τεφλόν και το Αρχείο 71

Οι Αραβο-αμερικανίδες ποιήτριες που ανθολογούνται στην ανά χείρας έκδοση γράφουν στα αγγλικά, όμως με τις μικρές γλωσσικές ανταρσίες τους υπονομεύουν, μπασταρδεύουν και βραχυκυκλώνουν την αγγλική γλώσσα. Σημαντικό είναι το έργο των Mohja Kahf και Suheir Hammad, δύο ποιητριών που επηρέασαν σημαντικά τη νέα γενιά. Για παράδειγμα, η πρώτη χρησιμοποιεί στα ποιήματά της αραβικές λέξεις και φράσεις αφήνοντάς τες αμετάφραστες.

[…] Από την άλλη, στα ποιήματα της Hammad παρεισφρέουν αραβικές λέξεις και φράσεις μεταγραμμένες με λατινικούς χαρακτήρες οι οποίες μένουν αμετάφραστες. Μάλιστα, από κάποιο σημείο και μετά χρησιμοποιεί στο έργο της συστηματικά την αραβική λέξη ανά (εγώ) αντί του αγγλικού I, τονίζοντας την αραβική της ταυτότητα παρά το γεγονός ότι γράφει στα αγγλικά.

[…] Αυτά συμβαίνουν την πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα, σε μια εποχή που οι αραβικές κοινότητες στις Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονται υπό πολιορκία και η αραβική κουλτούρα και παραδόσεις δαιμονοποιούνται, συκοφαντούνται και λοιδορούνται όσο ποτέ άλλοτε. Αντί να κάνουν ένα βήμα πίσω, να υποβαθμίσουν τα πολιτισμικά χαρακτηριστικά τους και να αποφεύγουν να μιλούν στα αραβικά δημόσια, όπως έκαναν πολλοί Αραβο-αμερικανοί και Αραβο-αμερικανίδες προκειμένου να μη γίνουν στόχος ρατσιστικών επιθέσεων, οι δύο αυτές ποιήτριες διατρανώνουν την αραβικότητά τους και αραβοποιούν την επίσημη γλώσσα του αμερικανικού κράτους κλείνοντας το μάτι στις αδερφές τους και αγριοκοιτώντας τους κάθε λογής ρατσιστές. Το μήνυμά τους είναι σαφές: δεν πρόκειται να το βουλώσουμε, δεν πρόκειται να τρομοκρατηθούμε, δεν πρόκειται να απαρνηθούμε την κουλτούρα μας.
[Απόσπασμα από την εισαγωγή της έκδοσης]

Mirror for You: Collected Poems (1967-1999)

Mirror for You: Collected Poems (1967-1999)
By Elias Petropoulos
Translated by John Taylor
Cycladic Press (2023)

Mirror for You collects nearly all of the poetry and poetic prose written by the Greek urban folklorist Elias Petropoulos (1928-2003). Featuring new translations by John Taylor, it is the first time that Petropoulos’s poetry has been made available in English.

As the author of some seventy books on topics ranging from prisons, brothels, graveyards, hats, moustaches and Turkish coffee to rebetic songs, folk architecture, homosexual slang and the plight of Greek Jews during the Second World War, Petropoulos was also and perhaps above all a poet.

He wrote his first long poetic sequence, Funeral Oration, when he was thirty-nine years old, just after the imposition of a military dictatorship (1967-1974) during which he was imprisoned three times for his controversial writings.

In the following decades, most of which were spent in exile in Paris, Petropoulos produced more poetry, often in spurts of highly concentrated energy. At turns melancholic, erotic and caustic, these poems form an uncomfortable self-portrait of the man behind the vast and groundbreaking oeuvre.

Elias Petropoulos (1928-2003) was the most controversial Greek writer of the twentieth century. Imprisoned three times during the Junta (1967-1974) and persecuted by Greek judges as late as the 1980s, this “urban folklorist” produced a vast and groundbreaking oeuvre that continues to provoke extreme reactions from readers. The author of some seventy books on topics ranging from prisons, brothels, graveyards, hats, moustaches, homosexual slang and Turkish coffee to rebetic songs, architecture and the plight of Greek Jews during the Second World War, Petropoulos was also and perhaps above all a poet. He wrote his first long poetic sequence, Funeral Oration, when he was thirty-nine years old, just after the Colonels had seized power. In the following decades, most of which were spent in exile in Paris (where he began living in 1975), Petropoulos produced more poetry, often in spurts of highly concentrated energy. He died in Paris on September 3, 2003.

John Taylor (b. 1952) is an American writer, translator and literary critic who has lived in France since 1977. In 2020, Cycladic Press published his memoir Harsh out of Tenderness, which details his experiences of working with Elias Petropoulos. Taylor has written essays on numerous European poets, and translated many key Greek, French, Swiss and Italian poets. He is also the author of several volumes of short prose and poetry.

Λεωνίδας Καζάσης, Εποχή – Αποχή – Ανατροπή

Στων κινδύνων το κάλεσμα παρευρίσκομαι,
του σπιούνου τ’ αγκάλιασμα βδελύσσομαι.
Τα δίκαια των νερών, των ουρανών, των δένδρων,
την πυγμή τους προτάσσουν.
Δυό χέρια το ένα τ’ άλλο σφίγγοντας,
αξιοπρέπεια ορκίστηκαν πάνω και πέρα
από όσα οι επαγγελματίες της πολιτικής απεργάζονται
με την εκχώρηση των παραιτημένων.

Υ.Γ. Η αυταρχική δολιότης του ολιγαρχικού χαρακτήρα της σημερινής αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, αντιπροσωπεύει (όπως κάθε πολιτικό σύστημα που επιτρέπει στους ολίγιστους να αυθαιρετούν εξουσιάζοντας), την εθελοδουλία των ανθρώπων, συγκαλύπτοντας (διά των κάθε τεσσάρων χρόνων εκλογών-επιλογών για την ανάδειξη δικτατόρων), τις ενοχές τους για το φασιστικό-ναζιστικό πραγματικό πρόσωπό τους, το οποίο είναι: Η βία του αφανισμού του έρωτα, η βία των στρατοπέδων του ατομικισμού της πατρίδας, της οικογένειας, του σχολείου, που διχάζουν τους ανθρώπους σε εχθρούς και εχθρούς, σε έξυπνους και βλάκες, σε καλούς και κακούς μαθητές (υπονομεύοντας την πραγμάτωση των δυνατοτήτων τους), η βία της καριέρας, η βία του ανταγωνισμού, η βία των πολεμικών βιομηχανιών, η βία της ελεύθερης αγοράς, η βία του κέρδους, η βία της ανάπτυξης, η βία των επιχειρήσεων, η μισθωτή ντροπή, η καταστροφή του περιβάλλοντος.
Μην ψάχνετε τους φασίστες-ναζί αλλού, παρά κοιτώντας στους καθρέφτες σας.

Γρηγόρης Σακαλής, Εκλογές

Ενώ όλο το χρόνο
έχω όρεξη να μιλάω
για μένα
και τους συνανθρώπους μου
όταν έρχονται εκλογές
γίνομαι μουγγός
δεν θέλω
να λερωθούν τα λόγια μου
ν΄ανακατευτούν
με τα πολιτικά.
Έρχονται
λένε το παραμύθι τους
κι ύστερα φεύγουν
λένε πως νοιάζονται για μας
όμως δεν νοιάζονται
είναι ένα θέατρο
που κρατάει ένα μήνα
με σίγουρους πελάτες
θεατές – ψηφοφόρους.

Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου, Η κατεδάφιση

Καθώς συνθλίβονταν σιγά σιγά το τσιμεντένιο πλέγμα
κι αιμορραγούσε απ’ τους προβολείς, δε μίλησα
για ολονύχτιο όργιο του αίματος μες στα θεμέλια
για κρύσταλλα κι ασημικά της αίθριας νύχτας
για μουσική καθώς αργά το γλέντι ανάβει
σ’ ένα αναπάντεχο φιλί. Δεν τα αντέχω πια
παρόμοια παραμύθια. Ίσως τριμμένα κόκκαλα
μες τα νερά που βρήκε ο εκσκαφέας
λευκότητας δήθεν αγγελικής. Τέχνη πιο βρώμικη
από το ποίημα δεν ξέρω άλλη τώρα.

*Από τη συλλογή: «Αργό Πετρέλαιο»
**Πάρθηκε από εδώ: https://christinehag.wordpress.com

Λίνα Βαταντζή, Προσδοκώμενα κι ελπίδες

Σε κάθε ποίημά μου βρίσκεται
μια ιαχή –

κατανοείς;

Εάν αγγίξω την δική σου φωνή
που γλιστράει στους δρόμους

θα ακουστούμε;

Θα ηχεί δύναμη και αισιοδοξία
ο παλμός της πόλης;

Άραγε, πότε θα παλέψουμε
για το φως –
να θυμίζει η μέρα
αλήθειες.