Βίκυ Δερμάνη, Ζωή χαλασμένη 

Άνθρωποι σφάγια σαρκοβόρων
κυματορροές φοβισμένων
στα σπίτια κλείστηκαν
τάχα σε ζώνη ουδέτερη
σε μιαν άδεια παντέρημη πόλη
σκοτεινή και ανίερη
που τις πομπές της κρύβει
τυφλοπόντικες
τους δρόμους της σκάβουν
χτυπιούνται οι μέρες της
σαν πορτοπαράθυρα
ζωής ανεπισκεύαστης
άνθρωποι που ησύχως πεθαμένοι
αναρωτιούνται με πόσα καρφιά
ο ήλιος στον ουρανό στεριώθηκε
τις ώρες που έμπαιναν όλο και βαθιά
μες το πικρό του τάφου τους σκοτάδι

Χρήστος Κασσιανής, Σημειώσεις στ’ Αναφιώτικα

Ήσυχη η μέρα,
στ’ Αναφιώτικα και πέριξ.
Σχεδόν να λείπουν τα πρόσωπα.
Οι τοίχοι σχεδόν, ν’ αγγίζουν τους ώμους,
Δίχως χνάρια, αόρατα ονειροβατούμε,
από απλή σύμπτωση και μόνο,
στα στενοσόκακα,
συναντιούνται τα μονοπάτια μας.

Νίκος Λάζαρης, Δύο ποιήματα

ΜΗΤΡΙΚΟ ΣΩΜΑ

Πίστεψες πως ήταν η βροχή
αλλά ήταν τα βήματα των πουλιών
στη σιδερένια καταπακτή της ταράτσας.
Πίστεψες πως ήταν ο άντρας σου
πίσω απ’ την πόρτα,
αλλά ήταν ο βήχας του που ακούστηκε
από τον άλλο κόσμο.
Πίστεψες πως ήταν επίπληξη θεϊκή,
αλλά ήταν η φωνή του εκφωνητή
στη τηλεόραση.
Τώρα βυθισμένη στην πολυθρόνα σου,
64 χρόνων, σαν από θαύμα, σταδιακά
μεταμορφώνεσαι:
γίνεσαι πάλι νήπιο, γίνεσαι παιδούλα,
κόρη που δίνει αίγλη στο χορό,
γυναίκα ετοιμόγεννη στην Κατοχή,
(με την κοιλιά στο στόμα να περιμένεις
τον αγνοούμενο άντρα σου) ,
μάνα φυλακισμένη
μες στο χρόνο
στην κουζίνα
στη συνήθεια.
Και ούτε που ακούς της εγγονής
γλυκόηχο το κλάμα
ούτε του τηλεφώνου το κουδούνισμα
―τον ακριβό χαιρετισμό
καθώς ανάλαφρη πετάς και χάνεσαι
με τα φτερά του νυφικού σου
στο σκοτάδι.

*

ΚΗΦΙΣΙΑ, Ή ΤΟ ΤEΛΟΣ ΤΟΥ ΕΠΟΥΣ ΗΤΑΝ ΒΡΟΧΕΡΟ

Οι εικόνες του υγρού προαστίου που αγαπήσαμε
θα σβήσουν η μια την άλλη αναιρώντας,
τα χρώματα θα πέσουν με ορμή στο νερό,
οι δρόμοι που βαδίζουμε
στο ίδιο πάλι αρχικό σημείο θα ενωθούν.
Και δεν θα ’ναι μάτι ανθρώπου,
θα ’ναι ζώο αυτό που θα μας κοιτάζει
στο σκοτάδι.
Τα σώματα που μας άγγιξαν θα μείνουν
για λίγο μετέωρα πριν το κενό τα καταπιεί,
οι χειρονομίες μάταια θ’ ανακληθούν,
η βροχή θα πέφτει χωρίς να χτυπά
τα πλήκτρα της ψυχής μας.
Και δεν θα ’ναι κερί, θα ’ναι η σελήνη
των ποιητών που θα λιώσει
στα δάχτυλά μας
Ο λόφος που φαίνεται από το παράθυρο
αθώος θα γείρει, τρομαγμένος,
του ποταμού το στόμα θα ξεραθεί,
κάπου μακριά ένα γέλιο παιδικό
σαν νόμισμα θα κυλίσει στον υπόνομο.
Και δεν θα ’ναι χάδι αυγής φευγάτης
θα ’ναι χέρι ξυλιασμένο
ο άνεμος που θα μας χτίζει στα κράσπεδα.

*Από τη συγκεντρωτική έκδοση “Η ένταση είναι διαρκής”, εκδ. τυπωθήτω/λάλον ύδωρ.

Κώστας Ριτσώνης, Δύο ποιήματα

ΤΑ ΚΑΡΠΟΥΖΙΑ

Παραδεχθείτε το λοιπόν πως χρησιμεύουμε
και δοκιμάστε τα καινούργια μας καρπούζια

χωρίς εμάς τα βερύκοκα
θα ‘ταν μόνο βερύκοκα
τα καρπούζια
μόνο καρπούζια

γι΄ αυτό όλο κουραζόμαστε και πάσχουμε
συνέχεια προσπαθούμε να ωφελήσουμε
κι όταν καμιά φορά φυσάει αεράκι
θλιβερό

εμείς τα καταφέρνουμε και φτιάχνουμε
απ’ τα βερύκοκα – νέα βερύκοκα
κι απ’ τα καρπούζια – νέα καρπούζια

*

ΕΙΜΑΙ ΕΝΑ ΑΔΕΙΟ ΠΟΤΗΡΙ

Κάτω απ’ τη βρύση
γεμίζω λέξεις
και μιλώ για το νερό

Μπροστά στο φως
γεμίζω χρώματα
και φέγγω

Κι όταν με σπας
τσακίζομαι με θόρυβο
κι ακούς τη μοναξιά μου

*Από το βιβλίο “Ο ανάπηρος λαχειοπώλης”, Εκδ. Διαγωνίου Αριθ. 11 Θεσσαλονίκη 1982.

Δημήτρης Μιχελουδάκης, Τρία ποιήματα

ΓΑΡΓΑΡΟ ΧΩΜΑ

Τα δέντρα είχαν πεσμένους
ώμους
από τα μάτια τους τρέχαν
σχοινιά σαν προσευχές
έσερναν το αλγοθραυστικό προς
την κοινωνία των ανθρώπων

Ξύπνησα με ξεραμένο χρόνο στα χέρια μου
άκουσα τον εφιάλτη να λέει:
“Να δούμε τώρα τι θα κάνουμε το ενήλικο πτώμα σου”

*

ΣΑΝ ΛΕΞΗ

…ταξιδεύω μέσα μου ινκόγκνιτο
ο δρόμος
είναι στρωμένος με το κίτρινο που δραπέτευσα
από την Κραυγή του Μουνκ

πάνω τους έχει ξαπλώσει
ααν μαντήλι το πλήθος των ανθρώπων

δεν υπάρχουν φωτογραφίες του πυρετού
μόνο ξεχαρβαλωμένων θερμομέτρων

*

ΤΟ ΜΕΤΡΟ

Το μετρό είναι μια πελώρια ουρά χωρίς σώμα
βρυχάται
χάνεται με ένα σάλτο
και τρέχει πάνω στο σκοτάδι

Η ραχοκοκαλιά
είμαστε εμείς
σε ταχύρρυθμα μαθήματα κάτω
απ΄το χώμα

*Από τη συλλογή “Συντηρητής ουράνιων τόξων”, εκδ. στίξις, 2022.

Σοφία Πολίτου-Βερβέρη, Δύο ποιήματα

ΚΑΛΑΦΑΤΙΣΜΑ

Στον δρόμο είδα έναν που καλαφάτιζε το σπίτι του.
Θα έχουμε φουρτούνες, μου είπε.
Γέμιζε τις σχισμές των αρμών,
μοσχοβολούσε το ρετσίνι στις ρωγμές του.
Μέσα στο σπίτι σκούπιζαν, έπλεναν,
γενική καθαριότητα να φύγουν οι θόρυβοι.
Κάποια στιγμή, γύρισε προς το μέρος μου.
Ξέρεις, ζούμε με την απογοήτευση για την ανημποριά αυτού του κόσμου
και με τον θρίαμβο ότι μπορούμε και επιβιώνουμε σε κάποιον άλλον.

*

ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΠΟΥ ΔΙΑΦΕΥΓΟΥΝ ΤΗΣ ΠΡΟΣΟΧΗΣ ΜΑΣ

Σε πολλά πράγματα που διαφεύγουν
της ιδιαίτερης προσοχής μας
ανοίγουμε την πόρτα να μπουν στην κουζίνα
από το να τους απαγορεύουμε την είσοδο.
Πίνουν από τα ποτήρια μας, τρώνε από τα πιάτα μας,
χτυπούν τη γλώσσα τους και αναδεύονται δυνατά.
Βγάζουμε τα αγκάθια τους από τις πατούσες μας,
ακούμε βαριές τις ανάσες τους
και από την έντονη μυρωδιά τους στον διάδρομο,
αναρωτιόμαστε αν εντέλει θα ψοφήσουν
κάτω από τα εσωτερικά κουφώματα.

*Από τη συλλογή «φαγώσιμα», εκδόσεις Έναστρον, Μάιος 2022.

Ρωξάνη Νικολάου, Τρία ποιήματα


Φωτογραφία: René Magritte, The Giant (1937)

Πλήρης δακρύων
“Προς τάφον επείγεται”

Πλήρης δακρύων
μικροκαμωμένη και σβέλτη
ελευθερώνεται από τα σκοινιά της
τα φορτώνει στο φτερωτό της κάρο
ανεβαίνοντας κι εκείνη
ξεγλιστρά
από του σκυλιού της
τη σκιά

*

Βουβός ουρανός

Με είδες καθώς χτιζόμουνα.
Θεμέλια, τοίχοι, οροφή
το λιγοστό μου πάτωμα

Ο ποταμός
που με ήπιε.

Βουτώ στα μάτια σου
πλένω τον βουβό ουρανό.

*

Τακ τακ τακ

Σφυροκοπάω
το ποίημα
από αυτήν εδώ

τη γωνιά
το τακ τακ

ακούγεται μέχρι
τ’ αφτιά του Θεού
-έτσι μου φαίνεται-

το ίδιο μ’ εκείνο
των γονιών μου
όταν κάθονταν στο σκαλί
και σιγομιλώντας
σπάγανε

τ’ αμύγδαλα και τις ελιές.

*Από τη συλλογή “Ο ψαλιδιστής”, εκδ. τεχνοδρόμιον, Λεμεσός, 2018.

Σπύρος Θεριανός, Οκτώ ασημαντότητες

Φωτογραφία: Martine Franck

1.
Δρόμος
στρωμένος
με τον ίσκιο σου.

2.
Πανσέληνος απόψε.
Τα χαλάσματά της φαίνονται ολοκάθαρα.

3.
Καθισμένοι σε καφενείο
της πλατείας Κάνιγγος
ξεχασμένοι μέσα
σε ποίημα ξεχασμένο.

4.
Μέρες υπόγεια.

5.
Κορμί κουρέλι
κάτω από καλοσιδερωμένα
ρούχα.

6.
Ζωή, όπως του σκουληκιού
κάτω απ’ την πέτρα.

7.
Οι αναμονές στους σταθμούς των τρένων
είναι ο μόνος χρόνος που κάποτε θα
ανακτήσουμε.

8.
Βγαίνει ποτέ
από το ποίημα αυτός
που το έγραψε;

*Προηγούμενες δημοσιεύσεις: frear.gr 17/1/20 και “Στο τρένο της ποίησης”, 21/2/20.

Σίση Σιακαβάρα, Τρία ποιήματα

ΑΥΤΑΡΚΕΙΑ

Χλώμιασα προς στιγμήν.
Ένας άνδρας κλέφτης
κλεισμένος στο σφικτό κοστούμι του
κρατούσε σε σακιά τα πράγματά μου.
Χέρια, ποιήματα, σκιερούς σοβάδες
μάτια, εσένα, νότες κυκλοθυμικές, κύματα
μαχαίρια, φλέβες, της γλώσσας τα κοψίδια
σύννεφα υπέρβαρα, ευμετάβλητους επιβάτες
βέλη κόκκινα καρφωμένα σε κορμούς και άλλα.
Γράψε τώρα αν μπορείς! είπε.
Φέρτε το μυαλό με την ενσωματωμένη γλώσσα μου
και δύο ακροδέκτες να βάλω στα αυτιά του.
Θα σπάσω τη συχνότητα του γέλιου του
αραδιάζοντας ζάρια, την αξέχαστη περιφορά
του στήθους μου και κλαδευτήρια
την αποκόλληση του γελαστού πλακούντα μου
και μια οσμή αποβολής της τρέλας.
Φυτρώνουν πάνω μου τόσα πολλά κουμπιά
που γίνομαι αυτάρκης μες στο τίποτα.

*

ΤΙΠΟΤΑ

Σηκώθηκα, ντύθηκα
φόρεσα τον κόμπο στον λαιμό μου
κι έφυγα.
Έξω έκανε κρύο και πείνα
πίσω από λίγες τζαμαρίες
πάλλονταν γυμνά κρέατα
πάνω σε ιδρωμένες σανίδες
η ώρα ήταν τρεις φορές μεγαλύτερη
απ’ τ’ ανοιχτό στόμα της ασφάλτου.
Κατάπια τον κόμπο μου
και έζησα
την άλλη μέρα ξερνούσα
αυταπάτες.

*

ΕΞΙΛΑΣΤΗΡΙΕΣ ΘΥΣΙΕΣ

Πάλι λερώθηκες;
Έσταξε λίγο φεγγάρι
στο φουστάνι μου
ήταν που ήθελα
να σβήσω χορτασμένη
στην κοιλιά του δάσους
περήφανος ο λύκος
θα μ’ επιδείξει
σ’ όλα τα ξέφωτα
κι ύστερα μαζί
θα αποκαλυφθούμε στο κοπάδι
και οι δύο νεκροί
κι ακίνδυνοι.

*Από τη συλλογή “Φρην”, εκδ. Σμίλη, 2021.

Δημήτρης Μπαλτάς, Δύο ποιήματα

ΒΑΦΤΙΣΙΑ

«Σκοτώθηκε ακαριαία» δήλωσαν.
«Θεός σχωρέσ’ τον» μοιρολόγησαν.
Είκοσι εφτά χρόνων παλικάρι
έπεσε απ’ την ξεχαρβαλωμένη
σκαλωσιά στο γιαπί που δούλευε
για ένα ξεροκόμματο.

Έφυγε ανάσκελα
με τα μάτια του ορθάνοιχτα
και το κεφάλι του βουτηγμένο
σε μια λίμνη αίματος.

Και τώρα «Θεός σχωρέσ’ τον» λένε
και βαφτίζουν τη δολοφονία
«εργατικό ατύχημα»
για να σώσουν το τομάρι τους.
Λες και κινδυνεύει ποτέ το τομάρι
το δικό τους.

Μιλούν αυτοί που δεν γνωρίζουν
τι θα πει λιοπύρι και μεροκάματο,
που δεν έχουν πιάσει ασβέστη και χώμα.

Μόνο βαφτίσια στα αίτια των θανάτων,
«εργατικό ατύχημα»,
«εργατικό δυστύχημα»,
ρίχνοντας ψευτοεπιδόματα
ντυμένα με δακρύβρεχτες δηλώσεις
στους τάφους των εργατών.

*

ΚΑΜΩΜΑΤΑ

Άνθρωποι κι άνθρωποι
πάνε βόλτες οικογενειακά,
κάνουν συνάξεις φιλικές,
μαγειρεύουν φαγητά λαχταριστά,
διαβάζουν βιβλία λογοτεχνικά,
αγοράζουν ρούχα φινετσάτα,
γράφουν και ποιήματα κάπου-κάπου,
αλλά ποτέ δεν αναρωτιούνται
γιατί τα κάνουν όλα αυτά.
Σε τι αποσκοπούν με τούτα
τα καμώματα.

*Από την ποιητική συλλογή Περιγραφές του ανεκπλήρωτου, εκδόσεις Κάκτος, 2022.