Αλήτις Τσαλαχούρη, Μητρόπολης νύχτα

Φώτο: Peter Kertis

Μητρόπολης νύχτα-Το φθόριο στα κτίρια-Τα φωταγωγημένα από τηλεπαιχνίδια διαμερίσματα-Τα ξενυχτάδικα μαγειρεία-Των θαμώνων τους η ησυχία-Καθώς ψιθυρίζουν για βρομοδουλειές και τρώνε σούπα-Και το ραδιόφωνο παίζει καψούρας ελεγεία-Κι η Αυγή χτενίζει τα μαλλιά τους σαν νάναι κορίτσια-Μητρόπολης νύχτα-Τα καρακόλια περιπολίας-Που σέρνουνε για ένα γραμμάριο χασίς κρατούμενη απ’ της Μενάνδρου μια γύρα-Στο Μέγαρο Συντήρησης Εγκλήματος και Βίας-Για αυτόφωρο-Με μια γραία που πουλάει-Χωρίς άδεια-Ξηροκάρπια σε γωνία-Και σαν κρεμμύδι ψιλοκόβει τον αέρα με τα νύχια-Μητρόπολης νύχτα-Η βραδινή σιωπή στα λεωφορεία-Τα παιδιά που τρέχουν στις λεωφόρους με μηχανές μεταποιημένες για το Σύμπαν-Μέσα σε σύννεφα θαμπά απ’ τα σκουπίδια-Και μετά στα Επείγοντα-Ραψίματα-Από γιατρούς που διατυπώνουν για την ψυχή τους ερωτήματα-Και ξεδιπλώνουν την ψυχιατρική φαρμακολογία-Μητρόπολης νύχτα-Ο φωτισμός εργασιακών λαμπτήρων-Η μυρωδιά εφημερίδων-Η μελαγχολία των διορθωτών όταν διορθώνουν τα πληρωμένα των κηδειών και μνημοσύνων-Όπου μια Μαρία κηδεύει μοναχή της τη φίλη της Μαρία-Και σαν θα παραστείς σ’ εκείνη την κηδεία-Μονάχα ένα φέρετρο και μια γυναίκα στην εξόδιο λειτουργία-Κι ούτε ένας συγγενής-Ούτε και φίλος-Μονάχα μια Μαρία κι ένας ήλιος-Που πέφτει σκληρός σε κάθε αχτίδα-Μητρόπολης νύχτα–Εξομολογήσεις ψυχών φτερουγισμένες σαν πουλιά-Σε μπάρες χαμομάγαζων και λοιπών χαμαιτυπείων-Και στις πλατείες σε σπασμένα παγκάκια-Όπου μέσα από σύρματα των τρόλεϊ-Το φως του φεγγαριού και των κτιρίων-Μητρόπολης νύχτα-Ακάλυπτων σεντόνια που πηγαινοέρχονται φαντάσματα-Βρισίδια στα μπαλκόνια όπου τα τετραγωνικά πνίγουν σαν θάλασσα-Φρακαρισμένα σκουπιδιάρικα-Που τραντάζουν των υπογείων τα τζάμια-Πεταμένα λάστιχα-Που δεν ταξιδεύουν πουθενά πάνω σε κράσπεδα-Αδέσποτα σκυλιά που κάνουν δόντια στα μάτια-Χαρτιά που σέρνει ο άνεμος και μοιάζουν μικρά άστρα-Τζάνκια που βαράνε τα καλύτερά τους οράματα στα αγαπημένα τους σκαλοπάτια-Πόρνες που στην ηρωίνη για να αντέξουν τη βάρδια-Και τη ζωή τους με ένα τσιγάρο-Λένε-Παίρνοντας καφάσι για κάθισμα-Γέροντες σαλοί που παραμιλούν για τους αληθινούς τόπους-Που δεν υπάρχουν πουθενά-Σε χαλάσματα-Ποινικοί που τα τατουάζ τους-Απ’ τις ανατινάξεις των ΑΤΜ-Τα θραύσματα-Κονιάκ που κάνει κύκλους σε χέρια χάρτινα-Τσιγάρο που καπνίζει πεταμένο στη σκάλα-Τ’ αρπάζει ένας άστεγος με μάτια παράταιρα-Μητρόπολης νύχτα-Το φθόριο στα κτίρια-Τα φωταγωγημένα από τηλεπαιχνίδια διαμερίσματα- Τα ξενυχτάδικα μαγειρεία-Των θαμώνων τους η ησυχία-Καθώς ψιθυρίζουν για βρομοδουλειές και τρώνε σούπα-Και το ραδιόφωνο παίζει καψούρας ελεγεία

*Από τη συλλογή ”Κάθαρμα”, Εκδόσεις Οδός Πανός 2020.

Αλέξανδρος Σχινάς, Δύο ποιήματα

ΦΟΥΤΣΑΦΟΠΛΗΞΙΑ

Γρασσοσιδεροζούπηχτα, σφιχτογραμμοφρικιούντα,
Ατμοτσικνουδομέθυστα, ταπεινομαδερόβια,
Ομαδοφυτονείρικα, αλληλοεκχυτάτα,
Τυφλομηχανοφόβιστα, και όλα μαζί: Φριζέλι.
Κει που διαδοχαυνίζανε κι’ αυτοθολογουστώναν,
Ένας τους ξάφνου αρχινά να υπερφριζελίζει :
Υποσκοτεινομνήμικα τροχοβομβοπαρμένο
Οσφρητομαγγανέλκεται απ’ του Φουτσάφ το ούα,
Και θρασοστυφοφύτρωτα λοκομοτοτροπίζον,
Ραγοσκαρφαλαπλώνεται και λαγνοπεριεργεύει.
Μα το Φουτσάφ επέρασε ζαβομπλαχνιαρισμένο,
Βαρυπατηκομπούχτικο, θανατηδονοθλάχνο,
και το μεταλλοψυχοπάστοκολλημάξιασε.

*

ΘΡΑΠΑ

Ο Γαβουνές, ο Μαμουνές, ο Παστροκωλαράκης,
Ο λαγναρμένιος Μπιθουλιάν και οι δυο σιαμαίοι Βούζοι,
Ολόκληρα μερόνυχτα συνέχεια θραπακιάζαν:
Μες στο βουρκί του μαγαζιού του Μπιθουλιάν χλιχλίβαν,
Τουμποκωρδομπαχλιάζονταν, λυσσοβουτοπαφτιάζαν,
Τρεμουλοπεφτοθρίαζαν, ιαχογαυλιούσαν,
Εναλλασσοπθακίζονταν κι αλληλοσφιχτομπλάφαν.
Κάναν ο ένας τ’ αλλονού λαχτάρ-καπουλοφρίξεις,
Κοιλιοδοντοτσικδισμούς και φτερνοσβερκοτρίγγια.
Ο Γαβουνές βαυλάκισε τον Παστροκωλαράκη.
Οι Βούζοι μακλατέψανε του Γαβουνέ τα οπίσθια,
Και ξαναβαυλακίσανε τον Παστροκωλαράκη,
Ο Μπιθουλιάν γλιβδίκωσε τρία αφτιά των Βούζων,
Κι ο Μαμουνές τζιτζίφτισε του Μπιθουλιάν τα ούλα.

Την πρώτη μέρα πλάνταξε ο Παστροκωλαράκης.
Κι ό,τι έμεινε απ’ τον Μπιθουλιάν τη δεύτερη εβυθίσθη
Και θάσπιφε μες στο βουρκί, που πηχτογλοιογλούσε
Απ’ τον κρεατοσίελο και την ιδρωμυελόρροια
Των θραπικών. Και το πρωί της τρίτης πια ημέρας
Οι μεν ήταν του θανατά, και οι Βούζοι ξεκολλήσαν.

*Δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό “Πάλι”, τεύχος 2-3, 1964, ως μέρος κειμένου με τον τίτλο “Περί υπερλεξισμού, κειμενοκολλήσεως και αθανασίας (σελ. 112-137).

Σταύρος Βαβούρης, Δύο ποιήματα

ΕΚΣΤΑΤΙΚΟΣ ΜΕΣ ΣΤΗ ΒΡΟΧΗ

Εκστατικός μες στη βροχή προχωρούσε
σα να μην έβρεχε
σα να μην τον είχε περονιάσει το νερό ως το κόκαλο.
Οι αστραπές καταύγαζαν
το πρόσωπό του αλλοπαρμένο
κι οι κεραυνοί τον πέρναγαν ξυστά.

Μʼ ένα όνειρο ακατάβλητο
στʼ απαυδισμένα μάτια του
προχωρούσε τραγουδώντας σιγανά
σα να μην τον είχε παρασύρει ακόμα
φύλλο πεθαμένο η καταιγίδα.

*

ΕΦΕΥΓΕ ΚΕΙΝΟ ΤΟ ΣΥΝΝΕΦΙΑΣΜΕΝΟ ΑΠΟΓΕΥΜΑ

Έφευγε κείνο το συννεφιασμένο απόγευμα.
Και ξάφνου σηκωθήκανε φτερά
–φτερά μια φορά–
που μετεωριζόντουσαν για λίγο στον αέρα
φεύγοντας πίσω του μετά.

Καμπάνες φρένιασαν.
Άνοιξαν τα σύννεφα στα δύο
κι ένας ήλιος που στραφτάλιζε
–περίεργο Δεκέμβρη μήνα–
πρόβαλε για νʼ αποχαιρετήσει
σα βασιλικός απεσταλμένος.

Κρύφτηκε μετά.
Έκλεισε πάλι ο ουρανός
κι άρχισε η βροχή.

Έπεφτε συνεχώς όλη τη νύχτα.

*Το πρώτο ποίημα είναι από την ποιητική ενότητα «Σημειώσεις για έναν άνθρωπο που πέθανε» (1956) του επιλεκτικού τόμου «Πού πήγε, ως πού πήγε αυτό το ποίημα» (1940-1993), εκδόσεις Ερμής, 1998. Το δεύτερο ποίημα είναι από την ίδια ποιητική ενότητα της επιλογής «Ποιήματα», εκδόσεις Ερμής, 1977.

Παναγιώτης Νικολαΐδης, Δύο ποιήματα

δ’

Στον Σταύρο Κίκα

Εδώ οι λέξεις πέφτουν άπλαστες.
Οθόνες
σπασμένα δέντρα
άνθρωποι που μασούν
καθώς
ο οισοφάγος τους συστέλλεται
κατεβάζοντας σβώλους τροφής
στο στομάχι.
Πιο πέρα
μια μεταλλική χορωδία
παιανίζει στα οδοφράγματα.
Μου κακοφάνη.
Είμαστε τελικά το άθροισμα
των δικών μας παρορμήσεων;
Κι αν όχι, τότε τι;
Μες στη ροή των φωτονίων ενωμένοι
σε λειτουργία λανθάνουσας ύπαρξης
ανθίζουμε
εμείς.
Τα παιδιά των νεκρών.
Ένας πλανόδιος πεπτικός σωλήνας.

*Από τη συλλογή “Η νύφη του Ιούλη”, εκδ. Σμίλη, 2019.

*

ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ ΑΠΟΤΥΧΙΑΣ

Και ξαφνικά το χρήμα
δεν χρησιμεύει πια σε τίποτα
ούτε οι έξυπνες βόμβες του στρατού
ούτε ο τρυπημένος ουρανός
γεμάτος κάμερες και δορυφόρους.
Φαίνεται πως η φύση πήρε τον λόγο
και θα τον έχει για καιρό
καθώς μας πνίγουν ολοένα
οι στέγες των μεγάλων μας σπιτιών
κι αυτός ο φόβος ο βαθύς
πως θα πεθάνουμε
από κάτι τόσο απλό
ενώ δαμάσαμε
όλα τα ειδη στον πλανήτη.
Γι΄ αυτό λοιπόν
πετάμε μόνο με ψηφιακούς χαρταετούς
(ό,τι χτίζουμε μας γκρεμίζει πιο πολύ)
αφού το βαθύτερο νόημα
δεν είναι πια
να μετοικήσουμε στον Άρη
τη Σελήνη ή κάπου αλλού
αλλά να δούμε τη ζωή αλλιώς
με τις φυλακισμένες μας αισθήσεις.
Έξω στον κήπο όμως
κοκκινίζουν πάλι τ΄ άνθη της ροδιάς
και τα σπουργίτια
χορεύουν σάλσα μες στο φως
σαν εσωτερικοί μετανάστες
Του εφήμερου.
Έτσι απλά, αδέλφια
νικά πάντα η ζωή
καθώς οι φλόγες
μεταφέρον κομμάτια
της απανθρακωμένης μας ψυχής
στον ατελείωτο ιμάντα
του χρόνου.

*Από τη συλλογή “Ριμαχό”, εκδ. Σμίλη, 2022.

Μαρία Πηνελόπη Σταυριανού, Δεν μου φτάνουν οι νύχτες

Δεν μου φτάνουν οι νύχτες.
Η νύχτα περνάει πιο γρήγορα και από το κλάσμα του δευτερόλεπτου που χρειάζεται ένα δάκρυ, για να φτάσει από το βλέφαρο στο χώμα.
Αυτό συμβαίνει, όταν είμαι μαζί σου.
Δεν μου φτάνουν οι νύχτες.
Δεν έχω την πολυτέλεια να σπαταλήσω τον πολύτιμο χρόνο μου μαζί σου, σε κάποιον ύπνο.
Θα ήταν αχαριστία να σου δίνεται ένα δώρο και εσύ μετά να το πετάς.
Τι τύχη είναι να μπορώ να σ’ ακούω.
Κάποιοι άνθρωποι γεννιούνται κωφοί.
Τι ατυχία!
Και εγώ έχω την ευλογία να ακούω τη μουσική της φωνής σου.
Δεν μου φτάνουν οι νύχτες, όταν τραγουδάς.
Γίνονται τόσο δα μικρές, που χωράνε μέσα σε ένα μικρό δάκρυ και χάνονται κατά την πτώση του.
Τόσο γρήγορα.
Δεν μου φτάνει μια ζωή, για να σε ακούω.
Πώς να στριμώξεις μια ζωή σε λίγες μόνο νύχτες;

*Από τη συλλογή “Πολύ”, εκδ. Βακχικόν.

Κατερίνα Φλωρά, Εξαπίνης 

Στην αυταπάτη και την ελπίδα ανάμεσα
κενό σημείο
Ασύνδετα νους και θυμικό
Ακυβέρνητα πλοιάρια

Απογοητεύσεις στη σειρά
ρευστότητα
αβεβαιότητα- λεν- η νέα κανονικότητα

Θιασώτες παράλογου τσίρκου
γαϊτανάκι τρελών συγκυριών
μασκαράδες στο καρναβάλι του τρόμου

Κι εμείς που νομίσαμε στην πορεία μας πως ήμαστε
πρόσκαιρα χαμένοι γυρνάμε
Ώσπου συνέλθουμε από του ονείρου
την οδυνηρή πραγματικότητα
και να ’μαστε πάλι μαζί.

Ζωή Καραπατάκη, Κραυγή

Παίζουμε
παιγνίδια πολέμου
Φλόγες οι λέξεις γίνονται στα χείλη
κι ο νους πρώτος, καμίνι ζωντανό,
χωρίς έλεος, κανένα

Είμαστε φορτωμένοι
απελπισία
Μη σε ξεγελάνε τα λιβάδια
με τις ανεμώνες
ούτε οι κομψές πεταλούδες
οι ανάλαφρες

Μια καταιγίδα είμαστε
που αδημονεί

ουδείς τόπος χάριτος

Βαγγέλης Γέττος, Σιωπή

Αγνώστου, Τοιχογραφία, Spring Street, Reservoir, Melbourne

Με τη σιωπή
γίνεσαι σπηλιά
κατώι
κρασοποτείο φριχτό
υπόνομος
υπόγειο τρέμουλο
λαγούμι που θάψαμε δυο σπασμένα γυλαιά
αποθήκη με σαπισμένο σιτάρι
ποντικοί σε λήθαργο
πλάκα του κουπιού πριν ξαναβγεί στην επιφάνεια του νερού
το αίμα που καίει στην προσπάθεια,
υπόκωφος γδούπος στις ράγες
μέσα σε θολές κραυγές για βοήθεια

η σιωπή ανοίγει μια τρύπα χάους σε κάθε σου πόρο.

*Από τη συλλογή “Προσάναμμα”, Εκδόσεις των Συναδέλφων, Αθήνα 2013.

Η ποίηση του Γκέοργκ Τρακλ και η σχέση της με το τραγικό

Albert Bloch, Masked Portrait (Georg Trakl), 1943

Ευσταθία Δήμου*

Η έννοια και η μορφή του τραγικού θεμελιώθηκαν για πρώτη φορά μέσα στην ιστορία της παγκόσμιας λογοτεχνίας στην αρχαία ελληνική τραγωδία, όπως τη διαμόρφωσαν και την εκπροσώπησαν οι τρεις βασικότεροι δραματουργοί, Αισχύλος, Σοφοκλής, Ευριπίδης. Ο τρόπος με τον οποίο εκδηλώθηκε και αναδύθηκε το τραγικό σε καθέναν από αυτούς παρουσιάζει φυσικά αισθητές διαφορές και διαφοροποιήσεις, κυρίως σε σχέση με τους ήρωες και την ιδιαίτερη θέση και λειτουργία τους μέσα στο δραματικό σύμπαν. Έκτοτε, η έννοια του τραγικού πέρασε όχι μόνο στο θέατρο, αλλά και γενικότερα στη λογοτεχνία, δίνοντας, άλλοτε περισσότερο και άλλοτε λιγότερο έντονα, το στίγμα της παρουσίας της στα δραματικά, αφηγηματικά και ποιητικά έργα. Βεβαίως, τόσο λόγω της προέλευσης, όσο και λόγω της ίδιας της φύσης του, το τραγικό συνυφάνθηκε πολύ περισσότερο με τα δύο πρώτα λογοτεχνικά γένη, στο μέτρο και στο βαθμό που αυτά έχουν ως πυρήνα τους τον άνθρωπο και τη δράση του, και με διαφορετικό τρόπο με την ποίηση και το πεδίο της. Εδώ το τραγικό προσέλαβε μιαν άλλη απόχρωση, καθώς ενοποιήθηκε κατά τρόπο αξεχώριστο και αξεδιάλυτο με την ίδια την εκφορά του ποιήματος, έγινε δηλαδή γνώρισμα του λόγου τόσο σε επίπεδο επιφανειακό, όσο και σε επίπεδο βάθους, περιεχομένου δηλαδή και νοήματος. Η τραγικότητα και το τραγικό ως στοιχείο ειδοποιό, λοιπόν, του ποιητικού λόγου μπορεί να εντοπιστεί σε πολλές ποιητικές συνθέσεις και σε πολλούς ποιητές ως πυρήνας της σκέψης και της έκφρασής τους, κυρίως όμως ως τεχνική και μέθοδος για τον εμποτισμό του ποιήματος με το αίσθημα και την εντύπωση εκείνη του στίγματος το οποίο φέρει ανεξίτηλο η ανθρώπινη ύπαρξη και ζωή. Σε μερικές όμως περιπτώσεις, το τραγικό παύει να αποτελεί μονάχα τον πυρήνα και το κέντρο και εξακτινώνεται σε πολλές κατευθύνσεις, φτάνοντας, ουσιαστικά, μέχρι την περιφέρεια του ποιήματος και αποτελώντας, εντέλει, ένα δίχτυ μέσα στο οποίο είναι μπλεγμένη, παγιδευμένη θα έλεγε κανείς, κάθε λέξη και κάθε λεκτικό σχήμα. Μια τέτοια περίπτωση είναι και αυτή του αυστριακού ποιητή Γκέοργκ Τρακλ (1887 – 1914), ενός από τους πιο ενδιαφέροντες ποιητές της παγκόσμιας λογοτεχνίας, που σφράγισε με το πρωτοποριακό του έργο την ευρωπαϊκή ποιητική παράδοση, από το πρώτο του μάλιστα ποιητικό του φανέρωμα το 1908, με το ποίημα «Το πρωινό τραγούδι» που δημοσιεύθηκε στην Salzburger Volkszeitung, ως και τα τελευταία του ποιήματα που δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό Der Brenner λίγο καιρό μετά τον θάνατό του. Από την περίοδο εκείνη και μετά, το έργο του δεν έπαψε ποτέ να μεταφράζεται και να μελετάται λόγω ακριβώς του βάθους της γραφής του, του ιδιαίτερου κλίματος των στίχων του, της αιχμηρότητας της έκφρασης και της πυκνότητας του ύφους του που εξέβαλαν σε μια ποίηση μοναδική και αξεπέραστη.

Θα μπορούσε κανείς εύλογα και εύκολα να μπει στον πειρασμό και να θεωρήσει φυσική και αναμενόμενη, απολύτως αρμοστή μια εξήγηση που θα αιτιολογούσε την παρουσία του τραγικού μέσα στο έργο του Τρακλ ως άμεση και αναπόφευκτη απόρροια των συνθηκών της ζωής του, του δράματος στο οποίο μετουσιώθηκε ο βίος του με την μειωμένη μητρική ανταπόκριση και αγάπη, τον ενοχικό του έρωτα προς την αδερφή του, τις επαγγελματικές αποτυχίες, τις οικονομικές δυσκολίες, το βούλιαγμά του στον κόσμο των ναρκωτικών, το οποίο άλλωστε επέφερε και τον θάνατό του στα 27 μόλις χρόνια. Η προσέγγιση όμως αυτή, σε μεγάλο βαθμό, λειτουργεί σε βάρος της ποίησής του και την απαξιώνει, συναρτώντας την άμεσα και αποκλειστικά προς την πραγματική συνθήκη και συγκυρία. Γιατί, στην πραγματικότητα, όσο κι αν μπαίνει κανείς στον πειρασμό να ερμηνεύσει τους στίχους του Τρακλ μέσα από το πρίσμα του βίου του, έχει συνείδηση ότι εξέρχεται έτσι από το ποιητικό του σύμπαν, με την αυτονομία και την αυταξία του, ως χώρο όπου οι όποιες συνδέσεις με την πραγματικότητα έχουν πάψει να λειτουργούν και να ισχύουν. Κι αυτό γιατί εδώ ακριβώς υπεισέρχεται το τραγικό και οι παράμετροί του που έχουν πολύ περισσότερο να κάνουν με τη θεώρηση και την ενατένισή του ως αξία αισθητική, καλλιτεχνική, ποιητική, ως αφετηρία και κατάληξη της δημιουργίας στο σύνολό της, όχι δηλαδή μονάχα στα επιμέρους ποιήματα, αλλά στον τρόπο με το οποίο συντίθεται το corpus του έργου του. Παρατηρείται δηλαδή στην περίπτωση του Τρακλ μια μετακύλιση από το τραγικό, όπως εντοπίζεται στην αρχαιοελληνική τραγωδία, ως αναπόσπαστο στοιχείο και κατευθυντήρια γραμμή της δραματικής κίνησης, σε μια διαφορετική σύλληψη, με βάση την οποία σχηματοποιεί κατά τέτοιον τρόπο τον λόγο, ούτως ώστε αυτός να καταυγάζει την απόλυτη, τη μόνη και αδιαίρετη αλήθεια του, την ίδια του δηλαδή την περιπέτεια μέχρι να καταστεί έργο τέχνης. Πρόκειται ουσιαστικά για μια μετακίνηση και μια μετάβαση που τεχνουργείται από το ίδιο το είδος του ποιητικού λόγου, μια μεταλλαγή όχι τόσο της ουσίας του τραγικού, όσο του πεδίου στο οποίο αυτό εντοπίζεται και υπάρχει. Στην ποίηση δηλαδή, εν προκειμένω στην ποίηση του Τρακλ, η τραγικότητα είναι στενά συνυφασμένη με την ποιητική γραφή ως πορεία και διαδρομή, η οποία δεν κρύβει ούτε αποσιωπά στιγμή τη συνεχή, την αδιάκοπη και σταθερά επαναλαμβανόμενη αίσθηση της ματαίωσης, της πτώσης και του απροσπέλαστου που συνιστά η δημιουργία ακόμα κι όταν αυτή καταλήγει τελικά στο ποιητικό σχήμα.

Ο Τρακλ παραδίνεται, λοιπόν, σε αυτήν την παγίδευση που συνιστά το τραγικό στην ποίηση, σε αυτό το δίχτυ προστασίας του από τη σιγουριά του καλλιτέχνη πως έφτασε στον στόχο και την τελείωση, από την απατηλή αίσθηση ότι κατέκτησε τον λόγο. Ο λόγος του Τρακλ μοιάζει απόλυτα κατακτημένος ακριβώς επειδή κρύβει και, παράλληλα, τεχνουργείται με την απόλυτη συνείδηση, την πικρή συνειδητοποίηση του άφθαστου της τέχνης, του ανέκφραστου και του ανολοκλήρωτου που τη συνέχει και την εμποτίζει. Γι’ αυτό και τα ποιήματά του αποπνέουν αυτήν την σπασμωδικότητα, αυτό το κομμάτιασμα κι ο κάθε στίχος του φέρει έκδηλα επάνω του τα ίχνη της μάχης που δίνει ο δημιουργός. Μια μάχη που παραπέμπει στους ήρωες της αρχαίας τραγωδίας, οι οποίοι παρουσιάζονται να διαμορφώνουν μια σπονδυλωτή κίνηση, μια διαδρομή γεμάτη τομές, αναβάσεις και καταβάσεις οι οποίες συνέθεταν την τύχη και την προαίρεσή τους, την ολοκληρωτική τους μέθεξη και απορρόφηση στο τραγικό που ταυτίζεται με τη ζωή όταν αυτή θέλει να υψωθεί πάνω και πέρα από το γήινο και το λιμνάζον. Έτσι και η ποίηση του Τρακλ υψώνεται σε ένα πεδίο όπου το μόνο που κυριαρχεί είναι ο λόγος, εντελώς αποδεσμευμένος -όσο κι αν αυτό δεν φαίνεται πάντα καθαρά- από την εμπειρική πραγματικότητα. Η οποία είναι βέβαια επίσης τραγική, αλλά με διαφορετικό τρόπο, αφού δεσμεύεται από συνθήκες και δεδομένα τα οποία δένονται με το τοπικό και το επικαιρικό, σε σύγκριση με την τέχνη που εναγκαλίζεται την τραγικότητα ακριβώς για να μπορέσει να φωτίσει την επώδυνη, επισφαλή και πάντα υπό αίρεση συνθήκη της δημιουργίας, την πάλη με την ανώτερη εκείνη δύναμη που είναι η μορφή και η δούλεψή της, ώστε να μπορέσει να δώσει στις ίδιες κάθε φορά ιδέες μια διαφορετική, μια νέα προοπτική και λειτουργία.

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://tapoiitika.wordpress.com/η-ποίηση-του-γκέοργκ-τρακλ-και-η-σχέση-τ/

Χάρης Σακελλαρίου (1923-2007), Prevention

Πιάστε αυτό το σκελετό
που τρέχει στους δρόμους
των ματιών – μας
ενθουσιώδης περιχαρής κροταλίζοντας
το κίτρινο του φόβου – μας
προβάλλοντας σε κάθε γωνιά
τα ικριώματα της αυριανής μέρας
Ακούραστος σπεύδει
αδειάζει την άβυσσο στο κρανίο – μας
γεμίζει την άσφαλτο κόκαλα
αριθμημένα
δοκιμάζει τα καρφιά
στις πόρτες

Μας φτάνουν τόσοι σκελετοί
στις καρέκλες
με τον πονόδοντο
και τους καθρέφτες

Η μέρα αλέθει τη στάχτη
σε ανέχυρα

*Από τη συλλογή “Ανεπίδοτα”, εκδ. Κέδρος 1978.