Στα βυθισμένα στρώματα δεν είμαι ποτέ μόνη
στις αμμουδιές στα λεία βράχια στον αέρα
που τ’ όνομά του είναι πλάστης
είμαι πληθυντικός πήλινα μέλη
στήθη εξέχοντα χέρια θαυματουργά
και πόδια που αναπαύονται
Ο νους συνηρημένος στις λατρείες πρηνηδόν
τέχνη ή θρησκεία άκυρη η ερώτηση:
μετέχουμε στα θαύματα
(μόνο κλεφτά
αναζητώ μια μοίρα,
για ολόδικό μου ένα χελιδόνι
από τα βλέφαρα των αγοριών)
Εδώ και τώρα τίποτα δεν μ’ έχει
Ο κόσμος θραύσματα ασυγκόλλητα
Mohammed Moussa, Legless deer / Ελάφι χωρίς πόδια
This homeland
watched me
run,
bleed,
fall,
weep, and wail
across its scarred land,
beneath its indifferent sky.
It gazed at me
with vast, unblinking eyes
and murmured in my mother tongue
then turned and strode away.
My pain,
my name,
my life:
A legless diet
dragging itself
over the cracked pavement
of a razed tomorrow.
Ελάφι χωρίς πόδια
Αυτή η πατρίδα
με παρακολουθούσε
να τρέχω,
να αιμορραγώ,
να πέφτω,
να κλαίω και να θρηνώ
σ’ ολόκληρη την πληγωμένη γη της,
κάτω από τον αδιάφορο ουρανό της.
Με κοίταζε
με τα μεγάλα, αδιάκοπα μάτια της
και μουρμούριζε στη μητρική μου γλώσσα,
μετά γύριζε και απομακρυνόταν με μεγάλα βήματα.
Ο πόνος μου,
το όνομά μου,
η ζωή μου:
ένα ελάφι χωρίς πόδια
που σέρνεται
πάνω στο ραγισμένο πεζοδρόμιο
ενός κατεστραμμένου αύριο.
*Ο Mohammed Moussa είναι μέλος της Gaza Poets Society. Μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης.
Μαρία Σερβάκη (1930-2015), από την “Περιπέτεια”
Η νυχτερίδα;
Το πηγάδι;
Τα νερά.
Για μια στιγμή τα σχήματα καθηλωμένα.
Κι αλλάζει πάλι σημασία η ερημιά.
Κι η νύχτα μια άλλη νύχτα αυτού του κόσμου… αρχίζοντας ξανά.
Παραμονεύοντας πιο πίσω.
Τα νερά;
Σαν ξάφνου κ’ αυτή η λύπη δεν αντέχει πιο μακριά.
Τέτοια μια ώρα που κοπάζει ο άνεμος
και βγαίνουν πράγματα αλαλιασμένα από τους φράχτες.
*Πηγή: “Η περιπέτεια” (ιδιωτική έκδοση) 1956.
Μαρία Θεοφιλάκου, Άνθη απ’ τον πλανόδιο οργανοπαίχτη
Η ελπίδα αποδήμησε, πέφτοντας
αποφασιστικά στις ράγες,
ένα πρωί που πάνω τους
οι άνθρωποι τράβαγαν για τη δουλειά.
Έκτοτε, αυτός
τα μουσικά του πλήκτρα περιφέρει
στην αποβάθρα, και παρατηρεί το πλήθος,
μπαίνει στο πλήθος,
γίνεται πλήθος,
ίσα ν’ αφήσει ένα ανθάκι – χάδι υπομονής,
καθώς συρίζουν οι σιδηροτροχιές
και τού σκεπάζουν τις νότες στο ρεφρέν.
Και τα λεπτά είναι κινούμενο
τσιμέντο, αλλά συνεχίζουν.
Και το πρωί είναι δεσμώτης σε
λερωμένο κάθισμα, αλλά συνεχίζει.
Και η αλυσίδα των ημερών είναι γκράφιτι
πάνω σε γκράφιτι, αλλά συνεχίζει.
Και η ζωή στέκει για πάντα
άπιαστη, στο μέσον της σκηνής,
ίδια με φευγαλέα αντανάκλαση
στο ξεχαρβαλωμένο τζάμι.
*Πηγή για την εικόνα: magnumphotos.com
*Πηγή για το ποίημα: https://ppirinas.blogspot.com/2025/11/blog-post_09.html?m=1&fbclid=IwY2xjawN9QMhleHRuA2FlbQIxMQBzcnRjBmFwcF9pZBAyMjIwMzkxNzg4MjAwODkyAAEeJrj0jsYJueHfT0l7snCDb8QkixCoeiu0izlK50jNtOTlyeg-35-t1XmYYP0_aem_ZpL6TMdDgqXOj8OX46KYaw
Νίκος Γ. Λυκομήτρος, Επαρχιακή οδός
Ο καθαρός αέρας δεν με ξεγελά.
Μπορεί να απουσιάζει η ρυπαρή οσμή της μητρόπολης
αλλά η ατμόσφαιρα είναι εξίσου δηλητηριασμένη.
Η διαφορά είναι ότι εδώ τηρούνται τα προσχήματα.
Είμαστε νοικοκυραίοι εμείς.
Ανεβοκατεβαίνουμε την παραλία ή τον κεντρικό δρόμο
βηματίζοντας με μια επίπλαστη χαλαρότητα
που αποπειράται να υπερκεράσει τα βλέμματα και τους ψιθύρους.
Ακριβά αυτοκίνητα, κομψά ρούχα και ηλεκτρονικά γκάτζετ
δεν επαρκούν για να καλύψουν την υποκρισία
που αμνηστεύεται συλλογικά τις Κυριακές
από άμβωνος ή ατομικά μέσα στο εξομολογητήριο.
Οι οιμωγές των νεαρών κοριτσιών
κι οι κατάρες των νεαρών αγοριών
πνίγονται πίσω από τους ασπρισμένους τοίχους
και τη ρουστίκ επίπλωση.
Τα όνειρά τους θρυμματίζονται εν τη γενέσει τους
ή άμα τη εμφανίσει στην πρωτεύουσα.
*Από τη συλλογή “Ο ήχος της απώλειας”, Εκδόσεις Βακχικόν, 2024.
Τάσος Πορφύρης, Δύο ποιήματα
ΤΟ ΜΑΧΑΙΡΙ
Τούτο το μαχαίρι είναι γερά μπηγμένο
Στα πλευρά μου ανάμεσα
Καμπουριάζω απ’ τον πόνο
Παραμιλώ απ’ τον πόνο
Δεν μπορώ να ρίξω ένα ρούχο πάνω μου
Δεν μπορώ να βγάλω το μαχαίρι ή
Να το σπρώξω βαθύτερα
Βολεύτηκα επί πλέον προσέχω
Πώς κάθομαι πού στέκω πώς
Κοιμάμαι μα ποιος ενδιαφέρεται;
Ο καθένας αγκαλιά με την πληγή του.
*
ΕΡΩΤΗΜΑ
Πώς θ’ αντιδρούσαμε
αν ύστερα από καθυστέρηση
τόσων χρόνων χαμήλωνε επιτέλους
ο Σταυραϊτός του Κρυστάλλη;
Ποιος θ’ άντεχε το ύψος;
Αντίνοος, Ίσως να πλησιάζει ο καιρός
Ίσως να πλησιάζει ο καιρός
που θ’ ανεμίζουν σημαίες
στο ρυθμό του ανέμου
όταν ο άνεμος θα σφυρίζει
στης λευτεριάς το σκοπό
Ίσως να πλησιάζει ο καιρός
που θα μυρίσουμε τ’ αποκαΐδια
απ’ όλα τα κελιά των λαών
Κι όταν ο χρόνος σημάνει μηδέν
θα πει πως ήρθε η ώρα των τρελών
αυτών που κινηθήκανε ενάντια στη λογική
αυτή που γελαστοί φονιάδες ονομάσαν ηθική
Και θα ‘ρθουν οι νεκροί
(αυτοί που ποτέ τους δε φύγαν)
να μας δείξουν τον τρόπο
να μας βάλουν τη φωνή
αυτοί που υπήρξαν άνθρωποι
με το άλφα κεφαλαίο και σε κύκλο…
*Από τη συλλογή “Αντίνοος – μου ψιθύρισες εξέγερση κι άκουσα ελευθερία”, Μάρτιος 2012
Μουράντ Αλ Σουντάνι, από το “Αίμα και τα λάβαρα της χέννας”
……………………………………………………………
Η αντοχή ήταν το μονοπάτι του πολέμου
το εκλεκτό πετράδι
Ω, Φάντι, χίλιες ιστορίες άρνησης
φλέβα βασιλικού η γαλήνη σου, παληκάρι των παληκαριών
Ο Φάντι ήταν λάβαρο στις πλατείες
παιδί των εξεγέρσεων των χωριών και των καταυλισμών
Ήταν ο ρυθμός της πόλης ήρεμος, ώσπου περνούσε αυτός και υψόνονταν οι φωνές
πίσω από τον ηχηρό ύμνο ”ο θεός είναι μεγάλος” φώναζε και φώναζαν μαζί τα παιδιά των σχολείων
ανάβοντας τη φλόγα της οργής τους.
……………………………………………………………
*Το ποίημα “Το αίμα και τα λάβαρα της χέννας” που περιλαμβάνεται στο βιβλίο “Η δική μου πέτρα”, δίγλωσση έκδοση, Εκδόσεις Ειρήνη 2025. Μετάφραση: Χρήστος Κούκης και Χαϊθάμ Αλζήρ.
Σοφία Πολίτου-Βερβέρη, Δύο ποιήματα
ΜΠΟΥΛΟΥΚΙ
Ο παράξενος θόρυβος των πολύχρωμων πουλιών
ανακατεύει τις σημειώσεις των καπεταναίων
την ίδια στιγμή που οι μούμιες τους
ταράζουν τα είδωλά μας στην επιφάνεια του νερού.
Εμείς, ανήλικοι με υποτροφία στην περιπλάνηση,
θέλουμε να ταξιδέψουμε δίχως να κοροϊδέψουμε κανέναν.
Κι όμως, ο πυρετός της βροχής
-γνωστός από τις αφηγήσεις ταξιδιωτών-
τρομοκρατεί με το διαπεραστικό του βλέμμα
όλους μας, τους μαθητευόμενους μάγους,
τους προσωπογράφους, τους ιχνηλάτες
και τους εργάτες στα εργοστάσια ζάχαρης.
Η ασυμβίβαστή μας έμπνευση,
-ίδια με αίθουσα αυθαιρεσίας,
ίδια με γη δίχως ιδιοκτήτη-
έγινε μια πρόσκληση προς κάποιον που κάποτε γνωρίζαμε.
Εμείς, ταξιδεμένοι πια και ενήλικες
-ένα μπουλούκι γεμάτο ληγμένα τρόπαια
περιτριγυρισμένο από τεράστια σαρκοφάγα φυτά-
χωμένοι σε ένα θερμοκήπιο,
πίσω από τις θαμπές του τζαμαρίες
κρατάμε ημερολόγιο για την προστασία
του πρωτότυπου έργου της μεγάλης εξόδου,
έχοντας σαν όνειρο την ελεύθερη ζώνη.
*
AURUM
του Κ.Μ.
Είμαστε από αυτούς που θα χαθούν
σε κάποιο ενεχυροδανειστήριο
ή στα αγοράζω χρυσό, όπως τα χρυσαφικά μας.
Θα λιώσουμε, ανθρώπινη πλάκα πάνω στην πλάκα,
μαζί με δαχτυλίδια, σκουλαρίκια και χρυσές ταυτότητες.
Ωστόσο οι αρχαιολόγοι του μέλλοντος
δεν θα μείνουν άνεργοι.
Όσα χρυσά αστρικά συστήματα κι αν λιώσουν
βαθιά στα καζάνια των ανθρώπινων πόλεων
-για διάσωση ανωτέρων τάξεων και ανταγωνισμούς άπληστων-
πάντα θα υπάρχει ένα αρχοντόσπιτο που,
βγαίνοντας στην επιφάνεια,
θα φέρνει στο φως το περιδέραιο της ομηρικής Ελένης
ή το χρυσό κούμπωμα από το αρωματοδοχείο
της Ζωής της Πορφυρογέννητης.
Και κάπως έτσι θα βεβαιώνεται
η ταξική φύση και του χρυσού
εις τους αιώνας των αιώνων.
*Από τη συλλογή “Στον τόπο που έχει φύγει από τον τόπο του”, Έναστρον Εκδόσεις.
Blanca Varela, Δύο ποιήματα
Άσμα δημώδες
και ξαφνικά η ζωή
στο φτωχικό μου πιάτο
ένα άλιπο κομμάτι χοιρινό απ’ τα ουράνια
εδώ στο πιάτο μου
να με παρατηρεί
να σε παρατηρεί
ή να σκοτώνει μια μύγα χωρίς κακία
να αφανίζει το φως
ή να το φτιάχνει
να το φτιάχνει
όπως κάποιος ανοίγει τα μάτια κι επιλέγει
έναν ουρανό που ξεχειλίζει
στο άδειο πιάτο
ρούμπενς κρεμμύδια δάκρυα
περισσότερος ρούμπενς περισσότερα κρεμμύδια
περισσότερα δάκρυα
τόσες ιστορίες
μαύρα δύσπεπτα θαύματα
και το αστέρι της ανατολής
έγκλειστο
και το κόκαλο του έρωτα
τόσο ροκανισμένο και τόσο σκληρό
να λάμπει σε άλλο πιάτο
αυτή ακριβώς η πείνα
υπάρχει
είναι η λαχτάρα της ψυχής
που είναι το σώμα
είναι το τριαντάφυλλο από λίπος
που γερνάει
στον ουρανό του από σάρκα
mea culpa μάτι θολό
mea culpa μαύρη μπουκιά
mea culpa θεϊκή ναυτία
δεν υπάρχει άλλος εδώ
σ’ αυτό το άδειο πιάτο
μόνο εγώ
να καταβροχθίζω τα μάτια μου
και τα δικά σου
*
Curriculum vitae
ας πούμε ότι κέρδισες τον αγώνα δρόμου
και ότι το έπαθλο
ήταν ακόμα ένας αγώνας
ότι δεν ήπιες το κρασί της νίκης
αλλά το ίδιο σου το αλάτι
ότι ποτέ δεν άκουσες ζητωκραυγές
αλλά γαβγίσματα σκύλων
και ότι η σκιά σου
η ίδια σου η σκιά
ήταν η μοναδική
και ανέντιμη αντίπαλός σου
*Η μετάφραση είναι συλλογική, αποτέλεσμα εργαστηρίου μετάφρασης ποιημάτων της Μπλάνκα Βαρέλα που συντόνισε ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος από τον Ιανουάριο του 2023 έως τον Μάρτιο της ίδιας χρονιάς. Συμμετείχαν: Αναστασία Γιαλαντζή, Ελένη Βλάχου, Λαμπρίνα Ιωάννου, Κατερίνα Μάρκου, Μαρία Μελαδάκη, Ματίνα Μπίλια, Χρυσούλα Ξένου, Σοφία Φερτάκη.
**Από το βιβλίο “Άσμα δημώδες και άλλα ποιήματα”, έκδοση Librofilo, Αθήνα 2024.









