Με απαλότητα γλιστρά η Γη ανεπαίσθητα στην πορεία γύρω από τον ήλιο και ελλειπτικά του γαλαξία – ύπουλα μας παρασύρει μέσα από την ύλη του στερεώματος και συνοδεύει με μουσική του κενού το μεροδούλι και το μεροφάι
ανάμεσα στα λαμπρά χρώματα του ουρανού και στις φαιές σκιές των πόλεων μας καταδιώκει με μύρια ασύμμετρα ρολόγια και με φραγγέλια μεταμφιεσμένα υποδεικνύει ανάλγητα τη θέση μας στις τριγωνομετρίες της ζωής –
μοχλούς δεν κατέχω “ταν Γαν κινήσω” – κρατώ, ωστόσο, μέσα μου δύναμη φλογερή να απαλύνω τα επί γης άλγη.
Με χέρι ακουμπισμένο στο κιγκλίδωμα κοιτούσε τη νεκρή αυλή, το ρημαγμένο από την απουσία σπίτι. «Δεν είναι κανείς εδώ», φώναξε κι ένα φεγγάρι κείνη τη στιγμή ανέβηκε απ’το βάθος του βουνού σαν πεθαμένο. Ήτανε τέλος του φθινόπωρου και ο καιρός ψυχρός· κανείς δεν απαντούσε. «Δεν είναι κανείς εδώ», φώναξε πάλι και ο άνεμος παίρνοντας τη φωνή επήγε και την έριξε στου πηγαδιού το νυχτωμένο στόμα μέσα.
*Από τη συλλογή “Να εμποδίζεις τις σκιές”, Εκδόσεις Διαγωνίου 1982. Το ποίημα περιλαμβάνεται και στο συλλογικό τόμο ‘Χρίστος Λάσκαρης, Ποιήματα”, εκδ. Τύρφη, 2022.
Death comes Monday morning, 9 A.M. nothing prepares you, a foot starts to shake Wild as a storm cloud in a hard north wind. Cold sweat on our forehead raises the stakes.
Nothing prepares you, a foot starts to shake While sun on pale earth dismisses the frost. Cold sweat on our forehead raises the stakes, Your mind in the garden, denying all loss.
While sun on pale earth dismisses the frost, Trees nail shadows to the walls of your home, Yet your mind roams the garden, denying all loss. Pain crushes your chest, you fall toward the phone,
Trees nail shadows to the walls of your home. Wild as a storm cloud in a hard north wind, Pain crushes your chest, you fall toward the phone. Death comes Monday morning, 9 A.M.
Ο θάνατος έρχεται το πρωί της Δευτέρας, ώρα 9 π.μ., Τίποτα δεν σε προειδοποιεί, το ένα πόδι αρχίζει να τρέμει. Άγρια σαν σύννεφο καταιγίδας κυνηγημένο από έναν κρύο βοριά, Ο κρύος ιδρώτας στο μέτωπο σου αυξάνει τις πιθανότητες.
Τίποτε δεν σε προειδοποιεί, το ένα πόδι αρχίζει να τρέμει Ενώ ο ήλιος διαλύει την καταχνιά από την ξασπρισμένη γη. Ο κρύος ιδρώτας στο μέτωπο σου αυξάνει τις πιθανότητες, Το μυαλό σου τριγυρίζει στον κήπο, αδιαφορώντας για κάθε απώλεια,
Καθώς ο ήλιος διαλύει την καταχνιά από την ξασπρισμένη γη, Τα δένδρα καρφώνουν σκιές στους τοίχους του σπιτιού σου, Ακόμα το μυαλό σου περιφέρεται στον κήπο, αδιαφορώντας για κάθε απώλεια. Ο πόνος συντρίβει το στέρνο σου, πέφτεις να πιάσεις το τηλέφωνο,
Τα δένδρα καρφώνουν σκιές στους τοίχους του σπιτιού σου. άγριος σαν σύννεφα καταιγίδας κυνηγημένα από έναν κρύο βοριά, Ο πόνος συντρίβει το στέρνο σου, σωριάζεσαι δίπλα στο τηλέφωνο. Ο θάνατος έρχεται το πρωί της Δευτέρας, ώρα 9 π.μ.
*Από τη συλλογή ‘‘Εργαστήριο Ανατομικής’’. Μετάφραση: Μίλτος Αρβανιτάκης και Άγγελος Γρόλιος. Βραβείο μετάφρασης 2016, από το The European Institute for Literary Translation.
**Σημείωση του εκ των μεταφραστών Μίλτου Αρβανιτάκη: Το ποίημα αυτό έχει γραφεί σε μορφή pantoum (παντούμ). Σύμφωνα με αυτό, αποτελείται από τετράστιχες στροφές και σε κάθε στροφή ο δεύτερος και ο τέταρτος στίχος επαναλαμβάνονται ως πρώτος και τρίτος στίχος στην επόμενη στροφή. Το pantoum είναι είδος που προέρχεται από τη Μαλαισία και πέρασε στην αγγλική και τη γαλλική ποίηση του 19ου αιώνα.
Από το “αυτί” της έκδοσης: “Ο Λι Μπάι, γνωστός και ως Λι Πο ή Τάι Λι Πο, συγκαταλέγεται στους μεγαλύτερους και πλέον αντιπροσωπευτικούς ποιητές της Κίνας. Γεννήθηκε το 701 μ.Χ. στο Τσαγκ Μινγκ της επαρχίας Σιτσουάν. Για κάποιο διάστημα υπήρξε κρατικός λειτουργός και ποιητής της αυτοκρατορικής αυλής. Όταν διώχθηκε από εκεί, περιπλανήθηκε επί δεκαετίες στο εσωτερικό της χώρας ως νομάς, ως μοναχός των δασών και των λιμνών. Στα ποιήματά του -περίπου χίλια τον αριθμό- ύμνησε την ομορφιά της φύσης, τον έρωτα και την απόλαυση που χαρίζει το κρασί.
Πέθανε το 762 μ.Χ. στα εξήντα ένα του χρόνια. Επηρέασε κι εξακολουθεί να επηρεάζει πολλούς δημιουργούς, όχι μόνο στην Κίνα αλλά και στη Δύση. Οι Κινέζοι θεωρούν ότι είναι ο πιο ανθρώπινος από όλους τους ποιητές τους, που έχει τη δύναμη να τους εμψυχώνει σε δύσκολους καιρούς.”
Από το επίμετρο του Γιώργου Βέη: “[…] Η πύκνωση του νοήματος αποτελούσε ομολογουμένως πάγιο μέλημά του. Αυτοσχεδίαζε με παροιμιώδη επιτυχία, ενώ ταυτοχρόνως υπήρξε γνώστης βαθύς της εγχώριας ποιητικής παράδοσης, όσο ελάχιστοι της εποχής του. Ο εαυτός του στάθηκε αναμφισβήτητα το κατεξοχήν σημαινόμενο˙ αστείρευτος και αυτοελεγχόμενος ταυτοχρόνως, ό,τι εν ολίγοις εκφράζει εμμέσως πλην σαφώς το αίτημα των ολιγόστιχων, κατά κανόνα, ρηματικών του εκφάνσεων. Οι μονόλογοί του, ανεπιτήδευτοι και καθηλωτικοί, συνιστούν πέρασμα από το αναπόφευκτο τραύμα στην ποθητή έκσταση. […]”
Από τα ποιήματα του Λι Μπάι:
ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΟΝΤΑΣ ΤΑ ΣΠΟΥΡΓΙΤΙΑ
Όχι, να μην πετάτε μαζί με τις αλκυόνες του Γιαν-τσό. Ούτε με τα χελιδόνια που κουρνιάζουν στο παλάτι των Γου. Αν καεί το παλάτι, κι οι δικές σας οι φωλιές θα πάρουν φωτιά αλλά και τα δίχτυα θα σας πιάσουν με τις αλκυόνες μαζί. Μόνα σας λοιπόν, σπουργίτια των αγρών κάτω από τις καλαμιές εσείς να μείνετε κι έτσι γεράκια κι αετοί ποτέ δεν θα σας βρουν.”
*
ΚΑΤΕΥΟΔΙΟ
Τα βουνά στα βόρεια με τη γαλάζια τους γραμμή κι η καμπύλη στ’ ανατολικά εκείνο το λευκό χνάρι στη μέση εμείς την ώρα του αποχωρισμού. Το ταξίδι μου θα πάρει καιρό το ξέρω, λουλούδι χωρίς ρίζα θα ‘μαι. Να με θυμάσαι κάθε που θα βραδιάζει κι εγώ ένα σύννεφο έτσι κοντά σου θα ‘ρχομαι. Τ’ άλογο βιάζεται να φύγουμε ας πούμε «αντίο».”
Το τρένο, οι άνθρωποι, οι αφηγήσεις, οι διάλογοι, η σύγχυση των διαβάσεων, η βροχή. Security, ατσάλινα ασανσέρ, είσοδοι και έξοδοι, χώροι, καμπίνες, διεθνισμοί, ζικ-ζακ στα πεζοδρόμια, πατίνα η φθορά, με ποια αρχιτεκτονική αλλάζει το τοπίο, η αποτυχία της νύχτας συρρικνώνεται η λεπτότητα του κορμιού η θεληματικότητα ενός αέναου ερωτισμού “Για πού είμαστε απόψε” ξεσπούν από οικειότητα σ’ έναν ευαίσθητο θώρακα που απορροφά και εκπέμπει στη διαβάθμιση κάθε μικρότητας.
*
ΦΩΤΟΓΡΑΜΜΑΤΑ
Ο τοίχος αντιπαραθέτει μια πρόκληση στην άπνοια, κεντρίζει τις αισθήσεις, τη σπανιότητα του αίματος, στενεύουν τ’ απογεύματα, τα ημίφωτα των εσωτερικών διαδρόμων.
Σαν εξαϋλωμένα φωτογράμματα που επιχρωματίζονται κυριευμένα απ’ τους χώρους των μεταμφιέσεων τα δικά τους μοντέλα.
*Από τη συλλογή “Η διεύλεση”, εκδ. Εριφύλη, Αθήνα 2001.
Штом сонувам војна го преуредувам подрумот како засолниште. Денес оставив три везени пиперки долу и на дрвениот ковчег во ново писмо што му го пикнав му кажав дека е безбеден. Проверив дали стариот душек е изеден од глувците, и на постојните залихи додадов нова количина страв.
Скоро секогаш сонувам војна и на календарот прецртувам ден по ден. Во меѓувреме, пијам повеќе, јадам со сласт, дишам повеќе од препорачаното. И молчам, колку што ми е дозволено.
LAST NIGHT I DREAMT OF WAR
Last night I dreamt of war giving birth to an apocalypse in pieces.
When I dream of war I rearrange my basement into a shelter. Today I left three embroidered peppers down there [1] and to the wooden chest, in a new letter which I slipped inside it, told it that it is safe and sound. I checked whether the old mattress had been eaten by rats, and to the existing supplies I added a new supply of fear.
I dream of war almost always and on a calendar, I cross off one day after the other. In the meantime, I drink more, I eat zestfully, I breathe more than what is recommended. I also keep quiet, as much as I am permitted.
[1] Embroidered pepper is a unique type of Macedonian pepper with very specific fruit appearance, taste and use. The name is derived from their intricately scarred skin that appears to be threaded. (TN)
Translated by Gorjan Kostovski
ΕΙΔΑ ΣΤΟΝ ΥΠΝΟ ΜΟΥ ΠΟΛΕΜΟ
Χθες βράδυ είδα στον ύπνο μου έναν πόλεμο Που γέννησε μια αποκάλυψη σε επεισόδια.
Όταν βλέπω στον ύπνο μου πόλεμο, μετατρέπω ξανά το υπόγειο σε καταφύγιο. Σήμερα άφησα εκεί κάτω τρεις πιπεριές και πάνω στο ξύλινο φέρετρο έγραψα ότι το καταφύγιο είναι ασφαλές. Έλεγξα αν το παλιό στρώμα είχε φαγωθεί απ΄ τα ίδια ποντίκια και στα υπάρχοντα αποθέματα πρόσθεσα ακόμα περισσότερο φόβο.
Στον ύπνο μου βλέπω σχεδόν πάντα πόλεμο και στο ημερολόγιο διαγράφω την κάθε μέρα. Στο μεταξύ, πίνω περισσότερο, απολαμβάνω το φαγητό, αναπνέω περισσότερο απ’ το προτεινόμενο. Και σωπαίνω όσο μου επιτρέπεται.
Άνοιξες την πόρτα και ήταν που λες μέσα η νύχτα παγιδευμένη χωρίς ψωμί για βδομάδες ολόκληρες Τέτοιος άνθρωπος είσαι αφήνεις τις βρύσες ανοιχτές τις πληγές να ματώνουν φοράς τα γυαλιά σου ανάποδα και με βλέπεις με τα παιδικά μου παπούτσια και την κάλτσα κάτω απ’ το γόνατο Ναι αλλά τα γόνατά μου μεγάλωσαν σαν της Αλίκης πήρε ο κήπος μας φωτιά απ’ το πολύ φεγγάρι και οι φωνές των καλεσμένων ακόμα κυνηγάνε το γατάκι μέσα στο πηγάδι Τώρα βλέπω το δωμάτιο κάπου από ψηλά μικρό στο βάθος το κρεβάτι μου Άγρια πράγματα αποκρουστικά προκρούστικα.
Ευλογημένος ο θάνατός μου ευλογημένη η λεπίδα του κόβοντας το άπειρό μου ευλογημένο μυστήριο του τέλους σαν ένα όνειρο που τελειώνει ξαφνικά ευλογημένος αυτός που τη ζωή πρέπει να τελειώσει
Και το χέρι του να ηρεμεί τον ρυθμό μου το φύσημα του να μου καθαρίζει το νου ζυγαριά όπου ταπεινώνομαι και ο καημός μου, πίσω
Ευλογημένος ο θάνατός μου ευλογημένες οι δυνάμεις του για να επιβληθώ στη μέρα και το κεφάλι μου απ’ όπου τρέχει νερό και οι ώμοι μου να συγκρατούν τον άνεμο ευλογημένη η οδός που οδηγεί στη νεκροκεφαλή.
*Από τη ποιητική συλλογή “Πειραματισμοί γύρω από την επανάληψη των ημερών” (LaMano, 2021). Μετάφραση: Σταύρος Κάσσης.