Λίνα Βαταντζή, Στη γη αυτή

Με απαλότητα γλιστρά η Γη
ανεπαίσθητα
στην πορεία γύρω από τον ήλιο
και ελλειπτικά του γαλαξία –
ύπουλα μας παρασύρει
μέσα από την ύλη του στερεώματος
και συνοδεύει με μουσική του κενού
το μεροδούλι και το μεροφάι

ανάμεσα στα λαμπρά χρώματα του ουρανού
και στις φαιές σκιές των πόλεων
μας καταδιώκει με μύρια ασύμμετρα ρολόγια
και με φραγγέλια μεταμφιεσμένα
υποδεικνύει ανάλγητα τη θέση μας
στις τριγωνομετρίες της ζωής –

μοχλούς δεν κατέχω “ταν Γαν κινήσω” –
κρατώ, ωστόσο, μέσα μου
δύναμη φλογερή
να απαλύνω τα επί γης άλγη.

Βασίλης Ιωαννίδης (1948-2022), Από τα “Μικρά Ερωτικά” (1998)


Έργο Βασίλη Ιωαννίδη

Στη μυγδαλιά
θ’ ανέβω
να σε φτάσω∙
έρωτα,
πιο ψηλά
απ’ τον ήλιο

*

Κάτω απ’ το παραθύρι σου
θα ’ρθω κι απόψε
από το φως σου
φως να κλέψω
και να πιω
να ζεσταθώ

*

Πού να σε κρύψω
μη χαθείς,
απ’ τη βροχή
μη λιώσεις

*

Κισσό
πλέκω τα χέρια μου
γύρω
απ’ το μέτωπό σου

*

Σπέρμα σιωπής
στον κόλπο∙
μέσα μου βλασταίνω
εντός μου ανθίζεις

*

Θέλω το αίμα σου
να υπάρξω
θες την ψυχή μου
για να ζήσεις

*

Μια μια
τις λέξεις
της σιωπής σου
πίνω

*

Με λησμονάς
με κόβεις
με χωρίζεις
και πάλι
ξαναρχίζω
απ’ την αρχή

*

Πώς να σε συντηρήσω;
φλόγα που άναψε
φωτιά που καίει
σιγανή,
σπίρτο μικρό,
κερί που λιώνει
μοναχό
γρήγορα
ελπίζω να καώ

*

Το βάραθρο να γίνει φως
πλατύσκαλο
στον κόρφο σου
να περπατήσω

*

Ανοίγουνε
τα φύλλα της καρδιάς σου
και με πνίγουν

*

Σα ναυαγός,
στο σκοτεινό σου βλέμμα
πέφτω

*

Μ’ αγγίζουν τρυφερά
τα δάκτυλα
του ήλιου,
σκίρτημα σάρκας
σιωπηλό

*

Έρως διάφανος
με διαπερνά
απ’ άκρη σ’ άκρη

*

Με στροβιλίζουνε
τα χέρια του αέρα∙
της καρυδιάς
τα φύλλα πέφτουν.
Μες στη σιωπή
το πορφυρό σκοτάδι
λάμπει

*

Νύχτα,
σε κλείνω μέσα μου
μου διαφεύγεις

*

Έρως απόρθητος
και πώς να ξεδιψάσεις;

*

Σταγόνες
πρωινής δροσιάς
τα χείλη σου,
θάμα
που όλο ψηλώνει

*

Διάφανο το κορμί σου
κρυστάλλινο το φιλί
πιο δροσερό
κι απ’ της πηγής
το ύδωρ

*

Η μέρα
ντύθηκε το βλέμμα σου
και τρέχει

*

Έστρωσε η μέρα
ένα φιλί
να περπατήσεις,
έστρωσε ο ήλιος
την χαρά
για να χαρείς,
κι ο δρόμος
απ’ τα βάθη του
στα χείλη σου
να λάμψει

*

Πώς να μιλήσει
η σιωπή
Λόγο δεν έχει∙
μόνο τα μάτια σου
μιλούν
και ας σωπαίνουν∙
μόνο τα χείλη σου
επιμένουν
τραγουδούν

*

Είσαι καθρέφτης,
φως πέρα απ’ τα μάτια,
όπως τα άστρα
ο καθρέφτης τ’ ουρανού

*

Όλες οι λέξεις
γίναν άστρα
και σε ψάχνουν

*

Μέσα στον ύπνο σου
ελπίζεις
ξανανθίζεις

*

Πικρά τα στήθη σου
σαν πικραμύγδαλο
στα χείλη

*

Όπως σιωπή
μετά την καταιγίδα
η πίκρα
στα μαλλιά σου

*

Μικρά τα μάτια σου
κι ο έρωτας μεγάλος∙
τόση σιωπή
μαζεύτηκε,
όμως
δε λέει να βρέξει

*

Ποιο γιασεμί
φυτρώνει
μες στα μάτια σου-
σε μεγαλώνει
η μοναξιά
πλάι στα στήθη,
σε ντύνει απαλά
η μέσα η φωνή σου

*

Συλλογισμένη
κάθεσαι στον ύπνο σου∙
σαν αγκαλιά το χέρι σου,
σταματημένο
στον αέρα

*

Ο μακρινός σου
στεναγμός
καημός που ρίζωσε
στον κήπο

*

Χέρια
που αγωνίζονται
να σε κρατήσουν,
άστρο λευκό
σε μαύρο ουρανό

*

Σβήνεις στη σιωπή
όπως σβήνεις
το τσιγάρο στο χέρι
η αγάπη
καπνίζει ακόμη

*

Λαιμός
λεπτός μίσχος
ανυψούμενη
δίνη δακτύλων

*

Κορμί πλαγιασμένο
στον κάμπο,
περιδινούμενο άστρο

*

Θωπεία
εναγκαλισμός
μέθη,
σιωπηρή
των σωμάτων
ανάλαφρη μέθεξη

*

Στήθη σ’ αναμονή
ανοιχτά στον άνεμο
όλη μέρα

*

Τρύγος το χέρι
γλυκός καρπός
από τα στήθη

*

Μέσα στον κήπο
κόρη γυμνή
στην ρίζα λεμονιάς

*

Φράχτης ο πόθος,
γυμνό κορμί
παραδομένο σε ύπνο∙
μέσα στα σκέλη
αναμμένο κερί

*

Φιλημένη σάρκα
αστράπτουσα
εις ένωσιν μίαν

*

Καλλίγραμμο σύμπλεγμα
ευωδία σωμάτων
πέραν των ορίων

*

Ώσμωση σωμάτων,
μύρο,
κλίνη της ψυχής
αέρας μόνος

*

Χυμός το φιλί
στητός μαστός
καρπός επί τραπέζης

*

Παρθένος άμωμος
θηλάζουσα
την κοίτη του νερού,
πηγή
αιδοίου δροσερού
τη νύχτα

*

Ύπτιος δισταγμός
πάνω στα βράχια-
σώμα
που καίει ακόμα,
μόνο στη σιωπή

*

Κρυμμένα πρόσωπα
πιθάρια ραγισμένα
ρινίσματα χαράς
αστραφτερά
σαν τα χρυσά φλουριά
μες στην καρδιά

*

Λευκός αστράγαλος
βυθισμένος
σε κρυστάλλινο ύδωρ

*

Πλαγιαστό φεγγάρι
φέτα σιωπής στο στήθος
άδειο μαξιλάρι

*

Φεγγάρι στο μπαλκόνι
κι ας είναι η νύχτα μόνη
δίχως ουρανό

*

Πανσέληνος
κι η μοναξιά
άστρο λαμπρό
καταμεσής στον ουρανό

*

Άστραψε ο ουρανός
γλυκό φιλί
στα χείλη φως

*

Ημιτελή τοπία
μες στη νύχτα
όλο φως∙
σαν ικεσία
το μισό κορμί,
να αιωρείται μόνο

*

Έστω δυο λέξεις
κάποιες σταγόνες
μια ψιλή βροχή
από τον στεναγμό
των άστρων

*

Ανθίζει ο πόνος
δροσερά αστέρια
ανθίζει ο έρως
τριαντάφυλλα
στο στήθος

*

Λειψό φεγγάρι
αγκαζέ
με τ’ άστρα

*

Σειρήνα σιωπηλή
πλοίου που φεύγει
μες στη νύχτα

*

Έναστρη νύχτα
αντίδωρο,
της πικραμένης
μέρας

*

Πώς ξεθυμαίνει
κάποτε ο ουρανός
και πλημμυρίζει
η νύχτα λόγια;

*

Φθινόπωρο
όλα μαραίνονται
κι ο έρωτας
ανθίζει

*

Αγκαλιά
με το γυμνό κορμί
ήρθε και ξάπλωσε
ο στίχος

*

Πλεκτή σιωπή
ατέλειωτη
με νήμα αγάπης

*

Όπως τραγούδι
αηδονιού,
του έρωτα ο πόνος

*

Μικροί οι ώμοι
ασήκωτο
του έρωτα το βάρος

*

Πολύτιμο ορυκτό
ο έρωτας,
μέταλλο αστραφτερό
η αγάπη

*

Σπίτι, του έρωτα
ο στίχος
πριν γίνει σκόνη,
μακρινός του φθινοπώρου
ήχος

*

Πηγή φωτός η σιωπή

*

Λυγερός ανθός
καρπός δακρύων

*

Ευωδιά εντός σιγής
ώριμος πόθος

*

Λίμνη μοναξιάς
στα μάτια∙
Εναγκαλισμός

*

Σιωπηλός έρως
άσβηστη φλόγα

*

Από σιωπή
σε σιωπή
κλίμακα πόθου

*

Μέσα φωνή
άλλη φωνή
κλειστό φως
άκτιστο
εντειχισμένο
στη σιωπή

*

Φλογέρα σιωπής
άηχες λέξεις βροντερές
να κρατηθούν
μέσα σε ρόδο ανθηρό
ελπίζουν

*

Κραυγή ρόδου
ανέσπερο σέλας
ρίγος σιωπής
ανατέλλων βυθός
γλυκύτατου πόνου
σήμαντρον
φως

*

Υδρία στρογγυλή
ρεμβάζουσα
πλήρης πόθων∙
κάνιστρο λυγερό,
λιβάδι
κρεμασμένο
στον λαιμό

*

Βήματα από μετάξι
στο αχυρένιο στρώμα
τ’ ουρανού-
χαμόγελο που φέγγει
μακρινό

*

Σαν απαλό
βελούδινο
χνούδι σιωπής,
επιστροφή,
φιλί
πάνω στο στήθος

Χρίστος Λάσκαρης, Ο ξενιτεμένος

Με χέρι ακουμπισμένο στο κιγκλίδωμα
κοιτούσε τη νεκρή αυλή,
το ρημαγμένο από την απουσία σπίτι.
«Δεν είναι κανείς εδώ»,
φώναξε κι ένα φεγγάρι κείνη τη στιγμή
ανέβηκε απ’το βάθος του βουνού
σαν πεθαμένο.
Ήτανε τέλος του φθινόπωρου
και ο καιρός ψυχρός·
κανείς δεν απαντούσε.
«Δεν είναι κανείς εδώ»,
φώναξε πάλι και ο άνεμος
παίρνοντας τη φωνή
επήγε και την έριξε στου πηγαδιού
το νυχτωμένο στόμα μέσα.

*Από τη συλλογή “Να εμποδίζεις τις σκιές”, Εκδόσεις Διαγωνίου 1982. Το ποίημα περιλαμβάνεται και στο συλλογικό τόμο ‘Χρίστος Λάσκαρης, Ποιήματα”, εκδ. Τύρφη, 2022.

Richard M. Berlin, The most common time / Η πιο συνηθισμένη ώρα

Death comes Monday morning, 9 A.M.
nothing prepares you, a foot starts to shake
Wild as a storm cloud in a hard north wind.
Cold sweat on our forehead raises the stakes.

Nothing prepares you, a foot starts to shake
While sun on pale earth dismisses the frost.
Cold sweat on our forehead raises the stakes,
Your mind in the garden, denying all loss.

While sun on pale earth dismisses the frost,
Trees nail shadows to the walls of your home,
Yet your mind roams the garden, denying all loss.
Pain crushes your chest, you fall toward the phone,

Trees nail shadows to the walls of your home.
Wild as a storm cloud in a hard north wind,
Pain crushes your chest, you fall toward the phone.
Death comes Monday morning, 9 A.M.

Ο θάνατος έρχεται το πρωί της Δευτέρας, ώρα 9 π.μ.,
Τίποτα δεν σε προειδοποιεί, το ένα πόδι αρχίζει να τρέμει.
Άγρια σαν σύννεφο καταιγίδας κυνηγημένο από έναν κρύο βοριά,
Ο κρύος ιδρώτας στο μέτωπο σου αυξάνει τις πιθανότητες.

Τίποτε δεν σε προειδοποιεί, το ένα πόδι αρχίζει να τρέμει
Ενώ ο ήλιος διαλύει την καταχνιά από την ξασπρισμένη γη.
Ο κρύος ιδρώτας στο μέτωπο σου αυξάνει τις πιθανότητες,
Το μυαλό σου τριγυρίζει στον κήπο, αδιαφορώντας για κάθε απώλεια,

Καθώς ο ήλιος διαλύει την καταχνιά από την ξασπρισμένη γη,
Τα δένδρα καρφώνουν σκιές στους τοίχους του σπιτιού σου,
Ακόμα το μυαλό σου περιφέρεται στον κήπο, αδιαφορώντας για κάθε απώλεια.
Ο πόνος συντρίβει το στέρνο σου, πέφτεις να πιάσεις το τηλέφωνο,

Τα δένδρα καρφώνουν σκιές στους τοίχους του σπιτιού σου.
άγριος σαν σύννεφα καταιγίδας κυνηγημένα από έναν κρύο βοριά,
Ο πόνος συντρίβει το στέρνο σου, σωριάζεσαι δίπλα στο τηλέφωνο.
Ο θάνατος έρχεται το πρωί της Δευτέρας, ώρα 9 π.μ.

*Από τη συλλογή ‘‘Εργαστήριο Ανατομικής’’. Μετάφραση: Μίλτος Αρβανιτάκης
και Άγγελος Γρόλιος. Βραβείο μετάφρασης 2016, από το The European
Institute for Literary Translation.

**Σημείωση του εκ των μεταφραστών Μίλτου Αρβανιτάκη: Το ποίημα αυτό έχει γραφεί σε μορφή pantoum (παντούμ). Σύμφωνα με αυτό, αποτελείται από τετράστιχες στροφές και σε κάθε στροφή ο δεύτερος και ο τέταρτος στίχος επαναλαμβάνονται ως πρώτος και τρίτος στίχος στην επόμενη στροφή. Το pantoum είναι είδος που προέρχεται από τη Μαλαισία και πέρασε στην αγγλική και τη γαλλική ποίηση του 19ου αιώνα.

“Λι Μπάι. Ποιήματα” – Απόδοση – επίμετρο Γιώργος Βέης

Από το “αυτί” της έκδοσης:
“Ο Λι Μπάι, γνωστός και ως Λι Πο ή Τάι Λι Πο, συγκαταλέγεται στους μεγαλύτερους και πλέον αντιπροσωπευτικούς ποιητές της Κίνας. Γεννήθηκε το 701 μ.Χ. στο Τσαγκ Μινγκ της επαρχίας Σιτσουάν. Για κάποιο διάστημα υπήρξε κρατικός λειτουργός και ποιητής της αυτοκρατορικής αυλής. Όταν διώχθηκε από εκεί, περιπλανήθηκε επί δεκαετίες στο εσωτερικό της χώρας ως νομάς, ως μοναχός των δασών και των λιμνών. Στα ποιήματά του -περίπου χίλια τον αριθμό- ύμνησε την ομορφιά της φύσης, τον έρωτα και την απόλαυση που χαρίζει το κρασί.

Πέθανε το 762 μ.Χ. στα εξήντα ένα του χρόνια. Επηρέασε κι εξακολουθεί να επηρεάζει πολλούς δημιουργούς, όχι μόνο στην Κίνα αλλά και στη Δύση. Οι Κινέζοι θεωρούν ότι είναι ο πιο ανθρώπινος από όλους τους ποιητές τους, που έχει τη δύναμη να τους εμψυχώνει σε δύσκολους καιρούς.”

Από το επίμετρο του Γιώργου Βέη:
“[…] Η πύκνωση του νοήματος αποτελούσε ομολογουμένως πάγιο μέλημά του. Αυτοσχεδίαζε με παροιμιώδη επιτυχία, ενώ ταυτοχρόνως υπήρξε γνώστης βαθύς της εγχώριας ποιητικής παράδοσης, όσο ελάχιστοι της εποχής του. Ο εαυτός του στάθηκε αναμφισβήτητα το κατεξοχήν σημαινόμενο˙ αστείρευτος και αυτοελεγχόμενος ταυτοχρόνως, ό,τι εν ολίγοις εκφράζει εμμέσως πλην σαφώς το αίτημα των ολιγόστιχων, κατά κανόνα, ρηματικών του εκφάνσεων. Οι μονόλογοί του, ανεπιτήδευτοι και καθηλωτικοί, συνιστούν πέρασμα από το αναπόφευκτο τραύμα στην ποθητή έκσταση. […]”

Από τα ποιήματα του Λι Μπάι:

ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΟΝΤΑΣ ΤΑ ΣΠΟΥΡΓΙΤΙΑ

Όχι, να μην πετάτε μαζί με τις αλκυόνες
του Γιαν-τσό.
Ούτε με τα χελιδόνια που κουρνιάζουν στο παλάτι
των Γου.
Αν καεί το παλάτι, κι οι δικές σας οι φωλιές
θα πάρουν φωτιά
αλλά και τα δίχτυα θα σας πιάσουν
με τις αλκυόνες μαζί.
Μόνα σας λοιπόν, σπουργίτια των αγρών
κάτω από τις καλαμιές εσείς να μείνετε
κι έτσι γεράκια κι αετοί ποτέ δεν θα σας βρουν.”

*

ΚΑΤΕΥΟΔΙΟ

Τα βουνά στα βόρεια με τη γαλάζια τους γραμμή
κι η καμπύλη στ’ ανατολικά
εκείνο το λευκό χνάρι
στη μέση εμείς την ώρα του αποχωρισμού.
Το ταξίδι μου θα πάρει καιρό
το ξέρω, λουλούδι χωρίς ρίζα θα ‘μαι.
Να με θυμάσαι κάθε που θα βραδιάζει
κι εγώ ένα σύννεφο
έτσι κοντά σου θα ‘ρχομαι.
Τ’ άλογο βιάζεται να φύγουμε
ας πούμε «αντίο».”

*Πηγή: Γιάννης Στρούμπας.

Χρίστος Κασσιανής, Μ’ ένα κρακ  

Στο δέντρο της ζωής,
ένα κλαδί,
«κρακ» κάνει ένα κλαδί
μόλις που ακούγεται,
μόνο σε μιας στιγμής ιρίδισμα.

Το «κρακ» αφήνει ένα «αχ» απ’ το κλαδί.
Αχ, ελαφρύ,το πιο ανεπαίσθητο.

Τ’ άλλα κλαδιά στρέφουν τα φύλλα τους
για λίγο στο «αχ»
κι αφήνονται πάλι στο παιχνίδι του ανέμου.

Στο δέντρο της ζωής,
το ράγισμά του ένα κλαδί ξεκινά
με τη λεπτή φωνή του «αχ».

Ένα πουλί εγκαταλείπει το κλαδί
που ραγίζει,
μ’ ένα «αχ» το αποχαιρετά,
μ’ ένα τίναγμα ελαφρύ.
Το πιο ανεπαίσθητο.

Ένα πουλί που φεύγει
απ’ το κλαδί που μόλις ράγισε
στο δέντρο της ζωής.

Άννα Πετροπούλου, Δύο ποιήματα

Η ΕΠΟΧΗ ΤΩΝ ΣΙΩΠΗΛΩΝ

Το τρένο, οι άνθρωποι, οι αφηγήσεις, οι διάλογοι,
η σύγχυση των διαβάσεων, η βροχή.
Security, ατσάλινα ασανσέρ, είσοδοι και έξοδοι,
χώροι, καμπίνες, διεθνισμοί,
ζικ-ζακ στα πεζοδρόμια, πατίνα η φθορά,
με ποια αρχιτεκτονική αλλάζει το τοπίο,
η αποτυχία της νύχτας συρρικνώνεται
η λεπτότητα του κορμιού
η θεληματικότητα ενός αέναου ερωτισμού
“Για πού είμαστε απόψε”
ξεσπούν από οικειότητα σ’ έναν ευαίσθητο θώρακα
που απορροφά και εκπέμπει
στη διαβάθμιση κάθε μικρότητας.

*

ΦΩΤΟΓΡΑΜΜΑΤΑ

Ο τοίχος αντιπαραθέτει
μια πρόκληση στην άπνοια,
κεντρίζει τις αισθήσεις,
τη σπανιότητα του αίματος,
στενεύουν τ’ απογεύματα,
τα ημίφωτα των εσωτερικών διαδρόμων.

Σαν εξαϋλωμένα φωτογράμματα
που επιχρωματίζονται
κυριευμένα απ’ τους χώρους των μεταμφιέσεων
τα δικά τους μοντέλα.

*Από τη συλλογή “Η διεύλεση”, εκδ. Εριφύλη, Αθήνα 2001.

Ivana Jovanovska, Сношти сонив војна / Last night I dreamt of war / Είδα στον ύπνο μου έναν πόλεμο

СНОШТИ СОНИВ ВОЈНА

Сношти сонив војна
што раѓа апокалипса во делови.
 
Штом сонувам војна
го преуредувам подрумот како засолниште.
Денес оставив три везени пиперки долу
и на дрвениот ковчег
во ново писмо што му го пикнав
му кажав дека е безбеден.
Проверив дали стариот душек
е изеден од глувците,
и на постојните залихи
додадов нова количина страв.
 
Скоро секогаш сонувам војна
и на календарот прецртувам
ден по ден.
Во меѓувреме,
пијам повеќе,
јадам со сласт,
дишам повеќе од препорачаното.
И молчам,
колку што ми е дозволено.

LAST NIGHT I DREAMT OF WAR 

Last night I dreamt of war
giving birth to an apocalypse in pieces.
 
When I dream of war
I rearrange my basement into a shelter.
Today I left three embroidered peppers down there [1]
and to the wooden chest,
in a new letter which I slipped inside it,
told it that it is safe and sound.
I checked whether the old mattress
had been eaten by rats,
and to the existing supplies
I added a new supply of fear.
 
I dream of war almost always
and on a calendar, I cross off
one day after the other.
In the meantime,
I drink more,
I eat zestfully,
I breathe more than what is recommended.
I also keep quiet,
as much as I am permitted.
 
[1] Embroidered pepper is a unique type of Macedonian pepper with very specific fruit appearance, taste and use. The name is derived from their intricately scarred skin that appears to be threaded. (TN)

Translated by Gorjan Kostovski

ΕΙΔΑ ΣΤΟΝ ΥΠΝΟ ΜΟΥ ΠΟΛΕΜΟ

Χθες βράδυ είδα στον ύπνο μου έναν πόλεμο
Που γέννησε μια αποκάλυψη σε επεισόδια.

Όταν βλέπω στον ύπνο μου πόλεμο,
μετατρέπω ξανά το υπόγειο σε καταφύγιο.
Σήμερα άφησα εκεί κάτω τρεις πιπεριές
και πάνω στο ξύλινο φέρετρο έγραψα ότι το καταφύγιο
είναι ασφαλές.
Έλεγξα αν το παλιό στρώμα
είχε φαγωθεί απ΄ τα ίδια ποντίκια
και στα υπάρχοντα αποθέματα
πρόσθεσα ακόμα περισσότερο φόβο.

Στον ύπνο μου βλέπω σχεδόν πάντα πόλεμο
και στο ημερολόγιο διαγράφω την κάθε μέρα.
Στο μεταξύ,
πίνω περισσότερο,
απολαμβάνω το φαγητό,
αναπνέω περισσότερο απ’ το προτεινόμενο.
Και σωπαίνω όσο μου επιτρέπεται.

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Τεφλόν”, Νο 27, Καλοκαίρι – Φθινόπωρο 2022, σελ. 82.
Μετάφραση: Βίκτωρας Ηλιόπουλος.

Γιάννα Μπούκοβα, Ο ελάχιστος κήπος

Άνοιξες την πόρτα
και ήταν που λες μέσα η νύχτα
παγιδευμένη
χωρίς ψωμί για βδομάδες ολόκληρες
Τέτοιος άνθρωπος είσαι
αφήνεις τις βρύσες ανοιχτές
τις πληγές να ματώνουν
φοράς τα γυαλιά σου ανάποδα
και με βλέπεις με τα παιδικά μου παπούτσια
και την κάλτσα κάτω απ’ το γόνατο
Ναι αλλά τα γόνατά μου μεγάλωσαν σαν της Αλίκης
πήρε ο κήπος μας φωτιά απ’ το πολύ φεγγάρι
και οι φωνές των καλεσμένων
ακόμα κυνηγάνε το γατάκι
μέσα στο πηγάδι
Τώρα βλέπω το δωμάτιο
κάπου από ψηλά
μικρό στο βάθος το κρεβάτι μου
Άγρια πράγματα αποκρουστικά
προκρούστικα.

*”Ο ελάχιστος κήπος”, εκδ. Ίκαρος, 2005. Μετάφραση: Δημήτρης Άλλος.

Νατάλια Φιγκερόα Γκαγιάρδο, Ευλογίες 

Ευλογημένος ο θάνατός μου
ευλογημένη η λεπίδα του
κόβοντας το άπειρό μου
ευλογημένο μυστήριο του τέλους
σαν ένα όνειρο που τελειώνει ξαφνικά
ευλογημένος αυτός που τη ζωή πρέπει να τελειώσει

Και το χέρι του να ηρεμεί τον ρυθμό μου
το φύσημα του να μου καθαρίζει το νου
ζυγαριά όπου ταπεινώνομαι
και ο καημός μου, πίσω

Ευλογημένος ο θάνατός μου
ευλογημένες οι δυνάμεις του για να επιβληθώ στη μέρα
και το κεφάλι μου απ’ όπου τρέχει νερό
και οι ώμοι μου να συγκρατούν τον άνεμο
ευλογημένη η οδός που οδηγεί στη νεκροκεφαλή.

*Από τη ποιητική συλλογή “Πειραματισμοί γύρω από την επανάληψη των ημερών” (LaMano, 2021). Μετάφραση: Σταύρος Κάσσης.

**Αναδημοσίευση από εδώ: https://poiimata.com/2023/06/08/eulogies-figeroa/