Queer γεωγραφίες στην ποίηση του Νικόλα Κουτσοδόντη
Χάρης Οταμπάσης*
Κοιτάζοντας πέρα από την κατασκευή ενός και μόνο εαυτού, τα έργα του Κουτσοδόντη αποκτούν κοινωνική και πολιτική σήμανση, με το αφηγηματικό υποκείμενο να συνδιαλέγεται κάθε φορά με την κοινότητα στην οποία ανήκει. Με τρόπο ανάλογο, οι αναφορές του ποιητή στην χαρτογράφηση και τη δημιουργία ορατών queer χώρων επιτρέπουν την εδραίωση μιας συλλογικής ταυτότητας, κοινότητας, ιστορίας και ανήκειν.
Χαλκομανία
Νικόλας Κουτσοδόντης
Ενύπνιον 2017 | 62 σελίδες
Μόνο κανέναν μη μου φέρεις σπίτι
Νικόλας Κουτσοδόντης
Θράκα 2021 | 64 σελίδες
Κύριο μέλημα των queer γεωγραφιών (queer geographies) είναι ο κρίσιμος ρόλος του τόπου και του χώρου στην παραγωγή σεξουαλικών ταυτοτήτων, πρακτικών, κοινοτήτων, υποκειμενικοτήτων, καθώς και ενσωματώσεων.[1] Στη μελέτη του queer χώρου περιλαμβάνεται η τοποθεσία, η φύση και ο ορισμός του χώρου, η ιστορία και οι αναμνήσεις του, τα γεγονότα και οι υποκουλτούρες, και φυσικά η σχέση μεταξύ του χώρου και της κοινωνικής δικαιοσύνης. Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως κατά την μελέτη του χώρου γύρω μας, μια ανάλυση μέσω ενός queer φακού προσθέτει επιπλέον στρώματα νοήματος, καθώς διερευνούμε πώς τα queer άτομα αλληλεπιδρούν, διαμορφώνουν και διαμορφώνονται από τον χώρο που κατοικούν.[2]
Κατά συνέπεια, εκείνο που φαίνεται να έχει μεγαλύτερη αξία όλων είναι ο τρόπος με τον οποίο τα queer άτομα και οι queer κοινότητες διαταράσσουν το κυρίαρχο και ετεροκανονικό αφήγημα στη γεωγραφία, εισάγοντας έννοιες της σεξουαλικότητας και της ταυτότητας φύλου στη γεωγραφική ατζέντα. Για παράδειγμα, είτε κάνουμε αναφορά σε χώρους εύρεσης εφήμερων ερωτικών συντρόφων και ευκαιριακού σεξ (βλ. cruising – πάρκα, πλατείες, σινεμά, γυμναστήρια, λιμάνια, σταθμοί αναχώρησης, δημόσια ουρητήρια κ.ά.) είτε σε χώρους «ντουλάπας», οι αλληλεπιδράσεις της σεξουαλικότητας και του χώρου στην κλίμακα του σώματος, της οικίας, της πόλης και του έθνους-κράτους φαίνεται να αποκτούν συνεχώς νέες ερμηνείες, συμφραζόμενα και συσχετισμούς.[3]
Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω διαβάζουμε το ποιητικό έργο του Νικόλα Κουτσοδόντη, συγκεκριμένα τις δύο συλλογές ποιημάτων του ίδιου Χαλκομανία (Εντύποις, 2017) και Μόνο κανέναν μη μου φέρεις σπίτι (Θράκα, 2021). Στα κείμενα των δύο αυτών έργων εντοπίζουμε μια θεμελιώδη συστατική σχέση του τόπου και του χώρου στην οικοδόμηση των φύλων, των ταυτοτήτων και των σεξουαλικότητων. «Πατήσια», «Πειραιάς, οδός Ψαρρών», «Αμπελόκηποι, σε μια οδό», «Αθήνα, Αύγουστος» και Αχαρνών» είναι μόνο μερικοί τίτλοι ποιημάτων από την πρώτη συλλογή του Κουτσοδόντη, με τη Βαρβάρα Ρούσσου να υπογραμμίζει πως πρόκειται για «ποιήματα-ενσταντανέ μικρές περιηγήσεις ενός νέου στην Αθήνα, με το κινητό στο χέρι, να περνάει κουνημένα από πλάνο σε πλάνο […] με το πλήθος των ταυτοτήτων που συλλαμβάνει το ποιητικό βλέμμα να επιτείνει τη ρευστότητα και την αίσθηση αποξένωσης».[4] Πέρα όμως από το αισθητικό και συναισθηματικό βάρος, παρατηρούμε μια «queer αναζήτηση για ταυτότητα» εμφανώς πολιτική,[5] με τον ποιητή να περιγράφει ένα εν εξελίξει ταξίδι, μεταβαίνοντας από την ομοφοβική και κλειστή επαρχία, εν προκειμένω της Άνδρου, σε ένα πιο συμπεριληπτικό μέρος όπως η Αθήνα, με σκοπό να αναπτύξει και να εκφράσει με μεγαλύτερη ασφάλεια την ταυτότητά του. Κάτω από ποιους όρους, όμως, γίνεται αυτή η μετα-κίνηση, ενώ τι ποσοστό αποδοχής, ασφάλειας και ορατότητας μπορεί να έχει ένα queer άτομο στην πόλη;
Αναλυτικότερα, η «μητρική αγκαλιά» του νησιού της Άνδρου, κατ’ επέκταση η γονεϊκή εστία, μπορεί σε ένα πρώτο επίπεδο να ερμηνεύεται ως καταφύγιο και ένας χώρος ασφάλειας, σε ένα δεύτερο όμως διαπιστώνεται πως η ιερότητα της οικίας αυτής μπορεί να μην ισχύει για το queer υποκείμενο, καθώς υπόκειται εξίσου στον έλεγχο και τους κανονισμούς που αντιμετωπίζει στους δημόσιους χώρους.[6] Διαβάζουμε χαρακτηριστικά τα ποιήματα «Στο χωριό» και «Νησιωτική ηθική» από την πρώτη και δεύτερη συλλογή του Κουτσοδόντη αντίστοιχα:
Στο χωριό
Χτισμένες πέτρες και ταβάνια από κυπαρισσόξυλα
διάραχα σαφώς καθορισμένα
γεμάτα θάμνους κάππαρης
αιμασιές με τρόφιμα για πλοία
σκέφτομαι τα χέρια όσων πέρασαν
[…]
Πόσα ελάχιστα γνωρίζω για τον τόπο!
Μα όλο επειστρέφω φανερός πλάι στον Εμπειρίκο
[…]
ιδού η επιστροφή στην μητρική αγκαλιά
ιδού και ο έρως.
Βρήκα τόσο χώμα στο μυαλό μου
ναυτοχώρι Συνετί
με τα παιδικά μου δάκρυα καθώς αναχωρούσα
με τους παιδικούς εχθρούς και φίλους
που πια παντρεύονται, κάνουν παιδιά
και μεγαλώνουν
μα όλο επιστρέφουμε στις ίδιες καλαμιές
και αρχινάμε πόλεμο.
Άνδρος, Μάιος 2016
Νησιωτική ηθική
Αμέριμνα νησιά. Ήταν του καραβιού η άπαρση προλάβαν το παιδί και είχε στη
σχολική του τσάντα αγνώστου προορισμού εισιτήριο. Προς άλλο νησί προς την
ηπειρωτική Ελλάδα – μακριά από δω – το αποκληρωμένο το που δε θα παντρευτεί
δε θα προσφέρει τσιρίδες δυνατές στο σπίτι προς χαράν των παππούδων. Η μάνα
καραμούζα ούρλιαζε φέρτε τον γυρίστε τον μου πίσω και να η πεθερά που θα ‘χε
καταγγείλει στις αρχές έστω κι ένα χαστούκι και να η αποθαλασσιά στων αδελφών
του τα δωμάτια. Είχε πει κάλλιο στο βένθος των νερών να τον δει παρά πολλών
γενιών λογιστών τ’ όνομα να λερώσει. Εκεί στη σκουριασμένη δέστρα κάθισε τον
κώλο του εκεί τον βρήκε ο πατέρας χίλιες υποσχέσεις για παράβλεψη. Έλα γύρνα
στα τυροπιτάκια της μαμάς. Δε σε κρίνω μόνο κανέναν μη μου φέρεις σπίτι και
μόνος να θυμάσαι θα πεθάνεις.
Στο δεύτερο ποίημα, το οποίο διαβάζεται και ως συνέχεια του πρώτου, ο gay γιος της οικογένειας βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση με την ανδρική του ταυτότητα, σε πλήρη αντίθεση με τον φυσικό και κοινωνικό του σκοπό, που δεν είναι άλλος από την αναπαραγωγή. Αποκληρωμένος πλέον, έχει να διαχειριστεί και την απαγόρευση του πατέρα-νόμου να υποδέχεται ερωτικούς συντρόφους στην οικογενειακή εστία, ενώ παράλληλα βαριά είναι η υπενθύμιση-απειλή του μοναχικού θανάτου.[7] Με λίγα λόγια, η ρητορική που αναπτύσσουν τα μέλη της οικογένειας και οι απαγορεύσεις που εφαρμόζουν ανταποκρίνονται στο ίδιο μοντέλο που κυριαρχεί για την αντιμετώπιση της ομοφυλοφιλίας και της queer ζωής στον δημόσιο λόγο και χώρο.
Την επισφάλεια που βιώνουν τα queer άτομα στον δημόσιο χώρο προβάλλει με τον καλύτερο τρόπο το εκτενές ποίημα «Zackie Oh» της δεύτερης συλλογής του Κουτσοδόντη:
Zackie Oh
Πολύ φως παρά τα σύννεφα
μεγάλα σαν πόδια αντρικά
τσουρέκια φουσκωμένα τα στήθια
στου Βενέτη τη βιτρίνα ένας στο στόμα
ενοχλημένος με μιαν άφτρα
ο γιος του με την πρωινή του σηκωμάρα
σχόλαγε σε καμιά ώρα
μάγουλα καθαρά θυμίζουνε βιβλία αυτοβελτίωσης
φτωχομπινέδες που διαβάζουνε «Εφοπλιστή»
χαφιέδες με την Παναγιά για φοροτεχνικό
Zackie Oh, δεκαοκτώ βραζιλιάνες τρανς σου
δείχνουνε
τις σφαίρες στο κορμί
Zackie Oh, άκου το τραγούδι του Ζελίμ
κρυμμένο σε τσετσένικο χωράφι
Zackie Oh είχε Τόσκα στην όπερα καθώς
πυροβολούσανε τον Μίλκ
Zackie Oh, ο Κέβιν ήταν ράπερ στο Πουέρτο Ρίκο
Zackie Oh, ο Μάθιου Σέπαρντ έγινε το πιο πορφυρό
σκιάχτρο στο Γουαϊόμινγκ
Zackie Oh ο Τζο Ρόουζ απ’ το Μόντρεαλ είχε
φούξια μαλλί
Zackie Oh, σαράντα εννιά χορεύουν στο Ορλάντο
τη Ριάνα
Zackie Oh στο Παγκράτι ρίχνουνε χλωρίνη
στα ζευγάρια
[…]
Zackie Oh είναι μέσα του Σεπτέμβρη του Σταυρού
και στο λύκειο ένας παπάς με τρόμαξε
με παραμύθια για πανέμορφους αγγέλους
που προσγειώθηκαν στη γη και θα τους
βίαζαν οι πούστηδες
Zackie Oh, το μαχαίρι δεν είχε ποτέ
δικό μας αποτύπωμα
[…]
Zackie Oh, σ’ ένα σπίτι στου Γκύζη ξάπλωσα
μ’ ένα σγουρόμαλλο αγόρι
στο στήθος μου είχε κουρνιάσει
με τα μάτια ανοιχτά – Φοβόταν μην τον κλέψω
Zackie Oh χάρισα ένα τριαντάφυλλο στο αγόρι
όταν πέθανε ο παππούς του
έκλαιγε σαν παιδί στη Μόρια
Zackie Oh δεν με ξαπλώνουνε αμαχητί
στη Γλάδστωνος.
Το εν λόγω ποίημα, που σύμφωνα με τον Παναγιώτη Ελ Γκεντί συνιστά έναν μαχητικό queer θρήνο, «έχει ως κέντρο του το αγωνιστικό πένθος που διακατέχει τις queer και μη υποκειμενικότητες από τη δολοφονία του/της Ζακ Κωστόπουλου/Zackie Oh και εντεύθεν για απόδοση δικαιοσύνης».[8] Ο ίδιος μελετητής συμπληρώνει πως πρόκειται για μία από τις συγκλονιστικότερες στιγμές της σύγχρονης queer ποίησης και ίσως το απαύγασμα ενός τραυματισμένου «εμείς», το οποίο διεκδικεί το δικαίωμα σε μια ζωή άξια να βιωθεί. Πράγματι, σαν προσκλητήριο νεκρών το ποίημα αυτό καταγράφει τα ονόματα των αδικοχαμένων μελών της παγκόσμιας LGBTIQ+ κοινότητας, καθώς και επιθέσεις κατά αυτών σε δημόσιους χώρους. Από τους ανώνυμους νεκρούς στο gay νυχτερινό κέντρο Pulse του Ορλάντο των Ηνωμένων Πολιτειών το 2016, μέχρι τη δολοφονία του gay ράπερ Kevin Fret το 2019, που πυροβολήθηκε οκτώ φορές στην πρωτεύουσα του Πουέρτο Ρίκο, από τον Τσετσένο τραγουδιστή Zelim Bakaev που αγνοείται από τον Αύγουστο του 2017, ενώ πιστεύεται ότι βασανίστηκε και δολοφονήθηκε από τις αρχές της Τσετσενίας ως μέρος της συστηματικής δίωξης gay ανδρών από τη χώρα, μέχρι τον Matthew Shepard, Αμερικανό φοιτητή που ξυλοκοπήθηκε, βασανίστηκε και αφέθηκε να πεθάνει σε μια απομονωμένη αγροτική περιοχή το 1998, από την ομοφοβική επίθεση εναντίον δύο ανδρών στο Παγκράτι από ομάδα δέκα ανδρών που τους έριξε χλωρίνη το 2014, μέχρι και την άγρια δολοφονία του Ζακ Κωστόπουλου στη Γλάδστωνος τον Σεπτέμβριο του 2018, κανένα queer υποκείμενο δεν μπορεί να νιώθει ασφαλές ούτε σε χώρους πιο οικείους για την κοινότητα, όπως είναι τα gay μπαρ, ούτε στον δημόσιο χώρο ο οποίος νοείται βαθιά ετεροκανονικός και κατασταλτικός.[9]
Κοιτάζοντας πέρα από την κατασκευή ενός και μόνο εαυτού, τα έργα του Κουτσοδόντη αποκτούν κοινωνική και πολιτική σήμανση, με το αφηγηματικό υποκείμενο να συνδιαλέγεται κάθε φορά με την κοινότητα στην οποία ανήκει. Με τρόπο ανάλογο, οι αναφορές του ποιητή στην χαρτογράφηση και τη δημιουργία ορατών queer χώρων επιτρέπουν την εδραίωση μιας συλλογικής ταυτότητας, κοινότητας, ιστορίας και ανήκειν. Δυστυχώς, σε μεγάλο βαθμό οι χώροι αυτοί παραμένουν ιδιωτικοί, όπως συμβαίνει στα ποιήματα «Αμπελόκηποι, σε μια οδό» (Χαλκομανία) και «Οδός Αραχώβης, Εξάρχεια» (Μόνο κανέναν μη φέρεις σπίτι), στα οποία εικονογραφείται η καθημερινότητα δύο gay ζευγαριών. Έως ότου μάθουμε τους ακριβείς αριθμούς των παραπάνω οδών, τα queer άτομα ανά τον κόσμο θα αναζητούν χώρους χωρίς βία και ελεύθερους να εκφράσουν την ταυτότητα και τη ρευστότητά τους, διασφαλίζοντας έτσι και τη φυσική τους επιβίωση.
*Αναδημοσίευση από εδώ: https://marginalia.gr/arthro/queer-geografies-stin-poiisi-toy-nikola-koytsodonti/
Γιώργος Αναγνώστου, Train of Thought in the Era of Covid
Περίπατος καθημερινός
Προσεκτικά επιλεγμένος, συμβολικός.
Την σιδηροδρομική γραμμή παράλληλα ακολουθώ
Πάνω στο μίλι στροφή δεξιά
Αμέσως μετά και πάλι δεξιά
Την σιδηροδρομική γραμμή παράλληλα ακολουθώ
Πάνω στο μίλι στροφή δεξιά
Αμέσως μετά και πάλι δεξιά
Nα κλείσει επιμελώς ο κύκλος
Τέλειο παραλληλόγραμμο
Ο τομέας που μου έχω αναθέσει.
Τελετουργική πειθαρχία
Λειτουργική φρουρά.
Τις ράγες επιβλέπω
Το πέρασμα απρόσκοπτο να είναι.
Οι διαβάσεις απόλυτα ομαλές
Παράλληλα ανοίγματα διαπεραστικά.
Ανεξάντλητοι οι ορίζοντες.
Και αν πέρασμα αμαξοστοιχίας
Χάρη μου κάνει την γεωμετρία της Ρουτίνας να θρυμματίσει
Τρελαίνομαι, ανεξέλεγκτα χοροπηδώ
Διπλώνομαι στα δυο
Σε παραλήρημα χαιρετώ
«Πάρε με μαζί σου, πάρε με αλλού!»
Μα κι αυτά ξετρελαμένα, παρατηρώ
Φωνίτσες σε συγχρονισμό
«Πάρε μας μαζί σου, πάρε μας αλλού!»
Πλαστικές σημαίες με πάθος ξεδιπλώνουν εαυτούς
Ανάλαφρα με διαστέλλουν
Μια ιδέα εμφυσούν
Αυτά τουλάχιστον μπορούν (την ιδέα επιταχύνουν)
Από του σώματος την φυλακή ––την λιπαρή ασφυξία
Να δραπετεύσουν
Τα γάντια προστασίας, η μάσκα
Καβάλα στα βαγόνια ––Yeehaw! Yeehaw!
Αγγελική Κουντουράκη, Με το θάνατό σου έμαθα
Με το θάνατό σου έμαθα
ότι οι άνθρωποι δεν είναι συνεπείς στα ραντεβού τους
Φτάνουν πάντα μισή ώρα αργότερα
Φτάνουν όταν έχει παίξει το πρώτο κομμάτι
Ενώ ήδη έχει ειπωθεί η πρώτη ατάκα
Έμαθα πως τα βράδια θέλουν τη συνήθεια του κλουβιού
μισώντας την ελευθερία του ανοιχτού παράθυρου
Για να αντέξεις ξαπλώνεις μόνος
ξεχνώντας το πρώτο ήλιο το ξημέρωμα
τα πλεγμένα σε πολεμικό χορό άκρα
Πως το σώμα συνηθίζει στα περισσεύματα της μέρας
ξεπουλώντας τις βαθιές ώρες της ελευθερίας που του έταξαν
για να μην λυπάται τις αναγούλες της πείνας
Μόνο να εκλιπαρεί την ελεημοσύνη του δυνάστη
στη πράξη αφαίρεσης των μελών του
Έμαθα πως η φυγή ορίζει τον χρόνο στο άπειρο
ενώ η λεπίδα της αλήθειας αγγίζει την καρωτίδα
Για να σταθεί ο κόσμος ανάποδα
ανώφελα να ψυχορραγεί
χωρίς περιθώρια προδοσίας
Πως η πραγματικότητα είναι χειρότερη από τους εφιάλτες
Για να παραμένει ζωντανή
ορίζεται μέδουσα με όρεξη για εκδίκηση
Χωρίς προσδοκίες
η απόγνωση ξεγελιέται
Με το θάνατο σου έμαθα
πως τα διλήμματα σκοτώνουν
και φτάνουν πάντα στην ώρα τους.
*Από τη συλλογή “Nigredo”, ΑΩ Εκδόσεις, 2023.
Μάτση Χατζηλαζάρου, Νεκρή φύση
Η κουρτίνα γαλακτόχρωμη απ’ το φανάρι του δρόμου και βλέπω το
τραπέζι με τις τάβλες κατεβασμένες μπρος στο παράθυρο πότε
σταματήσαμε να λέμε τα αυγά μάτια ή οι μαργαρίτες τις αβίαστες
αρμαθιές απ’ τα λόγια μας ως τα πέρατα ήτανε αυτές συμπαιγνίες
ζέστης κατάσαρκης και τότε χρώματα τροπές ξεκαρδίζονται
τράβα τράβα το χερούλι πλατύφυλλο βασιλικό και χαρταετούς
ξαναθυμάμαι και βλέμματα υγρές μουσούδες πάνω στα γόνατά μας
τώρα ποια αδράνεια ασάλευτη πνίγει το δωμάτιό μου ολόκληρη
μια νύχτα χτυπήθηκα ΜΟΝΗ πάνω σε αντικείμενα ξοφλημένα το
τραπέζι η κουρτίνα και το φως του φαναριού σεληνιακά αντανακλούν
τα κύματα της θλίψης ο ορίζοντας αισθάνουμαι πως τορνεύει
μια υπερμεγέθη γαβάθα τα τοιχώματά της είναι λεία από αρνήσεις
άλλη από μένα λέω στο συφοριασμένο εαυτό μου θα ‘ναι το σαρκώδες
νούφαρο που για κείνην τορνεύει ο ορίζοντας τα μεγάλα
γυαλιστερά φύλλα του όλο σ’ επιφάνεια παραδίνονται στα ασάλευτα
νερά δίχως ένα λυγμό ανάμνησης
*Από την ενότητα “Τα λόγια έχουν κρόσσια”, που περιλαμβάνεται στο συλλογικό τόμο “Ποιήματα 1944-1985”, εκδ. Ίκαρος 2021.
Κατερίνα Κατσίρη, Να γράψεις κάποτε
Να γράψεις κάποτε πως ονειρεύτηκα μια μικρή βροχή
να ’σπαγε τα χέρια μου, την ονειρεύτηκα πολύ σκαλίζοντας
τις λέξεις, οι λέξεις μου δυόμισι βήματα απ’ το θεό
που σύρθηκε στη σκόνη
και θάμπωσε τα λαμπερά μου μάτια
Να γράψεις και για τη σιωπή, ζεσταίνει όσο και να πεις τις λέξεις
που ’χουν μείνει, μίτρες από τη μήτρα τις αντέγραψα
δύσκολα ξεχνιούνται την ώρα του επισκεπτηρίου
Έτσι να το γράψεις στους τοίχους
Μόνο μην κλάψεις χαμηλώνοντας τα γράμματα
και χαρακώσουν θάνατο οι σκουριές
Να γράψεις κάποτε σαν χάδι, μυρίζοντας τις τσέπες μου
έτσι να γράψεις και ας ανάβει νύχτα η βροχή
*Το ποίημα πάρθηκε από εδώ: http://aoratatopia.blogspot.com/search?updated-max=2012-04-07T05:14:00%2B02:00&max-results=2&start=4&by-date=false
Νίκος Σφαμένος, ακινησία
ήταν πράγματι
ανυπόφορος
αυτός ο καύσωνας
ο κυρ Στρατής
γύριζε μόνος
«ε, και τι να κάνω στο σπίτι»
μικροί τσιγγάνοι
κρυβόταν στους θάμνους
του κήπου
ένας αλήτης κάτι μουρμούριζε
κοιτώντας τις βιτρίνες
δύο τουρίστες ρωτούσαν για
τις καλύτερες παραλίες
έξω απ΄το ταξιδιωτικό
γραφείο
ένας γέρος
κοίταζε ώρα ακίνητος
τα δρομολόγια των πλοίων
Κωστής Τριανταφύλλου, Το κόκκινο ποίημα
Λεωνίδας Καζάσης, Εξαπίνης διαπίστωση – ομολογία
Ξεκίνησα από το πανδοχείο, όπου διέμενα έξω από την, Μονεμβασία, την συνηθισμένη ( μετά την κολύμβηση στη θάλασσα ), πεζοπορία, προς, την Μονεμβασία, προς ανεύρεσιν τροφής και, κατόπιν,την ανάβαση προς το κάστρο. Το απόγευμα εκείνο, το Σεπτεμβριάτικο, έτεινε προς το τέλος.
Η Μονεμβασία, με την άγρια, ατίθαση, μα γητευτική αρμονία της, παντεπόπτης καιρών, εποχών, διακυμάνσεων αλός αλαλαγμών, εθώπευε ιδιόρρυθμα την πλάση! Της θεάσεως ερωμένη αναντικατάστατη! Κι εγώ φιλόδοξος, υποψήφιος εραστής της, προσπαθούσα, με όλη την δύναμη των αισθήσεών μου, που, την νόηση δελέαζαν, να εισχωρήσω μέσα της, αφομοιώνοντας, μα τι λέω ; Αφομοιωνόμενος, αφομοιωμένος από αυτήν.
Καθώς αγνάντευα, πεζοπορώντας, ατενίζοντας ορίζοντες ουράνιους, θαλάσσιους, ορεσίβιους, μα ορεογράφους, απογειονώμενος από την ευτελή – αβίωτη του άστεως πραγματικότητα, από απόλαυση φτερουγίζοντας! Φθάνοντας στα πρώτα σπίτια, τής Μονεμβασίας, αντικρίζω ένα νεογέννητο γαλής χρώματος καφετή, αποχρώσεως ανοιχτής, ματωμένο στο πρόσωπο, να σπαρταρά στην μέση του ασφαλτοστρωμένου δρόμου. Συγκλονισμένος από το θέαμα τής ζωής που σπαρταρούσε, προσπαθώντας, από κάπου να κρατηθεί – αλλά, πάντα, θωρακισμένος, όπως ευθύς θα αποδειχθεί από την άστοργη – ανήλεη υπεροψία προς το ζωϊκό βασίλειο, με την οποίαν οι πολιτισμένοι γαλουχούνται – περπάτησα προς την μέση του δρόμου, ζυγώνοντας το ματωμένο νεογνό που ψυχορραγούσε. Έτσι, βλέποντας εμένα αποσβολωμένο, οι οδηγοί τών διερχομένων αυτοκινήτων ελάττωναν ταχύτητα, για να δουν τι είχε συμβεί, φεύγοντας αμέσως, με της λυπημένης περιέργειας την συγκαλυμμένη αδιαφορία.
Με μία δεύτερη σκέψη, και, παρατηρώντας την υπέρμετρη ταχύτητα των οδηγών, αντελείφθην, ότι, εάν παρέμενε το ψυχορραγούν γατάκι στην μέση του δρόμου, θα το αποτελείωναν οι οδηγοί των αυτοκινήτων που έτρεχαν – ελπίζοντας στης ταχύτητος τον ίλιγγο, για να βγουν στην έξοδο τής αδιέξοδης πραγματικότητος, που, επέλεξαν να ζουν – σβήνοντας και τις ελάχιστες ελπίδες ζωής, που, το νεογέννητο γατάκι είχε.
Πιάνοντάς το λοιπόν από την ουρά – η πρώτη απόδειξη τής σκληρής, απόμακρης διαθέσεώς μου, ενώ θα μπορούσα, να το πιάσω ζεστά από την ραχοκοκαλιά του μικρού σώματός του – σήκωσα της γαλής την γέννα, μεταφέροντάς την, από την μέση του ασφαλτόδρομου, στην γειτονική, χωμάτινη γη, και, αναίσχυντα ευφησυχασμένος, συνέχισα την πεζή πορεία μου, προς, την Μονεμβασία, επικοινωνώντας διά της περιττής, επιβλαβούς κινητής τηλεφωνίας με την εξαδέλφη μου, συνδιαλεγόμενος αρκετή ώρα μαζί της. Κατόπιν, ίσως, ασύνειδα, λόγω εντάσεως της συνδιαλέξεως με την εξαδέλφη μου, αλλά, και λόγω της συναισθηματικής φορτίσεως, τής εκπορευομένης τού προ ολίγης ώρας δραματικού συμβάντος, του οποίου μάρτυρας αυτόπτης υπήρξα, άλλαξα το πρόγραμμά μου, κατευθυνόμενος προς το κάστρο, διανύοντας μία διαδρομή συναισθηματικής – πνευματικής εγρηγόρσεως, όπως η ανάβασις έως την είσοδο του κάστρου την καθιστά.
Φθάνοντας στην είσοδο, την διέβην. Μπαίνοντας στο κάστρο, και, ατενίζοντας από τα διάφορα σημεία του τους εμπνευστές ορίζοντες, βγήκα από αυτό, κατηφορίζοντας, προς την νεώτερη Μονεμβασία, προς αναζήτησιν τροφής και κορεσμού της πείνας μου.
Καθώς κατέβαινα, σκέψεις οχληρές, αιχμηρές άρχισαν, να κεντρίζουν την συνείδησή μου: “Εάν το νεογέννητο αυτό πλάσμα προερχόταν από ανθρώπινο θηλυκό, θα το εγκατέλειπες, μεταφέροντάς το στο χώμα, αφήνοντάς το, αιμόφυρτο να ψυχορραγεί; Σε ερωτώ, θα το εγκατέλειπες; Ασφαλώς όχι! Θα έτρεχες σαν τρελός, παίρνοντάς το στην αγκαλιά σου, και, θα ζητούσες, επίμονα, και, εάν χρειαζόταν, αγρίως, απειλητικώς, βοήθεια.
Όμως, αυτό το πλάσμα προέρχεται από μία γαλή και όχι από άνθρωπο, γι’ αυτό, πολύ του είναι, που, το τράβηξες από τον βέβαιο θάνατο του ασφαλτόδρομου, ρίχνοντάς το στο χώμα, αφήνοντάς το!
Ο υπεροπτικός, εγκληματικός ρατσισμός μου σε όλο το μεγαλείο του!
Άλλο ο άνθρωπος, άλλο το ζώο! Η ανθρώπινη ζωή αξίζει πολύ περισσότερο από την ζωή ενός ζώου, γι’ αυτό άλλωστε με κοιτούν, απορώντας – εάν όχι μειδιώντας μέσα τους – όταν λέγω, ότι εδώ και ένα χρόνο διατρέφομαι αναίμακτα, δίχως αίμα και πόνο ζώων”.
Δυστυχώς, αυτή η σκέψη υποτιμήσεως της ζωής και της παρουσίας των συνοίκων μας – μελών του ζωϊκού βασιλείου στον πλανήτη που, σε ιδεολογία έχει αναχθεί, με κατηύθυνε ακόμη, και, όταν η συνείδησή μου επενέβη, ώστε να αποφασίσω, να επιστρέψω στο γατάκι, διακομίζοντάς το.
Θα επέστρεφα στο γατάκι, αφού πρώτα απολάμβανα το φαγητό, και τα εύγευστα παγωτά ζαχαροπλαστείου στο κέντρο τής εκτός κάστρου Μονεμβασίας, και, αφού, θα είχαν περάσει, τουλάχιστον, τρεις ώρες από την στιγμή που βρήκα το γατάκι ετοιμοθάνατο.
Η εγκληματική – ρατσιστική ολιγωρία τής ανθρωπιάς μου!
Είχα βέβαια τής αντιφάσεως το θράσος, αφού έφθασα στο κέντρο τής Μονεμβασίας, πριν καθίσω να φάω, να ρωτώ στα φαρμακεία και τους περαστικούς, εάν υπάρχουν προϋποθέσεις ιατρικής περιθάλψεώς του, στην Μονεμβασία.
Όταν εγεύθην τα παγωτά, εξιστορώντας το περιστατικό στην εργαζόμενη στο ζαχαροπλαστείο, της εζήτησα μία χάρτινη σακούλα, μέσα στην οποία θα έβαζα το γατάκι – εάν το εύρισκα και, εφ’ όσον παρέμενε ζωντανό – την ρώτησα επίσης, εάν μπορούσε και, εάν ήξερε, να του προσφέρει τις πρώτες βοήθειες. Εκείνη μου είπε, ότι θα προσπαθούσε, να βρει κάποιον που να ξέρει, να το φροντίσει, ότι λυπόταν πολύ το γατάκι, αλλά δεν ήταν έτοιμη η ίδια, ώστε να σταθεί κοντά του, φροντίζοντάς το.
Έτσι παίρνοντας την χάρτινη σακούλα και έχοντας, για την καθημερινή, νυχτερινή πεζοπορία επιστροφής στο πανδοχείο, πάντα, φακό μαζί μου, ξεκίνησα για το σημείο, όπου το απόγευμα, είχα αφήσει το πληγωμένο, αιμόφυρτο, ψυχορραγούν γατάκι.
Η ένοχη ολιγωρία μου τώρα ανησυχούσε, τρόμαζε εμπρός στο αμείλικτο ερώτημα, εάν, και σε ποιά κατάσταση θα εύρισκα το γατάκι.
Μετά από αργό, ανιχνευτικό μέσα στη νύχτα περπάτημα μισής ώρας, βρήκα το γατάκι να ψυχορραγεί, όπως το είχα αφήσει.
Άφωνος από χαράς συγκίνηση ένοχη, το έβαλα στην χάρτινη του ζαχαροπλαστείου σακούλα και, κοιτώντας επίμονα στον σκοτεινό ουρανό, άρχισα, να βαδίζω προς το ζαχαροπλαστείο. Όταν έφθασα, είπα στην ζαχαροπλάστησα ζωηρά: “Το βρήκα ζωντανό ευτυχώς! Μήπως υπάρχει κάποιος που μπορεί, να το βοηθήσει;” Η εργαζόμενη μου έδειξε μία κυρία που καθόταν στις εξωτερικές καρέκλες του ζαχαροπλαστείου,συνομιλώντας με δύο γνωστούς της, λέγοντάς μου: “Αυτή η κυρία έχει για κατοικίδιο, γάτα, και, ασφαλώς, μπορεί, να βοηθήσει”.
Πλησίασα την κυρία, και της είπα, όσα συνέβησαν, δίνοντάς της την σακούλα, όπου είχα βάλει το ψυχορραγούν γατάκι.
“Σας φαίνομαι αστείος, που κλαίω για ένα γατάκι”, αποκρίθηκα, όταν ο ένας από τους δύο ομοτράπεζους τής κυρίας έκρυψε το πρόσωπό του, γελώντας με την φωνή μου, που, από τις εντάσεις, τής ενοχής μου από την μία, και τη λύτρωση από την χαρά που βρήκα το γατάκι ζωντανό από την άλλη, έχασε την πεποίθησή της και, αδύναμη παρέπαιε. Την ίδια στιγμή, η κυρία Νίκη, ψηλαφώντας το κεφάλι του νεογνού, είπε ότι είχε κρανιοεγκεφαλική κάκωση, και, πιθανόν, σε μερικές μέρες να κατέληγε. Προθυμοποιήθηκε, να το κρατήσει λίγες μέρες, παράσχοντας σε αυτό τις πρώτες βοήθειες, και, έπειτα, να το έστελνε στον κτηνίατρο, που είχε την έδρα του, στην γειτονική Νεάπολη.
Την ευχαρίστησα, και, μείναμε σύμφωνοι, να πάω την άλλη μέρα, να το δω. Την επομένη πήγα στον εργασιακό χώρο, της κυρίας Νίκης, και είδα το γατάκι, καθαρισμένο από τα αίματα, μέσα σε ένα χάρτινο “υποστατικό”, όπου εντός του υπήρχαν κούπες με νερό και τροφή. Η κυρία Νίκη, καθάρισε με οξυζενέ το πρόσωπο του νεογνού από τα αίματα, του έδωσε υγρή αντιβίωση, νερό διά σύριγγος, πολτοποιημένη τροφή και κορτιζόνη, για να μην πονά. Μου είπε δε, ότι θα κρατούσε το γατάκι στον εργασιακό χώρο της, αφού, πρώτα θα το εξέταζε ο κτηνίατρος.
Μετά από δύο μέρες μετέφερε το γατάκι, στην Νεάπολη, όπου ασκούσε το λειτούργημά του ο κτηνίατρος. Ο κτηνίατρος συμφώνησε με την εξ αγάπης φροντίδα προς τα ζώα, πείρας γνωμάτευση, της κυρίας Νίκης, περί κρανιοεγκεφαλικής κακώσεως, η οποία αιμάτωμα προκάλεσε. Έδωσε στο γατάκι και αυτός αντιβίωση, αφού του έβαλε ορό ενδοφλεβίως, αλλά το γατάκι κλυδωνιζόταν εκ νέου από υποθερμία’ ήταν ημερών, ζήτημα, εάν είχε κλείσει μήνα σε αυτή την ζωή, που δεν την άντεξε.
9/2022
Tόλης Νικηφόρου, ένα λιβάδι μέσα στην ομίχλη που ονειρεύεται…
Θα ξαναγεννηθούμε σε μιαν άλλη χώρα
θ’ ανακαλύψουμε και πάλι τις πρώτες λέξεις
και θα προφέρουμε περήφανα κάθε ελάχιστο αυτονόητο
στη γνώση μάταια θ’ αναζητήσουμε τον κόσμο
θα περιπλανηθούμε στους μεγάλους δρόμους
με τις σειρήνες μέσα στην ομίχλη
και κάποτε έκθαμβοι θα συναντήσουμε
την πρώτη μας αγάπη
στα μάτια μας θ’ αστράφτει
η ίδια προαιώνια λάμψη
τίποτα δεν θα θυμηθούμε και τίποτα
δε θα ‘χουμε ξεχάσει
*«Ένα λιβάδι στην ομίχλη που ονειρεύεται» 2002.
**Το ποίημα πάρθηκε από εδώ: https://christinehag.wordpress.com/2023/07/15/ena-livadi-stin-omixli-pou-oneirevetai/#like-5283











