Σαρκάζω το βίωμα και την εποχή για ν’ αποκαλύψω το βίωμα και την εποχή

(Νικόλας Κουτσοδόντης, Χαλκομανία, Εκδόσεις Εντύποις, Αθήνα 2017)

Παναγιώτης Μηλιώτης­*

Γεννημένος με ιαχές φιλάθλων στην εθνική επιτυχία / -ο πατέρας έκλαιγε πραγματικά στο επίτευγμα- / θερμοκοιτίδας θαλπωρή τονε συντρόφευε ως τη βαθειά εφηβεία / στην φυσαλίδα που ο κόσμος μας ημέρευε.

Οι παραπάνω στίχοι είναι απ’ το πρώτο ποίημα, της πρώτης ποιητικής συλλογής του Νικόλα Κουτσοδόντη: Χαλκομανία, κι αποτυπώνουν την αντίφαση ανάμεσα στην ύπαρξη του ανθρώπου, εννοώντας τις σωματικές, ψυχικές ικανότητες του ανθρώπου και τις ξεπερασμένες κοινωνικο-οικονομικές σχέσεις. Η ολόπλευρη ανάπτυξη του ανθρώπου συνθλίβεται μ’ έναν τρόπο όχι κραυγαλέα ορατό, μ’ έναν τρόπο τον οποίο δεν αντιλαμβάνονται οι «φίλαθλοι». Και πώς να τον αντιληφθούν αφού η εποχή γέννησης του ποιητή ήταν μια εποχή ανάπτυξης που ενσωμάτωσε τα «οπαδοποιημένα» θύματά της.

Έτσι, ξεκινά η πρώτη ποιητική συλλογή του Νικόλα Κουτσοδόντη η οποία συμπεριλήφθηκε στη βραχεία λίστα του περιοδικού Αναγνώστη τον Μάιο του 2018. Αφετηρία: ο προσδιορισμός της εποχής που γεννήθηκε αποκαλύπτοντας ότι η ανάπτυξη και η θαλπωρή στον καπιταλισμό είναι τυπική ποτέ ουσιαστική: Σ’ όλη την παιδικότητα άρχοντες, ρούχα και Free Willy / και ήταν να ωριμάσουμε σαν περιττοί, σαν ψύλλοι. Είναι να σε κυριεύει ανατριχίλα, τουλάχιστον όλους εμάς που αισθανθήκαμε ότι ωριμάσαμε σαν περιττοί, σαν ψύλλοι και είναι πιστεύω και η αιτία που κάποιοι από εμάς κυριευμένοι από τούτο το αίσθημα αποφασίσαμε ν’ αντιστεκόμαστε και να ωριμάζουμε καταλαβαίνοντας με κόπο τους μηχανισμούς χειραγώγησης της συνείδησης κατά την ενηλικίωση μέσα σε μια εποχή φαινομενικής θαλπωρής και φροντίδας. Ο Κουτσοδόντης δημιουργεί μ’ έναν πολυσύλλαβο, ιαμβικό στίχο, τον κατεξοχήν ρυθμό της προφορικότητας. Με τόνο σαρκαστικό κι οξύ σχεδόν στα όρια της αυθάδειας αναγγέλλει με τρόπο οραματικό: Όταν χτυπά η καμπάνα / οι ζωντανοί δεν έχουν απώλειες / -μην πάει το μυαλό σας κατά κει. / Μόνο τα παιδικά μας χρόνια βάζουν άμφια / και τα βαθιά χαμόγελα των ιερέων / μπουκώνουνε με λίπος. Ακόμη ένα εύστοχο ποίημα του Νικόλα Κουτσοδόντη για τα παιδικά χρόνια. Φυσικά σε νεαρή ηλικία δύσκολα εκφράζεσαι με στίχους γνήσιους σχετικά με το φυσικό θάνατο, ο οποίος ταλανίζει την ανθρώπινη ύπαρξη. Όμως ο ποιητής «προσπερνά» το φυσικό θάνατο, όχι μόνο λόγω βιολογικής ηλικίας αλλά και φιλοσοφικής θέσης. Γι’ αυτό κι ο Κουτσοδόντης δίνει προτεραιότητα στον κοινωνικό ενταφιασμό των παιδικών μας χρόνων. Προφανώς κι εννοεί την αλλοτρίωση. Ετούτο το θάνατο συνειδητοποιεί ο Κουτσοδόντης και θέλει με τους στίχους του ν’ αποκαλύψει σ’ εμάς που τον διαβάζουμε τις πολλαπλές του όψεις. Αντιστέκεται με πείσμα και με σαρκασμό μπροστά στο κακό, στο άδικο και στο ξεπερασμένο, σε κάθε παρουσίαση του ως λογικό κι αναγκαίο: Έκανα χάρτινες γροθιές τα ποιήματα / και γέμισα τις μπότες· / άρχισαν ανεξέλεγκτα να περπατούνε δίχως πόδια. Πήρανε κάπως έτσι την πορεία τους τα πράγματα / καθώς οι άγριοι κολπίσκοι/ χλευάζουνε κυματοθραύστες.

Ο ποιητής δεν αναπολεί τα παιδικά του χρόνια, η γλώσσα του δε χρωματίζεται με ρομαντικές, νοσταλγικές πινελιές κάποιας καλής εποχής, ούτε φαίνεται να «μοιρολογεί» για την επαγγελματική ή προσωπική αποτυχία. Τι φυλλομετρώ σβησμένες μέρες; Αναρωτιέται και ο ίδιος. Ο Κουτσοδόντης στέκεται μαχητικά στην αποτυχία του και αναπτύσσει έναν πολεμικό τόνο αποκαλύπτοντας τα κοινωνικά αίτια. Σαρκάζει το βίωμα και την εποχή για ν’ αποκαλύψει το βίωμα και την εποχή: Χαλκομανία στον καθρέφτη / και η φάση πήρε την πορεία / άτακτου πλήθους σε αγώνα μ’ επεισόδια. Οι παραπάνω στίχοι είναι καταληκτικοί από ένα ποίημα που έχει έντονα το αισθησιακό στοιχείο, ωστόσο, προεκτείνονται ως τη σφαίρα του κοινωνικού. Για τον Κουτσοδόντη η ποίηση είναι μία κι ενιαία όπως ένας κι ενιαίος είναι ο κόσμος που μας περιβάλλει.

Επίσης, οφείλω να σημειώσω ότι ο Κουτσοδόντης δε σαρκάζει όλες τις βαθμίδες των βιωμάτων του . Δεν παραιτείται από το λυρικό αίσθημα και την βαθύτατη ειλικρίνεια και τρυφερότητα που τον διακρίνει, κι ας γνωρίζει το ακατανόητο των ανθρωπίνων σχέσεων και τη δραματική απόσταση που υπάρχει μέχρι την πλήρωση του προσωπικού του αισθήματος: Μ’ όλο τον κόσμο στην καρδιά καλοβαλμένο / κι ένα στο χέρι ρόδο κόκκινων στιγμών / αξιοποιημένων / τότε μάλλον τότε θα με βρει μια πλήρωση / όρθιο τόσον καιρό και χρήσιμο / που κάθε τριανταφυλλιά να με ζητά / στις ρίζες της να κλαίω.

Φαντάζομαι τα ποιήματα της Χαλκομανίας να διαδραματίζονται σ’ ένα πανόραμα διαδοχικών ή και παράλληλων σκηνών όπου στην πρώτη σκηνή τα πλήθη τρέχουν πανικόβλητα απ’ το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης, στη δεύτερη ο άνεργος πτυχιούχος τρώει το πτυχίο του στα Fridays, στην τρίτη ο κόσμος δύει κι ο πόλεμος αρχίζει και στην τέταρτη ένας ποταμός Ινδός κυλά στα Πατήσια και παρασύρει δέντρα, σώματα και δαχτυλίδια αρραβώνων και μαντίλες, κι ανάμεσα σε όλα τούτα ο ποιητής να προσπαθεί ν’ αποκριθεί σε όλα τα γεγονότα της κοινωνικής ροής, να προσπαθεί να στοχαστεί πάνω σε τούτη την ανεξέλεγκτη ροή που γεννά κρίση και πόλεμο άρα άνεργους και μετανάστες, κι ως διέξοδο της ανεξέλεγκτης ροής του λαϊκού πλήθους που ψάχνει λύση επιβίωσης σε μια εποχή δραματικής υποχώρησης του εργατικού κινήματος· ο ποιητής δε διστάζει να προτείνει την επανάσταση, ως φυσική αδημονία που στον ταχύτερο χρόνο της φαντασίας και της τέχνης μπορεί να την πραγματώνει: Έχω φόρτο ν’ αποτρέψω την ατομική μου ήττα / θα περπατώ στους δρόμους δίχως αύριο / κι απ’ τα στενά θα ξεπηδά το ξεθεμελίωμα / στο δαίμονα να πάτε στυλοβάτες / στο διάολο ικανοί / σωματοποιημένα ομόλογα / ασφάλεια με περούκες και κουρέλια / κριτές με δάχτυλο σπαθί / καθηγητές οικονομίας με Paul Frank / Αμίτες με καινούρια σλόγκαν / απ ’τα στενά θα ξεπηδούνε νεαρά / μεγάλα σφυροδρέπανα / και θα γελώ γερά / ανάμεσα στο πλήθος.

Οι δύο τόποι που αντλεί ο ποιητής ερεθίσματα είναι η Άνδρος και η Αθήνα. Ο ποιητής με γρήγορη εναλλαγή εικόνων αποτυπώνει και προσδιορίζει την κοινωνική συνείδηση του εαυτού του και του εργατικού-λαϊκού κόσμου. Η εναλλαγή των εικόνων είναι επηρεασμένη από την τέχνη του κινηματογράφου. Ο ποιητής ως σκηνοθέτης τραβάει πλάνα είτε μακρινά, είτε κοντινά με το μάτι, συνήθως απ’ το μακρινό μεταβαίνει στο κοντινό κι αποκαλύπτει συμπεριφορές, χειρονομίες, προσδοκίες του ανθρώπου.

Ο ποιητής με τολμηρές μεταφορές, εικόνες κι απροόπτους λεκτικούς συνδυασμούς μπορεί από μια απλή καθημερινή συναλλαγή στην αγορά να αναδείξει την πίεση και τη λαχτάρα για θάλασσα κι ελευθερία: Ο ψαράς που μαχαιρώνει τα μπαρμπούνια / κόβει τα κουμπιά των πουκαμίσων ένα-ένα. / Άνεμος που σπρώχνει το κλαδί και σπάει τζάμια / ο βραχίονάς του το κλαδί ηλιοκαμένο. / Πού να κρύβεται ο άνεμος; / Κέντρο πόλης / φέτες καύσωνα στην τσέπη / αγοράζω όσο όσο την ελευθερία / λίγη θάλασσα μαχαίρωσε και τύλιξε μου / ν’ αναπνεύσω. Έχει υποστεί τις παραμορφώσεις αυτού του κόσμου κι αναγνωρίζεται ως ισότιμο μέλος του: Με δέχτηκαν λαβωμένο / απ’ αιχμηρά μικρά χαϊδέματα / και γνώρισα τον κόσμο που παλεύει / στη θερμοκρασία του έρωτα / σκυφτό μες την απώλεια.

Αναφέρει ότι δε γνωρίζει πολλά ούτε για το χωριό του την Άνδρο, ούτε για τη γειτονιά που κατοικεί ο ίδιος. Για να γνωρίσει και τους δύο τόπους ανατρέχει στο παρελθόν του τόπου, στο μύθο του, στον Εμπειρίκο αλλά και στα χέρια που εργάστηκαν: Χτισμένες πέτρες και ταβάνια από κυπαρισσόξυλα / διάραχα σαφώς καθορισμένα / γεμάτα θάμνους κάππαρης / αιμασιές με τρόφιμα για πλοία / σκέφτομαι τα χέρια όσων πέρασαν / σαν τον μπρεχτικό εργάτη που ρωτά / ποιος έχτισε τις πυραμίδες. / Γκρεμισμένοι μύλοι, βρύσες που πηδούνε χόρτα / ως κάτω στο ποτάμι / με τις γριές νεράιδες και τους φρύνους. / Τόσοι που φύγανε / χαμένοι σ’ αύτανδρα καράβια / τόσοι της ρίζας σκαπανείς / Πόσα ελάχιστα γνωρίζω για τον τόπο!

Το ιστορικό παρελθόν για τον Κουτσοδόντη δεν είναι νεκρό αλλά διαδραματίζει και στο σήμερα δυναμικό ρόλο. Τα ελληνικά μάρμαρα αναλαμβάνουν δράση: Τα μάρμαρα γυμνά τις νύχτες/ ερωτεύονται αναμεταξύ τους / ρίχνουν κρασί στους τοίχους / της υψηλής καλαισθησίας / συνωμοτούν ακόμα ενάντια στους Τριάκοντα / ρωτούν το ένα τ’ άλλο για τις βάρδιες στις επάλξεις / ανακαλύπτουν το σώμα τους / οργισμένα απ’ τα μάτια κίτρινων λιρών / σκουπίζουν τα βρισίδια τους / στις μπούκλες των πριγκίπων. Για τον Κουτσοδόντη υπάρχει η άλλη Ελλάδα – όχι αυτής της εθνικής επιτυχίας και της διάρκειας της στους αιώνες, η Ελλάδα που: καμαρώνει το λίγο του ανθρώπου / που ποτίζει με το αίμα του το δάπεδο της / και φορτώνει το κορμί της για υπεράσπιση. / Ακούει τον αλαλαγμό στο δρόμο / Συμβαίνει τώρα / φιλά ο Αριστογείτων τον Αρμόδιο / και μπήγουν το μαχαίρι στα ουράνια.

*Το παρόν κείμενο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Τα Ποιητικά”, Τεύχος 31, Οκτώβριος 2018, σελ. 6. Σχετικός σύνδεσμος: https://tapoiitika.wordpress.com/σαρκάζω-το-βίωμα-και-την-εποχή-για-ν-α/

Roger Mc Gough, Μαθαίνοντας να διαβάζω 

Μαθαίνοντας να διαβάζω στη διάρκεια του πολέμου
δεν ήταν εύκολο, γιατί τα βιβλία
ήταν σπάνια. Αλλά η μητέρα
ήταν σίγουρη ότι δεν θα πάω να κοιμηθώ
χωρίς να διαβάσω κάτι στο κρεβάτι.
Εξαιτίας της συσκότισης
η ζεστή, η παρηγορητική λάμψη
μιας λάμπας δίπλα στο κρεβάτι, απαγορευόταν.
Έτσι η μητέρα τραβούσε πίσω τις κουρτίνες
και άνοιγε φαρδιά πλατιά το παράθυρο.
Και στο φως ενός φλεγόμενου εργοστασίου
ή ενός χτυπημένου Μέσσερτσμιτ
αγκαλιαζόμασταν και μου διάβαζε
μπουκάλια σάλτσας, βάζα γλυκού και το
πάντα αγαπημένο μου, ένα τενεκεδάκι Οβαλτίν.
Τόσα χρόνια μετά, ακόμα
θυμάμαι, την πράα καθοδήγησή της
καθώς διάβαζα μεγαλόφωνα την πρώτη μου πρόταση:
Π-α-σ-π-α-λ-ί-σ-τ-ε δ-ύ-ο σ-ω-ρ-ω-τ-έ-ς
κ-ο-υ-τ-α-λ-ι-έ-ς α-π-ό…

*Μετάφραση: Σπύρος Θεριανός.
**Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης δημοσιεύτηκαν εδώ: https://kyklos.wordpress.com/2019/02/23/%ce%bc%ce%b1%ce%b8%ce%b1%ce%b9%ce%bd%ce%bf%ce%bd%cf%84%ce%b1%cf%83-%ce%bd%ce%b1-%ce%b4%ce%b9%ce%b1%ce%b2%ce%b1%ce%b6%cf%89-%cf%84%ce%bf%cf%85-roger-mc-gough/

Penthesilia, Δύο ποιήματα

ΓΡΑΦΙΤΗΣ
Ανθρώπινες σχέσεις
Καθρεφτίζουν σχάσεις
Εντός δευτερολέπτων
Σε κοινωνία ανταγωνιστών
Ψάχνουμε να βρούμε αγωνισταί
Εγκιβωτισμοί αφηγήσεων
Επί ονειρικών παρορμήσεων
Λαχταρούν ψιθύρους
Σε στοιβαγμένα σάπια πιθάρια
Μανία και υποτονικότης
Επιγραφές αλληλεξαρτώμενες
Σε σκηνικό προσμονής
Κι όλα αυτά αναμένοντας μια κάποια αν-ελευθερία
Που ουδείς επι-θυμεί.

*

PECULIAR ODDITY

Το κόμμα ανάμεσα στα ονόματά μας
Έγινε πολλά αποσιωπητικά
Τόσο όσα η ειμαρμένη, οι φόβοι, τα πρέπει και
τα θέλω μας επιτρέψανε
Με τη σειρά αυτά μαζεύτηκαν
όλο και πιο κοντά
ζωγραφίζοντας δίπλα σου μια τελεία
χαράσσοντας μέσα μου ένα ερωτηματικό
ποιο το τέλος και ποια η αρχή.

*Από τη συλλογή «Συμμετρική απόσταση», εκδ. ΣΑΙΞΠΗΡΙΚόΝ, 2022.

Audre Lorde, Η επανάσταση είναι μια μορφή κοινωνικής αλλαγής

Όταν ο αφέντης είναι απασχολημένος
να κατασκευάζει αράπηδες
δεν έχει μεγάλη
σημασία
τι απόχρωση
είσαι.

Αν του τελειώσει ένα
συγκεκριμένο χρώμα
μπορεί πάντα να μεταπηδήσει
στο μέγεθος
και όταν ξεμπερδέψει
με τους μεγαλόσωμους
θα το γυρίσει
στο φύλο
που είναι
τελικά
η αρχή όλων.

*Μετάφραση: Kyoko Kishida-Jazra Khaleed. Δημοσιεύτηκε στο 12ο τεύχος του Τεφλόν, Χειμώνας-Άνοιξη 2015.

Νίκος Κωσταγιόλας, Ενυδρείο

Αυτός ο γυάλινος τοίχος ο αδιαπέραστος
που βαδίζει μαζί μου
είναι η μέρα η ανυπόμονη
είναι οι μυριάδες αυλακιές
– τα λούκια του προσώπου μου –
είναι οι μαύρες σακούλες,
σαν νυχτερίδες αγκυροβολημένες
στα γείσα των ματιών
εκεί όπου στροβιλίζεται
εσαεί ωραιόμενη
του ήλιου η ακίδα
ή τροχάζουν τέθριππα ακατάπονα
στους δροσερούς, φιδίσιους δρόμους
κάτω απ’ του απείρου τους κυπαρισσώνες

Τα χέρια μου είναι δυο σαράβαλες φτερούγες
τα πόδια μου κάποιας λοκομοτίβας
άβουλης πόδια
τα δε μάτια μου, πάνω απ’ τον ώμο σαν κοιτάξω
είναι δυο φινιστρίνια
απ’ όπου παρελαύνουν
ντυμένες φράκα τελετουργικά
και κρινολίνα πάγχρωμα
όλες εκείνες οι ευτυχίες
που δε θ’ αυτομολήσουν από κανενός την τσέπη
για να τις βρω τυχαία εγώ
σαν πεντοδόλλαρα σκύβοντας
πλάι σ’ ένα ναυάγιο αύτανδρο με προοπτικές
που βγάζουν ασπροπρόσωπα τα ονόματά τους

Είναι κάπου εκεί που αντιλαμβάνομαι
πως είμαι ενός ενυδρείου
το κύριο έκθεμα
κι εκείνα τα σουβλίσματα στις κόρες
είναι οι καταπράσινοι καιροί
του παιδιού που υπήρξα
που αναλάμπουν σφύζοντες ζωή
καίτοι διαιώνια ανίκανοι
φριχτά ν’ ανακληθούν

*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://fteraxinasmag.wordpress.com/2023/06/10/%CE%B5%CE%BD%CF%85%CE%B4%CF%81%CE%B5%CE%AF%CE%BF-%CE%BD%CE%AF%CE%BA%CE%BF%CF%82-%CE%BA%CF%89%CF%83%CF%84%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CF%8C%CE%BB%CE%B1%CF%82/

Κωνσταντίνα Γεωργαντά, FRONTEX μανιφέστο 

Η θάλασσά μας απειλείται από ορδές σωμάτων
τορπιλίζουν τα ύδατά μας και μας λυμαίνονται
η θάλασσά μας ζητά να προστατευθεί
θα στείλουμε αυτόματα
με σημαντήρες, σανίδες κολύμβησης και πλωτήρες
για να υποστηρίξουμε τους κολυμβητές
η διαδικασία πρέπει να γίνει σωστά
στη Μελίγια και τη Θέουτα θα δίνονται βαράκια και ζώνες νερού
γάντια κολύμβησης, κουπιά χεριών και πτερύγια
όσοι έχουν δυνατά κίνητρα θα έχουν το προβάδισμα
για να φτάσουν επιπλέοντας γρήγορα στ’ανοιχτά της Λαμπηδούσα
ενώ στη γραμμή τερματισμού θα μοιράζονται στεγανές τσάντες
προς αποθήκευση και μεταφορά του εξοπλισμού
δε θ’ αφήσουμε τίποτα πίσω τίποτα
η θάλασσά μας, η θάλασσά μας
αυτή η άδολη φόνισσα

*Από τη συλλογή “Ρακοσυλλέκτης χρόνος”, εκδ. ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ 2015.

Θύμιος Χαραλαμπόπουλος, Ανομβρία παντού!

Ανομβρία παντού!
Νυσταγμένα μάτια στις ώρες του δειλινού .
Μουσκεμένα βλέφαρα σε αφέγγαρες νύχτες.
Οι μέρες μεσίστιες και σκοτεινές,
γεννούν φονιάδες.
Σε κάθε γωνιά, παράσημα, θέσεις
και τρανά αξιώματα, πουλιούνται
σε τιμή ευκαιρίας.
Οι σταυρωτήδες πλήθυναν ανησυχητικά…
Και
γύρω μας
φωτιά, καπνός, καταστροφή και αίμα.
Μέσα μας, κλυδωνισμός, ντροπή και ψέμα.
Γύρω μας πείνα, εξαθλίωση κραυγή.
Μέσα μας, εντολή, αποκλεισμός σιωπή.
Στις θάλασσες απόκληροι… λυγμοί
καράβια σάπια…καθημερινά πνιγμοί.
Κι έτσι,
στέκω αναποφάσιστος,
ανάμεσα σε δυο πύρινες ατραπούς,
ή να κόψω τον ομφάλιο λώρο μου
με τον άθλιο κόσμο,
ή να πορευτώ άθλια σφαίρα
σε πιστόλι…!

Κυπαρισσία 15 Ιούνη ´23

Αγνή Μπαγκέρη, σ’ αφρίζοντα κανάλια

Είναι που κάθε λίγο τα νέα
αχνίζουν μαύρες πτωματοσακούλες
σ’ αφρίζοντα κανάλια
είναι που η θάλασσα
δεν μπορεί να πάρει τη θέση της μάνας
κι ας της δίνεται αυθαίρετα
είναι που δε – θέ – λω
εκεί που τα νερά θα ‘ναι κρυστάλλινα
να φανούν τα μάτια μιας κόρης
κι ενός γιου
– τρέμω
μην είν’ μελιά
σαν της αδελφής μου.

Δημήτρης Μιχελουδάκης, Είπαν τον άνθρωπο λαθραίο, μάνα

Είπαν τον άνθρωπο λαθραίο, μάνα,
πώς γίνεται ένας άνθρωπος λαθραίος;
Λαθραία ξέρω τα εμπορεύματα…
Και το Αιγαίο πώς μπορεί και τους πνίγει
πώς αντέχει και τους πνίγει
κι έπειτα βάζει τα καλά του
και φρεσκολουσμένο
δεξιώνεται ιστιοφόρα τα καλοκαίρια,
κι έπειτα βάζει τα καλά του
και υποδέχεται τουρίστες τα καλοκαίρια;
Αλλιώς ζωγράφισες για μένα το Αιγαίο, μάνα…

Τώνια Τσαρούχα, Κόρη για πούλημα

Καμιά φορά τα πράγματα ξεφεύγουν απ’ τον έλεγχο.
Αστέρια καμικάζι πέφτουν απ’ τον ουρανό
Οι ευχές ξεχειλώνουν απ’ το πρώτο πλύσιμο.
Κάποιοι ισκιοπατιούνται στις ροδοδάφνες.
Οι ταξιανθίες του σολιδάγο επαναστατούν.
Στην αγορά υπάρχει έλλειψη σε βασικά αγαθά,
όπως λάμπες θυέλλης, μουσικά κουτιά
και αψέντι από βροχή φιλιών.

Μη με ρωτάς γιατί συμβαίνει αυτό
ή γιατί η γιαγιά έχει τόσο μεγάλο στόμα.
Μη με ρωτάς ποιος φταίει που εξαφανίστηκαν
τα λευκά κοράκια απ’ τα ποιήματα,
ή που υπάρχουν κόρες για πούλημα.
Όπως κάθε αυγό εμπεριέχει τον κοραλλένιο κρόκο του,
κάθε ερώτηση εμπεριέχει την απάντηση.