Σπύρος Κατσίμης, Τέσσερα ποιήματα

ΠΑΡΕΞΗΓΗΣΗ

Λέγανε ότι είναι δυστυχισμένη
και βαρέθηκε να ζει
ενώ τής άρεσε να σεργιανίζει
με το θάνατο
που μεγαλώσανε μαζί

*

Ο ΒΙΡΤΟΥΟΖΟΣ

Δεν είχαν να πουν τίποτα
να ρωτήσουν τίποτα
στην κρύα πόλη, όπως:
γιατί συνέχιζε να παίζει
-σε μια γωνιά ζητιάνος-
με το ίδιο πάθος ο βιρτουόζος
μιας εθνικής ορχήστρας
διαλυμένης

*

ΜΕΤΑΦΟΡΑ

Δεν ήσουν έτοιμος ακόμα να δεχτείς
τη μόνη βοήθεια που έχω να σου δώσω.
Το έβλεπα στην απορία σου
και τη νεανική ανάστατη μορφή σου
καθώς επέμενα να σου μιλώ
γα την αξία των μικρών
αγαπημένων χώρων και πραγμάτων
και τις μοναδικές στιγμές των αισθημάτων
από τα χρόνια που δεν ζούσαμε
τέτοιον ξεπεσμό.

*

Ο ΔΙΑΡΡΗΚΤΗΣ

Ο ιδιοκτήτης έλειπε κι αυτός έψαχνε
για χρήματα, για κοσμήματα ή κάτι
να το εξαργυρώσει, ανακάτευε
βιβλία, γράμματα, φωτογραφίες
και δεν βρήκε
τίποτα για τον εαυτό του, έξω
απ’ τον παλιό καθρέφτη που έδειχνε
το πρόσωπό του.

*Από τη συλλογή “Μεταφορά”, εκδ. Γαβριηλίδης, Γενάρης 2015.

Bigaro Diop (1906-1989), Οιωνός

Ένας γυμνός ήλιος – ένας κίτρινος ήλιος
Ένας ήλιος ολόγυμνος στην κοντινή αυγή
Σκορπίζει κύματα χρυσού στις όχθες
Του κίτρινου ποταμού.

Ένας γυμνός ήλιος – ένας άσπρος ήλιος
Ένας ήλιος ολόγυμνος κι άσπρος
Σκορπίζει κύματα ασημιού
Πάνω στον άσπρο ποταμό.

Ένας γυμνός ήλιος – ένας κόκκινος ήλιος
Ένας ήλιος ολόγυμνος και κόκκινος
Σκορπίζει κύματα άλικου αίματος
Πάνω στον κόκκινο ποταμό.

*Περιλαμβάνεται στο βιβλίο του Αλέξη Τραϊανού, Ανθολογία Νέγρων Ποιητών, Εκδόσεις Εγνατία, Θεσσαλονίκη 1969.
**Μετάφραση: Αλέξης Τραϊανός.

Γιώργος Καρτάκης, Δύο ποιήματα

ΣΜΑΡΑΓΔΗ

ήρθε η μάνα μου με αγκάθια στα χέρια
καλυμμένη
φορώντας μαύρο σύννεφο
και αιώνιο παράπονο στα χείλη της πάνω τρεμόπαιζε

ήρθε η μάνα μου
που ποτέ μου δεν άγγιξα
γιατί με αναζήτησε
και χρόνια είχε να με δει ευτυχισμένο
κι ο έρωτας
της έγλυφε
του λαιμού το καρύδι

ώσπου μια τρύπα μόνο απόμεινε
ή ένας σπόνδυλος
που το σκυλί τυχαία ξέθαψε στον κήπο

θα βρω το νερό
να γεμίσω τα παράθυρα ήλιο
όταν στο στήθος σου ακουμπώ
έχει δροσιά στο δωμάτιο

*

ΑΝΟΙΓΕ ΚΙ ΕΚΛΕΙΝΕ

άνοιγε κι έκλεινε το στόμα της η γιαγιά μου
καταπίνοντας τίποτα
δεκαπέντε μόνο μέρες κρατιόταν στο στρώμα
ύστερα απλώθηκε ένας ιδρώτας λεπτός στο στήθος
(που δεν είδα ποτέ)
κι η καρδιά της σταμάτησε

ποτίζαμε τα λουλούδια τότε
και ένας άγγελος μας είπε να γυρίσουμε
είχε κίνηση
γιατί κάναμε ολόκληρο κύκλο μέχρι να φτάσουμε
και στην εξόδιο συνωστισμός
στα χείλη απ’ το μνήμα
πω πω ένα κρύο!
ένα χτένι τής έβαλε η μάνα μου σε χεράκια λεπτά
κάθισε απαλά στο χώμα χωρίς αντίσταση
και δεν την είδα ποτέ ξανά

*Από τη συλλογή “Τώρα που τα σύννεφα”, εκδ. Γαβριηλίδης, 2013.

Argyris Chionis, Three poems in English

Hands

People rarely know
what to do with their hands
They give them – pretending a greeting- to others
They leave them hanging like nerveless outgrowths
Or – worst of all – they throw them in their pockets where they stay forgotten

In the meantime so many bodies are left uncaressed
So many poems unwritten

*”Word landscapes” (1983)

*

From inner landscapes

Joys are birds said a Chinese wise man
and the stronger they are the further they fly away.
Sorrows are trees and the bigger they are
the deeper roots they grow.

Man is soil.
Deep inside him sorrows spread roots
and he sees the joys fly away so far away from him.

*

Between my fingers
and your flesh,
no matter how tightly I hold you,
burrows time.

*

The Wood Was Just Right

The wood was just right
for us to make a house or a boat
beautiful cypress wood, aromatic,
we made a boat and we disappeared

*Translation: Allegro Shartz & Nanos Valaoritis.

Σοφία Πολίτου-Βερβέρη, Κρατά γερά τα σίδερα

Κρατά γερά τα σίδερα
για τους απέξω είναι μια κατάρα
ένα βδέλυγμα κάτω από τις αναμάρτητες σόλες
της άρχουσας τάξης
μια ντροπή στριμωγμένη κάτω από το καπάκι
της κατσαρόλας του σπιτιού
την ώρα που βράζει το νερό
κι ένα κομμάτι στήθους μέσα του πνίγεται.

Κρατά γερά τα σίδερα
για τους από μέσα είναι ζώο ακατανόητο
ζώο αχαλίνωτο πάνω στο λιγοστό χόρτο της στέπας
κομμάτι από τη μερίδα του λέοντος
που έφτυσε σιχτιρίζοντας για το σφιχτό μας κρέας
πληγή υιοθετημένη από ανθρωποφύλακες
που τακτικά διαβάζουν φωναχτά τα δικαιώματά μας
αυτά τα αλληλοβορά παραμύθια που μας κυνηγούσαν
κάτω από την ποδιά της ραγισμένης γιαγιάς
που μόνο αυτή μας κρατούσε από το χέρι
στην ίδια όχθη παραθεριστές.

Κρατά γερά τα σίδερα
ανάμεσά τους να χωρέσει το δικό του φυσικό διάστημα
το πεντατονικό του σύστημα που μόνο τούς δυσκολεύει
σίδερο κι αυτό ανάμεσα στα σίδερα
πόλεμος ποιο πρώτο θα λυγίσει.

*Από τη συλλογη “φαγώσιμα”, εκδ Έναστρον, Μάης 2022.

Ζωή Καραπατάκη, Εφηβικό

Δεν έχω γράψει για τον πατέρα μου
θάνατος ξαφνικός – νωρίς
μ’ όλα τα συνεπακόλουθα.
Μεσ ‘ το πένθος τότε -των δεκαπέντε χρόνων-
σκάρωσα δυο μικρά ποιήματα,
μόνο έτσι μπορούσα να το παλέψω.
Μόνιμη εικόνα στη μνήμη:
τσιγάρο, καπνοί, νύχτα, αϋπνία.
Το εμπόριο δεν είναι για όλους.

Και τα θραύσματα από κείνα τα πρωτόλεια,
να τρέχουν πάντα γύρω απ’ το πρόσωπό του:

…”ένα μαύρο σημάδι στο βάθος
με καλεί
δεν έχω άλλη επιλογή
όλοι οι δρόμοι
οδηγούν εκεί”.

…”τ’ αστέρια σβήσαν,
οι φραγκοσυκιές χάσκουν
κι ο ουρανός ψήλωσε
ώσπου χάθηκε”.

Βάλια Τσάιτα – Τσιλιμένη, Τρία ποιήματα

ΚΑΛΠΙΚΟΣ ΜΥΘΟΣ

Σε μια νύχτα γύρισαν το σώμα τους ανάποδα
Τίναξαν με μανία όλα τα μέλη τους, ν’ αδειάσουν
Ήταν εκείνα· το βρήκαν
Έπεσε απ΄ το βάθος σαν το τελευταίο απ΄ όλα τ’ αντικείμενα
Θριαμβευτικό

Ονόμασαν όλες τις τους τις λέξεις
Γλίστρησαν υγρές, μεταλλικές·
Η αξία του ένας κάλπικος μύθος – να τον αντικρίσουν
κατάματα,
να τον εκμηδενίσουν

*

ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ

Ελάσσονα στους αιώνες ποιητή,
φέρε μου απ’ τα ερείπια το τυφλό χέρι
της μητέρας που οσμίζεται από ένστικτο –
το δάκρυ και μέσα από στοές, σκιές
και στρογγυλά περάσματα φτάνει και το θωπεύει.

Το θρόισμα της μνήμης στο δέντρο του καιρού
Τη λησμονιά προδίδει, το χρώμα τ’ ουρανού

*

Η ΚΟΚΚΙΝΗ ΑΥΛΗ

Η αυλή με τις κόκκινες ανεμώνες έστηνε κάθε πρωί
απ΄την αρχή τον κόσμο
έξω από σύνορα, κραυγές και μάχες

Μάχες μονάχα στα ξύλινα σπαθιά
των αγοριών, στις παραβιασμένες φωλιές
των πουλιών, στη γάτα που τρύπωνε αθόρυβα
στους κήπους και σκάλιζε το γέλιο μας
και την καρδιά μας

*Από τη συλλογή “Άγρια χόρτα”, εκδ. Κίχλη, 2017.

Χ.Π.Σοφίας, Έξι ποιήματα


Σχέδιο: Χ.Π.Σοφίας

ΝΟΣΤΟΣ ΕΝΟΣ ΧΡΩΣΤΗΡΑ

Πεθύμησα το ταπεινό ξόδεμα του προσώπου σου

των αποδημητικών ματιών το ακρογιάλι
των έφηβων χρωμάτων τον υμένα
το μυστικό σκήνωμα το λαχάνιασμα

*

ΠΡΩΙΝΟ

Πολύχρωμα βότσαλα γεύονταν
την αναμονή του ξεχασμένου

νερολούλουδα μιλούσαν με πουλιά

ένα κορίτσι πρόσεχε το μπλε

*

ΔΩΜΑΤΙΟ [1]

Ένα δωμάτιο ιερό δίχως καθρέπτη
Ρημαγμένο ανατολικό με πεταλούδες
Εκεί κάποτε προσευχόταν ο έρωτας

*

ΛΙΓΟ

Άδειασα τον καθρέπτη
Την άθεη μοναξιά του

Για λίγο αγαπάμε
Έπειτα θυμόμαστε

*

ΧΩΡΑΦΙ

Ένα χωράφι δίχως νερό
σπαρμένο με πέτρες κληρονομήσαμε
τις πέτρες τις κάναμε αγάλματα
και το χωράφι το πουλήσαμε

*

ΜΑΥΡΟ ΚΟΥΣΤΟΥΜΙ

Ένα φαρμακείο
μέσα στη νύχτα
φροντίζει τη μοναξιά των πουλιών

Από ένα ευαγγέλιο
ένας ποιητής ξεπατικώνει
την ξενιτειά των ανέμων

*Από τη συλλογή “εαυτόν άγνωστον”, εκδ. Κουκκίδα, 2022.

Αλέξανδρος Τσώτσος, Στοιβαχτήκαμε! φώναξαν οι ανόητοι

Κενά αέρος
Χαραγματιές
Σαδιστικές αποπνίξεις
Τσάκισμα και μαράζωμα∙
Κυρίως το τελευταίο.
Μονάχα αυτό.
Σήψη.

Ήταν σαν να το επιδίωκαν
Σαν οι ίδιοι εκείνοι ανόητοι
Να ζήτησαν να πνιχθούν.
Στιγμιαία αποκτούσαν συνείδηση
Κι αμέσως την έχαναν πάλι.
Γιατί; φώναξε ένας από δαύτους
Γιατί μας κλέβετε το οξυγόνο μας;
Γιατί δεν …

Οι άλλοι
Ούτε χαίρονταν, ούτε λυπούνταν
Ούτε ζούσαν, ούτε ήταν κι εντελώς ψοφίμια
Υπέμεναν τη διαδικασία
Απλά και τυπικά.
Ως την πλήρη αποπεράτωσή της.

Ύστερα ήλθαν οι επόμενοι.
Μα ούτε και τώρα έγινε φανερή
Η αιτία του στοιβάγματος.

Μόλις τελείωσε κι ο τελευταίος από τους ανόητους
Μη γνωρίζοντας τι άλλο να κάνουν οι δήμιοι
Οικειοθελώς πιάστηκαν και πνίχτηκαν μεταξύ τους.
Ως τον εντελή χαμό τους.

Nicanor Parra, Ανακαλώ όλα όσα είπα

Πριν αποχαιρετήσω
Εχω μια τελευταία επιθυμία:
Γενναιόδωρε αναγνώστη
κάψε αυτό το βιβλίο
Δε λέει εκείνο που ήθελα να πω
Μόλο που γράφτηκε με αίμα
Δε λέει εκείνο που ήθελα να πω.

Η κατάσταση δε γίνεται πιο θλιβερή
Με νίκησε ο ήσκιος μου:
Με εκδικήθηκαν οι λέξεις.

Συγχώρα με αναγνώστη
Καλέ αναγνώστη
Που δεν μπορώ να σε αποχαιρετήσω
Μ’ έναν πιστό εναγκαλισμό:
Αντίθετα σ’ αφήνω
Μ’ ένα βεβιασμένο και λυπημένο χαμόγελο.

Μπορεί να μην είμαι άλλο από εκείνο
Αλλά άκουσε τον τελευταίο μου λόγο:
Ανακαλώ όλα όσα είπα.
Με την πιο βαθιά πίκρα του κόσμου
Ανακαλώ όλα όσα είπα.

*Από το βιβλίο “Νικανόρ Πάρρα Ποιήματα και Αντιποιήματα”, εκδ. Εκάτη, 2002. Μετάφραση: Ρήγας Καππάτος.