Κωνσταντίνος Βορβής, Αυτοκινητόδρομος

Εβένινο ποτάμι του φωτισμένου σκότους
αυτή τη νύχτα θα χαθώ στην άσφαλτό σου
στο σιδερένιο φέρετρο προφυλαγμένος
μόνος με τον κόσμο, με τα άστρα
οδηγώντας στην τροχιά του επέκεινα
μετωπικά θα προσπελάσω τ’ άπιαστο.

Εξαγγελίες ενός θαρραλέα αιρετικού

Του Νίκου Κωσταγιόλα*

Πάει κι ο αρχάγγελος να κόψει μήλο
κι αποκρίνεται το φύλλο
Paradiso, paradiso
στο ώριο περιβολάκι και
στον απάνω κόσμο χαλαστής είναι ο άνθρωπος.

Όλο και πιο δραστήρια εμφανίζεται τελευταίως η συζήτηση γύρω από το ζήτημα της κριτικής [1], το κατά πόσο αυτή βρίσκεται σε εγρήγορση ή σε ύπνωση, το κατά πόσο ενίοτε υπερβαίνει τα όρια μιας καλώς εννοούμενης (μοιραίας) μεροληψίας, κ.ο.κ. Ελαφρυντικά, βεβαίως, για φαινόμενα κριτικής αδράνειας μπορούμε, αν θέλουμε, να προφασιστούμε ουκ ολίγα, πλην λίγο έως πολύ γνωστά: τον εκδοτικό πληθωρισμό, ο οποίος καθιστά ακόμα και τον πλέον χαλκέντερο κριτικό άμοιρο συστηματικής παρακολούθησης του χώρου, το γεγονός ότι οι Έλληνες μάλλον περισσότερο γράφουμε παρά διαβάζουμε, την (εν πολλοίς δικαιολογημένη) απουσία φίλτρων από μεριάς της ασθμαίνουσας εκδοτικής τάξης, κ.τ.λ. Αποτέλεσμα, όπως είναι φυσικό, της κριτικής εγκράτειας είναι το μεγαλύτερο μέρος της εκδοτικής παραγωγής να περνάει παντελώς απαρατήρητο, με τα θύματα συχνά να περιλαμβάνουν και έργα μείζονα, τα οποία καταλήγουν ως χλωρά να καίγονται μαζί με τα ξερά, με την εκτίμησή τους να αναβάλλεται, στην καλύτερη σε χρόνο δευτερεύοντα – στη δε χειρότερη επ’ αόριστον. Ακόμα, βέβαια, και σε περίπτωση που ο κριτικός εμφανίζεται πάνοπλος απέναντι στα κάθε λογής προσκόμματα, τουλάχιστον όσον αφορά στην καίρια ενημέρωση, η τύχη ενός βιβλίου, άμα τη εκδόσει του, κάθε άλλο παρά εξασφαλισμένη είναι. Ανατρέχοντας (μεταξύ άλλων και προς επιβεβαίωση της διαχρονικότητας του φαινομένου) στο μακρινό 1990 λ.χ., εποχή όπου το δύον άστρο του Οδυσσέα Ελύτη – το έργο του οποίου μάλλον πρόσφορο παρά απωθητικό είναι απέναντι στην κριτική, έστω και για τοποθετήσεις επιφανειακές ή στερεότυπες – θα δώσει, κατά την τελευταία δεκαετία του βίου του, τις μέγιστες λάμψεις του, απηχώντας τις εκρήξεις supernova, περιπτώσεις κριτικής δυστοκίας γύρω από έργα σημαντικά πλην ιδιόρρυθμα όπως π.χ. ο Μικρός ναυτίλος, ακόμα και τέσσερα και πλέον χρόνια μετά την δημοσιοποίησή του, ήδη ελέγχονται [2]. «Πρόκειται για ένα είδος κριτικού δισταγμού, που είναι κάπως φυσικό να γεννούν οι μεγάλες ποιητικές συνθέσεις; Ή μήπως πρόκειται για μια μορφή κριτικής θρασύτητας, ίσως και ανωριμότητας, το να αναμετρηθεί κανείς πρόωρα και βιαστικά με τα μείζονα έργα του ποιητικού λόγου;», διαβάζουμε – εικασίες εύλογες.

Επανερχόμενοι στο σήμερα, είναι καταφανές πως το τοπίο κάθε άλλο παρά έχει καθαρίσει. Η κριτική σιωπή καλά κρατεί, φαινόμενο για το οποίο, εντούτοις, κατά τη γνώμη του γράφοντα ούτε η – μάλλον ανυπόστατη – αντιπαραγωγική αυτογνωσία αλλά ούτε και ο εκδοτικός πληθωρισμός αποτελούν συντελεστές ικανούς. Αρκεί κανείς για τούτο να διαπιστώσει την – οφθαλμοφανή σε όσους έχουν έστω και μια τυπική σχέση με τον χώρο του βιβλίου – συχνότητα με την οποία έργα, μάλλον ελάσσονα, τείνουν να αποτελούν πόλο συσπείρωσης της κριτικής, η οποία με ζηλευτή εγρήγορση (ενίοτε ακόμα και εντός μιας εβδομάδας από την κυκλοφορία ενός βιβλίου) σπεύδει να ομολογήσει την ποιότητά τους, για να περάσει – σχεδόν αμέσως μετά την πλήρωση του χρέους – σε ένα στάδιο σιωπής, ή μάλλον έντεχνα συγκεκαλυμένης συγκατάβασης, σαν από αμηχανία για όσα μόλις ξεστόμισε. Αντιθέτως, έργα όπως ο Εξάγγελος του Γιώργου Κοζία, για τον οποίο θα μιλήσουμε παρακάτω, παρ’ όλο το μέγεθος και την ποιότητά τους, απολαμβάνουν φειδωλής κριτικής κάλυψης η οποία, τουλάχιστον κατά τη γνώση του υποφαινόμενου, περιορίζεται μέχρι και σήμερα, δύο και παραπάνω χρόνια από την κυκλοφορία της συλλογής, σε σημειωματογραφία μόλις μετρήσιμη στα δάχτυλα του ενός χεριού [2, 4-5, 8-9]. Όσον αφορά, τώρα, τις επιτροπές λογοτεχνικών βραβείων – τα οποία, μάλιστα, τελευταίως παρουσιάζουν άνθηση πρωτοφανή, σε μια πρόδηλη προσπάθεια αναπλήρωσης του ανύπαρκτου αξιολογικού ρόλου της κριτικής από την ίδια τη λογοτεχνική κοινότητα (απ’ την οποία, φυσικά, δεν λείπουν φαινόμενα εσωτερικής κατανάλωσης) αλλά και ως ανταπόκριση σε μια, κατά τα φαινόμενα, επείγουσα ανάγκη ανάδειξης νέων πενών – μόλις μία (1) κριτική επιτροπή, αυτή των βραβείων «Jean Moreas 2022» [3] (θεσμού της πόλεως καταγωγής και βίου του ποιητή) βρήκε το επίτευγμα του Εξάγγελου επιδεχόμενο επιβράβευσης.

*

Έχοντας κλείσει την παρένθεση περί κριτικής και βραβεύσεων, ας επικεντρωθούμε, τώρα, στον ελέφαντα στο δωμάτιο, τον Εξάγγελο του Γιώργου Κοζία, πιάνοντας το νήμα από τον τίτλο, την προσέγγιση του οποίου αποπειράθηκαν ήδη προηγούμενες μελέτες [4, 5], με το βάρος να μοιράζεται ανάμεσα στον ομώνυμο ρόλο του αρχαίου δράματος (και δη της τραγωδίας) και το δημοφιλές τραγούδι του Μπομπ Ντύλαν που τόσο ευρηματικά προσάρμοσε στα ελληνικά ο Διονύσης Σαββόπουλος. Εντούτοις, παρά τις όποιες προφανείς ομοιότητες, διατηρώ την επιφύλαξη πως το ζεύγος των αναγνώσεων αυτό μάλλον να συσκοτίζει καταλήγει παρά να διαυγάζει, αφενός λόγω της δεδομένης απόστασής του από το συλλογικό φαντασιακό αλλά και λόγω του ότι τόσο η δουλική διεκπεραιωτικότητα του πρώτου προσώπου όσο και η υστερόβουλη μειλιχιότητα του δεύτερου αποκλίνουν σαφώς από τις προθέσεις που έχει ο συγγραφέας για τον δικό του Εξάγγελο.

Προσωπικά θεωρώ πως η ανάγνωση του βιβλίου επιβάλλει δυναμικά στον αναγνώστη την ταύτιση του λυρικού υποκειμένου του με πρότυπα εγγύτερα στην ποπ κουλτούρα, όπως λ.χ. τον Τρελό του Βασιλιά Ληρ και – ιδιαίτατα – την ανδρόγυνη και ασφαλώς επαυξημένη από σκηνικής άποψης εκδοχή του, τον διορατικό πλην απερίφραστο Κιοάμι της επικών διαστάσεων διασκευής τού προαναφερθέντος έργου του Βάρδου, Ραν, από τον Ακίρα Κουροσάβα αλλά και, δευτερευόντως, το κεντρικό πρόσωπο του σατιρικού πίνακα Στάντσυκ του Γιαν Ματέικο. Στο συγκεκριμένο έργο-σταθμό για την εθνική ταυτότητα της Πολωνίας, δεσπόζει ο – βλοσυρός, εν αντιθέσει με τα στερεότυπα – γελωτοποιός Στάντσυκ ο οποίος, έχοντας μόλις πληροφορηθεί για την κατάληψη του Σμόλενσκ, περιοχής της ιδιαίτερης πατρίδας του, από Ρώσους εισβολείς, ποζάρει εμφανώς συντετριμμένος, τη στιγμή που στο υπόβαθρο του πίνακα οι ανυποψίαστοι, εστέτ ευγενείς επιδίδονται σε ξέφρενους εορτασμούς – ύβρις η οποία μέλλεται να αποκατασταθεί με τον διαμελισμό της Πολωνίας μερικά χρόνια αργότερα. Για να το πούμε απλά, ο Κοζίας φορά εδώ το προσωπείο του Εξαγγέλου όπως, σε άλλες εποχές, κάποιος θα φορούσε το σκουφί του «Τρελού» ώστε, εκμεταλλευόμενος το ακαταλόγιστο που συνόδευε την πράξη αυτή, να μπορέσει να αντιπαρατεθεί με καθεστώτα της εποχής του – κάτι απ’ το οποίο, υπό συνθήκες διαφορετικές, θα ήταν αποκλεισμένος. Εξ ου και η συστηματική (προγραμματική;) απουσία του λυρικού «εγώ» καθ’ όλη την έκταση του έργου, η οποία υπαινίσσεται ευθύς εξαρχής πως όσα πρόκειται να ειπωθούν σε αυτό αποτελούν εκτόνωση του συλλογικού και όχι προσωπικού, περιχαρακωμένου συναισθήματος.

Από κοσμοθεωρητικής σκοπιάς τώρα, αν η μετουσίωση του ποιητικού βλέμματος σε στίχο στους Οδυσσέα Ελύτη και Νίκο Καρούζο αποτελεί εξακτίνωση της μυστικής εμπειρίας του Ευάγριου Ποντικού και του Μακαρίου του Αιγυπτίου αντιστοίχως [6], είναι καταφανές πως στη θυμική γεωγραφία του Γιώργου Κοζία ιχνογραφούνται, από τα πιο ερεβώδη ρήγματα έως και τις πλέον υψιπετείς της κορυφώσεις, τα προτάγματα του επικούρειου Κήπου, αφενός, και του καμικού παραλόγου, αφετέρου. Ως εκ τούτου, ο Εξάγγελος τον οποίο επιστρατεύει εδώ ο Κοζίας ηχώντας το καμπανάκι στην ανθρωπότητα (ανάμεσα στην οποία ίσως-ίσως υπόρρητα δεσπόζει και ένας εαυτός τραμπαλιζόμενος ανάμεσα στην νεύρωση που πυροδοτεί η τραγική επίγνωση ενός προεξοφλημένου τέλους και στο πένθος για τη ματαίωση των μεγάλων αφηγήσεων), δεν ζητά αιχμαλώτους, κάτι που διαφαίνεται από τα πρώτα κιόλας ποιήματα (Σε σας που κτίζετε / κάτω από τον αστερισμό του μηδενός / Σε σας που στοιβάζετε πλίνθους / κεράμους ως τους αιθέρες, «Σε σας που κτίζετε»). Ο ποιητής σπεύδει εύστοχα ευθύς εξαρχής να εξισώσει τον μηδενισμό – μια ιδεολογία ταυτόσημη του σύγχρονου zeitgeist, ειδικά στον εκπίπτοντα δυτικό κόσμο – με τις υπόλοιπες θρησκείες, μια και η λατρεία του μηδενός δεν παύει να αποτελεί λατρεία (ας θυμηθούμε εδώ τον «the Dude» του κοενικού The Big Lebowski o οποίος, στο μεγαλύτερο μήκος του, καταδιώκεται από τους μηδενιστές), όπως και θρησκεία σε όλα πλην του ονόματος συνιστούν οι επιταγές του καπιταλιστικού αφηγήματος: η άκρατη συσσώρευση αγαθών (Τι υπολόγισες δόξες σπίτια και γονικά / τι μέτρησες στη λάμψη του εφήμερου / απατηλές ειδήσεις με ηχηρούς χρησμούς, «Το αιματοβαμμένο ποίημα»), η ανώφελη άγρα της δόξας (Τι Σκάμανδρος, τι Καραμεντερές, «Το αναπόδραστο») και της υστεροφημίας (Τι ηγεμών, τι δικαστής, τι σκλάβος, τι παιδίσκη; / Έρημοι άνθρωποι σαν φύλακες μουσείου /με τα τενεκεδένια μας στεφάνια πηγαίνουμε στη λήθη, «Ο θησαυρός των αηδονιών»), η υπερφίαλη, απολιτίκ ψευδαίσθηση ασφάλειας που καλλιεργούν ο ατομικισμός και η απομόνωση στη στενή σφαίρα της ιδιωτείας, κ.λπ. Με την κατάλληλη απόσταση, το βλέμμα του ποιητή διακρίνει στις τάσεις αυτές τίποτε άλλο από εκτονώσεις της ίδιας ψύχωσης που εκκολάπτει, ως κοινός παρονομαστής, ο φόβος εκείνος που λανθάνει στον πυρήνα της ανθρώπινης κατάστασης, αυτός της φθοράς. Αυτή η επείγουσα ανάγκη αυτοδικαίωσης μέσω ενός νοήματος εν πολλοίς σεσοφισμένου απαξιώνεται στο πρόσωπο του προγραμμένου τέλους, όταν ο άνθρωπος, οριστικά και αμετάκλητα, έρχεται αντιμέτωπος με την πλέον χειροπιαστή απόδειξη πως η υπέρβαση δεν πλάθεται με γήινα υλικά (Τι υψώνετε πυραμίδες, τύμβους / και μαυσωλεία στο Άπειρον / (ρεφάρεται έτσι η παλιοζωή;) / Από το όρος Γιούχτας / το Όλον φαίνεται Μάταιον, «Βλέποντας τον κόσμο από το όρος Γιούχτας»). Η αναγνώριση των μηχανισμών αυτών ως προϊόντων του ζώου (Ντενίσοβα) που ελλοχεύει, πανταχού παρόν, εντός μας και η καταπράυνσή τους, η έξοδος από τα αυτιστικά σύνδρομα που συνεχώς κερδίζουν έδαφος σε μια καθημερινότητα ακέφαλου ευδαιμονισμού είναι η μάχη που καλείται να δώσει ο άνθρωπος στη σύγχρονη κοινωνικοπολιτική αρένα (Κατακτώντας τόσες μοναξιές / τόσες παραισθήσεις / τη δόξα, τις άγιες οικογένειες / τους εραστές, τις ιερές ψυχώσεις, («Περιοδεύων θίασος Ντενίσοβα»).

Βεβαίως, ο Εξάγγελος του βιβλίου αναγνωρίζει ότι, σε έναν κόσμο κενωμένο από νόημα, η λειτουργία του ανθρώπου υπό ένα αδιάλειπτο καθεστώς συναγερμού, όπου κυριαρχεί το ένστικτο της επιβίωσης, είναι μάλλον δικαιολογημένη. Ο ποιητής, κόντρα σε μοντέρνες δοξασίες περί εγκλεισμού σε πύργους ελεφάντινους, συμπάσχει με τον αναγνώστη, περιδιαβαίνοντας και αλληλεπιδρώντας με ένα περιβάλλον εν πολλοίς κανιβαλιστικό και παράλογο, μέσα από στίχους-απόηχους του «Ζωολογικού κήπου» του, όταν και πρωτοεμφανίστηκε στα γράμματα (Σε αυτό το ζωώδες επαρχείον / Ξυπνούμε, στολιζόμαστε / κι αρχίζουμε μεροκάματο τον σπαραγμό, «Ζωώδες επαρχείον») αλλά και κυρίως εμπεδώνοντας, ψυχή τε και σώματι, τους απαράγραφους νόμους της εντροπίας στους οποίους υπόκειται (Μόνες οι ψυχές μας στέκονται / με το λουρί στο πόδι / Κι ολόγυρα το πέλαγος εν γαλήνη και απνοία / βλέπει τα χέρια κάθε αυγή να γνέφουν, «Falconeria»). Ο άνθρωπος, ναυαγισμένος σ’ αυτήν την αχνογάλανη κουκκίδα που λέγεται Γη, σε ένα τοπίο ολωσδιόλου εχθρικό το οποίο δεν επέλεξε (βλ. «ερριμένο» και Χάιντεγκερ), βρίσκεται από τις απαρχές του βίου του αντιμέτωπος με έναν άνισο αγώνα (Μια ζωοπανήγυρις ο βίος / κι ο άνθρωπος κρεμασμένος στο τσιγκέλι /ένα κομμάτι φρέσκο κρέας / με τον κουβά και τον σανό του / περιμένει τον τσαμπάση, «Θηβαϊκός Κύκλος»), με το σύμπαν να παραμένει πάντοτε στην καλύτερη ασυγκίνητο, κωφάλαλο στις όποιες του εκκλήσεις, στη χειρότερη δε να δρα τιμωρητικά, πίσω απ’ τη σαδιστική μάσκα ενός δημίου ή ενός βασανιστή (Μια ζωοπανήγυρις ο βίος / κι ο άνθρωπος κρεμασμένος στο τσιγκέλι /ένα κομμάτι φρέσκο κρέας / με τον κουβά και τον σανό του / περιμένει τον τσαμπάση, «Θηβαϊκός Κύκλος»). Ζωή, τι ρίσκο σύντομο και ειδεχθές! («Κλίνη κενή φέρεται εστρωμένη των αφανών») παραδέχεται ο Κοζίας και, πράγματι, τι πιο στυγνό από μια ζωή απογυμνωμένη από κάθε βεβαιότητα πάρεξ αυτήν μιας εκ γενετής επικείμενης τελευτής; (Ο κόσμος / δεν ήταν εκείνο που νομίζαμε / Θάνατος επί πιστώσει / αυτό είναι όλο, «Θάνατος για έναν λεγεωνάριο»). Πώς να μην καταρρέεις κάτω από το βάρος της επίγνωσης πως πορεύεσαι καβάλα σ’ έναν τάφο / ακαταπαύστως («Υφαίνοντας στη νεκρή πτέρυγα»), ειδικά όταν, ελλείψει μεταφυσικού αντικρίσματος και ηθικών μέτρων και σταθμών, αντιλαμβάνεσαι πως, άξαφνα, αποτελείς άθροισμα και, συνάμα, μόνο κύριο των επιλογών σου μέσα σε έναν ασυνάρτητο κυκεώνα από προοπτικές;

Στην πορεία, ο ποιητής θα συγκεκριμενοποιήσει ακόμα πιο πολύ τις ανησυχίες του, θρηνώντας για την απώλεια της νιότης αλλά και την ματαιότητα του κάλλους, που μόνο εφήμερα δύναται να θαμπώσει τις φωνές των διαψεύσεων που επιμένουν να επισωρεύονται (Να τα κεφάλια των τρυφερών, των λησμονημένων / των κοριτσιών, των αρχαγγέλων / να τα ωραία μάτια, τα εξαίσια χείλη, τα στήθη / το ομφάλιο κάλλος και τα επίγεια χάδια // Όλα αθροίζονται στο ίδιο πηλίκον / «Τι είναι ζωή; Τα μη ζωή; Και τι τ’ ανάμεσά τους;» / Τίποτα δεν διαρκεί στις μικροσυνοικίες του θανάτου, «Εκδρομή με κοριτσάκια»). Φυσικά, από τον γενικό θρήνο, δεν λείπουν και ορισμένες υποψίες οργής προς τον κυνισμό που θέλει τη ζωή να συνεχίζεται, μέσα από μια συνομιλία με τους σολωμικούς Ελεύθερους Πολιορκημένους (Όταν μια μέρα στον κήπο των Τρώων / πάει ο ήλιος, πάει το φέγγος / χάνεται, φεύγει το πνεύμα / πέφτει η σάρκα / και νέους έρωτες αναζητάμε / καθώς το σώμα του Έκτορα νεκρό προβάλλει, «Αλαφροΐσκιωτο»). Κι όμως [ε]δώ τζογάρει και κερδίζει το Καθαρτήριον η «Φύσις!, («Βλέποντας τον κόσμο από το όρος Γιούχτας») δεν αργεί να ανασυνταχθεί με χιούμορ μακάβριο ο Κοζίας, υπενθυμίζοντας στις επόμενες γενεές που βιάζονται να παραλάβουν τη σκυτάλη καταδικάζοντας, μάλλον αποστειρωμένα και επιπόλαια, τις προηγούμενες ως παρωχημένες και αναλώσιμες πως το «ο βασιλιάς πέθανε, ζήτω ο βασιλιάς» θα ακουστεί και γι’ αυτές (μοιάζουμε σαν φαντάσματα του θέρους / και να οι ανασκαφείς, να οι αρχαιολόγοι / Τελείωσαν πια τα ψέματα, μας λένε / ας πάψει το γλυκόλαλο τραγούδι σας , «Ο θησαυρός των αηδονιών»). Πού είναι οι αγάπες μας; / Πού είναι οι εξοχές μας; / Πού είναι τα γλέντια μας τα μαγικά; («Κλίνη κενή φέρεται εστρωμένη των αφανών») ειρωνεύεται ο Εξάγγελος λοξοκοιτώντας προς την αντίληψη που θέλει τον ποιητή αιώνια έφηβο, το τραγούδι του ανοξείδωτο στους αιώνες αφού σ’ έναν κόσμο [ό]που βασιλεύει σκουλήκι / και μούχλα και σήψη («Υφαίνοντας στη νεκρή πτέρυγα») τίποτα ισοβίως δεν αγιάζει παρά μόνο, πειθήνια γρανάζια στην αλχημική μέριμνα της φύσης, [υ]φαίνουμε, υφαίνουμε / το ίδιο σχέδιο της ξεχαρβαλωμένης Φύσης / πάλι αχόρταγοι και πάλι με ωραίες παραισθήσεις, «Υφαίνοντας στη νεκρή πτέρυγα»). Κι όμως, παρότι ΧΡΩΣΤΑΜΕ…ΣΩΜΑ ΣΕ ΑΥΤΗ ΤΗ ΓΗ, («Θάνατος για έναν λεγεωνάριο») πάντοτε θα φεγγρίζει πίσω από όλα και η σαιξπηρικής υφής ελπίδα της επιβίωσης μέσω των επόμενων γενεών και βιολογικών απογόνων, επιβίωση η οποία, φευ, κατοχυρώνει και την διαιώνιση του απευκταίου αγελαίου στοιχείου (Κατάρα, παλιά κατάρα / με το αυγό του φιδιού στην κλίνη / Πάντα ο δαίμων να σπάει το τσόφλι / και με βουή να ξεπροβάλλει του Αίματος η Φάρα («Πώς να εξηγήσεις τις εικόνες στη νιότη;»).

Προχωρώντας, είναι σαφές από τα παραπάνω πως οι ανησυχίες από τις οποίες βάλλεται ο σύγχρονος άνθρωπος, κατά τον Κοζία, ανάγονται στο ίδιο θέμα, αυτό της επαναδιαπραγμάτευσης της αχαλίνωτης ελευθερίας, που συνοδεύει τη μεταμοντέρνα συνθήκη από το Άουσβιτς και εντεύθεν. Κεφαλαιώδης ανάμεσα στα συμπαρομαρτούντα αυτής της ελευθερίας (ας θυμηθούμε εδώ το προπατορικό αμάρτημα) είναι η πράξη του θανάτου, χρονικό σημείο που συντελείται η οριστική εξοικείωση του ανθρώπου με το Απόλυτο, το ίδιο ακριβώς Απόλυτο που ξοδεύει όλη του την βιωτή για να ψαύσει επί ματαίω, θυμίζοντας το γνωστό σκηνικό με τον γάιδαρο και το καρότο (Υφαίνουμε το ανύφαντο / που μας καταδιώκει, «Υφαίνοντας στη νεκρή πτέρυγα»). Είναι, εντούτοις, αυτή ακριβώς η αδυναμία υπερκέρασης του Απόλυτου με απτά υλικά που υπαγορεύει κάθε πράξη μας (εκούσιας ή ακούσιας) – μια αδυναμία που καθιστά οποιοδήποτε επίτευγμα ανώφελο εν τη γενέσει του – που τελικώς δρα ως παυσίλυπο. Η κάθαρση στον «Εξάγγελο» δεν παρέχεται υπό την μορφή παραμυθίας, από παρηγορητικά χτυπήματα στην πλάτη που μάλλον βαυκαλίζουν παρά συν-κινούν, αλλά από την διακήρυξη αυτής της ματαιότητας (Πού γάμος και γιορτή και σχόλη / στο άγνωστο που ξεγυμνώνει / το Είναι από το Τίποτα / το Τώρα από το Παντοτινό, «Γιουκάλι»), κάτι που βρίσκει απήχηση και στην ίδια την φύση της ποιητικής πράξης, όπου η συνείδηση της άφευκτης ήττας μπρος στο άρρητο δεν αποτελεί ουδέποτε ανάχωμα ικανό για τον ποιητή να αναμετρηθεί μαζί του, εκχερσώνοντας λεκτικά τη σιωπή, με όσο δυνατόν λιγότερες απώλειες. Μέσα από την γλαφυρή παρουσίαση της τραγικότητας των ανθρωπίνων, κατά τρόπο ηρακλείτειο, ο Κοζίας αποβλέπει στην κινητοποίηση και εξωστρέφεια του αναγνώστη, στη συνείδηση των ευθυνών του απέναντι στο μοναδικό βιώσιμο ρεύμα στο οποίο εκβάλλουν όλοι οι πιθανοί παραπόταμοι του βίου: αυτό της διαρκούς σύγκρουσης με κάθε σύμβαση και παραίτηση. Τι, άλλωστε, ιδανικότερο να στεγάσει την ελπίδα από το ερειπωμένο στήθος εκείνων που δεν έχουν τίποτα να χάσουν, καταφάσκοντας το πένθος τους; (Για να τον ξαναδώ να μάχεται / με μόνη συντροφιά την απελπισμένη σκέψη, «Το αιματοβαμμένο ποίημα»).

Από την άλλη, είναι σημαντικό να τονιστεί πως, κατά τον ποιητή, η δίοδος προς μια τέτοια χειραφέτηση προϋποθέτει ταυτόχρονα και κώφευση προς οποιονδήποτε μεσσιανικών καταβολών λυτρωτισμό (Δεν είναι καιρός για Ρέκβιεμ, αδελφέ / προς τι τα τύμπανα, προς τι οι δοξασίες; // Τη μέθοδο δε μάθαμε, μήτε γαλήνη βρήκαμε / Σαν καλαμιές λυγίζουμε / σαν τα σπαρτά καιγόμαστε, ψελλίζοντας τω Αγνώστω, «Σπασμένο Ρέκβιεμ»). Ο Εξάγγελος, σε μια νοηματική συνήχηση του «πάτερ ημών / ο εν τοις ουρανοίς / (κανείς)» του Νίκου Καρούζου μεγαλύνει την Γη Χαναάν / Γη των Πιθήκων / Γη των Αποίκων / Γη του Κανένα, («Αναφορά στον Συνταγματάρχη Κουρτς»), μια πραγματικότητα μονολιθική, ανίδεη από μεταφυσική, ομιλούσα μόνο την γλώσσα της ιστορίας (Είδες ποτέ, Γιατρέ, φύση διεστραμμένη; / Το σώμα να επιστρέφει / αφανισμένο, σφραγισμένο / σφυρίζοντας από το Μεγάλο Τίποτε;, «Εν τόπω»), έναν τόπο όπου οι φερόμενοι ως επίγειοι θεοί ατιμάζονται (Πού να σαπίζει ο Κόμμοδος και πού ο Πετρώνιος Μάξιμος;, «Σπασμένο Ρέκβιεμ») και οι επουράνιοι συνένοχα σιωπούν ή χαιρέκακα χαχανίζουν (και είκοσι ένα αιώνες / τερατόμορφου ύπνου να ξυπνήσουν / πάλι συναθροισμένο θα έρθει το σκοτάδι σαν το θεριό / με τη σάλπιγγα της Κρίσης / και με χάχανα φριχτά θα μας δικάσει, «Ο Ελαφοκυνηγός»). «Αμήχανη η φιλοσοφία μπροστά στο προτετελεσμένο» είναι σα να προειδοποιεί εδώ ο Κοζίας, με οποιοδήποτε θέσφατο έξω από τα όρια της αγάπης και της πλησιότητας να ωχριά όταν το τέλος γίνεται διάφανο, χειροπιαστό (Πόσες φορές υπάρχουμε και / πόσες δεν υπάρχουμε / όταν περνάει / της μοίρας τ’ αμαξάκι / κι ο εκδορέας επίμονα ζητάει / για λίγα παλιοσκούδα τη ζωή μας;, «Της μοίρας το αμαξάκι»).

Ενάντια στην οκνηρή αυταπάτη πως η ζωή μάς χρωστά και τη ρομαντική της θέαση, κόντρα στη δαιμονοποίηση του πόνου και της αβεβαιότητας, κόντρα εν ολίγοις στο οποιοδήποτε τέναγος βολής, ο Εξάγγελος προτρεπτικός, εγερτήριος, καταγγελτικός, σαλπίζει το «αεί σχοινοβατείν» (Γερμένος πλάι στην κουπαστή / τα ρούχα πέτα, γδύσου / μη φοβάσαι / τον δαίμονα της θάλασσας / και το παλιό τραγούδι των Σειρήνων // Όλη η ζωή μας / ύφαλοι κι άσπλαχνες εξορίες «Όνειρο στο κύμα»), λοιδορεί την εύκολη παραίτηση (Η ζωή είναι μια αγρύπνια, Κύριε / ή ζης’ την ή παράτα τη στις ερημιές / σαν ελαφίνα κι ο Ελαφοκυνηγός ας τη σπαράξει, «Ο Ελαφοκυνηγός»), προτάσσει την αναγκαιότητα για επιστροφή στα πρωτογενή, αδιαμεσολάβητα συναισθήματα (Ψάξε πουλάκι σε κλαρί / βρες μιαν αγάπη δροσερή / μίλα τη γλώσσα των βουνών, «Στον Καύκασο το φως»), δοξάζει τον έρωτα ως μόνη πτυχή της βιωτής όπου το θαύμα κραταιώνεται. Παρά τις βαθιά ριζωμένες τάσεις της αγέλης ο ποιητής εμμένει τείνοντας το χέρι του μέσα από την κατεξοχήν πολιτική πράξη, αυτήν της τέχνης, γνωρίζοντας πως στο ταξίδι προς την ματαίωση που συνιστά η ζωή, η έξοδος από έναν ομφαλοσκοπούντα εαυτό και η αποκατάσταση της σχέσης με τον Άλλον, ακόμα κι αν ηχούν ως κύμβαλα αφελή και αλαλάζοντα, επιφυλάσσουν τον αυθεντικό δρόμο προς τη λύτρωση.

*

Από φιλολογικής σκοπιάς τώρα, δε θα ήταν άτοπο να ισχυριστούμε πως το όλο κλίμα επαναστατικότητας που διατρέχει το έργο εμπεδώνεται και εμπράκτως στο ποιητικό εργαστήριο του Κοζία, όντας αναπόσπαστο στοιχείο της ποιητικής του, μέσα από μία ατέρμονη διελκυστίνδα που εκδιπλώνεται από το πρώτο έως το τελευταίο ποίημα ανάμεσα στον ιερατικό, αιφνίδιο (όπως έχει, νωρίτερα, χαρακτηριστεί [7]) λόγο και τον ευθύ, προφορικό. Πίσω από αυτό το μαεστρικό πάντρεμα του ύφους, με τις αναπάντεχες πλην καθ’ όλα οργανικές αυξομειώσεις της έντασης, βέβαια, βρίσκεται παράλληλα και η εμφανής πρόθεση του Κοζία να κινητοποιήσει τον αναγνώστη, προκαλώντας τον τίνι τρόπω να παραμείνει ενεργός. Ειδική μνεία εδώ πρέπει να κάνουμε στην δεξιοτεχνία με την οποία ο ποιητής χειρίζεται τα υψηλά ντεσιμπέλ της φωνής του, τα οποία διανθίζει με στοιχεία απελευθερωμένου στίχου, είτε ισοσύλλαβου (με αποκορύφωμα τις δεκαπεντασύλλαβές του εκδοχές) είτε ομοιοκατάληκτου, παραβολές, συντακτική ακροβασία, διακειμενικότητα, έως και με όψεις παρωδίας και αυτοσαρκασμού. Όλα τα παραπάνω, φυσικά, συνιστούν επιτηδεύσεις τις οποίες επιστρατεύει ο ποιητής προκειμένου να διασκεδάσει την a priori καχυποψία του αναγνώστη, στου οποίου την μνήμη ο στομφώδης, γεμάτος προστακτικές λόγος θα διακινδύνευε, ειδάλλως, να ταυτιστεί σχεδόν τυφλά με αφηγήματα άλλων καιρών, η μόνη προβολή των οποίων στο σήμερα δεν είναι παρά ο επιθανάτιος ρόγχος τους, οδηγώντας έτσι τον λόγο του στο κενό.

Ο Γιώργος Κοζίας, θαρραλέα αιρετικός απέναντι στην ποιητική κοινή της πολτώδους αυτοαναφορικότητας, της τόσο προσφιλούς στον επιδερμικό, απαρασκεύαστο κριτικό λόγο, στασιάζει, διονυσιάζεται, σαρκάζει, απελευθερώνει. Όπλα του η λεπτή ειρωνεία, η ζέουσα, βρίθουσα σπινθήρων ρητορεία, η πίστη στο «τώρα» ως υπεραρκετή μαγιά του θαύματος, οι φωνές του παρελθόντος, συγγενικές ή μη μα πάντως χαραγμένες στη σύνολη μνήμη. Πολέμιοί του τα τείχη που περιβάλαμε εαυτούς, οι βολικές μας αυταπάτες, η αστόχαστη μακαριότητα του νοικοκυρεμένου βίου, οι έριδες με αφορμή οτιδήποτε εν τέλει καταδικασμένο εν όψει της φθοράς. Ο έξοχος Εξάγγελος – έργο μεγαλεπήβολο καίτοι κατορθωμένο σε όλο του το μήκος και πλάτος – αποτελεί, εδώ και δύο και πλέον χρόνια από την κυκλοφορία του, χρυσορυχείο πολλαπλών προκλητικών ερεθισμάτων, πρόσφορων για κριτική αναμέτρηση ουδόλως ακροθιγή, μα στηριγμένη πάνω σε ερείσματα στιβαρά. Άλλωστε, πού καλύτερη αφορμή για την αξιολόγηση και όξυνση του ανοσοποιητικού συστήματος του ποιητικού κανόνα και των δυνατοτήτων του να επεκταθεί, προσαρτώντας νέους πυρήνες στης τάξεις του, από τις αποκλίνουσες φωνές; Ο κίνδυνος του πιθανού οστρακισμού των γεωργούντων την ποιητική παραμεθόριο στερεί από όλους, ανεξαίρετα, την δυνατότητα να ατσαλωθούμε.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ
[1] Διογένης Σακκάς, Κρατικά λογοτεχνικά βραβεία: ένας απολογισμός, bookpress.gr
[2] Νικήτας Παρίσης, Κοντινά και μακρινά πλάνα: Μια επίκαιρη αναφορά στον Οδυσσέα Ελύτη, περιοδικό Λέξη, τχ. 97-98.
[3] Βραβεία Jean Moreas 2022 – βραχείες λίστες, culturebook.gr
[4] Παναγιώτης Νικολαΐδης, culturebook.gr
[5] Μίνα Π. Πετροπούλου, Για τον Εξάγγελο του Γιώργου Κοζία, frear.gr
[6] Κλεοπάτρα Λυμπέρη, Ελύτης-Καρούζος: δυο προσευχές (Η μυστική εμπειρία), poeticanet.gr
[7] Αλέξης Ζήρας, Ένας σκωπτικός και ανατρεπτικός επίγονος του Καρυωτάκη.
[8] Γιάννης Δημογιάννης, Εξάγγελος: Η ενδοχώρα του χρόνου, oanagnostis.gr
[9] Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης, «Η ποίηση των εκατό φιορινιών», fractalart.gr

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε εδώ:
https://neoplanodion.gr/2023/06/19/exaggelies-kozias/?fbclid=IwAR1Bj5ldpPawI3F1mMyEfz7FOGlOcxxYnlJe7C4HMKMQW_mVUC0F9xZ2nLI

Πέτρος Σκυθιώτης, από τη «Συνθήκη ισορροπίας»

25
Στις διαφημίσεις να προσέχετε κάτω κάτω
και τα μικρά γράμματα

«Ο παράδεισος είναι ένα τσιγάρο δρόμος

μετ’ επιστροφής»

26.
Αγαπητέ κύριε ποιητή,

να θυμάστε να φοράτε
συχνότερα
τα γυαλιά σας
εδώ τα πράγματα
δεν είναι ποτέ στο περίπου
και προπαντός έχουνε
σύνορα και γωνίες

γι’ αυτό σας παρακαλώ
μην εξαπατάσθε
και μας παρασύρετε

Αγαπητέ αναγνώστη,

Οι δικές μου οφθαλμαπάτες είναι μόνο δικές μου
ποιος σας είπε ότι μπορείτε να παίζετε
με την ιδιοκτησία
του καθενός

εγώ για να ξέρετε ήθελα από μικρός
να αποκτήσω
μυωπία

27.
Όλη αυτή είναι η περιουσία μου

της φώναξε
δείχνοντας μια βιβλιοθήκη χειρόγραφα
και βιβλία

εκείνη τον κοίταξε πικραμένη

το ίδιο κι εκείνος

και ξάπλωσαν μαζί
πάνω στο γραφείο
αυτός
κι η κατακόκκινη

καρδιά του

28.
Είναι αλήθεια οι γάτες δεν δακρύζουν
κι ας έχουν ψυχές

επτά

0.
Μια αβέβαια
συνθήκη ισορροπίας
εγγυάται τη ζωή μας

προχωράμε βαστάζοντας κλειδιά

βασταζόμενοι από πόρτες

*«Συνθήκη ισορροπίας», εκδ. θράκα, Φεβρουάριος 2014.

Γιώργος Κ. Καραβασίλης, Τέσσερα μικρά μαδριγάλια

ΑΠΝΟΙΑ

Στον πάπυρο της πεταλούδας
Η απόσταξη των τοπίων.

ΣΑΡΚΩΣΗ

Σε χάδι μωβ κυλά η Άνοιξη
Και στης καρδιάς το φύλλο
Ανεμοπύρωμα η βροχή
Βαθύ πουλί
Χώμα το χώμα
Σπόρο το σπόρο
Κραυγή την κραυγή
Καρφώνει στεφάνι.

ΑΚΟΥΩ ΤΟ ΚΡΙΘΑΡΙ ΤΗΣ ΓΗΣ

Ακούω το κριθάρι της γης
Στις καλύβες του κάμπου.
Ας πιούμε τη μοσχοβολιά μιας μέρας
Σ’ αυτό το καταφύγιο της λυχνισμένης νύστας.

ΓΥΜΝΟ ΠΟΔΙ, ΦΥΛΛΟ ΕΞΟΧΙΚΟ

Ω γυμνό πόδι, φύλλο εξοχικό,
Πώς ξεδιψάς το καλοκαίρι στο κορμί,
Σε θαλασσινό αφρό
Πουρπουρίζει το στήθος σου.
Μη μου μιλήσεις! μη σε τελειώσω.

*Από τη συλλογή “Η γραφή και το μαχαίρι” που συμπεριλαμβάνεται στο συλλογικό “Ποιήσεις 1963-2003”, εκδ. Γαβριηλίδης, Αθήνα 2004.

Νίκος Βουτυρόπουλος, Eκτός Δικτύου

V
Φυσάν οι αυλοί του κόσμου
τις ξύλινες φωνές τους.

Του Δεκέμβρη τα φώτα καμπούριασαν,
γιατί ανεμικοί οι ψίθυροι,
καθώς κουβεντιάζαμε τη σκόρπια ζωή μας.

«Σου ‘λειψα; Ν’ αποτύχω ξανά;
Θα τ’ αντέξεις;» ρωτούσες επίμονα,
τροπικό καναρίνι.

Όπως ξημέρωνε με λευκή τη σελήνη,
το παρελθόν παραδόθηκε,
και ανάσα γλυκιά απ’ τα βάθη
της θάλασσας σύντροφος έγινε
του ατέλειωτου καημού των ανθρώπων.
Ως το σβησμένο έφτασε δώμα
ν’ ακυρώσει την τρελή τυραννία των φίλων.

Βλέπεις λοιπόν; Ή να σε καλέσουμε πάλι
τ’ όραμα ενός αγέρωχου δέντρου;

VI
Περιμένουμε, λες, το επόμενο αβάσταχτο,
Αφού αναπότρεπτο των ημερών το κύλισμα.

Και που ‘γινε η ζωή αυλαία,
μήπως μας σώζουν τα παλαμάκια;

Να βρεθούμε θα ‘λεγα,
με τις φωνές μας άδειες,
τότε που ξανθαίνει το καλαμπόκι,
να προφέρομε τους μικρούς μας κόσμους.
Πικρούς αν μας αφήσουν
τ άδοξα δάκρυα… θ’ απογίνομε τι;
Συμφορές;

*Από τη συλλογή «μικρά κερωτικά», εκδ. ΣΑΙΞΠΗΡΙΚόΝ, Ιούλιος 2013.

Sandro Penna, Εσωτερικό

Στου θυρωρού δεν ήταν κανένας.
‘Ήταν το φως πάνω στα φτωχά
ξέστρωτα κρεβάτια. Και πάνω στο
παλιό τραπέζι κοιμόταν ένας αλητάκος
πανέμορφος.
Γλύστρισε απ’ τα διπλωμένα
μπράτσα του, διστακτικά, ένα γατάκι

*
Νάτοι οι εργάτες στην πράσινη αλέα
να γευματίζουν: δεν είναι όμορφοι;
Τρέχουν τα αυτοκίνητα ολόγυρα
κόσμος περνάει φορτωμένος εφημερίδες.

Δεν είναι όμορφοι οι εργάτες;

*

Το βρήκα το αγγελούδι μου
Σε ένα ύποπτο σινεμά.
Κάπνιζε ένα τσιγαράκι
κι είχε τα μάτια υγρά.

*Ήταν ο Σεπτέμβριος. Πηγαινοέρχονταν
θορυβώδης ο κόσμος στους δρόμους.
Ο ήλιος αγαπούσε το κρασί και τον εργάτη.
Τα τραγούδια επέμεναν μέχρι βαθειά μεσάνυχτα.
Εκστατικό όμως
απέμενε ένα αγόρι, δεμένο πλέον
-κάτω απ’ τη ζεστή φυλλωσιά της βραδιάς-
στο αθώο γέλιο ενός φίλου.

*

Η πλατειούλα της Βενετίας
παλιά και μελαγχολική, δέχεται
τη μυρωδιά της θάλασσας. Και πτήσεις
περιστεριών. Αλλά απομένει
στη μνήμη -και θέλγει
το φως- η πτήση του νεαρού
ποδηλάτη, που απευθύνθηκε στο φίλο
με μια μελωδική πνοή: «Πάς μόνος;»

Να ζω θα ήθελα αποκοιμισμένος
μεσ’ στο γλυκό ψίθυρο της ζωής.

*

Στο δροσερό ουρητήριο του σταθμού
κατέβηκα από το φλογισμένο λόφο.
Πάνω στο δέρμα μου σκόνη κι ιδρώτα
με μεθούν. Στα μάτια τραγουδάει
ακόμη ο ήλιος. Ψυχή και κορμί εγκαταλείπω
τώρα, ανάμεσα στη στιλπνή και άσπρη πορσελάνη.

*

Άδειος είναι ο ουρανός. Μα στα μαύρα μάτια
εκείνου του αγοριού, θα προσκυνήσω το θεό μου.

Ο θεός μου ωστόσο, απομακρύνεται με το ποδήλατό του
ή ανέμελα ένα ντουβάρι καταβρέχει.

*

Το αγνό χέρι, το μυρωμένο σίδερο
φιλούσα… κι έπειτα απ’ το συνεργείο
μια παρατεταμένη φωνή έρχονταν
να μου κλέψει το χέρι.

*Sandro Penna Ποιήματα, έκδοση «Το μικρό δέντρο», Αθήνα, Δεκέμβριος 1981. Μετάφραση: Σωτήρης Παστάκας.

Ένα σύντομο σημείωμα για τον «διήγημα» της Τεμπρίδου

Η φεμινιστική νουβέλα της Γιώτας Τεμπρίδου που αποφάσισε να θανατώσει τη χαρά

Γράφει η Τώνια Τζιρίτα-Ζαχαράτου

Κατά την ανάγνωση του διήγημα σκεφτόμουν συχνά μια μορφή εξίσου θεωρητική και πραγματική που τα τελευταία χρόνια περιπλανιέται στη φεμινιστική κριτική θεωρία. Αναφέρομαι στη μορφή της killjoy φεμινίστριας την οποία έχει εισαγάγει δυναμικά η φεμινίστρια στοχάστρια Sara Ahmed. Κατά μία σύμπτωση που μάλλον δεν είναι και τόσο παράδοξη, καθώς μοιάζει να υπαγορεύεται από την ίδια κατεπείγουσα συνθήκη, το Εγχειρίδιο για killjoy φεμινίστριες [1] της Άχμεντ κυκλοφόρησε επίσης την άνοιξη του 2023, δηλαδή την ίδια περίπου περίοδο με τη νουβέλα της Γιώτας Τεμπρίδου. Ίσως αυτή η σύμπτωση να τα συνέδεσε αρχικά στη σκέψη μου, πάντως είναι βέβαιο πως και στα δύο βιβλία –παρά τις διαφορετικές τους καταβολές και παραμέτρους– εντόπισα μια υπόσταση προκλητικά κι απερίφραστα φεμινιστική που μ’ έκανε να διαβάσω στην αφηγηματική φωνή του «διήγημα» την αμέτακλητη απόφαση να θανατώσει τη χαρά.

Το φεμινιστικό killjoy είναι εκείνη που χαλάει την ατμόσφαιρα· η οποία, καθώς αρνείται να συγκαλύψει το πρόβλημα, είναι διατεθειμένη να γίνει η ίδια το πρόβλημα. Με επίπονη επιμονή καταστρέφει τον μύθο της ευτυχίας κι αποκαλύπτει στα θεμέλιά της τη θανατηφόρα βία των κοινωνικών δομών. Σβήνοντας ένα χαμόγελο που μπορεί να κρύβει και συνενοχή, ένα νεύμα που ίσως σε κάτι να συναινεί, ο χαρακτήρας της killjoy φεμινίστριας προχωρά σε πράξεις μιας δύσκολης αυτοδιακινδύνευσης· εγκαταλείπει ζώνες οικειότητας κι εκτίθεται γκρινιάζοντας, ουρλιάζοντας ή, με τους όρους της μπελ χουκς, αντιμιλώντας απέναντι σ’ έναν κόσμο έμφυλα, φυλετικά και ταξικά επιθετικό. Με λίγα λόγια ένα τέτοιο φεμινιστικό υποκείμενο, όπως κι ο «διήγημας», είναι αποφασισμένο να χαλάσει το γλυκό.

Γιατί σ’ αυτό το βιβλίο η Γιώτα κουβαλά εκρηκτικά και βρίσκει μορφές έκφρασης που ονοματίζουν και ταυτοποιούν τη βία. Με όχημα μια φωνή που είναι συγχρόνως παιδική κι ενήλικη, θύμα και δρών υποκείμενο, κι οπωσδήποτε έμφυλα προσδιορισμένη, στρέφεται προς ό,τι είναι επώδυνο μες στην εθνοπατριαρχική συνθήκη και συλλέγει ιστορίες κι αναμνήσεις που φέρουν μέσα τους το τραύμα. Αρθρώνοντας έναν λόγο δύσκολο ν’ αρθρωθεί, επανατοποθετεί την πραγματικότητα· τα λέει έξω από τα δόντια· μας ξεβολεύει. Να γράφεις ως killjoy φεμινίστρια σημαίνει να απευθυνθείς στον πατριάρχη πατέρα και να του πεις: «Εσύ, ο πιο, πιο ανίκανος, ο μεγαλύτερος μαλάκας που υπήρξε, ο νούμερο ένα λειψός, και γι’ αυτό ο πιο βαθιά κομπλεξικός» [2]. Σημαίνει να μην κλείνεις τα μάτια στον εφιάλτη για να μπορέσεις να αναγνωρίσεις πως αυτός ο εφιάλτης είναι εν μέρει η ζωή, όταν γίνεται κακοποίηση, βιασμός, ρατσιστική επίθεση και τόσα άλλα.

Όμως, συγχρόνως ο «διήγημας» καταστρέφοντας μυθεύματα κι ειδυλλιακά αφηγήματα ανασκάπτει την πραγματικότητα και βρίσκει εκείνες τις χαρές που ανοίγουν χαραμάδες για χάρη της επιβίωσης. Ξηλώνοντας ό,τι καθιστά την ύπαρξη αφόρητη, δημιουργεί δυνατότητες που μας επιτρέπουν, κάθε φορά που αντικρίζουμε τον κόσμο, να βλέπουμε εντός του και τη δική μας αντανάκλαση. Μες στο βιβλίο μια τέτοια λειτουργία φαίνεται να επιτελεί η ποίηση, οι στίχοι που στοιχίζονται γύρω από την αφηγήτρια ώστε εκείνη να κολυμπήσει εντός τους. Γράφει: «Ένα σπίτι από στίχους έφτιαξα, εδώ ζω, δεν τους μετρώ» [3]. Η Άχμεντ μιλώντας για τη σημασία που έχει η λογοτεχνία για το φεμινιστικό της εγχείρημα σημειώνει: «Τα βιβλία μπορούν να αποτελέσουν τα οικοδομήματά μας. Εγγραφόμαστε στην ύπαρξη. Φεμινισμός: Θέτουμε στην ύπαρξη η μία την άλλη» [4]. Οι στίχοι, όπως τους χρησιμοποιεί η Γιώτα, είναι φορείς ιστοριών τις οποίες η αφηγήτρια σε προσκαλεί ν’ αφουγκραστείς. Μια τέτοια ιστορία είναι π.χ. ο διακειμενικός έρωτας της κυρα-Μαρίας του ομώνυμου παιδικού τραγουδιού με την κυρα-Ροδαλίνα της Ελένης Βακαλό, που ως πρόσχαρες κυράδες και οι δυο φτιάχνουν ένα ξέγνοιαστο σπιτικό στον αγρό για να αγαπηθούν όπως τους πρέπει. Τέτοιο είναι και το αίσθημα αλληλεγγύης που μοιράζεται η αφηγήτρια με την εγκαταλελειμμένη μικρή Ελένη του ομώνυμου παιδικού τραγουδιού που έχει εγκλωβιστεί στο κέντρο ενός κύκλου βαναυσότητας.

Καμιά φορά το να είσαι στο κέντρο ενός κύκλου συμπίπτει με το να είσαι στο περιθώριο ενός κειμένου και τότε η μετατόπιση των θέσεων μοιάζει να εξαρτάται από την αναδιάταξη των λέξεων μέσα σ’ αυτή τη ρευστή επικράτεια που ονομάζουμε γραφή. Η μπελ χουκς περιγράφει τη γραφή ως έναν τρόπο να αιχμαλωτίζεις τον λόγο, να τον φέρνεις κοντά σου και να τον κρατάς εκεί: «Κι έτσι κατέγραφα κομμάτια και θραύσματα συζητήσεων, εξομολογούμουν σε φθηνά ημερολόγια που σύντομα διαλύονταν από την υπερβολική χρήση, εξέφραζα την ένταση της θλίψης μου, την απελπισία του λόγου –γιατί πάντοτε έλεγα το λάθος πράγμα, έθετα τα λάθος ερωτήματα. Δεν μπορούσα να περιορίσω τον λόγο μου στις απαραίτητες γωνίες κι αγωνίες της ζωής. Έκρυβα αυτά τα γραπτά κάτω από το κρεβάτι μου, στα παραγεμίσματα των μαξιλαριών, ανάμεσα σε ξεθωριασμένα εσώρουχα» [5].

Ο διήγημας μοιάζει να είναι φτιαγμένος από ένα τέτοιο υλικό, το λάθος υλικό, το κομματιασμένο, το προσωπικό, το διασκορπισμένο, το παραχωμένο κάτω από την πίεση της πραγματικότητας που όμως έχει φτάσει πια στο σημείο υπερχείλισης, κι έτσι πλημμυρίζει στη διαρρηγμένη αφήγηση αυτής της νουβέλας. Και αφού οριοθετήσει τους τόπους της βίας, αναζητήσει τις μορφές που χρειαζόμαστε, αλλά ακόμα δεν έχουμε, εξερευνήσει τις πολλαπλές συνδέσεις μεταξύ χειραφέτησης κι ευαλωτότητας, τελικά καθιστά τη σχέση ανάμεσα στη γραφή και την ανάγνωση μια σχέση killjoy αλληλεγγύης γιατί, όπως μας θυμίζει εμφατικά η Άχμεντ, έχουμε ανάγκη την αλληλεγγύη και τη χαρά προκειμένου να επιβιώσουμε από τη θανάτωση της ευτυχίας.

Σημειώσεις

  1. Sara Ahmed, The Feminist Killjoy Handbook (London: Penguin Books, 2023)
  2. Γιώτα Τεμπρίδου, διήγημας (Θεσσαλονίκη: Ακυβέρνητες Πολιτείες, 2023), 24.
  3. ό.π., 62.
  4. Ahmed, 185.
  5. bell hooks, Talking Back: Thinking Feminism, Thinking Black (Boston: South End Press, 1989), 6.

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο frear.gr

Richard M. Berlin, Ο καρκίνος του πνεύμονα με την τεχνική της ανάστροφης Time-Lapse φωτογράφισης1

1.
Τρεις ανάσες πριν το θάνατο,
ένα χέρι καλυμμένο με μπλε λάτεξ γάντι
τραβάει έξω τον τραχειοσωλήνα2,
μια λεπίδα αφαιρεί τα ράμματα
από την τρύπα της τραχειοστομίας που συρίζει
τα σταγονίδια του αίματος απορροφώνται μες στο δέρμα.
Ο ασθενής εκπνέει, ανασηκώνεται
απ’ το κρεβάτι και περπατά προς τα πίσω,
έξω από το νοσοκομείο και μέσα σ’ ένα αυτοκίνητο
που κινείται ανάστροφα, ξεφυσά τον καπνό απ’ το στόμα του
σε μικρά συννεφάκια
κάθε συννεφάκι έλκεται πίσω
στην αναμμένη κόκκινη καύτρα
ενός άσπρου τσιγάρου που όλο μακραίνει και μακραίνει,
πριν τα βάλει όλα το ένα μετά το άλλο μέσα σ’ ένα πακέτο,
τα πακέτα τακτοποιούνται σε χαρτόκουτα,
τα χαρτόκουτα σε κιβώτια, άνδρες με καρότσια τα μεταφέρουν
κινούμενοι προς τα πίσω και τα φορτώνουν σε φορτηγά,
οι οδηγοί με την όπισθεν τα οδηγούν στα εργοστάσια
της Carolina και του Kentucky όπου το τσιγαρόχαρτο
ξετυλίγεται και ο ψιλοκομμένος καπνός
κυλά ανάμεσα από τους κοπτήρες
και ξαναβγαίνει ολόκληρο φύλλο,
τα φύλλα ξαναγυρνούν στις αποθήκες όπου
κρέμονται γλυκά και υγρά στο ζεστό
φθινοπωρινό ήλιο πριν τα ύψους δέκα ποδιών φυτά χωθούν
στην πλούσια καφετιά γη, μικραίνοντας
καθώς το καλοκαίρι ψυχραίνει και γίνεται άνοιξη
ωσότου ό,τι απομένει είναι χίλιοι
μικρούτσικοι σπόροι στην παλάμη ενός αγρότη.

2.
Ο άνδρας που ξεφυσούσε συννεφάκια καπνού
θεραπεύεται με κάθε εκπνοή,
ανακτά τους μυς και το λίπος του, τα λεκιασμένα δόντια του
λάμπουν καθώς από κίτρινα γίνονται άσπρα,
η κόκκινη σκληρία του όγκου και των νεόπλαστων αγγείων
συρρικνώνεται από μια μάζα
σ’ ένα μικρό εξόγκωμα, σε μερικά άγρια κύτταρα,
σε μια σπασμένη έλικα του DNA.
Σηκώνει το χέρι του στο πρόσωπο
ξανά και ξανά, σαν
να φυσά ένα εκατομμύριο φιλιά,
και οι γραμμές του προσώπου του μαλακώνουν,
τα γκρίζα του μαλλιά, μεταμορφώνονται
σε μαύρα, και γίνεται ολοένα και νεότερος
και νεότερος έως ότου το κάπνισμα σταματά.
Στην τελευταία σκηνή, αυτός τριών χρονών,
καβάλα σ’ ένα παιδικό ποδηλατάκι με τρεις ρόδες
που πάει προς τα πίσω
σε ένα αδιέξοδο δρομάκι3
όπου τα σπίτια διαλύονται από την οροφή μέχρι το υπόγειο,
και οι τρύπες των θεμελίων τους γεμίζουν
χώμα, το οικοδομικό τετράγωνο μετατρέπεται
σε καπνοχώραφο, η πλούσια καφετιά γη
ζεσταίνεται από το δυνατό καλοκαιρινό ήλιο,
η μάνα του κουνά το παιδί της στην αγκαλιά της,
το μέλλον τόσο φωτεινό
σαν τη λάμψη των ματιών τους.

1.Η τεχνική κινηματογράφησης που γίνεται με την φωτογράφιση του ίδιου αντικειμένου από την ίδια φωτογραφική γωνία σε διαφορετικές σταδιακά χρονικές στιγμές. Το αποτέλεσμα είναι κατά την προβολή να συμπυκνώνονται χρονικά οι εικόνες και να «τρέχουν» σε πραγματικό κινηματογραφικά χρόνο με ιδιαίτερα γρήγορο ρυθμό.
2.Επεξηγείται στο ποίημα «Ανάμεσα στη λογική και στον πανικό». Η διαφορά στην παρούσα περίπτωση είναι ότι ο τραχειοσωλήνας δεν έχει οδό εισόδου τη στοματική κοιλότητα αλλά το στόμιο της τραχειοτομής (την τρύπα στην τραχεία) που διανοίγεται κάτω από τον λάρυγγα για την απευθείας επικοινωνία του τραχειοσωλήνα με την τραχεία (τραχειοστομία).
3.Η οικογένεια ανήκει σε ανερχόμενη οικονομικά οικογένεια της εποχής. Τα αδιέξοδα δρομάκια κατασκευάστηκαν ως τμήμα του σχεδιασμού της οικιστικής ανάπτυξης των προαστίων των πόλεων που άρχισε τη δεκαετία του ’50, όταν οι πρώην στρατιώτες παντρεύτηκαν και δημιούργησαν οικογένειες. Αγροτεμάχια κοντά στις πόλεις (συμπεριλαμβανομένων και βαμβακοφυτειών) πουληθήκαν και αναπτύχθηκαν νέες προαστιακές περιοχές ομοιόμορφων κατοικιών που ήταν καθαρές, τακτοποιημένες και ασφαλείς για τα παιδιά, επειδή δεν υπήρχαν δρόμοι και οι κατοικίες ήταν κτισμένες με αδιέξοδα δρομάκια. (Πληροφόρηση από προσωπική επικοινωνία με τον ποιητή).

*Από το Έγχειρίδιο ποίησης”, εκδ. Ένεκεν, Θεσσαλονίκη 2017. Μετάφραση: Μίλτος Αρβανιτάκης.

Ko Un, Έξι ποιήματα

ΗΧΩ
Επάνω στα βουνά με το σουρούπωμα:
Τι είσαι;

Τι είσαι, είσαι…

Η ΚΟΥΚΟΥΒΑΓΙΑ
Κουκουβάγια του μεσημεριού
μάτια θαμπά
Δεν βλέπεις τίποτα.
Καρτέρι μόνο.
Η νύχτα σου σίγουρα έρχεται.

ΜΩΡΟ
Πριν γεννηθείς
πριν τον μπαμπά σου
πριν τη μαμά σου.

υπήρχε
το κελάρυσμά σου.

Ο ΤΥΦΛΟΣ ΑΝΙΡΟΥΝΤΑ
Τόσο βαθιά βυθίστηκε στον διαλογισμό του αυτός ο άνθρωπος
που έχασε εντελώς την όρασή του
αλλά τού ανοίχτηκαν του ουρανού τα μάτια.
Βλέπει το καθετί που υπάρχει.

ΜΟΣΧΑΡΙ
Όλα σε κάτι άλλο μεταβάλλονται.
Η πιο αποκαρδιωτική στιγμή.
Κόψ’ το.

Όλα σε κάτι άλλο μεταβάλλονται
κι οι αγελάδες γίνονται «μοσχάρι».

ΚΑΤΕΒΑΙΝΟΝΤΑΣ ΕΝΑ ΒΟΥΝΟ
Ρίχνοντας πίσω μια ματιά
Ώχ!
Κανένα ίχνος του βουνού που τώρα δα κατέβηκα,
Πού βρίσκομαι;
Η φθινοπωρινή αύρα στριβιλίζεται και σβήνει ξέπνοη
σαν τ’ αδειανό αποφόρι ενός φιδιού.

*Από το βιβλίο «Τι; – 108 Ζεν ποιήματα», εκδ. Περισπωμένη, 2014. Μετάφραση: Αργυρώ Κασωτάκη-Γατοπούλου / Hana Yoo. Πρόλογος: Allen Ginsberg.

Lola Ridge, Το γκέτο

Δροσερός αέρας, άπιαστος
Γύρω γύρω από το αποπνικτικό σκοτάδι που το διαπερνούν ψυχρές γαλάζιες δέσμες φωτός,
Κι όμως ούτε μια πνοή δεν ταράζει την ζέστη
Καθώς αφήνει το τρομερό βάρος της επάνω στο Γκέτο
Και πιο πολύ στην οδό Χέστερ…

Η ζέστη…
Που μυρίζει στα ιδρωμένα κορμιά,
Και σαν ζώο πιέζει με την τεράστια καυτή κοιλιά της
Κλείνοντας όλες τις διόδους του αέρα…

Η ζέστη στην οδό Χέστερ,
Στοιβαγμένη σ’ ένα κάρο
Με τα σκουπίδια του κόσμου.

Κορμιά κρέμονται από τις εξόδους κινδύνου
ή ξαπλώνουν νωχελικά στα σκαλιά της εισόδου…
Τα κεφάλια τους γερμένα εκπέμπουν ένα χλωμό φως-
Πρόσωπα στο χρυσοκίτρινο χρώμα της ρέγκας, με λεκέδες σαν από μούχλα,
Και τα ιδρωμένα πρόσωπα των κοριτσιών
Σαν νοτισμένοι, λευκοί κρίνοι
Και βρέφη με ξεραμένα χείλη, ανοιχτά στόματα που βυζαίνουν
Σαν άδειο στήθος, τον αέρα…

*Από τη συλλογή “Το σώμα που πονά, ο καθρέφτης του κόσμου” εκδόσεις Κείμενα, Ιούνιος 2023, σε μετάφραση Ελένης Χατζή, επιμέλεια έκδοσης Βάσω Κυριαζάκου.