Ella Wheeler Wilcox, Μοναξιά

Γέλασε, και ο κόσμος θα γελάσει μαζί σου.
Κλάψε, και μονάχος θα κλαις.
Γιατί η λυπημένη γέρικη γη πρέπει να δανειστεί την ευθυμία της,
ενώ έχει δικά της προβλήματα αρκετά.
Τραγούδησε, και οι λόφοι θα απαντήσουν.
Αναστέναξε, κι ο στεναγμός σου στον αέρα θα χαθεί.
Αναπηδούν οι αντίλαλοι σε ήχο χαρωπό,
μα συρρικνώνονται στης έγνοιας τη φωνή.

Αγαλλίασε, και οι άνθρωποι θα ψάξουν να σε βρουν.
Πένθησε, και την πλάτη θα γυρίσουν ν’ απομακρυνθούν.
Θέλουν γεμάτο μερτικό απ’ όλες τις χαρές σου,
μα δεν χρειάζονται τη θλίψη από τις συμφορές σου.
Είσαι χαρούμενος, και οι φίλοι σου είναι πολλοί.
Γίνε λυπημένος, και τους έχασες όλους.
Ούτε ένας δεν αρνείται το νέκταρ του οίνου σου,
αλλά μονάχος πρέπει να πιεις της ζωής τη χολή.

Γιόρτασε με γεύμα πλούσιο, και οι αίθουσές σου θα γεμίσουν από πλήθη.
Νήστεψε, κι ο κόσμος θα σε προσπεράσει.
Να πετυχαίνεις και να δίνεις, κι αυτό σε βοηθάει να ζήσεις,
μα κανένας δεν σε βοηθάει να πεθάνεις.
Υπάρχει χώρος στους διαδρόμους της χαράς
για ένα μακρύ κι αρχοντικό τραίνο,
αλλά όλοι πρέπει να μπούμε ένας-ένας στη σειρά
για τα στενά περάσματα του πόνου.

*Μετάφραση: Αγγελική Μπούλιαρη. Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης είναι από εδώ: https://poiimata.com/2023/07/04/monaxia-ella-wheeler-wilcox/

Δημήτρης Πέτρου, από τον ”Εικοστό κόσμο”

Πρώτο έσπασε το Σύμφωνο.
Νύχτα ψυχρή, ξημέρωναν ιδανικές συνθήκες.
Χώμα κατάλληλο για άρματα, θερισμένο,
και βρέθηκα να κοιτάζω στο μέσο της ζωής
έναν κόσμο σε ετοιμασίες.

Δίπλα μορφή τυφλή, απορημένη
σε ραψωδίες πάλευε να κλείσει την παραφροσύνη.
Γυρίζει και μου λέει:

-Πού πήγαν οι θεοί;
Δεν βρίσκω πρόσωπο να τραγουδήσει.
Το φτερωτό άλογο νεκρό.
Η γυναίκα με τα λυτά μαλλιά
μακριά πολύ από τα χρόνια.
Τώρα ποιοςθα βάλει το θυμό σε τάξη;

Νύχτα ψυχρή χωρίς διαβουλεύσεις.
Δεν απαντώ.

-Πού είδες ομορφιά;
Βασιλική πληγή μέσα σ’ αυτό το χάος;

Νύχτα ψυχρή και ξάστερη, γεμάτη κρότους.

*Από τη συλλογή ”Εικοστός κόσμος”, εκδ. Πόλις, 2022.

Νίκος Κόλμαν, Δύο ποιήματα

ΙΕΡΟΣΥΛΙΑ

Το φως του φεγγαριού στόχευε τα κλειστά σου μάτια
χαμογελούσε το βλέμμα σου
προστατευμένο από την εμμονή μου

ωσάν να κοιτούσα αλλού
ωσάν να ξυπνήσαμε αλλού, σε ολική μετατόπιση του χωροχρόνου,
ωσάν να ιεροσυλήσαμε στο ιερό μιας εγκαταλειμμένης
βυζαντινής εκκλησίας σ’ άγνωστο χωριό της Καππαδοκίας.

Το ονειρικό ατόπημα
μεταφέρεται από κοπάδι άχρωμων αμνών.

*

ΠΑΙΔΙΚΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ

Αυτή τη στιγμή
την επόμενη στιγμή
όλες τις στιγμές
-καλές και κακές-
τις χρονομετρώ, τις πολλαπλασιάζω, τις διαιρώ και
Υπολογίζω
πόσο πολλές είναι
μέσα στη σύντομη ζωή.

Δύο σταγόνες καθώς πέφτανε από ψηλά
Συναντήθηκαν
Αγαπήθηκαν
Φιλήθηκαν
μα μόλις φτάσανε στη γη
για πάντα διαλύθηκαν.

*Από τη συλλογή “Δοκιμές μνήμης”, εκδ. Καλειδοσκόπιο, 2020.

Η καλύβα ψηλά στο βουνό – Σε κοίταζα μ’ όλο το φώς και το σκοτάδι που έχω

Προοίμιο

Ο Γιώργος Λιανόπουλος γεννήθηκε στα 1919. Προερχόταν από οικογένεια βενιζελική, ο πατέρας του Νικόλαος, με καταγωγή από τις Κονίστρες Ευβοίας, ήταν ανώτερος κρατικός λειτουργός, στέλεχος του Υπουργείου Εσωτερικών – αργότερα, στη δεκαετία του ‘50 χρημάτισε τρεις φορές (υπηρεσιακός) υπουργός. Στο Πολυτεχνείο, όπου φοιτούσε ο Γιώργος Λιανόπουλος, επί 4ης Αυγούστου, συγκρότησε τη Φοιτητική Κομμουνιστική Οργάνωση – ΦΚΟ. Σε αυτή, στα 1939, είχαν προσχωρήσει μερικοί μαθητές (ως μαθητικό τμήμα), οι οποίοι πρωταγωνιστούν στην ιστορία που θα σας αφηγηθώ στη συνέχεια – σημειώστε τα ονόματα: Άρης Αλεξάνδρου, Αντρέας Φραγκιάς, Χρήστος Θεοδωρόπουλος, Αλέξης Μητρόπουλος, Λεωνίδας Τζεφρώνης και άλλοι.
Ο Μανιαδάκης, υπουργός Εσωτερικών του Μεταξά, είχε καταφέρει να διαβρώσει τις οργανώσεις του ΚΚΕ, η συντριπτική πλειοψηφία των στελεχών του οποίου ήταν στη φυλακή – ή δηλωσίες, δηλαδή αποσυνάγωγοι από το Κόμμα. Είχε στήσει δική του Κεντρική Επιτροπή, δικό του Ριζοσπάστη – δεν ήξερες αν αυτός που σου μιλάει είναι καθαρόαιμος σταλίνας ή χαφιές.
Για το λόγο αυτό, να προστατεύσει δηλαδή την ΦΚΟ από τη διάβρωση, ο Λιανόπουλος κράτησε τη φοιτητική οργάνωση έξω από την ΟΚΝΕ και έκοψε κάθε σύνδεση με το Κόμμα. Ένας ΟΚΝίτης, στενός του φίλος, ο Στάθης Μεγαλοοικονόμου, του έκανε σκληρή κριτική γι’ αυτό – ήταν βλέπετε τυπικότατος στα ζητήματα κομματικής νομιμοφροσύνης. Συγκρατήστε κι αυτή τη λεπτομέρεια…

*

Ο Δημήτρης Ραυτόπουλος, του οποίου το βιβλίο Άρης Αλεξάνδρου, ο εξόριστος, είναι η βασικότερη πηγή για όσα θα διαβάσετε παρακάτω, αναφέρει ότι τον Ιανουάριο του 1941, ο Λιανόπουλος συναντήθηκε στη Γενική Ασφάλεια με τον κρατούμενο Νίκο Ζαχαριάδη. Είχε περάσει τον κύκλο των βασανιστηρίων χωρίς να καταδώσει κανέναν και χωρίς να υπογράψει δήλωση. Ο Ζαχαριάδης του εμπιστεύτηκε το τρίτο γράμμα προς τον ελληνικό λαό, με το οποίο ο ηγέτης του ΚΚΕ ουσιαστικά αναιρούσε το πρώτο, το γνωστό, όπου καλούσε σε συστράτευση, υπό την κυβέρνηση Μεταξά, κατά της Ιταλίας. Το κείμενο γράφτηκε σ’ ένα κομμάτι λευκό χασέ και ράφτηκε στη φόδρα του σακακιού του Λιανόπουλου. Ο Λιανόπουλος ελευθερώθηκε και αμέσως κλήθηκε να παρουσιαστεί στο στρατό, ενώ το γράμμα δημοσιεύτηκε στην Κομμουνιστική Επιθεώρηση, τον Ιούνιο του 1942.
Πολύ σύντομα (λόγω της επίθεσης του Χίτλερ στην ΕΣΣΔ) η γραμμή που έδινε ο Ζαχαριάδης στο τρίτο γράμμα βρέθηκε στραβή (ξεχωριστή συνθήκη ειρήνης της Ελλάδας με την Ιταλία, πρότεινε ο φωστήρας) – τώρα η Ελλάδα όφειλε να τα δώσει όλα, για να ανακουφίσει την ΕΣΣΔ. Άρα, ίσχυε το πρώτο γράμμα, τα άλλα δύο δεν υπήρχαν.
Επειδή όμως το τρίτο γράμμα όχι μόνο υπήρχε, αλλά είχε κιόλας δημοσιευθεί σε κομματικό έντυπο, ο Ζαχαριάδης αναγκάστηκε (όταν επέστρεψε από το Νταχάου, στα 1945) να παραδεχθεί την ύπαρξή του. Με τη χαρακτηριστική παχυδερμία των σταλινικών, εκμεταλλευόμενος την ευήθεια (δηλ. την κομματική πειθαρχία) του ακροατηρίου του, δε δίστασε να κάνει τη νύχτα μέρα και να βγάλει τον εαυτό του λάδι. Το Λιανόπουλο, όμως, δεν είχε τον παραμικρό δισταγμό να τον κατηγορήσει ότι καθυστέρησε να παραδώσει το περίφημο γράμμα στην καθοδήγηση – κάτι που δεν ισχύει, καθώς ο Λιανόπουλος το είχε παραδώσει στον Τρικαλινό, στέλεχος που είχε δραπετεύσει από την εξορία.
Ο σκληρός Μάης του 1942

Ο Άρης Αλεξάνδρου, φοιτητής της ΑΣΟΕΕ και μέλος του ΕΑΜ νέων, μετέφραζε τον ύμνο της σοβιετικής νεολαίας – το μουσικό θέμα του οποίου ήταν το μουσικό σήμα του ραδιοφωνικού σταθμού της Μόσχας:

Πλατειά πλατειά η χώρα απλώνει
όλο δάση κάμποι, ποταμοί
άλλη χώρα τέτοιανε δεν ξέρω
με μια τόσο λεύτερη ζωή.
Όλοι εδώ για μας είναι το ίδιο
και οι άσπροι κ’ οι χρωματιστοί
κ’ ένα γειά σου σύντροφε αν φωνάξεις
θα βρεις κιόλας ένα συγγενή.
Και παντού φυσά δροσάτο αγέρι
η ζωή χαρούμενη κυλά
και κανείς στον κόσμο δεν θα ξέρει
σαν και μας με γέλιο ν’ αγαπά.

Οι εδώ τοποτηρητές της πλατειάς χώρας με την τόσο λεύτερη ζωή, όπου φυσά παντού δροσάτο αγέρι, ανακοίνωσαν ξαφνικά τη διαγραφή από το ΕΑΜ Νέων και το ΚΚΕ του Χρήστου Θεοδωρόπουλου (Μάξιμος), του Γιώργου Λιανόπουλου (Δήμος) και του Στάθη Μεγαλοοικονόμου (Φάνης), με την κατηγορία της προδοσίας. Ήταν, λέει, γκεσταπίτες και προδοτικό τρίο. Η ανακοίνωση της διαγραφής έγινε μέσω μιας πολυγραφημένης εφημερίδας και μοιράστηκε σε όλα τα μέλη της οργάνωσης. Οι τρεις αναφερόντουσαν με το όνομα και το επαναστατικό τους ψευδώνυμο – δινόντουσαν δηλαδή στο πιάτο στην Γκεστάπο – χωρίς ωστόσο να αναφέρεται και το τι ακριβώς είχαν κάνει. Η απόλυτη απομόνωση από τα μέλη του ΕΑΜ ήταν αυτονόητη συνέπεια. Η σύλληψη από τη Γκεστάπο, μια εύλογη πιθανότητα. Και τότε, δεν αποκλειόταν η φυσική, είτε η ηθική εξόντωση των τριών – αν υποτεθεί ότι υπό την πίεση και τα βασανιστήρια κατέδιδαν ανθρώπους…
Όλες οι ηλιθιότητες /αθλιότητες του σταλινικού κονγκλαβίου του ΚΚΕ, ακόμα και οι μεγαλύτερες – όπως η καταγγελία του Πλουμπίδη ως προδότη, την ώρα που αυτός στεκόταν μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα, είναι μεγάλο λάθος να αντιμετωπίζονται ως προϊόν απλής πολιτικής αφασίας: πάντοτε υπάρχει από πίσω ένα
συγκεκριμένο πολιτικό διακύβευμα. Ο Πλουμπίδης, για παράδειγμα, αν δεχτούμε τις απόψεις κορυφαίων επαγγελματιών ιστορικών, είχε εκφράσει τότε την άποψη πως το ΚΚΕ θα έπρεπε να εγκαταλείψει την αδιέξοδη σεχταριστική πολιτική του (την ίδια ακριβώς που έχει και σήμερα, τηρουμένων των αναλογιών…) και να αναζητήσει πολιτικές συγκλήσεις με τις άλλες αριστερές ή κεντρώες δυνάμεις. Αποτέλεσμα: προδότης, γιατί αμφισβητούσε (στα πλαίσια της κομματικής νομιμότητας, αλλά αυτό δεν αποτελούσε ελαφρυντικό) τη μοναδική αλήθεια της μοναδικής δυνατής πολιτικής – αυτής που καθόριζε η ηγεσία. Το γεγονός ότι υπάρχει πάντοτε πολιτικό σκεπτικό πίσω από τις εν λόγω ενέργειες, δε σημαίνει πως απαλλάσσονται από το χαρακτηρισμό ηλιθιότητες / αθλιότητες – υπάρχουν και ηλίθιες /άθλιες πολιτικές, με συγκροτημένο και συνεπές σκεπτικό…
Ας ξαναγυρίσουμε όμως στον Μάιο του 1942, για να δούμε την πολιτική παρουσία και δράση των τριών νεαρών εαμιτών, όπως τη σκιαγραφεί ο Δημήτρης Ραυτόπουλος, για να επιχειρήσουμε μια ερμηνεία στα ανεξήγητα γεγονότα – ανεξήγητα με την κοινή, όχι όμως και με τη σταλινική λογική.
Ο Στάθης Μεγαλοοικονόμου φλεγόταν από επαναστατικό πάθος, αλλά ήταν και απόλυτα νομιμόφρων στην κομματική γραμμή. Μοναδικό του ελάττωμα ότι δεν ήταν μισαλλόδοξος, συζητούσε τις απόψεις των άλλων: χαρακτηρίστηκε αποψίας.
Ο Χρήστος Θεοδωρόπουλος, είχε επιφυλάξεις για τη μετωπική γραμμή του Κόμματος, από θέσεις λενινιστικής ορθοδοξίας. Δεν είναι τυχαίο ότι αργότερα ήταν αυτός που έγινε …χριστιανός Ορθόδοξος – μάλλον είχε κάποια ροπή προς το θεολογικό λόγο, είτε υπό μαρξιστικό είτε από ιουδαιοχριστιανικό μανδύα… Αποψίας, κι αυτός.
Η περίπτωση του Γιώργου Λιανόπουλου είναι πιο σύνθετη. Πίστευε πως ήταν λάθος
του ΚΚΕ να συγκροτεί μέτωπο με ουσιαστικά ανύπαρκτες δυνάμεις – σφραγίδες, αντίθετα έπρεπε να επιδιωχθεί η συμμετοχή των Φιλελευθέρων και στελεχών του Λαϊκού κόμματος. Ένα το κρατούμενο – υπάρχει και συνέχεια: Ο Λιανόπουλος είχε
ήδη υποστεί ένα γερό ιδεολογικό σοκ όταν πληροφορήθηκε την τύχη που είχε το πολιτικό του ίνδαλμα, ο Νικολάι Μπουχάριν, μετά τη δική του δίκη της Μόσχας. Δύο
τα κρατούμενα. Στην επαρχιακή Αθήνα, είχε γίνει μαλλιά κουβάρια με τον γραμματέα της ΟΚΝΕ, τον περιβόητο Μήτσο Βλαντά – και είχε αποχωρήσει από το Κόμμα – τρία τα κρατούμενα. Είχε συνεργαστεί με τους Κορνήλιο Καστοριάδη (τι μικρός που είναι ο κόσμος της ελληνικής αριστεράς…) και Αχιλλέα Γρηγορογιάννη στην έκδοση του παράνομου μαρξιστικού εντύπου Νέα Εποχή (άλλη σημειολογικά ενδιαφέρουσα ειρωνεία της ιστορίας…), αλλά σύντομα ο Λιανόπουλος διαφώνησε και αποχώρησε κι από κει – τέταρτο κρατούμενο. Το πέμπτο κρατούμενο ήταν η απόφαση του Λιανόπουλου να δράσει μόνος του και να οργανώσει δολιοφθορές – διέθετε μια ποσότητα εκρηκτικών, προερχόμενη από τη λεηλασία μιας εγκαταλειμμένης εγγλέζικης αποθήκης. Το τελευταίο κρατούμενο ήταν μάλλον εκείνο που τον προήγαγε από αποψία σε προδότη /γκεσταπίτη, προφανώς από τη στιγμή που το Κόμμα απαίτησε την παράδοση των εκρηκτικών και εκείνος δεν υπάκουσε. Θεωρείται δεδομένο ότι το Κόμμα είχε μεσάνυχτα για το ποιοι ακριβώς ήταν ανακατεμένοι στη Νέα Εποχή – δεν παρέλειψε βέβαια να τους καταγγείλει ως προβοκάτορες πεμτοφαλαγγίτες, όργανα του ξένου κατακτητή και επικίνδυνους εχθρούς του ελληνικού λαού! Η απόφαση της καθοδήγησης για τους τρεις δεν έγινε δεκτή καταρχήν από τους ίδιους – οι Μεγαλοοικονόμου και Θεοδωρόπουλος (θύματα μάλλον της συγκυρίας οτι ήταν φίλοι με τον Λιανόπουλο) έκαναν το παν για να αποκατασταθούν κομματικά. Πράγματι, η απόφαση ήταν τόσο ηλίθια / άθλια, που το Κόμμα την αναίρεσε σύντομα – σιωπηρά βέβαια, για να μη θιγεί το κύρος της καθοδήγησης – και τοποθέτησε τους δύο σε άλλες οργανώσεις του ΕΑΜ, τουλάχιστον να μη συναντιούνται καθημερινά με τους παλιούς συντρόφους, που ήξεραν… Ο Γιώργος Λιανόπουλος είχε διαφορετική πορεία.
Αυτά όμως έγιναν λίγους μήνες αργότερα – και κανείς δε μπορούσε να τα προδικάσει. Τον Μάη του 1942 οι οργανώσεις του ΕΑΜ και του ΚΚΕ κατέβασαν γραμμή για πλήρη απομόνωση των τριών γκεσταπιτών – και οι σύντροφοι, φίλοι, συναγωνιστές τους υπάκουσαν και τους απομόνωσαν. Όλοι, εκτός από ένα νεαρό φοιτητή της ΑΣΟΕΕ – τον Άρη Αλεξάνδρου.
Ήταν παιδικός φίλος με τον Χρήστο Θεοδωρόπουλο – και δε μπορούσε να δεχτεί την αναιτιολόγητη προγραφή. Το Κόμμα επέμενε, αλλά κι ο ίδιος ήταν ανυποχώρητος. Αποτέλεσμα: εγκατέλειψε το Κόμμα (και την εαμική οργάνωση) για χάρη του φίλου του- και υπέστη κι αυτός την αναπόφευκτη απομόνωση, χωρίς ωστόσο να απουσιάσει από καμιά αντικατοχική εκδήλωση / δραστηριότητα! Φυσικά, έγινε κι αυτός ύποπτος και διαγράφτηκε – γιατί από τα φανατισμένα πολιτικά μορφώματα της θεολογικής σκέψης δεν έχεις ποτέ το δικαίωμα να παραιτηθείς, απλώς διαγράφεσαι ή καθαιρείσαι.
Τότε, όλοι οι μήνες ήταν σκληροί

Κάποτε οι δύο (Θεοδωρόπουλος και Μεγαλοοικονόμου) αποκαταστάθηκαν – ο δεύτερος μάλιστα έγινε αντάρτης του ΕΛΑΣ, στο σώμα της Πάρνηθας. Ο Λιανόπουλος βρέθηκε στην ιδιαίτερη πατρίδα του, την Εύβοια, όπου και συνελήφθη από τον ΕΛΑΣ, τον Οκτώβριο του 1943. Του ζητούσαν να παραδώσει τα περίφημα εγγλέζικα εκρηκτικά κι αυτός αρνιόταν ότι τα είχε. Τον μετέφεραν από χωριό σε χωριό για μήνες – αυτός ντυμένος καλοκαιρινά, με μια κουβέρτα στους ώμους. Του πρότειναν να μπει στον ΕΛΑΣ (να ντυθεί κιόλας…) αλλά αρνήθηκε.
Ο Μεγαλοκοικονόμου έμαθε τις περιπέτειες του Λιανόπουλου και είτε πήγε ο ίδιος ως την Εύβοια, είτε έστειλε μήνυμα υπέρ του Λιανόπουλου, το οποίο έφτασε στον εκεί επικεφαλής του ΕΛΑΣ, συνταγματάρχη Όρθυ (Γ. Δουατζής). Στις 29 Δεκεμβρίου
1943 ο Όρθυς ρώτησε τον Λιανόπουλο για τον συναγωνιστή που ενδιαφερόταν για το άτομό του, του αποκάλυψε ότι είχε διαταγή να τον εκτελέσει, του δήλωσε ότι δεν βρίσκει τίποτε το ενοχοποιητικό εις βάρος του και τον άφησε ελεύθερο. Τον συμβούλεψε μάλιστα να επιστρέψει εθελοντικά, για να αναλάβει τη διαφώτιση του ΕΛΑΣ Εύβοιας. Δυο μέρες μετά, οι δυο φίλοι γιόρτασαν μαζί την πρωτοχρονιά του 1944, στην Αθήνα.
Ο Μεγαλοοικονόμου επέστρεψε στη μονάδα του. Μια μέρα εμφανίστηκε στο αρχηγείο της Πάρνηθας ένας ελασίτης αγγελιοφόρος από τον ΕΛΑΣ Εύβοιας, με γραπτή διαταγή του αρχηγείου Στερεάς, να παραδώσουν τον Μεγαλοοικονόμου – όπως κι έγινε. Ο καπετάνιος Ορέστης (Μούντριχας) έστειλε ένα δικό του ανταρτόπουλο να παρακολουθεί κρυφά τη συνοδεία. Μόλις απομακρύνθηκαν καμπόσο, ο αγγελιοφόρος ελασίτης, ο οποίος ήταν στην πραγματικότητα εντεταλμένος εκτελεστής, δολοφόνησε τον Μεγαλοοικονόμου. (Αυτά τα αφηγήθηκε είκοσι χρόνια αργότερα ο Ορέστης στον ίδιο τον Λιανόπουλο). Κανείς δεν πληροφορήθηκε ποτέ το σκεπτικό της εκτέλεσης / δολοφονίας, ποτέ δεν αναζητήθηκαν και δεν αποδόθηκαν ευθύνες – η εποχή, βλέπετε…
Ο Λιανόπουλος βρέθηκε διπλά παράνομος στην Αθήνα – τον αναζητούσαν οι Γερμανοί και οι εκτελεστές του ΚΚΕ. Τελικά, συνελήφθη από τους Γερμανούς και έμεινε στη φυλακή ως την απελευθέρωση. Αργότερα κατάφερε να πάει για οικονομικές σπουδές στο Χάρβαρντ, όπου είχε δάσκαλο και τον …Ανδρέα Παπανδρέου, οικογενειακό γνωστό του από την Αθήνα. Επέστρεψε στην Ελλάδα στις αρχές της δεκαετίας του ’60, στη διάρκεια της χούντας αυτοεξορίστηκε στη Γαλλία και με την μεταπολίτευση ανέλαβε υφυπουργός στην κυβέρνηση Καραμανλή – εξελέγη μάλιστα και βουλευτής Ευβοίας, έτσι μας λέει μια μικρή έρευνα στο διαδίκτυο.
*
Ο τρίτος γκεσταπίτης, ο Χρήστος Θεοδωρόπουλος (Μάξιμος) λέγεται (από τον Δημήτρη Ραυτόπουλο) πως ήταν ένας νέος προικισμένος, με ακτινοβολία μοναδική σ’ εκείνο τον κύκλο της νεολαίας. Αποκαταστάθηκε στην Εθνική Αλληλεγγύη, αλλά, πολλά χρόνια μετά, έγραψε στον Άρη Αλεξάνδρου:
Από το Μάη του ’42, δηλαδή πριν 32 χρόνια, που με συκοφάντησαν τόσο ωμά, εγκληματικά, χυδαία, εκείνη η σπείρα του Κ.Κ. εξαφάνισαν μέσα μου κάθε φιλοδοξία «αναγνωρίσεως»
Ο Θεοδωρόπουλος είχε εξελιχθεί σε χριστιανό – και τον Μάιο του ’74 ήρθε σε επαφή με τον Άρη Αλεξάνδρου (που ζούσε στο Παρίσι) επειδή ήταν εκδότης ενός …ελληνοχριστιανικού περιοδικού, που το έλεγε Ελληνικός Λόγος. Ετοίμαζε λοιπόν ένα αφιέρωμα στον παλιό του φίλο – τον ποιητή Άρη Αλεξάνδρου, τον οποίο αναγόρευε ως κορυφαίο της μεταπολεμικής γενιάς και …σχεδόν χριστιανό, οπωσδήποτε όμως ουδέποτε κομμουνιστή. Ο Άρης έγινε έξαλλος, ανταλλάχτηκαν πύρινες επιστολές και το αφιέρωμα ματαιώθηκε. Αυτά όμως, αν είμαστε καλά, θα τα πούμε σε άλλη ευκαιρία…

Επίλογος

Άλμα στο χρόνο: αρχές δεκαετίας του ’70, Παρίσι. Ο Άρης Αλεξάνδρου και η σύντροφός του Καίτη Δρόσου καλούν στο σπίτι τους τον παλιό φίλο και σύντροφο Γιώργο Λιανόπουλο. Όλη τη νύχτα συζητάνε για τη δραματική ιστορία που σημάδεψε τα νιάτα τους. Κάποια από τα ψηφία που αναφέρθηκαν και εδώ, έχουν ως πηγή εκείνη τη συνάντηση.
Μια ιστορία, πολιτική κατά βάση, στα χρόνια της Κατοχής… Είναι βέβαια συγκλονιστική, αλλά γιατί να μας ενδιαφέρει σήμερα; Μας ενδιαφέρει, για ένα λόγο: αποτελεί έναν από τους κύριους (βιωματικούς) πυλώνες στους οποίους στηρίχτηκε ο Αλεξάνδρου για να γράψει το Κιβώτιο, στο οποίο κατέχει, με κάποιες παραλλαγές, κομβική θέση στην αφήγηση. Και το Κιβώτιο είναι το σημαντικότερο πεζογράφημα στην ελληνική γλώσσα – αν όχι σε ολόκληρο τον εικοστό αιώνα, τουλάχιστον στο δεύτερο μισό του.

*Υστερόγραφο: Το κομμάτι αυτό προέρχεται από τα «μυστικά του Κόλπου»:
http://tamystikatoukolpou.blogspot.com/2006/08/blog-post_115598030464363419.html

Κατερίνα Λιάτζουρα, από τη συλλογή “Λευκοί νάνοι”

και έπειτα·

με τούτο δω το ποίημα
δεν θα διεκδικήσω καμιά πρωτοτυπία
για μένα, τον Μαμωνά και τη malaise du siecle·
σαδιστική εξάλλου ήταν πάντοτε
η φλέβα του ειδώλου
σαν αντάμωνε το μαύρο με τον χρυσό
και το θειάφι με το φυτίλι
ντενεκέδες κοσμοκαλόγεροι, Εαυτούληδες της πόλης
ζυγίζουν νευρόσπαστα τη νοερή αξία
μέσα στην ασάφεια του χρόνου
και πυκνώνουν και πυκνώνουν ολοένα
στα πέπλα της αρένας

Πάμπολλες οι αλήθειες, κι εσύ δεν γνώρισες καμία;
Γιγαντώθηκες στη λογική, ποιο να’ ναι το σημάδι;

Στον πύργο της Βαβέλ σκαρφάλωσες
στον ουρανό και στον βωμό
και πιο πάνω και πιο πάνω και όλο πιο πάνω θέλησες
την πτώση να αποφύγεις

μα, εκείνο το φρούτο άλλοτε, μήλο κόκκινο δεν ήταν;

*“Λευκοί νάνοι”, εκδ. Βακχικόν, 2022.

Γιώργος Κοζίας: Το ανθισμένο καράβι

Στη Χριστίνα

Τα πανιά ξεδιπλώθηκαν. Ο αγέρας φύσηξε
τέντωσε τα σχοινιά. Πάνω στο γέρικο καράβι
άνθισε η τριανταφυλλιά. Τυλίχτηκε στην πρύμνη
και στην πλώρη. Ανέβηκε στην κορυφή του καταρτιού.
Στα κουπιά κρέμασε τα στεφάνια της.
Οι κωπηλάτες φώναξαν στον τιμονιέρη να γυρίσει
το πλοίο κατά τη στεριά. Αυτός αρνήθηκε.
Τρομαγμένοι από αλλόκοτα ρόδα ρίχτηκαν
στη θάλασσα. Η τριανταφυλλιά κράτησε
μόνο τον τιμονιέρη. Τον σπλαχνίστηκε.
Του έδωσε άστρο βάλσαμο, τιμόνι καρυοφύλλι.

*Από συλλογή “Πεδίον ρίψεων”, εκδ. Στιγμή, 2001.

Μαρία Κούρση, από τη “Μία μέρα”

Ο άνθρωπος που έβλεπε ανθρώπους
να περνούν
Μέσα από τον Χρόνο και τη Λέξη
Πρόλαβε Προσαρμόστηκε Παραιτήθηκε
Ευκαιρίες δίνονταν χάνονταν περίμεναν
(Το κύμα έσκαγε έβρεχε τα πόδια του
Τα γυμνά του μάτια)
Κατά καιρούς αγάπησε τον Χρόνο και τη Λέξη
Λυπόταν που έφευγε που γύριζε
που έφευγε
Λυπόταν που κοίταζε μόνο κοίταζε και κοίταζε

Χαρτάκι ανεμίζω ασήκωτο χαρτάκι
ανεμίζω καθηλωμένο που ήτανε
βαρύ χαρτάκι σαν μολύβι ανεμίζω
βαθιά στη γη από το χώμα ήτανε
το πήρε και το σήκωσε
ανέλπιστος αέρας ψευτοαέρας
(στην ανέμη τυλιγμένο ν’ αρχινίσει)

*“Μία μέρα”, Εκδοτική Αθηνών, 2014.

Nadia Anjuman, Δηλητήριο

Εκείνη τη νύχτα…
οι σκορπιοί μαζεύτηκαν κρυφά
για μια άγρια ανταλλαγή
που συνεχίστηκε για αρκετό καιρό
Το θέμα: Έγχυση δηλητηρίου σε σώματα γνώσης!
Πιο δηλητήριο να επιλέξουν δεν
μπόρεσαν να καταλήξουν
Ξαφνικά
από την ομάδα ο πιο φρικτός απ’ όλους
άνοιξε το στόμα του
η γλώσσα του σαν ξίφος
και μίλησε:
Η νύχτα περνά, δεν υπάρχει χρόνος για
καθυστέρηση
Όταν η λεία μας
κλείσει τα μάτια
σηκωθείτε και βρείτε ένα σημείο να κεντρίσετε
Έχω κληρονομήσει
ένα αρχαίο βάζο με
φαρμάκι θανατηφόρο απ’ τους προγόνους μου
Τώρα είμαι εγώ ο γενναιόδωρος εκείνος που
θα το κληροδοτήσει σε άλλους…

*Nadia Anjuman, Αφγανή ποιήτρια, γεννήθηκε το 1980, και πέθανε ύστερα από ξυλοδαρμό του συζύγου της, το 2006.

**Από την Ανθολογία «Σιωπές. Ποιήτριες από το Μπανγκλαντές, την Ινδία, το Πακιστάν, το Αφγανιστάν, το Ιράν». εκδόσεις Opportuna. Ανθολόγηση-επιμέλεια: Γιώργος Μπουρλής.

Λεωνίδας Καζάσης, Τέσσερα ποιήματα

Τα βιώματά σας,
των παιδιών σας τα αίματα
δεν σας έπεισαν·
ούτε η γνώση στα σχολειά
που κι οι φτωχοί απέκτησαν·
ούτε της τεχνολογίας σας η πληροφόρηση σας προβλημάτισε.
Χτύπα απότοκο! Χτύπα στιγμή!
Άνεμε τσάκισε τους αμετανόητα δυστυχισμένους!

*

Η αίσθηση την σκέψη ερεθίζει
και η σκέψη ανταποδίδει
με την φαντασίωση της στέρησης που αιμορραγεί.
Ο πολιτισμός που τα πάντα διχάζει
που τα ενώνει μόνο στην αλληλοσφαγή,
την διαλεκτική τής φύσης αντιμάχεται˙
μιάς φύσης που ένοχα σας επιτρέπει.

*

Γελασμένοι απ’ τις προβλέψεις
οι προσδοκίες σάς ταπεινώνουν!
Τα εργαλεία σάς απειλούν,
δίχως ρίγη από φιλήματα ζεστά,
οι διαθέσεις σάς εξοντώνουν.

Ακούγοντας τσιρίδες γραναζιών,
πίσσας φωτιά ρεμβάζοντας,
ποτέ δεν θ’ αντικρύσετε τα βλέφαρα της θάλασσας που κλαίνε.

*

Κι αν πικράθηκα κι αν εστηλίτευσα
κι αν εγχειρίδιο άρπαξα να μπήξω,
μπροστά στης θάλασσας το δειλινό,
στων κάμπων, στων βουνών τον ορθρινό οργασμό,
δαγκώνοντας δυό χείλη,
τα μάτια μου να κλείσω.

ένα έτσι, κανένας δεν ψάχνει για τις λέξεις

Φώτο: ένα έτσι

Κανένας δεν ψάχνει για τις λέξεις.
Μία εύκολη ρίμα, ένα πρόχειρο ρήμα.
Σχέσεις πριν γίνουν υπόσχεση.
Άνθρωποι πριν γίνουν τοπία.
Αφρικάνικα σύνορα, ανταλλάξιμες μοναξιές.
Τσιγάρα πριν γίνουν φεγγάρι.
Δεν είναι πια μυστικό.
Κάτω από όλους αυτούς τους τόνους
καθημερινής τρέλας και αηδίας
κρύβεται μια σπαρακτική σιωπή.

*Πάρθηκε από εδώ: https://enaetsi.wordpress.com/2023/06/21/7325/#like-7325