Σταύρος Βαβούρης, Δύο ποιήματα

ΕΚΣΤΑΤΙΚΟΣ ΜΕΣ ΣΤΗ ΒΡΟΧΗ

Εκστατικός μες στη βροχή προχωρούσε
σα να μην έβρεχε
σα να μην τον είχε περονιάσει το νερό ως το κόκαλο.
Οι αστραπές καταύγαζαν
το πρόσωπό του αλλοπαρμένο
κι οι κεραυνοί τον πέρναγαν ξυστά.

Μʼ ένα όνειρο ακατάβλητο
στʼ απαυδισμένα μάτια του
προχωρούσε τραγουδώντας σιγανά
σα να μην τον είχε παρασύρει ακόμα
φύλλο πεθαμένο η καταιγίδα.

*

ΕΦΕΥΓΕ ΚΕΙΝΟ ΤΟ ΣΥΝΝΕΦΙΑΣΜΕΝΟ ΑΠΟΓΕΥΜΑ

Έφευγε κείνο το συννεφιασμένο απόγευμα.
Και ξάφνου σηκωθήκανε φτερά
–φτερά μια φορά–
που μετεωριζόντουσαν για λίγο στον αέρα
φεύγοντας πίσω του μετά.

Καμπάνες φρένιασαν.
Άνοιξαν τα σύννεφα στα δύο
κι ένας ήλιος που στραφτάλιζε
–περίεργο Δεκέμβρη μήνα–
πρόβαλε για νʼ αποχαιρετήσει
σα βασιλικός απεσταλμένος.

Κρύφτηκε μετά.
Έκλεισε πάλι ο ουρανός
κι άρχισε η βροχή.

Έπεφτε συνεχώς όλη τη νύχτα.

*Το πρώτο ποίημα είναι από την ποιητική ενότητα «Σημειώσεις για έναν άνθρωπο που πέθανε» (1956) του επιλεκτικού τόμου «Πού πήγε, ως πού πήγε αυτό το ποίημα» (1940-1993), εκδόσεις Ερμής, 1998. Το δεύτερο ποίημα είναι από την ίδια ποιητική ενότητα της επιλογής «Ποιήματα», εκδόσεις Ερμής, 1977.

Παναγιώτης Νικολαΐδης, Δύο ποιήματα

δ’

Στον Σταύρο Κίκα

Εδώ οι λέξεις πέφτουν άπλαστες.
Οθόνες
σπασμένα δέντρα
άνθρωποι που μασούν
καθώς
ο οισοφάγος τους συστέλλεται
κατεβάζοντας σβώλους τροφής
στο στομάχι.
Πιο πέρα
μια μεταλλική χορωδία
παιανίζει στα οδοφράγματα.
Μου κακοφάνη.
Είμαστε τελικά το άθροισμα
των δικών μας παρορμήσεων;
Κι αν όχι, τότε τι;
Μες στη ροή των φωτονίων ενωμένοι
σε λειτουργία λανθάνουσας ύπαρξης
ανθίζουμε
εμείς.
Τα παιδιά των νεκρών.
Ένας πλανόδιος πεπτικός σωλήνας.

*Από τη συλλογή “Η νύφη του Ιούλη”, εκδ. Σμίλη, 2019.

*

ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ ΑΠΟΤΥΧΙΑΣ

Και ξαφνικά το χρήμα
δεν χρησιμεύει πια σε τίποτα
ούτε οι έξυπνες βόμβες του στρατού
ούτε ο τρυπημένος ουρανός
γεμάτος κάμερες και δορυφόρους.
Φαίνεται πως η φύση πήρε τον λόγο
και θα τον έχει για καιρό
καθώς μας πνίγουν ολοένα
οι στέγες των μεγάλων μας σπιτιών
κι αυτός ο φόβος ο βαθύς
πως θα πεθάνουμε
από κάτι τόσο απλό
ενώ δαμάσαμε
όλα τα ειδη στον πλανήτη.
Γι΄ αυτό λοιπόν
πετάμε μόνο με ψηφιακούς χαρταετούς
(ό,τι χτίζουμε μας γκρεμίζει πιο πολύ)
αφού το βαθύτερο νόημα
δεν είναι πια
να μετοικήσουμε στον Άρη
τη Σελήνη ή κάπου αλλού
αλλά να δούμε τη ζωή αλλιώς
με τις φυλακισμένες μας αισθήσεις.
Έξω στον κήπο όμως
κοκκινίζουν πάλι τ΄ άνθη της ροδιάς
και τα σπουργίτια
χορεύουν σάλσα μες στο φως
σαν εσωτερικοί μετανάστες
Του εφήμερου.
Έτσι απλά, αδέλφια
νικά πάντα η ζωή
καθώς οι φλόγες
μεταφέρον κομμάτια
της απανθρακωμένης μας ψυχής
στον ατελείωτο ιμάντα
του χρόνου.

*Από τη συλλογή “Ριμαχό”, εκδ. Σμίλη, 2022.

Μαρία Πηνελόπη Σταυριανού, Δεν μου φτάνουν οι νύχτες

Δεν μου φτάνουν οι νύχτες.
Η νύχτα περνάει πιο γρήγορα και από το κλάσμα του δευτερόλεπτου που χρειάζεται ένα δάκρυ, για να φτάσει από το βλέφαρο στο χώμα.
Αυτό συμβαίνει, όταν είμαι μαζί σου.
Δεν μου φτάνουν οι νύχτες.
Δεν έχω την πολυτέλεια να σπαταλήσω τον πολύτιμο χρόνο μου μαζί σου, σε κάποιον ύπνο.
Θα ήταν αχαριστία να σου δίνεται ένα δώρο και εσύ μετά να το πετάς.
Τι τύχη είναι να μπορώ να σ’ ακούω.
Κάποιοι άνθρωποι γεννιούνται κωφοί.
Τι ατυχία!
Και εγώ έχω την ευλογία να ακούω τη μουσική της φωνής σου.
Δεν μου φτάνουν οι νύχτες, όταν τραγουδάς.
Γίνονται τόσο δα μικρές, που χωράνε μέσα σε ένα μικρό δάκρυ και χάνονται κατά την πτώση του.
Τόσο γρήγορα.
Δεν μου φτάνει μια ζωή, για να σε ακούω.
Πώς να στριμώξεις μια ζωή σε λίγες μόνο νύχτες;

*Από τη συλλογή “Πολύ”, εκδ. Βακχικόν.

Κατερίνα Φλωρά, Εξαπίνης 

Στην αυταπάτη και την ελπίδα ανάμεσα
κενό σημείο
Ασύνδετα νους και θυμικό
Ακυβέρνητα πλοιάρια

Απογοητεύσεις στη σειρά
ρευστότητα
αβεβαιότητα- λεν- η νέα κανονικότητα

Θιασώτες παράλογου τσίρκου
γαϊτανάκι τρελών συγκυριών
μασκαράδες στο καρναβάλι του τρόμου

Κι εμείς που νομίσαμε στην πορεία μας πως ήμαστε
πρόσκαιρα χαμένοι γυρνάμε
Ώσπου συνέλθουμε από του ονείρου
την οδυνηρή πραγματικότητα
και να ’μαστε πάλι μαζί.

Ζωή Καραπατάκη, Κραυγή

Παίζουμε
παιγνίδια πολέμου
Φλόγες οι λέξεις γίνονται στα χείλη
κι ο νους πρώτος, καμίνι ζωντανό,
χωρίς έλεος, κανένα

Είμαστε φορτωμένοι
απελπισία
Μη σε ξεγελάνε τα λιβάδια
με τις ανεμώνες
ούτε οι κομψές πεταλούδες
οι ανάλαφρες

Μια καταιγίδα είμαστε
που αδημονεί

ουδείς τόπος χάριτος

Βαγγέλης Γέττος, Σιωπή

Αγνώστου, Τοιχογραφία, Spring Street, Reservoir, Melbourne

Με τη σιωπή
γίνεσαι σπηλιά
κατώι
κρασοποτείο φριχτό
υπόνομος
υπόγειο τρέμουλο
λαγούμι που θάψαμε δυο σπασμένα γυλαιά
αποθήκη με σαπισμένο σιτάρι
ποντικοί σε λήθαργο
πλάκα του κουπιού πριν ξαναβγεί στην επιφάνεια του νερού
το αίμα που καίει στην προσπάθεια,
υπόκωφος γδούπος στις ράγες
μέσα σε θολές κραυγές για βοήθεια

η σιωπή ανοίγει μια τρύπα χάους σε κάθε σου πόρο.

*Από τη συλλογή “Προσάναμμα”, Εκδόσεις των Συναδέλφων, Αθήνα 2013.

Η ποίηση του Γκέοργκ Τρακλ και η σχέση της με το τραγικό

Albert Bloch, Masked Portrait (Georg Trakl), 1943

Ευσταθία Δήμου*

Η έννοια και η μορφή του τραγικού θεμελιώθηκαν για πρώτη φορά μέσα στην ιστορία της παγκόσμιας λογοτεχνίας στην αρχαία ελληνική τραγωδία, όπως τη διαμόρφωσαν και την εκπροσώπησαν οι τρεις βασικότεροι δραματουργοί, Αισχύλος, Σοφοκλής, Ευριπίδης. Ο τρόπος με τον οποίο εκδηλώθηκε και αναδύθηκε το τραγικό σε καθέναν από αυτούς παρουσιάζει φυσικά αισθητές διαφορές και διαφοροποιήσεις, κυρίως σε σχέση με τους ήρωες και την ιδιαίτερη θέση και λειτουργία τους μέσα στο δραματικό σύμπαν. Έκτοτε, η έννοια του τραγικού πέρασε όχι μόνο στο θέατρο, αλλά και γενικότερα στη λογοτεχνία, δίνοντας, άλλοτε περισσότερο και άλλοτε λιγότερο έντονα, το στίγμα της παρουσίας της στα δραματικά, αφηγηματικά και ποιητικά έργα. Βεβαίως, τόσο λόγω της προέλευσης, όσο και λόγω της ίδιας της φύσης του, το τραγικό συνυφάνθηκε πολύ περισσότερο με τα δύο πρώτα λογοτεχνικά γένη, στο μέτρο και στο βαθμό που αυτά έχουν ως πυρήνα τους τον άνθρωπο και τη δράση του, και με διαφορετικό τρόπο με την ποίηση και το πεδίο της. Εδώ το τραγικό προσέλαβε μιαν άλλη απόχρωση, καθώς ενοποιήθηκε κατά τρόπο αξεχώριστο και αξεδιάλυτο με την ίδια την εκφορά του ποιήματος, έγινε δηλαδή γνώρισμα του λόγου τόσο σε επίπεδο επιφανειακό, όσο και σε επίπεδο βάθους, περιεχομένου δηλαδή και νοήματος. Η τραγικότητα και το τραγικό ως στοιχείο ειδοποιό, λοιπόν, του ποιητικού λόγου μπορεί να εντοπιστεί σε πολλές ποιητικές συνθέσεις και σε πολλούς ποιητές ως πυρήνας της σκέψης και της έκφρασής τους, κυρίως όμως ως τεχνική και μέθοδος για τον εμποτισμό του ποιήματος με το αίσθημα και την εντύπωση εκείνη του στίγματος το οποίο φέρει ανεξίτηλο η ανθρώπινη ύπαρξη και ζωή. Σε μερικές όμως περιπτώσεις, το τραγικό παύει να αποτελεί μονάχα τον πυρήνα και το κέντρο και εξακτινώνεται σε πολλές κατευθύνσεις, φτάνοντας, ουσιαστικά, μέχρι την περιφέρεια του ποιήματος και αποτελώντας, εντέλει, ένα δίχτυ μέσα στο οποίο είναι μπλεγμένη, παγιδευμένη θα έλεγε κανείς, κάθε λέξη και κάθε λεκτικό σχήμα. Μια τέτοια περίπτωση είναι και αυτή του αυστριακού ποιητή Γκέοργκ Τρακλ (1887 – 1914), ενός από τους πιο ενδιαφέροντες ποιητές της παγκόσμιας λογοτεχνίας, που σφράγισε με το πρωτοποριακό του έργο την ευρωπαϊκή ποιητική παράδοση, από το πρώτο του μάλιστα ποιητικό του φανέρωμα το 1908, με το ποίημα «Το πρωινό τραγούδι» που δημοσιεύθηκε στην Salzburger Volkszeitung, ως και τα τελευταία του ποιήματα που δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό Der Brenner λίγο καιρό μετά τον θάνατό του. Από την περίοδο εκείνη και μετά, το έργο του δεν έπαψε ποτέ να μεταφράζεται και να μελετάται λόγω ακριβώς του βάθους της γραφής του, του ιδιαίτερου κλίματος των στίχων του, της αιχμηρότητας της έκφρασης και της πυκνότητας του ύφους του που εξέβαλαν σε μια ποίηση μοναδική και αξεπέραστη.

Θα μπορούσε κανείς εύλογα και εύκολα να μπει στον πειρασμό και να θεωρήσει φυσική και αναμενόμενη, απολύτως αρμοστή μια εξήγηση που θα αιτιολογούσε την παρουσία του τραγικού μέσα στο έργο του Τρακλ ως άμεση και αναπόφευκτη απόρροια των συνθηκών της ζωής του, του δράματος στο οποίο μετουσιώθηκε ο βίος του με την μειωμένη μητρική ανταπόκριση και αγάπη, τον ενοχικό του έρωτα προς την αδερφή του, τις επαγγελματικές αποτυχίες, τις οικονομικές δυσκολίες, το βούλιαγμά του στον κόσμο των ναρκωτικών, το οποίο άλλωστε επέφερε και τον θάνατό του στα 27 μόλις χρόνια. Η προσέγγιση όμως αυτή, σε μεγάλο βαθμό, λειτουργεί σε βάρος της ποίησής του και την απαξιώνει, συναρτώντας την άμεσα και αποκλειστικά προς την πραγματική συνθήκη και συγκυρία. Γιατί, στην πραγματικότητα, όσο κι αν μπαίνει κανείς στον πειρασμό να ερμηνεύσει τους στίχους του Τρακλ μέσα από το πρίσμα του βίου του, έχει συνείδηση ότι εξέρχεται έτσι από το ποιητικό του σύμπαν, με την αυτονομία και την αυταξία του, ως χώρο όπου οι όποιες συνδέσεις με την πραγματικότητα έχουν πάψει να λειτουργούν και να ισχύουν. Κι αυτό γιατί εδώ ακριβώς υπεισέρχεται το τραγικό και οι παράμετροί του που έχουν πολύ περισσότερο να κάνουν με τη θεώρηση και την ενατένισή του ως αξία αισθητική, καλλιτεχνική, ποιητική, ως αφετηρία και κατάληξη της δημιουργίας στο σύνολό της, όχι δηλαδή μονάχα στα επιμέρους ποιήματα, αλλά στον τρόπο με το οποίο συντίθεται το corpus του έργου του. Παρατηρείται δηλαδή στην περίπτωση του Τρακλ μια μετακύλιση από το τραγικό, όπως εντοπίζεται στην αρχαιοελληνική τραγωδία, ως αναπόσπαστο στοιχείο και κατευθυντήρια γραμμή της δραματικής κίνησης, σε μια διαφορετική σύλληψη, με βάση την οποία σχηματοποιεί κατά τέτοιον τρόπο τον λόγο, ούτως ώστε αυτός να καταυγάζει την απόλυτη, τη μόνη και αδιαίρετη αλήθεια του, την ίδια του δηλαδή την περιπέτεια μέχρι να καταστεί έργο τέχνης. Πρόκειται ουσιαστικά για μια μετακίνηση και μια μετάβαση που τεχνουργείται από το ίδιο το είδος του ποιητικού λόγου, μια μεταλλαγή όχι τόσο της ουσίας του τραγικού, όσο του πεδίου στο οποίο αυτό εντοπίζεται και υπάρχει. Στην ποίηση δηλαδή, εν προκειμένω στην ποίηση του Τρακλ, η τραγικότητα είναι στενά συνυφασμένη με την ποιητική γραφή ως πορεία και διαδρομή, η οποία δεν κρύβει ούτε αποσιωπά στιγμή τη συνεχή, την αδιάκοπη και σταθερά επαναλαμβανόμενη αίσθηση της ματαίωσης, της πτώσης και του απροσπέλαστου που συνιστά η δημιουργία ακόμα κι όταν αυτή καταλήγει τελικά στο ποιητικό σχήμα.

Ο Τρακλ παραδίνεται, λοιπόν, σε αυτήν την παγίδευση που συνιστά το τραγικό στην ποίηση, σε αυτό το δίχτυ προστασίας του από τη σιγουριά του καλλιτέχνη πως έφτασε στον στόχο και την τελείωση, από την απατηλή αίσθηση ότι κατέκτησε τον λόγο. Ο λόγος του Τρακλ μοιάζει απόλυτα κατακτημένος ακριβώς επειδή κρύβει και, παράλληλα, τεχνουργείται με την απόλυτη συνείδηση, την πικρή συνειδητοποίηση του άφθαστου της τέχνης, του ανέκφραστου και του ανολοκλήρωτου που τη συνέχει και την εμποτίζει. Γι’ αυτό και τα ποιήματά του αποπνέουν αυτήν την σπασμωδικότητα, αυτό το κομμάτιασμα κι ο κάθε στίχος του φέρει έκδηλα επάνω του τα ίχνη της μάχης που δίνει ο δημιουργός. Μια μάχη που παραπέμπει στους ήρωες της αρχαίας τραγωδίας, οι οποίοι παρουσιάζονται να διαμορφώνουν μια σπονδυλωτή κίνηση, μια διαδρομή γεμάτη τομές, αναβάσεις και καταβάσεις οι οποίες συνέθεταν την τύχη και την προαίρεσή τους, την ολοκληρωτική τους μέθεξη και απορρόφηση στο τραγικό που ταυτίζεται με τη ζωή όταν αυτή θέλει να υψωθεί πάνω και πέρα από το γήινο και το λιμνάζον. Έτσι και η ποίηση του Τρακλ υψώνεται σε ένα πεδίο όπου το μόνο που κυριαρχεί είναι ο λόγος, εντελώς αποδεσμευμένος -όσο κι αν αυτό δεν φαίνεται πάντα καθαρά- από την εμπειρική πραγματικότητα. Η οποία είναι βέβαια επίσης τραγική, αλλά με διαφορετικό τρόπο, αφού δεσμεύεται από συνθήκες και δεδομένα τα οποία δένονται με το τοπικό και το επικαιρικό, σε σύγκριση με την τέχνη που εναγκαλίζεται την τραγικότητα ακριβώς για να μπορέσει να φωτίσει την επώδυνη, επισφαλή και πάντα υπό αίρεση συνθήκη της δημιουργίας, την πάλη με την ανώτερη εκείνη δύναμη που είναι η μορφή και η δούλεψή της, ώστε να μπορέσει να δώσει στις ίδιες κάθε φορά ιδέες μια διαφορετική, μια νέα προοπτική και λειτουργία.

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://tapoiitika.wordpress.com/η-ποίηση-του-γκέοργκ-τρακλ-και-η-σχέση-τ/

Χάρης Σακελλαρίου (1923-2007), Prevention

Πιάστε αυτό το σκελετό
που τρέχει στους δρόμους
των ματιών – μας
ενθουσιώδης περιχαρής κροταλίζοντας
το κίτρινο του φόβου – μας
προβάλλοντας σε κάθε γωνιά
τα ικριώματα της αυριανής μέρας
Ακούραστος σπεύδει
αδειάζει την άβυσσο στο κρανίο – μας
γεμίζει την άσφαλτο κόκαλα
αριθμημένα
δοκιμάζει τα καρφιά
στις πόρτες

Μας φτάνουν τόσοι σκελετοί
στις καρέκλες
με τον πονόδοντο
και τους καθρέφτες

Η μέρα αλέθει τη στάχτη
σε ανέχυρα

*Από τη συλλογή “Ανεπίδοτα”, εκδ. Κέδρος 1978.

«Καταυλισμός», του Γιώργου Βέη

Δάφνη Μαρία Γκυ-Βουβάλη*

Η ποίηση που αναζητά. Που, ως άλλος Διογένης με το φανάρι του, γυρεύει την ψυχή των πραγμάτων. Και ανευρίσκει, ως έπρεπε, χρυσάφι. Η ποίηση που, ως άλλη Αμάλθεια, ξεχύνει από το κέρας της λέξεις και νοήματα, και πλάθει τον κόσμο. Ή τον αναπλάθει. Ή τον αντικαθρεφτίζει. Σε κάθε περίπτωση, που φωτίζει και ανθίζει στους κήπους των αναγνωστών της. Όπως άνθισε στον δικό μου, η πρόσφατη ποιητική συλλογή του Γιώργου Βέη, «Καταυλισμός», η οποία κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ύψιλον.

Κι ας ξαναγυρίσουμε στην πρώτη φράση μας: η ποίηση που αναζητά. Την ουσία των όντων. Και ταυτοχρόνως, την εκπέμπει. Γιατί αυτή είναι η ποίηση του Βέη. Ο «Καταυλισμός» απαρτίζεται από δύο ενότητες ποιημάτων, (30 καταμετρώνται στην πρώτη και 27 στη δεύτερη), τα οποία συνδυάζουν τον ελεύθερο στίχο με το σονέτο. Και μέσ’ από όλους τους στίχους, μ’ ένα πνεύμα άλλοτε σαν υπαινικτικό μωσαϊκό, άλλοτε περιγραφικό και διεισδυτικό ταυτόχρονα, και με ποικίλη θεματολογία, ο ποιητής αποτυπώνει τον στοχασμό του, τη μια επισημαίνοντας την έγνοια του για τον κόσμο, την Ιστορία και την πραγματικότητα που κυλά ανάμεσά μας σήμερα, και την άλλη ζωγραφίζοντας τα πορτρέτα πόλεων, ανθρώπων και της ίδιας της φύσης. Παντού ξεχωρίζει η αγάπη του για την ζωή, τη φύση, και για την ίδια την αγάπη, και η αντίστοιχη αποστροφή του για την καταστροφή, μαζί με όλα της τα ονόματα.

«Η μυρωδιά της φλούδας του ευκάλυπτου
έντονη σήμερα,
δεν θυμάμαι άλλη φορά
να μου έγνεφε έτσι η σκιουρίνα
από το πρωί η υπόμνηση
της αλλαγής του αιώνα σε στάχτη
σε απόλυτη στάχτη των χαμένων ευκαιριών
στην αυτοκρατορία της προδοσίας
μόνιμοι κάτοικοι του μέλλοντος
οι κορμοράνοι με τα καψαλισμένα φτερά
που πρόλαβαν την τελευταία κυριολεκτικά στιγμή
να πετάξουν ως εδώ, να με βρουν
που σώθηκα μέσα στο όνειρο».

Γράφει λόγου χάρη σ’ ένα πολύ αντιπροσωπευτικό ποίημα της πρώτης ενότητας, «Το τετράδιο του καιρού», στη σελίδα 39. Στο νου και την ψυχή του, οι πυρκαγιές που ταλανίζουν την ανθρωπότητα και αυτή την ίδια την πατρίδα μας, κυριολεκτικές και μεταφορικές. Κανόνας: ο ποιητής πάντα σώζεται μέσα στ’ όνειρο – πώς αλλιώς θα γινόταν; Για να κοινωνήσει τις απειράριθμες, ως οι κόκκοι της άμμου, σκέψεις και τα συναισθήματά του.

«Τα γράμματα, οι συλλαβές
πάνω στο τραπέζι τόσο ξεκάθαρα
ναι, εδώ μπροστά μου, προτού ενωθούν
και πώς γίνονται σε μια στιγμή
όλα μαζί αυτά τα σποράκια
οι λέξεις σου
πώς δένουν αμέσως σε νόημα

……………………………….

να πέφτει ένα σώμα
από ιδέα και νερό
σουσάμι σοφό»

(«Μια χούφτα σησαμόσποροι», σελ. 15.) Καίριες λέξεις, τοποθετημένες η κάθε μια στη θέση της, πλάι σ’ ένα δεύτερο ενικό που λειτουργεί σαν πρώτο. Το νερό είναι η πηγή της ζωής, άρα και της ποίησης, και συνάμα η κάθαρση· «Διότι το νερό θα τα παρασύρει όλα στο τέλος», όπως μας δηλώνει ο Βέης αποφθεγματικά στο ποίημα «Νοσταλγία της άφεσης» (σελ. 22). Νερό, και μνήμη. Δυό λέξεις κυρίαρχες σε πολλά ποιήματα της πρώτης ενότητας αυτής της συλλογής, («η μνήμη σημαίνει υπεροχή του φωτός», μεταφέρει τη φράση του Παρμενίδη στο ποίημα «Με τον αμπελοσαλίγκαρο», σελ. 27), οι οποίες λειτουργούν ως κιβωτοί σωτηρίας μέσα σ’ έναν κόσμο που συστηματικά βουλιάζει.

Ο ποιητής ισορροπεί ανάμεσα στη θέαση και την αντίληψη αυτού του κόσμου, αφ’ ενός, και την επιθυμία της αισιοδοξίας για την έλευση καλύτερων ημερών αφ’ ετέρου:

«’Τόσο περίκλειστος κόσμος
ούτε ένα εκατοστό του μέτρου
ελεύθερο από πλάνη, απάτη, απειλή’
έτσι τους έλεγε μέρα παρά μέρα
ο νεαρός φιλόλογος
οι μαθητές καταλάβαιναν αρρώστια».

(«Σαρκοφάγος», σελ. 28). Όπου πριν από την αρρώστια βρίσκεται η καχεξία και μετά, ο μη κατονομαζόμενος παρά μόνο μεταφορικά στον τίτλο θάνατος, θα συμπληρώναμε εμείς. Ενώ, στην αντικρινή σελίδα 29, στο «Έναστρη χλόη», ο ποιητής γράφει:

«Αιωρείται πάλι αυτήν τη στιγμή
κοντά μας, σαν αλήθεια
όσα πιστέψαμε ότι ήταν λίγο πριν
από μάρμαρο ή από σκέτο ατσάλι
πυγολαμπίδες μήπως
δενδρόβια μυστικά να είναι άραγε
ή προσευχές ξανά των βουδιστών
καθώς σηκώνεται το χορταριασμένο μονοπάτι
με τη δύναμη των θαυμάτων, κάθετα
ένα λάβαρο δηλαδή μέσα στο όνειρο
δεν ακούμε αλλά ξέρουμε
στρατώνες αδειάζουν εντελώς

…………………………………

αλογοπέταλα με νόημα
από μακριά τώρα πια όλα αυτά
όπως ομίχλη με σθένος
πέπλο να σκεπάσει το μάτι του κακού
βασκανία έρεβος χολή μικραίνουν
μικραίνουν κι άλλο
…………………………

ενώ ο μέγας κυματισμός της βλάστησης
να παραμείνει κυρίαρχος
η μόνη βεβαιότητα ασίγαστη
συνεπής, όσο ο θεός Παν
…………………………

Εδώ το «χορταριασμένο μονοπάτι» μετατρέπεται σε «λάβαρο μέσα στο όνειρο» – είναι κι αυτός ένας τρόπος «για να γενούν τα σκοτάδια λάμψη», όπως λέει και ο υπέροχος στίχος του Ναζίμ Χικμέτ.

Από την άλλη πλευρά, η δεύτερη ενότητα ποιημάτων, είναι γνήσια ζωγραφική. Ο πολυταξιδεμένος Βέης μας περιδιαβάζει στον κόσμο, και βέβαια στην Ασία, καταδηλώνοντας παράλληλα και την αγάπη του για την πατρίδα. Μιαν αγάπη που εκφράζεται αναφανδόν στο πρώτο κιόλας ποίημα, το «Είσοδος της Αθηνάς στο πάρκο», στην σελίδα 46:

«Βρήκα το μονοπάτι
τη χλόη με θάρρος ν’ απλώνεται
εκείνη την πηγή
την ίδια των ονείρων μας να παραμιλάει
μάλλον θα είναι η σωστή μέρα
η σωστή βδομάδα
ο δικός μας ήλιος
κανένα πουλί ακόμη
αλλά μόνο αυτό το απρόβλεπτο ελάφι
με τα μεγάλα, υπέροχα ελληνικά του».

Και ύστερα ο Βέης μας περιδιαβάζει στον κόσμο. Έτσι απλά; Όχι βέβαια. Η περιγραφή του ζωγράφου-ποιητή Βέη δεν είναι ποτέ επιφανειακή. Μας ξεναγεί κι εδώ, με τον μοναδικό, εκπληκτικό τρόπο που πάντα τον χαρακτήριζε: με το να διεισδύει δηλαδή μέσα σε χαρακτήρες, τόπους, πράγματα και καταστάσεις, και να μας καθιστά ορατό και αισθητό το αόρατο παλίμψηστό τους, εκείνο που έχει ήδη σμιλέψει η ιστορία και ο χρόνος. Και τούτη τη φορά, όχι με την δαψίλεια του πεζού κειμένου, αλλά με την καίρια οικονομία και την λιτότητα της ποίησης. Για του λόγου το αληθές, σταχυολογούμε δύο μικρά ποιήματα:

«ΒΕΡΟΛΙΝΟ, ΟΙ ΦΛΑΜΟΥΡΙΕΣ», σελ. 60.

«Μερικές φορές τα καταφέρνει και περνάει
μέσα από τα φύλλα τους
και φτάνει ως εμάς το φως, ένας νικητής.
Στη σκιά τους όμως, σχεδόν πάντα
στέκονται όρθιες και μας περιμένουν
οι ιστορίες
όλων εκείνων που πέρασαν από δω
νομίζοντας πως ήταν κι εκείνοι
θεοί»

«ΕΝΘΥΜΙΟΝ ΙΑΒΑΣ», σελ. 62

«Στην άκρη του δρόμου
ένα δεμάτι σανταλόξυλο
από το πρωί την περιμένει
μα η Ιμπουέκα ακόμη να φανεί
ίσως να έχασε το δρόμο του γυρισμού
ψάχνοντας τον πατέρα της.

Νόμιζε ότι τον είδε
πριν δύο χρόνια περίπου
ήταν η τελευταία φορά
εκεί, στη μέση του ρυζοχώραφου
κοντά στα ριζά του λόφου».

Μέσα από το χρυσό στάχυ της ποιητικής του ωριμότητας λοιπόν, ο Γιώργος Βέης μας χαρίζει σήμερα τον «Καταυλισμό» του, σαν να επιχειρεί μια πρόχειρη εγκατάσταση αυτή τη φορά στα συγκεκριμένα ποιητικά μονοπάτια του βιβλίου του, η οποία όμως μας υπενθυμίζει τόσο αντιστικτικά και τόσο ξεκάθαρα την μονιμότητα της ποίησης τόσο στον δικό του εσωτερικό κόσμο όσο και στον εξωτερικό της ζωής μας.

Εμείς, θα ολοκληρώσουμε την παρουσίασή μας καταγράφοντας ένα από τα ωραιότερα ποιήματα της συλλογής, που βρίσκεται στην δεύτερη ενότητά της, και τιτλοφορείται «Μπατάβια» (σελ.65).

Πνεύμα το ρεύμα, η δύναμη που έρχεται από
Ισλάμ και Σίβα, Μπάγκαβατ Γκίτα να σηκώνει
την πολιτεία, όλους τους μύθους της τόσο ψηλά
στο στερέωμα ενός πανθέου των ανατροπών

ποτάμι που γυρίζει προς τα πίσω, μάσκες χρόνου
πέπλα πυκνά σκεπάζουν συνωμοσίες τα πάθη
η δωρεά των άστρων τιμή για τους σοφούς
οι βροχές καταπίστευμα, το ρύζι γαλαξίας

θυσίες ακυρώνονται, τα θολά τζάμια δείχνουν
αρχιπέλαγος των ναυαγών των αρχηγών δράκων
πορεία τεθλασμένη, γεωγραφία κινδύνων

από πού ξεφυτρώνουν τα ηφαίστεια οι οφθαλμοί
σκιές τρέχουν στο μέλλον των εκρήξεων, Τζακάρτα
σε λένε τώρα πια κι είσαι το σπίτι μου· δανεικό.

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε εδώ: https://www.periou.gr/dafni-maria-gky-vouvali-katavlismos-tou-giorgou-vei/

Ευθύμιος Λέντζας, Ποιήματα

Οι γυναίκες που έθαψα στον ύπνο,
στο στήθος μου φυτρώσανε γελώντας.
Γλυκιά μου απόδραση στο δίχως
κάδρα δωμάτιο με τα δύο κρεβάτια,
την ξύλινη πόρτα και το φως στο διάδρομο.
Πουθενά το βήμα μου απόψε.

*

Στενόκαρδα στρώματα·
Πώς να συμφιλιωθώ με τα κόκαλα;
Θεέ μου, τι μεσημέρι κι αυτό,
με κίτρινο τοίχο και χελιδόνια στα κάγκελα.
Όταν ο κίνδυνος γίνεται δεύτερη γλώσσα
δεν με τρομάζουν οι κηλίδες στο πάτωμα:
Η κοινή μας ζωή στο σκοτάδι.

*Από τη συλλογή “Το μερίδιο”, εκδ. Θράκα, Ιούνιος 2022.