Παύλος Ανδρέου: Ένας επαναστάτης με αιτία

*Γράφει η Τζένη Φουντέα-Σκλαβούνου


Η ποιητική συλλογή του πρωτοεμφανιζόμενου εκδοτικά Κύπριου ποιητή Παύλου Ανδρέου θαρρείς πως είναι απαρχής μέχρι τέλους μια κραυγή πολλαπλών αποχρώσεων. Κραυγή απόγνωσης, απειλής, ραγισμένη, κραυγή-μαχαίρι, κραυγή-ημιτόνιο. Κάποιες στιγμές, ελάχιστες, σαν πάψουν οι ήχοι, κυριαρχεί μια ομόφωνη σιωπή. Διατρέχονται όλα τα στάδια μιας επαναστατικής αλληλουχίας, ενός παλιρροϊκού κύματος. Ο Π.Α. με την ορμή-οργή της νεανικής ψυχής του πρωτοστατεί σε μια διμέτωπη μάχη. Από τη μια κόντρα στους εξωτερικούς εχθρούς του, αυτούς που λήστεψαν και σφάγιασαν την πατρώα γη κι από την άλλη κόντρα στους δαίμονες που ταλανίζουν την ύπαρξή του, την απώλεια, την εγκατάλειψη, την προδοσία, την αβεβαιότητα, την ανομολόγητη ερωτική επιθυμία.
Ο αγώνας του ποιητή είναι επώδυνος. Ο Π.Α. τσαλαβουτά μέσα σε τραύματα “Ετοίμασαν το χειρουργείο/Τους άνοιξαν/ Μετά τους έραψαν/εξιτήριες ευχές/Με βελόνα χωρίς μύτη”, ταξιδεύει κρατώντας αποσκευές με “μια σκισμένη ετικέτα”, λαγοκοιμάται στο “παλιό σφαγείο” στην Αμμόχωστο, ονειρεύεται τον έρωτα με “φωτοστέφανο χωρίς στεφάνη”. Όπου κι αν βρεθεί μια απάνθρωπη μνήμη τον ακολουθεί. “Δυο μοιράστηκαν το κάθισμα/ κόντρα στον παιδικό κανόνα και τον νόμο”.
Παγωτό Δακρυγόνο, ο τίτλος του βιβλίου. Σουρεαλιστικός, προαναγγέλλει τη συνέχεια. Το παγωτό στο παιδικό στόμα λιώνει, μεταμορφώνεται σε δακρυγόνο αέριο, σφραγίζει τα μάτια. Ο Π.Α. βυθίζει την πένα της ποίησής του στον σουρεαλισμό, ίσως γιατί ο ιδεαλισμός της νιότης του δεν αντέχει να περιγράψει την απελπισία μέσα από στίχους ρεαλιστικούς. Για τον νεαρό ποιητή όνειρο και επανάσταση δεν αλληλοαποκλείονται, συμμαχούν σ’ έναν εσωτερικό ουρανό που εγκυμονεί την αποκάλυψη.
Με υπερεκχειλίζουσα φαντασία, σαρκασμό αλλά και τρυφερότητα μπαινοβγαίνει στο φως και στο σκοτάδι υποσκάπτοντας τον μικρόκοσμο του αναγνώστη. Συνειδητά ή ασυνείδητα, όπως ταιριάζει σε γνήσιο παιδί του Αντρέ Μπρετόν, η ποίηση στα χέρια του γίνεται το όπλο και η ερωμένη του. Ποίηση-οδοιπορικό ενηλικίωσης, φρέσκια, τολμηρή, στοχευμένη, αλλά και την ίδια στιγμή άναρχη, σκόρπια, αινιγματική, συνειρμική. Κι είναι χάρη σ’ αυτή την αντίφαση που ο δημιουργός πετυχαίνει μια λυτρωτική ενδοσκόπηση.


ΥΠΕΡΗΧΟΓΡΑΦΗΜΑ
Προτίθεμαι να καταστρέψω
την τρέχουσα ταυτότητά μου
γιατί δεν της έμοιασα ούτε στιγμή.
Δεκαετίες αποκαλούμενος
καταθλιπτικό ον.
Το DNA εντούτοις με δικαίωσε
“θάλασσα σε κοιλοπόνεσε
σε μητρότητα παρένθετη”.
Έκτοτε καλοκαίρια ολόκληρα
τρυπώ σωσίβια μανιωδώς
να αποδείξω ότι
είμαι κύμα
γι’ αυτό και η ζωή μου
μουσκεμένη εξεγείρεται.

“Εγεννήθη ημίν Ποιητής”.
Παύλος Ανδρέου
ΠΑΓΩΤΟ ΔΑΚΡΥΓΟΝΟ
Εκδόσεις Θράκα
Προλογικό σημείωμα:
Αγγελική Αποστολοπούλου-αναλύτρια λογοτεχνίας

Υ.Γ. Θα ήταν σημαντική παράλειψη να μην αναφέρω το αμφίσημο και τρυφερά αναιδές εξώφυλλο του Ευθύμιου Γάλλου.

Ασημίνα Ξηρογιάνη, Δύο ποιήματα

ΣΟΛΩΜΟΥ ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ

Αν ζούσα σήμερα στο δικό σας ’21
(όχι δεν θέλω να το πω «δειλό»)
Έχω την αίσθηση –χωρίς υπερβολή–
πως θα ’σκιζα τα γραπτά μου ένα ένα,
το νόημα δεν θα ’ταν πια ηρωικό.
Με ποιες λέξεις να συνθέσω τώρα ποίημα
Σε ποιον, αλήθεια, εγώ ν’ απευθυνθώ;
Πιο ευτυχής αισθάνομαι μέσα στο μνήμα
Από κει τη φήμη μου τουλάχιστον διατηρώ.
Αν ζούσα σήμερα, ίσως να ήμουν θύμα,
ελεύθερος πολιορκημένος απ’ τον ιό
Είν’ οι καιροί στεγνοί και είναι κρίμα
Χάνεται η διαύγεια μέσα στον πανικό.
Μοιάζουν άμουσοι να ’ναι οι άνθρωποι – τραγικό!
Δεν μπορούν να πλέξουν ούτε μια ρίμα
Ούτε κι έχουν πλούσια έμπνευση, θαρρώ!
(Άσε που είναι πρόβλημα τ’ ότι δεν έχουν διαβάσει Σολωμό)

*

ΔΕΝ ΣΥΝΑΔΕΙ

Απλά είναι δύσκολο
Οι μέρες που κυλούν χωρίς εμάς
Οι ηλιόλουστες
Με λουλούδια γιορτινά
Οι αγροί που πάλι κοκκινίζουν
Είναι δύσκολο να συνταιριαστούν με το τοπίο μέσα μου
Αν δεις στη θάλασσα, εκεί θα είμαι
Aν δεις στο βουνό, πάλι εκεί
Στην πλατεία δίπλα σου,
στον δρόμο λίγο πιο κάτω
τον χωμάτινο
Θα με βρεις, σε μιαν άκρη
Γιατί έτσι συμβαίνει σε κάθε έλλειψη
Σε κάθε ιερή στιγμή
Που μόνοι με τον εαυτό μας μένουμε
Και μετράμε – δεν το θέλουμε
Απλά ξεχειλίζει από μέσα μας
σαν τραγούδι
σαν προσευχή
Και μετράμε
πόσο αγαπάμε.

*Από τη συλλογή «Mια απέραντη ματιά», εκδ. Βακχικόν, 2023.

Σωτήρης Λυκουργιώτης, Virtual reality

Κάποιοι μας είπαν πως τίποτα δεν υπάρχει
[πραγματικά]
πως ο κόσμος είναι ίχνη
[μιας απουσίας]

Μετά
το κύμα ξέβρασε νεκρούς
στις ακρογιαλιές του Ομήρου
και ο Ελύτης έγινε ντεμοντέ

Θάνατος δεν είναι μόνο τ’ άψυχα κορμιά
θάνατος είναι η αποδοχή του θανάτου
και έχει μιαν εξήγηση απλή:

επειδή ο πληθωρισμός της ζωής έριξε
την ανταλλακτικη΄της αξία
είπαν να μας πουλήσουν
φτηνότερα το θάνατο

και εμείς
σαν έτοιμοι από καιρό
σαν εθισμένοι
αγοράζουμε

Δήμητρα Αγγέλου, Τρία ποιήματα

Ποτέ σου δεν κατάλαβες
Ότι δε με μεγάλωσαν άνθρωποι
Ότι είμαι αποκύημα καταιγίδας
Αδερφή των κεραυνών
Ότι το σπίτι μου κατοικείται μόνο από βροχή
Ότι η δοτικότητά μου στον έρωτα και τις αισθήσεις
Κάνει πιο πρόθυμες τις ανάσες που παίρνω
Αλλά ποτέ δεν ξεχνώ

Ότι εδώ που είμαι
Δεν υπάρχει οξυγόνο

*

Σε στοιχειώνει μια αίσθηση ότι πρέπει να γεννηθείς
Ότι δεν έχεις γεννηθεί
Υποφέρεις από την αίσθηση αυτή
Κλοτσάς και τεντώνεσαι και ουρλιάζεις
Αλλά οι σπασμοί της μήτρας σου δεν είναι επαρκείς
Σβήνουν άτονοι και κουρασμένοι
Σε πιάνει άπνοια
Σκέφτεσαι έντρομος ότι η μητέρα σου μπορεί εν τω μεταξύ
Και να έχει πεθάνει

Ένα γερό σπρώξιμο
Μόνο αυτό ήθελες

*

Αυτό που κατόρθωσα να συγκεντρώσω
Δεν ήταν παρά μια αίσθηση
Μια αίσθηση με δέρμα
Η αίσθηση πως συναντώ τον εαυτό μου
Πολλές φορές μέσα στους δρόμους

Και πως είμαστε πολύ κουρασμένοι και οι δύο
Για να χαιρετήσει ο ένας τον άλλον

*Από τη συλλογή “Στάζουν μεσάνυχτα”, εκδ. Μελάνι, 2013 (Βραβείο Ποίησης Μαρία Πολυδούρη).

Αφροδίτη Κατσαδούρη, Τρία ποιήματα

ΣΟΚΙΝ

Χώρισε λέει ο τάδε με δύο παιδιά
το ένα έχει αυτισμό και το άλλο κόβει τα κεφάλια απ’ τις κούκλες
αρρώστησε η μάνα και πεθαίνει
τράκαρε πάνω της μετωπικά στ’ αγαπημένο τους στενάκι
τα δάχτυλά της της αρέσει να τα βουτάει στον αφαλό των κοριτσιών
τα δάχτυλά του τα φυτεύει σε ουρανίσκους ανδρικούς και αγριωμένους
ρίχνει στα πόδια της κρύο νερό μετά τη βάρδια
την τίναξε το ρεύμα
απ΄ το πρωί με την ίδια κάλτσα
και την τίναξε το ρεύμα
εκεί να δεις ΣΟΚ

*

ΚΡΕΜ ΚΑΡΑΜΕΛΕ

Κάτω απ’ το μαξιλάρι
έβαλα την καραμελωτή
Καραμελωμένη
καραμέλα
να με ξεκολλήσετε
απ΄ τη δουλειά
για να κολλάνε τα δόντια μου στο στρώμα
για να κολλάνε το δόντια μου στο στόμα
ΓΙΑ ΝΑ ΜΗΝ ΞΑΝΑΠΑΩ ΣΤΗ ΔΟΥΛΕΙΑ

*

ΛΟΥΗΣ

Ατέρμονα κυκλάκια
γύρω απ’ τον άξονά σου

Παντού αστυνομία

Μια μέλισσα κορνάρει θυμωμένη
σε ζουζουνίζει
σε διεμβολίζει
απ΄ όλες τις ραφές σου

Παντού αστυνομία

τις Κυριακές
ασθμαίναμε από βέβηλη Δευτέρα
πού έμαθες εσύ
να τρέχεις τόσο γρήγορα;

*Δημοσιεύτηκαν στο τεύχος 29 (Καλοκαίρι – Φθινόπωρο 2023) του περιοδικού “Τεφλόν” σελ. 53.

Επιπλέον υπόλοιπα συγκέντρωσης

Του Γιάννη Λειβαδά*

Δεν είναι μόνο θρήνος για το χυμένο γάλα, μα θρήνος για ένα χυμένο γάλα το οποίο υπάρχει μόνο επειδή χύθηκε, εάν δεν χυνόταν δεν θα υπήρχε. Αυτό περιγράφεται από πολλούς, αν όχι σχεδόν απ’ όλους πλέον, ως «έκφραση του πνεύματος της εποχής» καθώς επικρατεί η εντύπωση πως το πνεύμα της εποχής χρειάζεται φερέφωνο ή τηλεβόα, πως δεν εκφράζεται ολοκληρωτικά δίχως τη συνδρομή ενός ποιητή, λες και το πνεύμα κάθε εποχής δεν είναι παρά μια μετάβαση από το υποσχόμενο στο ανεπαρκές.

Ο τόπος είναι γεμάτος από ανθρώπους που υπερασπίζονται την αφοσίωσή τους, που αφήνουν το δικό τους «λιθαράκι». Με αυτά τα λιθαράκια λιθοβολείται η ποίηση. Ο εσμός της μετριότητας διαθέτει τους δικούς του δοκησίσοφους οι οποίοι εναντιώνονται σε κάθε μετριότητα που αποσπά τον έπαινο από τη μετριότητα. Θηριοδαμαστές σκιών προσπαθούν να πείσουν τον εαυτό τους και τους άλλους πως ό,τι περνά απ’ το μυαλό τους είναι πνευματική σύλληψη, πως ό,τι γράφουν είναι ποίηση. Στις λίστες των «εκλεκτών αδικημένων» δεν συμπεριλαμβάνονται υποχρεωτικά οι εκλεκτοί αδικημένοι όπως στις λίστες των «μη εκλεκτών αδίκητων» δεν συμπεριλαμβάνονται υποχρεωτικά οι μη εκλεκτοί αδίκητοι. Το χιούμορ που προκύπτει απ’ όλ’ αυτά είναι σημαντικό.

Σχεδόν όλα τα φαινόμενα αυτού του τύπου έχουν τη ρίζα τους στην άρνηση αυτότητας, όλο και περισσότεροι άνθρωποι δεν ζουν τη ζωή τους μα αμέτρητα αντικρίσματα από ζωές άλλων. Διαμορφώνουν μια αντίληψη για την ποίηση η οποία είναι τόσο περιορισμένη όσο και η ποιητική τους κοινωνικοποίηση, η ποίηση γι’ αυτούς αποτελεί κοινωνικό χώρο στον οποίο όχι μόνο μπορούν μα οφείλουν να ζήσουν εμπειρίες, με τις οποίες θα εγκυροποιήσουν μια κοινωνικοποιημένη αντίληψη. Τα προβλήματα του φαντασιακού πεδίου, λοιπόν, οι ιδεοληψίες συντήρησης και ανάδειξής του, τίθενται στο κοινωνικό μέσω μίας στρεβλής αντίληψης για την ποίηση. Αυτή η ποίηση, στο σύνολό της, αποτελεί cliché γιατί αργά ή γρήγορα υπαναχωρεί στο ιδεώδες ενός κοινού στόχου, η μόνη αμφιβολία που εξακολουθεί είναι εκείνη της αποτελεσματικότητας κάποιας μεθόδου. Το αντικείμενό της σχηματίζεται από προθέσεις, αποβλέψεις και διακυβεύματα που το προσδιορίζουν καθιστώντας το αδιαχώριστο από το κοσμοείδωλό της.

Το κατά πόσο μία μέθοδος θεωρείται επαρκής εντός εξαπλωμένης ποίησης, κρίνεται από το εύρος της εξάπλωσης, εκτός αυτής η θεωρούμενη επαρκής μέθοδος είναι ανεπαρκής. Εννοώ, δηλαδή, πως είναι μάταιο να προσδοκά κανείς θεμελιώδεις αλλαγές στην εξαπλωμένη ποίηση γιατί η πρωτοποριακή ή μη πρωτοποριακή παραμυθολογία δεν είναι, καν, ερμηνευτική διεξαγωγή, πόσο μάλλον ποίηση. Λέω, δηλαδή, πως δεν έχει σημασία η αλλαγή θέσης του εαυτού σε σχέση με μία θέση του προηγούμενη -αυτό συμβαίνει από την ανάγνωση δευτερότερων κειμένων- μα πού και πώς εντοπίζει κανείς μετά την ανάγνωση τον εαυτό του σε σχέση με το αυτό, με την απολυτότητα.

Γι’ αυτό ακριβώς η εξαπλωμένη ποίηση έχει το σαράκι της άλλης ποίησης, αυτό αποδεικνύεται από το πόσο συχνά και με ποιους τρόπους προσπαθεί να την αξιοποιεί παρουσιάζοντάς την ως κρυφή της πτυχή ή ως επιχείρημά της δίχως ωστόσο να τεκμηριώνεται από την ολότητά της, ή από έργο ποίησης, μα μόνο από τη διατύπωση ή την υποδήλωσή της εντός στιχικού κειμένου ή εντός διακήρυξης, δήλωσης. Το πως μια άλλη ποίηση είναι ποίηση και η εξαπλωμένη ποίηση δεν είναι ποίηση, επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι η άλλη ποίηση εντοπίζεται θεωρητικά στην ερμηνεία και την κρίση της εξαπλωμένης ποίησης όμως αυτή δεν εντοπίζεται διόλου στην άλλη. Η ποίηση, κατά ποικίλους τρόπους, προκύπτει από αναγωγισμό της ποίησης. Στην πραγματικότητα, η εξαπλωμένη ποίηση και κριτική δεν είναι παρά μια εξύψωση ματαιολογιών στις εσοχές των οποίων διαφυλάσσεται η επίφαση.

Το ποίημα δεν είναι κάτι που συλλαμβάνουν περισσότεροι του ενός ως τέτοιο, μα κάτι που περισσότεροι του ενός δύνανται να συλλαμβάνουν και να εκφέρουν κάποιο πόρισμα σύλληψης, να το δημιουργούν. Ευρύτερα όμως ποίημα είναι κάτι που περισσότεροι του ενός θεωρούν προϊόν ενασχόλησης ή κατασκευής. Αρκούν κάποιες εκδόσεις, σχολιασμοί, εμφανίσεις. Έχω αναλύσει το πώς και το γιατί σε παλαιότερα δοκίμια.

Η καθολικότητα δεν είναι καθολικά κατανοητή και δεν είναι παραπάνω από μία, δεν υπάρχουν δηλαδή καθολικότητες ποιοτικά ή αλλιώς ταξινομημένες, καθολικότητες αναγκών, ονείρων, απαιτήσεων, αποβλέψεων. Κάθε καθολικό στοιχείο που εκθέτει ένας δημιουργός δεν αντιμετωπίζεται υποχρεωτικά ως τέτοιο από τον αναγνώστη γιατί η έννοια του καθολικού είναι εν πολλοίς προκαθορισμένη από πολιτισμικές και μορφωτικές ρήτρες οι οποίες δεν πρέπει επουδενί να παραβιαστούν, αυτές οι ρήτρες είναι όμως οι πρώτες που παραβιάζονται στην ποίηση. Επίσης, το καθολικό στοιχείο δεν είναι, όπως πιστεύουν οι περισσότεροι, ένα δοχείο καλών πραγμάτων, ευμενών και «αντικειμενικών» κρίσεων και αλλά μάλλον το αντίθετο, όταν λοιπόν γίνεται λόγος για καθολικότητα που εκπληρώνει ουτοπίες και υπαρξιακές παραισθήσεις στην πραγματικότητα πρόκειται για μία καθολικότητα ψευδότητας. Το πως «η ζωή είναι μια φάρσα που πρέπει όλοι να φέρουν εις πέρας», όπως το περιέγραψε περίφημα ο Ρεμπό, απορρίφθηκε ως δημιουργικό ασύμφορο και αντικαταστάθηκε από μεταφορές και κυριολεξίες ποιητικού ιδεολογισμού: από λογιών-λογιών δικαιολογητικές βάσεις οι οποίες δεν εμπίπτουν σε περιεχόμενο μα θεωρούνται ενδιαφέρουσες και αξιοποιούνται ως τέτοιες γιατί είναι απολύτως απαραίτητες για την υποστήριξη μιας αντίστοιχης θεωρίας.

Όταν λέω, δηλαδή, πως ο ποιητής δεν αποδίδει κάποια ποίηση μα δημιουργεί ποίηση, εννοώ πως ο ποιητής δεν προσφέρει κάτι στους άλλους στον βαθμό που το έχει ήδη προσφέρει στον εαυτό του. Η μέγιστη διαφορά, στην οποία βάσισα μεγάλο μέρος των τοποθετήσεών μου εδώ και μία εικοσαετία, δεν είναι οριστική μόνο μεταξύ ποιητή και αναγνώστη, μεταξύ ποιήματος και κατάστασης, εκτείνεται απ’ άκρη σ’ άκρη του φαινομένου∙ και ο ποιητής διαφέρει από το περιεχόμενο του ποιήματος και το ποίημα διαφέρει από την ποίηση.

Η επαξιότητα μεταξύ ποίησης και ποιητή οφείλεται στο ότι ο ποιητής παραδίδεται απολύτως στο απρόσβατο. Ο ποιητής δεν βρίσκεται ούτε πάνω ούτε κάτω από τη ζωή μα ακριβώς στη ζωή, η ποίηση δεν είναι ούτε θρίαμβος ούτε ήττα, ούτε κέρδος ούτε απώλεια, ούτε ανύψωση ούτε πτώση. Εάν είναι κάτι απ’ αυτά, ποίηση δεν είναι. Αυτό βεβαίως το λέω εγώ, ένας «φαντασμένος μισάνθρωπος» που υπομένει τους συλλογισμούς του πιο βασανιστικά από τους χαρακτηρισμούς που κατ’ εξακολούθηση του αποδίδουν.

Πιστεύω πως η ποίηση που γράφεται με συνεπαγόμενα ακάλυπτων κοινωνικών αναγκών ή λόγω αυτών, είναι παρωχημένη, η κατηγορηματικότητα αυτών των αναγκών είναι άλλωστε εξαλειμμένη από το ίδιο τους το νόημα καθώς το μόνο που δύναται απερίφραστα να βεβαιωθεί είναι το ανεπιβεβαίωτο. Η διαδεδομένη μέθοδος στοίχισης ή σύγκρισης νοημάτων σε μορφή στίχων υπήρξε κάποτε σημαντική, από τους περισσότερους εξακολουθεί να θεωρείται σημαντική, η πλέον σημαντική, δεν μπορώ όμως να συμφωνήσω σε κάτι τέτοιο, αυτά τα στοιχεία ή πράγματα, όσο είναι δηλωτικά είναι και ολοκληρωμένα, αν θέλουμε λοιπόν να είμαστε σοβαροί στο πεδίο αναγνώρισης της ποιητικής τέχνης πρέπει να ασχοληθούμε με διαφαινόμενα ως διαφαινόμενα και όχι με τυπικές προσπάθειες διασάφησης ευρημάτων ή με τις συγκρίσεις τους. Όσο για την τόσο διαδεδομένη «ποιητική ευκοινωνησία», αυτή δεν είναι παρά μια από τις αμοιβές για την επίτευξη εκλεκτικής ταύτισης. Εκδηλώσεις κοινού ύφους, κοινής τεχνικής, κοινής εμπειρίας που προβάλλονται ως μέρη της σύγχρονης πνευματικής και ποιητικής Ιστορίας.

Κάθε επιλογή υποτιθέμενης ρήξης, παραβατικότητας και αντιγνωμίας χρησιμεύει στον προσδιορισμό ενός εκφραστικού άλλοθι -καθώς ποιητικό άλλοθι δεν υπάρχει ούτε μπορεί να υπάρξει- που πολύ εύκολα πια περνάει για αισθητική αξία και ποιητικό νόημα – γιατί η ποίηση καθαυτή έχει γίνει ακόμη πιο ασύμφορη, ακόμη πιο εξοντωτική. Σε μια τέτοια, συμπτωματική, περίσταση, εντός της δηλαδή, πιστεύω πως είναι αδύνατο να παραδεχθεί ή έστω να διακρίνει κανείς την παρωδία μιας τέτοιας «διυποκειμενικότητας» και των κρίσεων που αυτή αποδίδει, εφόσον οι άνθρωποι αυτοί μοιράζονται αμέτρητες συνέπειες δίχως να γνωρίζουν κανένα από τα αντικείμενά τους. Ακόμη κι όταν κάποια συνέπεια αναλύεται, έστω επιδερμικά, αυτό συμβαίνει με γνώμονα το υποκείμενο χρήσης και όχι το αντικείμενο της συνέπειας (με το οποίο το αληθινό υποκείμενο έχει ανοιχτούς λογαριασμούς), συνεπώς η σχέση αυτού του πράγματος με την ποίηση είναι ανύπαρκτη.

Κάθε προσφυγή στην ουτοπία ενσάρκωσης ενός από κοινού επιζητούμενου προτύπου, ισούται με διαφυγή, πρόκειται για «εκλεπτυσμένη» διαφυγή του υποκειμένου από τον ορίζοντα του υπερισχύοντος, του απολύτου που υπερισχύει. Αυτό βασίζεται αναγκαστικά σε επανάληψη, σε προσκόληση στο ήδη εκφρασμένο που μολονότι είναι τρομερά διαδεδομένο εξακολουθεί να αποζητά μια ολοένα μεγαλύτερη απήχηση πλέον σε επίπεδο κοσμοειδώλου: όλες αυτές οι ποιήσεις αποτελούν μία ποίηση η οποία είναι ολότελα κυριευμένη από αίσθηση αναγκαιότητας της επικράτησής της, αναγκαιότητα επικράτησης της παραμυθολογίας της.

Πρόκειται πράγματι για αναγωγή σε κοσμοείδωλο, καθώς αυτή η φαντασιακή (διότι σε αυτή η ιδέα κάθε προτάγματος θεωρείται -παραλόγως- πολύ ανώτερη από την ιδέα της υπαρκτικής πραγματικότητας και την υπαρκτική πραγματικότητα) υλικότητα στίχων γίνεται ακόμη πιο φαντασιακή, ενισχύεται, όταν αποθηκευτεί στην αντίστοιχη υλικότητα του αποδέκτη, αυτή η διαδικασία είναι προδιαγεγραμμένη πριν ακόμη γραφτούν στίχοι, πρόκειται για ιδεολογικά βαθύρριζη επικοινωνιακή συνθήκη «κορυφής» η οποία αποκλείει κάθε άλλη που αποκαλύπτει πως για να φτάνει κανείς επανειλημμένα σε κορυφή πρέπει επανειλημμένα να ξεκινά από μια βάση.

H ποιητική εποπτεία -για τη σημασία της οποίας αναφέρθηκα σε παλαιότερα δοκίμια- είναι μια εποπτεία αδυνατότητας, μια αποτυχημένη εποπτεία, διότι δυνατή και επιτυχημένη εποπτεία δεν μπορεί να υπάρξει. Σε κάθε σημείο ποίησης λειτουργεί μια εμπλοκή υφιστάμενων και δημιουργούμενων δεδομένων, το ξεπέρασμα της οποίας εξαρτάται από τις αλλαγές σχέσεων μεταξύ υποκειμένου και αντικειμένου. Συνεπώς το ποίημα είναι μία κατάσταση ατελών εκδοχών που ενδέχονται. Γι’ αυτό υποστηρίζω πως η ποιητική δημιουργία έγκειται σε εφήμερα συλλαμβανόμενο κενό.

Το περιεχόμενο δεν διαχωρίζεται από το ποίημα κατά την επιτέλεση της λειτουργίας του, δεν λειτουργεί ανεξάρτητα, γι’ αυτό δεν μπορεί να υπάρξει νέα αισθητική δίχως νέο περιεχόμενο. Αυτή η ιδέα υπήρξε ζώπυρο της οργανικής αντιμετάθεσης.

Ο ποιητής καταθέτει μόνο κάτι διαφορετικό από οτιδήποτε έχει κατατεθεί. Δεν είναι όμως μόνο ο τρόπος του διαφορετικός από άλλους και φέρει τη συγκεκριμένη διαφορά κατά τρόπο μοναδικό, το ίδιο συμβαίνει με το περιεχόμενο της ποίησής του.

Όσα ανέφερα πιο πάνω είναι για να πάψουν, μα για να πάψουν πρέπει πρώτα να ισχύσουν.

Παρίσι, Μάρτιος 2017

*Σχετικοί σύνδεσμοι: https://neoplanodion.gr/2023/06/16/epipleon-ypoloipa/?fbclid=IwAR0FvKcleHGdQkY8G4RK0EgEhE5SdgTdh72rgtXqvEzQCKZqluCObLQHhGA

https://livadaspoetry.blogspot.com/2023/06/16062023.html?fbclid=IwAR2gw5ebCMnp_1Z86vJcdWtmpL_mMrMmdBXgoxr8bbnF7TOHcOTM3cUTaoc

Αλήτις Τσαλαχούρη, Μητρόπολης νύχτα

Φώτο: Peter Kertis

Μητρόπολης νύχτα-Το φθόριο στα κτίρια-Τα φωταγωγημένα από τηλεπαιχνίδια διαμερίσματα-Τα ξενυχτάδικα μαγειρεία-Των θαμώνων τους η ησυχία-Καθώς ψιθυρίζουν για βρομοδουλειές και τρώνε σούπα-Και το ραδιόφωνο παίζει καψούρας ελεγεία-Κι η Αυγή χτενίζει τα μαλλιά τους σαν νάναι κορίτσια-Μητρόπολης νύχτα-Τα καρακόλια περιπολίας-Που σέρνουνε για ένα γραμμάριο χασίς κρατούμενη απ’ της Μενάνδρου μια γύρα-Στο Μέγαρο Συντήρησης Εγκλήματος και Βίας-Για αυτόφωρο-Με μια γραία που πουλάει-Χωρίς άδεια-Ξηροκάρπια σε γωνία-Και σαν κρεμμύδι ψιλοκόβει τον αέρα με τα νύχια-Μητρόπολης νύχτα-Η βραδινή σιωπή στα λεωφορεία-Τα παιδιά που τρέχουν στις λεωφόρους με μηχανές μεταποιημένες για το Σύμπαν-Μέσα σε σύννεφα θαμπά απ’ τα σκουπίδια-Και μετά στα Επείγοντα-Ραψίματα-Από γιατρούς που διατυπώνουν για την ψυχή τους ερωτήματα-Και ξεδιπλώνουν την ψυχιατρική φαρμακολογία-Μητρόπολης νύχτα-Ο φωτισμός εργασιακών λαμπτήρων-Η μυρωδιά εφημερίδων-Η μελαγχολία των διορθωτών όταν διορθώνουν τα πληρωμένα των κηδειών και μνημοσύνων-Όπου μια Μαρία κηδεύει μοναχή της τη φίλη της Μαρία-Και σαν θα παραστείς σ’ εκείνη την κηδεία-Μονάχα ένα φέρετρο και μια γυναίκα στην εξόδιο λειτουργία-Κι ούτε ένας συγγενής-Ούτε και φίλος-Μονάχα μια Μαρία κι ένας ήλιος-Που πέφτει σκληρός σε κάθε αχτίδα-Μητρόπολης νύχτα–Εξομολογήσεις ψυχών φτερουγισμένες σαν πουλιά-Σε μπάρες χαμομάγαζων και λοιπών χαμαιτυπείων-Και στις πλατείες σε σπασμένα παγκάκια-Όπου μέσα από σύρματα των τρόλεϊ-Το φως του φεγγαριού και των κτιρίων-Μητρόπολης νύχτα-Ακάλυπτων σεντόνια που πηγαινοέρχονται φαντάσματα-Βρισίδια στα μπαλκόνια όπου τα τετραγωνικά πνίγουν σαν θάλασσα-Φρακαρισμένα σκουπιδιάρικα-Που τραντάζουν των υπογείων τα τζάμια-Πεταμένα λάστιχα-Που δεν ταξιδεύουν πουθενά πάνω σε κράσπεδα-Αδέσποτα σκυλιά που κάνουν δόντια στα μάτια-Χαρτιά που σέρνει ο άνεμος και μοιάζουν μικρά άστρα-Τζάνκια που βαράνε τα καλύτερά τους οράματα στα αγαπημένα τους σκαλοπάτια-Πόρνες που στην ηρωίνη για να αντέξουν τη βάρδια-Και τη ζωή τους με ένα τσιγάρο-Λένε-Παίρνοντας καφάσι για κάθισμα-Γέροντες σαλοί που παραμιλούν για τους αληθινούς τόπους-Που δεν υπάρχουν πουθενά-Σε χαλάσματα-Ποινικοί που τα τατουάζ τους-Απ’ τις ανατινάξεις των ΑΤΜ-Τα θραύσματα-Κονιάκ που κάνει κύκλους σε χέρια χάρτινα-Τσιγάρο που καπνίζει πεταμένο στη σκάλα-Τ’ αρπάζει ένας άστεγος με μάτια παράταιρα-Μητρόπολης νύχτα-Το φθόριο στα κτίρια-Τα φωταγωγημένα από τηλεπαιχνίδια διαμερίσματα- Τα ξενυχτάδικα μαγειρεία-Των θαμώνων τους η ησυχία-Καθώς ψιθυρίζουν για βρομοδουλειές και τρώνε σούπα-Και το ραδιόφωνο παίζει καψούρας ελεγεία

*Από τη συλλογή ”Κάθαρμα”, Εκδόσεις Οδός Πανός 2020.

Αλέξανδρος Σχινάς, Δύο ποιήματα

ΦΟΥΤΣΑΦΟΠΛΗΞΙΑ

Γρασσοσιδεροζούπηχτα, σφιχτογραμμοφρικιούντα,
Ατμοτσικνουδομέθυστα, ταπεινομαδερόβια,
Ομαδοφυτονείρικα, αλληλοεκχυτάτα,
Τυφλομηχανοφόβιστα, και όλα μαζί: Φριζέλι.
Κει που διαδοχαυνίζανε κι’ αυτοθολογουστώναν,
Ένας τους ξάφνου αρχινά να υπερφριζελίζει :
Υποσκοτεινομνήμικα τροχοβομβοπαρμένο
Οσφρητομαγγανέλκεται απ’ του Φουτσάφ το ούα,
Και θρασοστυφοφύτρωτα λοκομοτοτροπίζον,
Ραγοσκαρφαλαπλώνεται και λαγνοπεριεργεύει.
Μα το Φουτσάφ επέρασε ζαβομπλαχνιαρισμένο,
Βαρυπατηκομπούχτικο, θανατηδονοθλάχνο,
και το μεταλλοψυχοπάστοκολλημάξιασε.

*

ΘΡΑΠΑ

Ο Γαβουνές, ο Μαμουνές, ο Παστροκωλαράκης,
Ο λαγναρμένιος Μπιθουλιάν και οι δυο σιαμαίοι Βούζοι,
Ολόκληρα μερόνυχτα συνέχεια θραπακιάζαν:
Μες στο βουρκί του μαγαζιού του Μπιθουλιάν χλιχλίβαν,
Τουμποκωρδομπαχλιάζονταν, λυσσοβουτοπαφτιάζαν,
Τρεμουλοπεφτοθρίαζαν, ιαχογαυλιούσαν,
Εναλλασσοπθακίζονταν κι αλληλοσφιχτομπλάφαν.
Κάναν ο ένας τ’ αλλονού λαχτάρ-καπουλοφρίξεις,
Κοιλιοδοντοτσικδισμούς και φτερνοσβερκοτρίγγια.
Ο Γαβουνές βαυλάκισε τον Παστροκωλαράκη.
Οι Βούζοι μακλατέψανε του Γαβουνέ τα οπίσθια,
Και ξαναβαυλακίσανε τον Παστροκωλαράκη,
Ο Μπιθουλιάν γλιβδίκωσε τρία αφτιά των Βούζων,
Κι ο Μαμουνές τζιτζίφτισε του Μπιθουλιάν τα ούλα.

Την πρώτη μέρα πλάνταξε ο Παστροκωλαράκης.
Κι ό,τι έμεινε απ’ τον Μπιθουλιάν τη δεύτερη εβυθίσθη
Και θάσπιφε μες στο βουρκί, που πηχτογλοιογλούσε
Απ’ τον κρεατοσίελο και την ιδρωμυελόρροια
Των θραπικών. Και το πρωί της τρίτης πια ημέρας
Οι μεν ήταν του θανατά, και οι Βούζοι ξεκολλήσαν.

*Δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό “Πάλι”, τεύχος 2-3, 1964, ως μέρος κειμένου με τον τίτλο “Περί υπερλεξισμού, κειμενοκολλήσεως και αθανασίας (σελ. 112-137).

Σταύρος Βαβούρης, Δύο ποιήματα

ΕΚΣΤΑΤΙΚΟΣ ΜΕΣ ΣΤΗ ΒΡΟΧΗ

Εκστατικός μες στη βροχή προχωρούσε
σα να μην έβρεχε
σα να μην τον είχε περονιάσει το νερό ως το κόκαλο.
Οι αστραπές καταύγαζαν
το πρόσωπό του αλλοπαρμένο
κι οι κεραυνοί τον πέρναγαν ξυστά.

Μʼ ένα όνειρο ακατάβλητο
στʼ απαυδισμένα μάτια του
προχωρούσε τραγουδώντας σιγανά
σα να μην τον είχε παρασύρει ακόμα
φύλλο πεθαμένο η καταιγίδα.

*

ΕΦΕΥΓΕ ΚΕΙΝΟ ΤΟ ΣΥΝΝΕΦΙΑΣΜΕΝΟ ΑΠΟΓΕΥΜΑ

Έφευγε κείνο το συννεφιασμένο απόγευμα.
Και ξάφνου σηκωθήκανε φτερά
–φτερά μια φορά–
που μετεωριζόντουσαν για λίγο στον αέρα
φεύγοντας πίσω του μετά.

Καμπάνες φρένιασαν.
Άνοιξαν τα σύννεφα στα δύο
κι ένας ήλιος που στραφτάλιζε
–περίεργο Δεκέμβρη μήνα–
πρόβαλε για νʼ αποχαιρετήσει
σα βασιλικός απεσταλμένος.

Κρύφτηκε μετά.
Έκλεισε πάλι ο ουρανός
κι άρχισε η βροχή.

Έπεφτε συνεχώς όλη τη νύχτα.

*Το πρώτο ποίημα είναι από την ποιητική ενότητα «Σημειώσεις για έναν άνθρωπο που πέθανε» (1956) του επιλεκτικού τόμου «Πού πήγε, ως πού πήγε αυτό το ποίημα» (1940-1993), εκδόσεις Ερμής, 1998. Το δεύτερο ποίημα είναι από την ίδια ποιητική ενότητα της επιλογής «Ποιήματα», εκδόσεις Ερμής, 1977.

Παναγιώτης Νικολαΐδης, Δύο ποιήματα

δ’

Στον Σταύρο Κίκα

Εδώ οι λέξεις πέφτουν άπλαστες.
Οθόνες
σπασμένα δέντρα
άνθρωποι που μασούν
καθώς
ο οισοφάγος τους συστέλλεται
κατεβάζοντας σβώλους τροφής
στο στομάχι.
Πιο πέρα
μια μεταλλική χορωδία
παιανίζει στα οδοφράγματα.
Μου κακοφάνη.
Είμαστε τελικά το άθροισμα
των δικών μας παρορμήσεων;
Κι αν όχι, τότε τι;
Μες στη ροή των φωτονίων ενωμένοι
σε λειτουργία λανθάνουσας ύπαρξης
ανθίζουμε
εμείς.
Τα παιδιά των νεκρών.
Ένας πλανόδιος πεπτικός σωλήνας.

*Από τη συλλογή “Η νύφη του Ιούλη”, εκδ. Σμίλη, 2019.

*

ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ ΑΠΟΤΥΧΙΑΣ

Και ξαφνικά το χρήμα
δεν χρησιμεύει πια σε τίποτα
ούτε οι έξυπνες βόμβες του στρατού
ούτε ο τρυπημένος ουρανός
γεμάτος κάμερες και δορυφόρους.
Φαίνεται πως η φύση πήρε τον λόγο
και θα τον έχει για καιρό
καθώς μας πνίγουν ολοένα
οι στέγες των μεγάλων μας σπιτιών
κι αυτός ο φόβος ο βαθύς
πως θα πεθάνουμε
από κάτι τόσο απλό
ενώ δαμάσαμε
όλα τα ειδη στον πλανήτη.
Γι΄ αυτό λοιπόν
πετάμε μόνο με ψηφιακούς χαρταετούς
(ό,τι χτίζουμε μας γκρεμίζει πιο πολύ)
αφού το βαθύτερο νόημα
δεν είναι πια
να μετοικήσουμε στον Άρη
τη Σελήνη ή κάπου αλλού
αλλά να δούμε τη ζωή αλλιώς
με τις φυλακισμένες μας αισθήσεις.
Έξω στον κήπο όμως
κοκκινίζουν πάλι τ΄ άνθη της ροδιάς
και τα σπουργίτια
χορεύουν σάλσα μες στο φως
σαν εσωτερικοί μετανάστες
Του εφήμερου.
Έτσι απλά, αδέλφια
νικά πάντα η ζωή
καθώς οι φλόγες
μεταφέρον κομμάτια
της απανθρακωμένης μας ψυχής
στον ατελείωτο ιμάντα
του χρόνου.

*Από τη συλλογή “Ριμαχό”, εκδ. Σμίλη, 2022.