Θεοδώρα Βαγιώτη, [Εντυπώσεις και ιδέες]

Σε λίγες μέρες θα έχει φύγει
από πάνω μου η Σλοβενία•
θα πασχίζω να τη βρω στα
γαριφαλάκια της Ιεράς Οδού
στα ρούχα μου στην αμασχάλη σου-

είμαι πολλή κι έχεις το άγχος
του πληθωρισμού, μαλώνεις και βρίζεις
χτυπάς το τραπέζι,
αφήνεις το γέλιο σου στο παράθυρο του πανδοχείου
μα η μνήμη μου σκορπίζει από
το έλλειμμά της, άτυχο σπουργίτι
νεκρό στο δάσος/

Και τα δέντρα θα γίνουν μια συστάδα
συμβάντων που ρίχνονται στο νερό
σαν ίσκιος του καμβά• η βάρκα θα σαλεύει
σαλεύοντας τα λογικά μου κι ο μουσικός
θα χτυπάει τη χορδή της κοιλιάς μου
θα πεινώ θα διψώ
μια σλαβική λέξη θα βουρλίσει
τη ρίμα του κέδρου•

Στου τραυλού του βαρκάρη
Τη μορφή μου καθίζω
Απ’ την πρύμνα πασχίζω
Κι οι σπουργίτες ζευγάρι

Νίκος Λάζαρης, Νυχτερινή μουσική


Artwork: Eine Kleine Nachtmusik

Όπως ένα υπόγειο που με την πρώτη βροχή
πλημμυρίζει νερά,
όπως το τσαλακωμένο πουκάμισο
ενός μοναχικού άντρα που τραυλίζει
μπροστά στην ομορφιά,
όπως το φως του γραφείου τελετών,
όπως το εσώρουχο γερασμένης γυναίκας
που το πήρε ο άνεμος από την ταράτσα
και το κρέμασε στα κλαδιά της αμυγδαλιάς,
όπως οι προτομές που αλλάζουν αθόρυβα
θέση στο πάρκο,
όπως το πλοίο των ψυχών σκοτεινό
διασχίζοντας τα νερά,
όπως τ’ αόρατα χέρια
που ανεβάζουν τις Ακροπόλεις στον ουρανό,
όπως οι μορφές αυτών των ανθρώπων
ακίνητες και παγωμένες
στο παράθυρο ενός –φανταστικού– οχήματος
που έχει χάσει τον προορισμό του από καιρό.

Queer γεωγραφίες στην ποίηση του Νικόλα Κουτσοδόντη

Χάρης Οταμπάσης*

Κοιτάζοντας πέρα από την κατασκευή ενός και μόνο εαυτού, τα έργα του Κουτσοδόντη αποκτούν κοινωνική και πολιτική σήμανση, με το αφηγηματικό υποκείμενο να συνδιαλέγεται κάθε φορά με την κοινότητα στην οποία ανήκει. Με τρόπο ανάλογο, οι αναφορές του ποιητή στην χαρτογράφηση και τη δημιουργία ορατών queer χώρων επιτρέπουν την εδραίωση μιας συλλογικής ταυτότητας, κοινότητας, ιστορίας και ανήκειν.

Χαλκομανία
Νικόλας Κουτσοδόντης
Ενύπνιον 2017 | 62 σελίδες

Μόνο κανέναν μη μου φέρεις σπίτι
Νικόλας Κουτσοδόντης
Θράκα 2021 | 64 σελίδες

Κύριο μέλημα των queer γεωγραφιών (queer geographies) είναι ο κρίσιμος ρόλος του τόπου και του χώρου στην παραγωγή σεξουαλικών ταυτοτήτων, πρακτικών, κοινοτήτων, υποκειμενικοτήτων, καθώς και ενσωματώσεων.[1] Στη μελέτη του queer χώρου περιλαμβάνεται η τοποθεσία, η φύση και ο ορισμός του χώρου, η ιστορία και οι αναμνήσεις του, τα γεγονότα και οι υποκουλτούρες, και φυσικά η σχέση μεταξύ του χώρου και της κοινωνικής δικαιοσύνης. Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως κατά την μελέτη του χώρου γύρω μας, μια ανάλυση μέσω ενός queer φακού προσθέτει επιπλέον στρώματα νοήματος, καθώς διερευνούμε πώς τα queer άτομα αλληλεπιδρούν, διαμορφώνουν και διαμορφώνονται από τον χώρο που κατοικούν.[2]

Κατά συνέπεια, εκείνο που φαίνεται να έχει μεγαλύτερη αξία όλων είναι ο τρόπος με τον οποίο τα queer άτομα και οι queer κοινότητες διαταράσσουν το κυρίαρχο και ετεροκανονικό αφήγημα στη γεωγραφία, εισάγοντας έννοιες της σεξουαλικότητας και της ταυτότητας φύλου στη γεωγραφική ατζέντα. Για παράδειγμα, είτε κάνουμε αναφορά σε χώρους εύρεσης εφήμερων ερωτικών συντρόφων και ευκαιριακού σεξ (βλ. cruising – πάρκα, πλατείες, σινεμά, γυμναστήρια, λιμάνια, σταθμοί αναχώρησης, δημόσια ουρητήρια κ.ά.) είτε σε χώρους «ντουλάπας», οι αλληλεπιδράσεις της σεξουαλικότητας και του χώρου στην κλίμακα του σώματος, της οικίας, της πόλης και του έθνους-κράτους φαίνεται να αποκτούν συνεχώς νέες ερμηνείες, συμφραζόμενα και συσχετισμούς.[3]

Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω διαβάζουμε το ποιητικό έργο του Νικόλα Κουτσοδόντη, συγκεκριμένα τις δύο συλλογές ποιημάτων του ίδιου Χαλκομανία (Εντύποις, 2017) και Μόνο κανέναν μη μου φέρεις σπίτι (Θράκα, 2021). Στα κείμενα των δύο αυτών έργων εντοπίζουμε μια θεμελιώδη συστατική σχέση του τόπου και του χώρου στην οικοδόμηση των φύλων, των ταυτοτήτων και των σεξουαλικότητων. «Πατήσια», «Πειραιάς, οδός Ψαρρών», «Αμπελόκηποι, σε μια οδό», «Αθήνα, Αύγουστος» και Αχαρνών» είναι μόνο μερικοί τίτλοι ποιημάτων από την πρώτη συλλογή του Κουτσοδόντη, με τη Βαρβάρα Ρούσσου να υπογραμμίζει πως πρόκειται για «ποιήματα-ενσταντανέ μικρές περιηγήσεις ενός νέου στην Αθήνα, με το κινητό στο χέρι, να περνάει κουνημένα από πλάνο σε πλάνο […] με το πλήθος των ταυτοτήτων που συλλαμβάνει το ποιητικό βλέμμα να επιτείνει τη ρευστότητα και την αίσθηση αποξένωσης».[4] Πέρα όμως από το αισθητικό και συναισθηματικό βάρος, παρατηρούμε μια «queer αναζήτηση για ταυτότητα» εμφανώς πολιτική,[5] με τον ποιητή να περιγράφει ένα εν εξελίξει ταξίδι, μεταβαίνοντας από την ομοφοβική και κλειστή επαρχία, εν προκειμένω της Άνδρου, σε ένα πιο συμπεριληπτικό μέρος όπως η Αθήνα, με σκοπό να αναπτύξει και να εκφράσει με μεγαλύτερη ασφάλεια την ταυτότητά του. Κάτω από ποιους όρους, όμως, γίνεται αυτή η μετα-κίνηση, ενώ τι ποσοστό αποδοχής, ασφάλειας και ορατότητας μπορεί να έχει ένα queer άτομο στην πόλη;

Αναλυτικότερα, η «μητρική αγκαλιά» του νησιού της Άνδρου, κατ’ επέκταση η γονεϊκή εστία, μπορεί σε ένα πρώτο επίπεδο να ερμηνεύεται ως καταφύγιο και ένας χώρος ασφάλειας, σε ένα δεύτερο όμως διαπιστώνεται πως η ιερότητα της οικίας αυτής μπορεί να μην ισχύει για το queer υποκείμενο, καθώς υπόκειται εξίσου στον έλεγχο και τους κανονισμούς που αντιμετωπίζει στους δημόσιους χώρους.[6] Διαβάζουμε χαρακτηριστικά τα ποιήματα «Στο χωριό» και «Νησιωτική ηθική» από την πρώτη και δεύτερη συλλογή του Κουτσοδόντη αντίστοιχα:

Στο χωριό

Χτισμένες πέτρες και ταβάνια από κυπαρισσόξυλα
διάραχα σαφώς καθορισμένα
γεμάτα θάμνους κάππαρης
αιμασιές με τρόφιμα για πλοία
σκέφτομαι τα χέρια όσων πέρασαν

[…]

Πόσα ελάχιστα γνωρίζω για τον τόπο!
Μα όλο επειστρέφω φανερός πλάι στον Εμπειρίκο

[…]

ιδού η επιστροφή στην μητρική αγκαλιά
ιδού και ο έρως.
Βρήκα τόσο χώμα στο μυαλό μου
ναυτοχώρι Συνετί
με τα παιδικά μου δάκρυα καθώς αναχωρούσα
με τους παιδικούς εχθρούς και φίλους
που πια παντρεύονται, κάνουν παιδιά
και μεγαλώνουν
μα όλο επιστρέφουμε στις ίδιες καλαμιές
και αρχινάμε πόλεμο.

Άνδρος, Μάιος 2016

Νησιωτική ηθική

Αμέριμνα νησιά. Ήταν του καραβιού η άπαρση προλάβαν το παιδί και είχε στη
σχολική του τσάντα αγνώστου προορισμού εισιτήριο. Προς άλλο νησί προς την
ηπειρωτική Ελλάδα – μακριά από δω – το αποκληρωμένο το που δε θα παντρευτεί
δε θα προσφέρει τσιρίδες δυνατές στο σπίτι προς χαράν των παππούδων. Η μάνα
καραμούζα ούρλιαζε φέρτε τον γυρίστε τον μου πίσω και να η πεθερά που θα ‘χε
καταγγείλει στις αρχές έστω κι ένα χαστούκι και να η αποθαλασσιά στων αδελφών
του τα δωμάτια. Είχε πει κάλλιο στο βένθος των νερών να τον δει παρά πολλών
γενιών λογιστών τ’ όνομα να λερώσει. Εκεί στη σκουριασμένη δέστρα κάθισε τον
κώλο του εκεί τον βρήκε ο πατέρας χίλιες υποσχέσεις για παράβλεψη. Έλα γύρνα
στα τυροπιτάκια της μαμάς. Δε σε κρίνω μόνο κανέναν μη μου φέρεις σπίτι και
μόνος να θυμάσαι θα πεθάνεις.

Στο δεύτερο ποίημα, το οποίο διαβάζεται και ως συνέχεια του πρώτου, ο gay γιος της οικογένειας βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση με την ανδρική του ταυτότητα, σε πλήρη αντίθεση με τον φυσικό και κοινωνικό του σκοπό, που δεν είναι άλλος από την αναπαραγωγή. Αποκληρωμένος πλέον, έχει να διαχειριστεί και την απαγόρευση του πατέρα-νόμου να υποδέχεται ερωτικούς συντρόφους στην οικογενειακή εστία, ενώ παράλληλα βαριά είναι η υπενθύμιση-απειλή του μοναχικού θανάτου.[7] Με λίγα λόγια, η ρητορική που αναπτύσσουν τα μέλη της οικογένειας και οι απαγορεύσεις που εφαρμόζουν ανταποκρίνονται στο ίδιο μοντέλο που κυριαρχεί για την αντιμετώπιση της ομοφυλοφιλίας και της queer ζωής στον δημόσιο λόγο και χώρο.

Την επισφάλεια που βιώνουν τα queer άτομα στον δημόσιο χώρο προβάλλει με τον καλύτερο τρόπο το εκτενές ποίημα «Zackie Oh» της δεύτερης συλλογής του Κουτσοδόντη:

Zackie Oh

Πολύ φως παρά τα σύννεφα

μεγάλα σαν πόδια αντρικά
τσουρέκια φουσκωμένα τα στήθια

στου Βενέτη τη βιτρίνα ένας στο στόμα

ενοχλημένος με μιαν άφτρα

ο γιος του με την πρωινή του σηκωμάρα
σχόλαγε σε καμιά ώρα
μάγουλα καθαρά θυμίζουνε βιβλία αυτοβελτίωσης
φτωχομπινέδες που διαβάζουνε «Εφοπλιστή»
χαφιέδες με την Παναγιά για φοροτεχνικό

Zackie Oh, δεκαοκτώ βραζιλιάνες τρανς σου

δείχνουνε
τις σφαίρες στο κορμί
Zackie Oh, άκου το τραγούδι του Ζελίμ
κρυμμένο σε τσετσένικο χωράφι
Zackie Oh είχε Τόσκα στην όπερα καθώς
πυροβολούσανε τον Μίλκ
Zackie Oh, ο Κέβιν ήταν ράπερ στο Πουέρτο Ρίκο
Zackie Oh, ο Μάθιου Σέπαρντ έγινε το πιο πορφυρό
σκιάχτρο στο Γουαϊόμινγκ
Zackie Oh ο Τζο Ρόουζ απ’ το Μόντρεαλ είχε
φούξια μαλλί
Zackie Oh, σαράντα εννιά χορεύουν στο Ορλάντο

τη Ριάνα
Zackie Oh στο Παγκράτι ρίχνουνε χλωρίνη

στα ζευγάρια

[…]

Zackie Oh είναι μέσα του Σεπτέμβρη του Σταυρού
και στο λύκειο ένας παπάς με τρόμαξε
με παραμύθια για πανέμορφους αγγέλους
που προσγειώθηκαν στη γη και θα τους
βίαζαν οι πούστηδες

Zackie Oh, το μαχαίρι δεν είχε ποτέ

δικό μας αποτύπωμα

[…]

Zackie Oh, σ’ ένα σπίτι στου Γκύζη ξάπλωσα
μ’ ένα σγουρόμαλλο αγόρι

στο στήθος μου είχε κουρνιάσει
με τα μάτια ανοιχτά – Φοβόταν μην τον κλέψω

Zackie Oh χάρισα ένα τριαντάφυλλο στο αγόρι
όταν πέθανε ο παππούς του
έκλαιγε σαν παιδί στη Μόρια

Zackie Oh δεν με ξαπλώνουνε αμαχητί
στη Γλάδστωνος.

Το εν λόγω ποίημα, που σύμφωνα με τον Παναγιώτη Ελ Γκεντί συνιστά έναν μαχητικό queer θρήνο, «έχει ως κέντρο του το αγωνιστικό πένθος που διακατέχει τις queer και μη υποκειμενικότητες από τη δολοφονία του/της Ζακ Κωστόπουλου/Zackie Oh και εντεύθεν για απόδοση δικαιοσύνης».[8] Ο ίδιος μελετητής συμπληρώνει πως πρόκειται για μία από τις συγκλονιστικότερες στιγμές της σύγχρονης queer ποίησης και ίσως το απαύγασμα ενός τραυματισμένου «εμείς», το οποίο διεκδικεί το δικαίωμα σε μια ζωή άξια να βιωθεί. Πράγματι, σαν προσκλητήριο νεκρών το ποίημα αυτό καταγράφει τα ονόματα των αδικοχαμένων μελών της παγκόσμιας LGBTIQ+ κοινότητας, καθώς και επιθέσεις κατά αυτών σε δημόσιους χώρους. Από τους ανώνυμους νεκρούς στο gay νυχτερινό κέντρο Pulse του Ορλάντο των Ηνωμένων Πολιτειών το 2016, μέχρι τη δολοφονία του gay ράπερ Kevin Fret το 2019, που πυροβολήθηκε οκτώ φορές στην πρωτεύουσα του Πουέρτο Ρίκο, από τον Τσετσένο τραγουδιστή Zelim Bakaev που αγνοείται από τον Αύγουστο του 2017, ενώ πιστεύεται ότι βασανίστηκε και δολοφονήθηκε από τις αρχές της Τσετσενίας ως μέρος της συστηματικής δίωξης gay ανδρών από τη χώρα, μέχρι τον Matthew Shepard, Αμερικανό φοιτητή που ξυλοκοπήθηκε, βασανίστηκε και αφέθηκε να πεθάνει σε μια απομονωμένη αγροτική περιοχή το 1998, από την ομοφοβική επίθεση εναντίον δύο ανδρών στο Παγκράτι από ομάδα δέκα ανδρών που τους έριξε χλωρίνη το 2014, μέχρι και την άγρια δολοφονία του Ζακ Κωστόπουλου στη Γλάδστωνος τον Σεπτέμβριο του 2018, κανένα queer υποκείμενο δεν μπορεί να νιώθει ασφαλές ούτε σε χώρους πιο οικείους για την κοινότητα, όπως είναι τα gay μπαρ, ούτε στον δημόσιο χώρο ο οποίος νοείται βαθιά ετεροκανονικός και κατασταλτικός.[9]

Κοιτάζοντας πέρα από την κατασκευή ενός και μόνο εαυτού, τα έργα του Κουτσοδόντη αποκτούν κοινωνική και πολιτική σήμανση, με το αφηγηματικό υποκείμενο να συνδιαλέγεται κάθε φορά με την κοινότητα στην οποία ανήκει. Με τρόπο ανάλογο, οι αναφορές του ποιητή στην χαρτογράφηση και τη δημιουργία ορατών queer χώρων επιτρέπουν την εδραίωση μιας συλλογικής ταυτότητας, κοινότητας, ιστορίας και ανήκειν. Δυστυχώς, σε μεγάλο βαθμό οι χώροι αυτοί παραμένουν ιδιωτικοί, όπως συμβαίνει στα ποιήματα «Αμπελόκηποι, σε μια οδό» (Χαλκομανία) και «Οδός Αραχώβης, Εξάρχεια» (Μόνο κανέναν μη φέρεις σπίτι), στα οποία εικονογραφείται η καθημερινότητα δύο gay ζευγαριών. Έως ότου μάθουμε τους ακριβείς αριθμούς των παραπάνω οδών, τα queer άτομα ανά τον κόσμο θα αναζητούν χώρους χωρίς βία και ελεύθερους να εκφράσουν την ταυτότητα και τη ρευστότητά τους, διασφαλίζοντας έτσι και τη φυσική τους επιβίωση.

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://marginalia.gr/arthro/queer-geografies-stin-poiisi-toy-nikola-koytsodonti/

Γιώργος Αναγνώστου, Train of Thought in the Era of Covid

Περίπατος καθημερινός
Προσεκτικά επιλεγμένος, συμβολικός.
Την σιδηροδρομική γραμμή παράλληλα ακολουθώ
Πάνω στο μίλι στροφή δεξιά
Αμέσως μετά και πάλι δεξιά
Την σιδηροδρομική γραμμή παράλληλα ακολουθώ
Πάνω στο μίλι στροφή δεξιά
Αμέσως μετά και πάλι δεξιά
Nα κλείσει επιμελώς ο κύκλος
Τέλειο παραλληλόγραμμο
Ο τομέας που μου έχω αναθέσει.
Τελετουργική πειθαρχία
Λειτουργική φρουρά.
Τις ράγες επιβλέπω
Το πέρασμα απρόσκοπτο να είναι.
Οι διαβάσεις απόλυτα ομαλές
Παράλληλα ανοίγματα διαπεραστικά.
Ανεξάντλητοι οι ορίζοντες.
Και αν πέρασμα αμαξοστοιχίας
Χάρη μου κάνει την γεωμετρία της Ρουτίνας να θρυμματίσει
Τρελαίνομαι, ανεξέλεγκτα χοροπηδώ
Διπλώνομαι στα δυο
Σε παραλήρημα χαιρετώ
«Πάρε με μαζί σου, πάρε με αλλού!»
Μα κι αυτά ξετρελαμένα, παρατηρώ
Φωνίτσες σε συγχρονισμό
«Πάρε μας μαζί σου, πάρε μας αλλού!»
Πλαστικές σημαίες με πάθος ξεδιπλώνουν εαυτούς
Ανάλαφρα με διαστέλλουν
Μια ιδέα εμφυσούν
Αυτά τουλάχιστον μπορούν (την ιδέα επιταχύνουν)
Από του σώματος την φυλακή ––την λιπαρή ασφυξία
Να δραπετεύσουν
Τα γάντια προστασίας, η μάσκα
Καβάλα στα βαγόνια ––Yeehaw! Yeehaw!

Αγγελική Κουντουράκη, Με το θάνατό σου έμαθα

Με το θάνατό σου έμαθα
ότι οι άνθρωποι δεν είναι συνεπείς στα ραντεβού τους
Φτάνουν πάντα μισή ώρα αργότερα
Φτάνουν όταν έχει παίξει το πρώτο κομμάτι
Ενώ ήδη έχει ειπωθεί η πρώτη ατάκα

Έμαθα πως τα βράδια θέλουν τη συνήθεια του κλουβιού
μισώντας την ελευθερία του ανοιχτού παράθυρου
Για να αντέξεις ξαπλώνεις μόνος
ξεχνώντας το πρώτο ήλιο το ξημέρωμα
τα πλεγμένα σε πολεμικό χορό άκρα

Πως το σώμα συνηθίζει στα περισσεύματα της μέρας
ξεπουλώντας τις βαθιές ώρες της ελευθερίας που του έταξαν
για να μην λυπάται τις αναγούλες της πείνας
Μόνο να εκλιπαρεί την ελεημοσύνη του δυνάστη
στη πράξη αφαίρεσης των μελών του

Έμαθα πως η φυγή ορίζει τον χρόνο στο άπειρο
ενώ η λεπίδα της αλήθειας αγγίζει την καρωτίδα
Για να σταθεί ο κόσμος ανάποδα
ανώφελα να ψυχορραγεί
χωρίς περιθώρια προδοσίας

Πως η πραγματικότητα είναι χειρότερη από τους εφιάλτες
Για να παραμένει ζωντανή
ορίζεται μέδουσα με όρεξη για εκδίκηση

Χωρίς προσδοκίες
η απόγνωση ξεγελιέται

Με το θάνατο σου έμαθα
πως τα διλήμματα σκοτώνουν
και φτάνουν πάντα στην ώρα τους.

*Από τη συλλογή “Nigredo”, ΑΩ Εκδόσεις, 2023.

Μάτση Χατζηλαζάρου, Νεκρή φύση

Η κουρτίνα γαλακτόχρωμη απ’ το φανάρι του δρόμου και βλέπω το
τραπέζι με τις τάβλες κατεβασμένες μπρος στο παράθυρο πότε
σταματήσαμε να λέμε τα αυγά μάτια ή οι μαργαρίτες τις αβίαστες
αρμαθιές απ’ τα λόγια μας ως τα πέρατα ήτανε αυτές συμπαιγνίες
ζέστης κατάσαρκης και τότε χρώματα τροπές ξεκαρδίζονται
τράβα τράβα το χερούλι πλατύφυλλο βασιλικό και χαρταετούς
ξαναθυμάμαι και βλέμματα υγρές μουσούδες πάνω στα γόνατά μας
τώρα ποια αδράνεια ασάλευτη πνίγει το δωμάτιό μου ολόκληρη
μια νύχτα χτυπήθηκα ΜΟΝΗ πάνω σε αντικείμενα ξοφλημένα το
τραπέζι η κουρτίνα και το φως του φαναριού σεληνιακά αντανακλούν
τα κύματα της θλίψης ο ορίζοντας αισθάνουμαι πως τορνεύει
μια υπερμεγέθη γαβάθα τα τοιχώματά της είναι λεία από αρνήσεις
άλλη από μένα λέω στο συφοριασμένο εαυτό μου θα ‘ναι το σαρκώδες
νούφαρο που για κείνην τορνεύει ο ορίζοντας τα μεγάλα
γυαλιστερά φύλλα του όλο σ’ επιφάνεια παραδίνονται στα ασάλευτα
νερά δίχως ένα λυγμό ανάμνησης

*Από την ενότητα “Τα λόγια έχουν κρόσσια”, που περιλαμβάνεται στο συλλογικό τόμο “Ποιήματα 1944-1985”, εκδ. Ίκαρος 2021.

Κατερίνα Κατσίρη, Να γράψεις κάποτε

Να γράψεις κάποτε πως ονειρεύτηκα μια μικρή βροχή
να ’σπαγε τα χέρια μου, την ονειρεύτηκα πολύ σκαλίζοντας
τις λέξεις, οι λέξεις μου δυόμισι βήματα απ’ το θεό
που σύρθηκε στη σκόνη
και θάμπωσε τα λαμπερά μου μάτια
Να γράψεις και για τη σιωπή, ζεσταίνει όσο και να πεις τις λέξεις
που ’χουν μείνει, μίτρες από τη μήτρα τις αντέγραψα
δύσκολα ξεχνιούνται την ώρα του επισκεπτηρίου
Έτσι να το γράψεις στους τοίχους
Μόνο μην κλάψεις χαμηλώνοντας τα γράμματα
και χαρακώσουν θάνατο οι σκουριές
Να γράψεις κάποτε σαν χάδι, μυρίζοντας τις τσέπες μου
έτσι να γράψεις και ας ανάβει νύχτα η βροχή

*Το ποίημα πάρθηκε από εδώ: http://aoratatopia.blogspot.com/search?updated-max=2012-04-07T05:14:00%2B02:00&max-results=2&start=4&by-date=false

Νίκος Σφαμένος, ακινησία


Φώτο: Vivian Maier

ήταν πράγματι
ανυπόφορος
αυτός ο καύσωνας
ο κυρ Στρατής
γύριζε μόνος
«ε, και τι να κάνω στο σπίτι»
μικροί τσιγγάνοι
κρυβόταν στους θάμνους
του κήπου
ένας αλήτης κάτι μουρμούριζε
κοιτώντας τις βιτρίνες
δύο τουρίστες ρωτούσαν για
τις καλύτερες παραλίες
έξω απ΄το ταξιδιωτικό
γραφείο
ένας γέρος
κοίταζε ώρα ακίνητος
τα δρομολόγια των πλοίων

Κωστής Τριανταφύλλου, Το κόκκινο ποίημα

Οδηγία χρήσης:
για να γραφεί
αυτό το ποίημα
είναι αναγκαία
η συνεργασία
του αναγνώστη
ο οποίος
καλείται
να κλείσει
τα μάτια του
για ένα λεπτό
σκεπτόμενος
έντονα
το κόκκινο
χρώμα.