Μιχάλης Κατσιγιάννης, Τρία ποιήματα  

Φωτογραφία: Jack Sharp/Unsplash

Θεοποιήσεις

Άλαλα
Ενδοσχηματικά τεχνάσματα
Κατακρεουργημένα
Χρεωμένα και πεταμένα
Επ’ αόριστον
Καραδοκούν για πείσματα
Άφρονα
Σκεπάσματα πιθανοτήτων
Για όσο χρειαστεί
Για όσο χρειάζεται
Μέχρι να κορυφωθεί
Το συναίσθημα
Ατελώς.

*

Κολάζ

Βλέπει κανείς στο φως
Μονιμότητα
Ό,τι θα ήθελε να υπάρχει και αλλού.
Είναι κάτι που χωρίς κόπο εξοντώνει
Την έναρθρη κραυγή του μίζερου βίου.
Αντανακλά τη ματαιότητα
Το όριο
Κάτι φεύγει
Όσο μένει η ματαιότητα.

*

Κυριολεξία

Το σώμα της είναι από κάπου αλλού
Από το άλλο τέλμα του κόσμου
Ο σπαραγμός
Ως το συνεκτικό στοιχείο
Και η φθορά της εξουσίας
Δεν αγγίζει το χρόνο.
Το σώμα της είναι και πάλι το παν
Και πάλι το παν
Εδράζεται σε βαθύτερες αξιώσεις
Και διαστρεβλώνει των οδυνών τις όψεις.
Το σώμα της είναι λάμψεις ηχητικές
Κι ούτε σχήμα δεν μπορεί να έχει
Αφού βαστά ολόκληρο τον κόσμο.
Το σώμα της είναι τρομοκρατία
Που ευωδιάζει το αναπάντεχο των πεμπτουσιών
Πλημυρίζοντας το κηλιδωμένο μέλλον.

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://alliosmagazine.wordpress.com

Jorge Palma, Soap of Ballas / Σαπούνι των Ballas

My father stirrups, without looking,
the old and colorful bowl
full of bullets.

My mom looking out the window
where the terrible cold
put out the speech.

“Outside or inside is the same” says my grandmother,
head pointing at the old bowl.

Ο πατέρας μου ανακατεύει, χωρίς να κοιτάζει,
το παλιό και πολύχρωμο μπολ
γεμάτο σφαίρες.

Η μαμά μου κοιτάζει έξω από το παράθυρο
όπου το τρομερό κρύο
σβήνει την ομιλία.

«Έξω ή μέσα είναι το ίδιο», λέει η γιαγιά μου,
δείχνοντας με το κεφάλι το παλιό μπολ.

*Στην ταινία «Soaps» του σκηνοθέτη Eyal Ballas, 43 ετών, αποκαλύπτεται ότι ο μύθος του σαπουνιού ξεκίνησε κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν κυκλοφορούσαν φήμες ότι οι Γερμανοί μετέτρεπαν πτώματα σε προϊόντα καθαρισμού. Κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι φρουροί των SS παρενοχλούσαν κρατούμενους των στρατοπέδων συγκέντρωσης απειλώντας τους να τους σκοτώσουν και να τους μετατρέψουν σε σαπούνι.

**Μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

ένα έτσι, χειροκροτήσαμε τα παιδιά

χειροκροτήσαμε τα παιδιά
για την υπέροχη γιορτή τους
το πολυτεχνείο ζει
κι η μεταπολίτευση το ίδιο
και η μετατροπή του όχι
σε μια ρημαγμένη χώρα ζει
και η μαφία βασιλεύει!
και τα παιδιά το ξέρουν
πως μετά την συγκίνηση
ακολουθεί η απελπισία
και πως αυτή είναι σίγουρα
η τελευταία φορά στα αλήθεια
που κάποιοι τα χειροκροτούν
γιατί φωνάζουν δυνατά
ψωμί, παιδεία, ελευθερία
σε κάθε γωνία αστυνομία
1.3.1.2. μίσος κι αηδία
μια κοινωνία σε αφασία
φτάνει πρεσβεία η πορεία

Κωστής Τριανταφύλλου, ε μ ε ί ς   ε δ ώ

στον αδερφό μου Στέλιο Βασιλειάδη

Αφήνει τα όνειρά του στον πρώτο καφέ πνιγμένα.
Ποιοι κατεβαίνουνε στο δρόμο να ξεπεράσουν το αδιέξοδο;
Βάζει το ατσαλάκωτο κουστούμι του και σβήνει
χάνει την ύπαρξή του εγκλωβισμένος. Χάθηκε!
Ξέρουμε τον ήχο της σιωπής που φέρνει καταιγίδα!
Ποιοι ξεφεύγουν απ’ τον μικρόκοσμό τους;
Στραγγαλισμός κι ελαφρότητα! Κάθε μέρα μια απ’ τα ίδια αποκεφαλισμένα!
Ήμουνα κι εγώ εκεί, λένε όλοι τώρα και γράφουνε και μιλάνε πολύ και μας λένε κι ιστορίες
Τρεις κι ο κούκος πάντα εδώ!
Ξέρουμε τον ήχο της ασημαντότητας, της εγωπάθειας, της αδιαφορίας
αλλά και τον ήχο της έκρηξης ξέρουμε!
Στο δρόμο φοιτητές, ανένταχτοι πολίτες και άλλοι
τρελοί και μαγεμένοι
αγανακτισμένες μάνες μέναν καλό λόγο για τα παιδιά τους
κάποιοι με συνείδηση κάποιοι
στους Υπομηχανικούς, στα σκαλάκια του Πανεπιστήμιου, στη Νομική.

Εμείς εδώ
όλοι οι γνωστοί κι οι άγνωστοι εδώ άπνοια και φριχτές ματιές με το δέρμα κέλυφος άλλου
κόσμου που μας συνοδεύει!
Όλοι μαζί ζώντας μέσα στα μάτια
με την ψυχή στο στόμα
λέξεις κοτρόνια κατρακυλάνε αιμόφυρτα
επιτέλους κουβέντες προς τα έξω!
Άλλοι νόμιμοι κι άλλοι παράνομοι με πολλές σκέψεις από αλλού και ποιος δεν είχε ιδέες και
ποια δεν έπαιρνε πρωτοβουλίες
όλοι μαζί.

Εμείς όλοι εδώ
πολίτες, περαστικοί αλλά και μαθητές κι εργαζόμενες
και φίλοι από τα παλιά φίλοι
που γλύτωσαν απ’ τα βασανιστήρια ο κατάλογος γεμάτος δεν ήταν όλοι εδώ
αλλά όσοι μπόρεσαν
κάνανε την καρδιά αυτού του τόπου να ραγίσει
από δύναμη ψυχής αντοχή
εδώ πίσω από τα κάγκελα
στη Πατησίων σε μια Αθήνα έρημη και τρομαγμένη
μπροστά σε όλους έξω από τα δόντια
με τη ψυχή στις λέξεις και τα καινούρια συνθήματα
για το σύστημα και την εξουσία του.
Αν
ήταν όλοι εδώ μέσα
κι έξω από τα κάγκελα στο Πολυτεχνείο!
Αν, βέβαια!

*ΚΡΑΚ, Αθήνα, 1975 – Από το βιβλίο “Ποιήματα-Προκηρύξεις”.

Αργύρης Μαρνέρος, Πολυτεχνείο 1979

Είναι ωραίοι οι ανώνυμοι
Καθώς στο πανηγύρι έρχονται
Μ’ ένα γαρύφαλλο στο χέρι
Για να τιμήσουν τους νεκρούς
Μα πιο ωραίοι είναι όταν φεύγουν
Κρατώντας στο ίδιο χέρι
Ένα σουβλάκι της ώρας
Πραγματικά ξελιγωμένοι
Από την υπερένταση της συγκίνησης.”

Idra Novey, Τρία ποιήματα

ΣΧΕΔΟΝ

Όταν βγήκαμε απ’ το μονοπάτι.
Όταν το μανίκι μου πήρε φωτιά.
Καθώς παλεύαμε το χιόνι.
Καθώς μιλούσε ο ογκολόγος.
Πριν χυθεί το πετρέλαιο.
Πριν ματώσει ο αμφιβληστροειδής σου.
Πέρα απ’ τα παιδιά στην άκρη του δρόμου.
Πέρα απ΄τη στροφή για το δάσος.
Αφότου το δάσος έγινε στάχτη.
Αφότου συνόδευσε έξω τη μητέρα μου.
Ενόσω έφερνα μέσα τον πατέρα σου.
Ενόσω το δελφίνι κολυμπούσε στον εγκαταλειμμένο αγωγό.
Καθώς οι κάμερες κατέγραφαν το θάνατό του.
Καθώς το μπλοκ άουτ συνέχιζε.
Όταν το αεροπλάνο άρχισε την πτωτική πορεία.
Όταν έκλεισε η τράπεζα.
Καθώς το νερό.
Καθώς το νερό.
Κι το ήπιαμε.

*

ΕΩΘΙΝΟ ΓΙΑ ΤΗ ΒΙΝΙΑ ΝΤΕΛ ΜΑΗ

Ακολουθώ έν’ αδέσποτο σκύλο
για να σταματήσει να μ’ ακολουθεί αυτός
κι ένα βιολί αρχίζει να σχηματίζεται
στην τσέπη απ΄το σακάκι μου.

Δεν έχω μουσικό αυτί
αλλά είναι έξι, ξημερώματα
και σύντομα ένα ολόκληρο όργανο
θα είναι δικό μου.

Τώρα είναι περίπου επτά
κι ένα ξύλινο σώμα
φουσκώνει στην τσέπη μου
Την άλλη σκουντά
ένα δοξάρι.

*

ΣΑΣΤΙΣΜΕΝΟΙ

Σχεδιάσαμε μια φυλακή στην άμμο και δεν έσβηνε.

Ούτε με τον αφρό των μεγαλύτερων κυμάτων.

Το κομμένο πόδι ενός αστερία σκαλωμένο στην πόρτα.

Ένα φύκι, στα σίδερα του παραθύρου.

Η πλημμυρίδα ήρθε και σκεφτήκαμε, πάει η φυλακή.

Κάποιος ρώτησε γιατί φτιάξαμε μια τέτοια εικόνα.

Και αν μεγαλώναμε κοιτώντας την έτσι.

Κάναμε έρωτα στην άμμο λίγο παραπέρα.

Μετά φτιάξαμε άλλη μια φυλακή, μόνο για να δούμε αν θα κάναμε έρωτα πάλι.

*Από τη συλλογή “Το βλέμμα σου, κόσμε”, Εκδόσεις Βακχικόν, 2022. Μετάφραση: Μαριάννα Πλιάκου, Jane Gregersen.

Μιχάλης Γραμματάς, Πηνελόπη  

Με απατάει
Το νοιώθω
Διόλου δε βιάζεται
κοντά μου να γυρίσει

Πέρασαν ήδη δέκα χρόνια
που τέλειωσε η πολιορκία
που έπεσε η Τροία
Κι αυτός ακόμα τριγυρνά
στις θάλασσες και στα νησιά

Όταν έρθει όμως
θα τον υποδεχτώ
Και θα τού ετοιμάσω
αγριογούρουνο λαχταριστό

Όχι τόσο γιατί τον αγαπώ
όσο γιατί μού έλειψε αφάνταστα

Αλλά και γιατί
δε θέλω με τίποτα
να κάνω τη χάρη
σ’ εκείνο το κάθαρμα
τον Αντίνοο
Καλύτερα να πεθάνω
παρά να τον παντρευτώ

Αλλά απ’ τον θάνατο
χίλιες φορές προτιμώ
εκείνον τον προδότη
Τον Οδυσσέα.

Ανδρέας Εμπειρίκος, Δύο ποιήματα

Χειμερινά σταφύλια

Της πήραν τα παιγνίδια και τον εραστή της.
Έσκυψε λοιπόν το κεφάλι και παρ’ ολίγον να πεθάνει.
Μα τα δεκατρία ριζικά της σαν τα δεκατέσσερά της χρόνια
εσπάθισαν τη φευγαλέα συμφορά. Κανείς δεν μίλησε.
Κανείς δεν έτρεξε να την προστατεύσει κατά των υπερπόντιων καρχαριών
που την είχαν ήδη ματιάξει όπως ματιάζει η μύγα ένα διαμάντι μια χώρα μαγεμένη.
Κ’ έτσι ξεχάστηκε ανηλεώς αυτή η ιστορία όπως συμβαίνει κάθε φορά που ξεχνιέται
από τον δασοφύλακα το αστροπελέκι του στο δάσος.

*

Τριαντάφυλλα στο Παράθυρο

Σκοπός της ζωής μας δεν είναι η χαμέρπεια
Υπάρχουν απειράκις ωραιότερα πράγματα και απ’ αυτή την αγαλματώδη παρουσία του
περασμένου έπους
Σκοπός της ζωής μας είναι η αγάπη
Σκοπός της ζωής μας είναι η ατελεύτητη μάζα μας
Σκοπός της ζωής μας είναι η λυσιτελής παραδοχή της ζωής μας
Της κάθε μας ευχής εν παντί τόπω εις πάσαν στιγμήν εις κάθε ένθερμον αναμόχλευση των
υπαρχόντωνΣκοπός της ζωής μας είναι το σεσημασμένο δέρας της υπάρξεώς μας…

*Από τη συλλογή “Υψικάμινος”, [1935]

Λεωνίδας Καζάσης, Την αναχώρηση ψαύοντας, ενώ ο Ανδρέας από την Λευκωσία, με  καρπούς Ποίησης, ευφραίνοντας, την τιθάσευσε

Στων δεινών τη βοή με ρίξαν, δίχως να ερωτηθώ. 
Παιδί ευπόρων σε ευμάρεια τριγούσα κλώνους εύκαρπους,
μα η θάλπη έλειπε!
Πέρασαν χρόνια στης μοναξιάς το περιθώριο,
διαβάζοντας, γράφοντας, κολυμπώντας.
Ανθρώπους εγνώρισα, που, οι μισοί με πλησίασαν,
νομίζοντας, ότι χρήματα διέθετα, 
ενώ οι άλλοι μισοί με απέφυγαν, 
βλέποντας, ότι χρήματα δεν είχα.
Κάποτε, γυναίκα που τρόφιμα στους ανθρώπους εμοίραζε, αντάμωσα.
Από την αύρα που διέχεε, κατάλαβα, πως είναι το κορίτσι, που, τα λιογέρματα γεμάτα γάρμπο διακριτικά ονειρεύονται να ερωτευθούν!
“Βασιλεία είσαι αγέρας, Βασιλεία είσαι κύμα, είσαι δείλι, αυγή, της γαλήνης αφή, Βασιλεία είσαι ποίημα!”.
Πρώτη φορά δεν γύρεψα, δεν ζήτησα!
Τι να ζητήσεις απ’ το ηλιοβασίλεμα, απ’ τη λυκαυγή, από του φλοίσβου τον ψίθυρο; Δίνουν τα πάντα μόνο που υπάρχουν!
“Βασιλεία είσαι αγέρας, Βασιλεία είσαι κύμα, είσαι δείλι, αυγή, της γαλήνης αφή, Βασιλεία είσαι ποίημα!”.

Γιώργος Καλοζώης, Το τέρας και το σημείο

Εσύ που εύχεσαι να ήσουν
αγελάδα
ή καλύτερα νεροβούβαλος
θα βρεις τη γούβα με το καφέ
νερό που σου ταιριάζει
αρκεί που ζεις για τα υπόλοιπα
μην ανησυχείς
ο πατέρας σου είναι στην εντατική
με δεμένους τους καρπούς στα
πλαϊνά κάγκελα του κρεβατιού
ένας ξαπλωμένος εσταυρωμένος
που δεν θα βρει την ανάσταση-
γιατρειά
άκου το παραλήρημά του άκου
την πεθιδίνη που μιλά
κι είναι το παραλήρημά του το
παραλήρημα όλων των ανθρώπων
ο πόνος του ο πόνος όλων των
ανθρώπων από τότε που οι
πρόγονοί του βγήκαν από το νερό
και που μετά ανέβηκαν και
κατέβηκαν από τα δέντρα
τα έβαλαν με τα θηρία και τις
σκληρές σιαγόνες που όταν κλείσουν
δεν ξανανοίγουν που τσακίζουν
τις κλειδώσεις και τα κρανία
πάνε αυτά πέρασαν αυτά
ενωθήκαμε μέσα στους οικισμούς
και τις πόλεις για ν’ αντέξουμε
αυτό που δεν αντέχεται
και να όσα δεν κάναμε κατοικίδια
ζώα δεν μας απειλούν πια
όμως μας απειλεί η επόμενη άγνωστη
μέρα
προσκυνάς προσεύχεσαι για να μην
είσαι μόνος
κανένας δεν είναι μόνος ακόμα κι ο
πιο μοναχικός κάνει παρέα με τις
σκέψεις του
ακόμα κι ο Θεός έχει τους ανθρώπους
ν’ ασχολείται και να περνά τον
χρόνο του
δόξασέ τον όπως δοξάζουν οι παίκτες
τον προπονητή τους μετά από τη νίκη
όπως δοξάζουν οι φίλαθλοι τους
παίκτες στον γύρο του θριάμβου
δόξασε και συ αυτό που σου
ταιριάζει καθώς κλείνει πίσω σου
η αυτόματη γυάλινη πόρτα του
νοσοκομείου
δόξασε τα ριγμένα οστά επάνω στα
κρεβάτια τις μύξες τα ούρα
τα κόπρανα τα σίελα τούτα τα
αβοήθητα κρέατα στη Βαρβάκειο
αγορά του κόσμου
κάνε και συ τον γύρο του νοσοκομείου
κάνοντας λάθος τον όροφο
τον διάδρομο το δωμάτιο ό,τι και να
ρωτήσεις κάποιος άλλος ήδη το
ρώτησε ό,τι και να σκεφτείς κάποιος
άλλος ήδη το σκέφτηκε
ό,τι και να γράψεις είναι ήδη
γραμμένο καταχωρισμένο σε μια
βιβλιοθήκη που συνεχώς επεκτείνεται
κι όταν μπεις επιτέλους στον
θάλαμο του πατέρα σου μετά από
άπειρα χρόνια αναζήτησης θα φρίξεις
βλέποντας τον Μινώταυρο
να χασκογελά καθισμένος με τον
τριχωτό πισινό του
πάνω στο κίτρινο δέρμα του πατέρα σου

*Από τη συλλογή “Η άφιξη των θηρίων”, εκδόσεις ενύπνιο, 2023.