Αντώνης Τσόκος, [Τα λουλούδια των μπαρ]

Τα μπορντό τριαντάφυλλα
ξημερώνονται
στα στέκια της πόλης.
Moriarty,
Drunk Sinatra,
Poems and Crimes,
Key,
Montalbano.
Τα πουλά ο Μεράλ
με αντάλλαγμα ένα ευρώ.
Με το ευρώ διατείνεται
πως θα πάρει σουβλάκι.
Όσο τρυφερή κι αν ακούγεται
αυτή η συναλλαγή
αφήνω το στομάχι του άδειο.
Μετά την άρνηση
το χαμόγελο του Μεράλ
μαραίνεται.
Μαζεύει τα λουλούδια
και περνά στο επόμενο τραπέζι.
Κι όλο θέλω να του φωνάξω:
συγχώρεσέ με,
πεινασμένε μου φίλε!
Δεν ξέρω ποιο αγκάθι
να διαλέξω για εκείνη.

*Από τη συλλογή “Απ’ την Εμμανουήλ Μπενάκη ως τα μεσάνυχτα”, εκδ. Γαβριηλίδης, 2019.

Κώστας Ρεούσης, Η ωδή του αλεξικέραυνου κατακεραυνωμένου ανθρώπου

Στο Σωτήρη Παστάκα

Πώς ποταμού χαραγματιά
απ’ το φρύδι ερωτομανεί με την καύτρα

Πλάκες τεκτονικές που
συναντώνται στο μέτωπο του ρήγματος

ενός κρανίου ποιητή

Μια μεταχειρισμένη ένδοξα πένθιμη καρδιά

κυκλοφορεί στα βράχια
φύκια της γενειάδας

του ατρόμητου κασμά

Στις αλαταποθήκες της
ράχης φωλιάζουν

στρείδια καμωμένα από
αλλόφρονα φρενιασμένες ψυχές

που εισακούστηκαν

Ένα βαθύ κράτος
αλκοολικού βλέμματος

λαμβάνει βαπόρι
ματσακόνι

μαντρώνοντας
κοντραμπατζήδες

Στο μπαλαούρο μπαρμπούτι
με το μουνί μαγκάλι

ένα περιδέραιο ηχεί
μεσίστια

Εξήντα χρόνια τζόβενο
μαρκόνης πλοηγός και καπετάνιος

Λευκωσία, Ιούνιος, 2014

Σημειώσεις
-Ένδοξα πένθιμη: αναφορά στο βιβλίο του Βασίλη Λαλιώτη,
«Το ένδοξο πένθος», Πλανόδιον, Αθήνα, 1997.
-Μουνί μαγκάλι: στίχος του Σωτήρη Παστάκα από το βιβλίο, «Τριλογία», Παρουσία, Αθήνα, 2012.

*Το ποίημα του Κώστα Ρεούση κυκλοφόρησε σε ξεχωριστό φυλλάδιο από τις εκδόσεις Ενδυμίων, τον Ιουνιο του 2014.

Αλέξανδρος Λαβράνος, Ποιήματα

να κάθεσαι στο στηθαίο του παράθυρου

να κοιτάζεις την καγκελόπορτα της αυλής
να κοιτάζεις και να μην βγαίνεις
να κοιτάζεις με την ψυχή σου άδεια
και να ‘χεις ξεχάσει πως ήθελες

να φύγεις. Άνθισε η ρολογιά
Σούρουπο ακόμα, βράζει ο καφές και χύνεται
μια φωνή απ’ το ραδιόφωνο
να λέει τον καιρό της εβδομάδας
να καπνίζεις στο τραπέζι της κουζίνας

να λες θα την γκρεμίσω εγώ αυτήν την πόρτα
και να μην υπάρχει πόρτα

*

έρχονται οι λέξεις
χτυπούν με μανία την πόρτα
καθεμία φέρνει και μια απουσία

μη φεύγεις, μην τρέχεις
μπήκε ο στίχος-διαρρήκτης

*

πριν ξημερώσει χίμαιρες
ο δολοφόνος μπαινοβγαίνει στο δωμάτιο
τη σκέψη του ακονίζοντας
την καλογυμνασμένη του απόφαση

του πρέπει μόνο ένα σινιάλο
ανάλογο των ασάλευτων ματιών του

λαμβάνει ένα τυποποιημένο καλωσόρισμα,
βάζει τα χέρια στις τσέπες
θύλακες της πλήξης του
και φεύγει
σαν παιδικό μυστικό περιπλανιέται

ξημέρωσε

*Από τη συλλογή “ισόγειος διάδρομος”, εκδ. Κείμενα, Αθήνα 2023.

Νατάσα Χασάκιοϊλη, Παιδική χαρά

Ξάπλωσε στη φλέβα μου.
Μη φοβάσαι.
Λευκό μαντήλι θα σε ανεμίσει,
κάπου ψηλότερα από την ηδονή.

Τρύπησε τα μάτια μου.
Θα ταξιδέψεις.
Κάπου ζεστά,
εκεί που η φωνή χαϊδεύει την καλοκαιρινή αύρα.

Πιάσε τις χορδές μου.
Θα τραγουδήσεις.
Ροκ άρβυλα να τυμπανίζουν σε πενθιμο σκοπό.

Σχίσε το στέρνο μου,
Θα ανασάνεις.
Μια ηχώ στην κατακόμβη των ονείρων σου.
Πνίξε τα αγκάθια μου.
Κι ας τσαλακωθείς.
Ένα μαύρο φως
με ρηνίδες αστεριών
θα βροντήξει στον ουρανό σου.

Άκουσε τη μνήμη μου.
Θα ερωτευτείς.
Κάθε φάντασμα,
Κάθε σκιά,
κάθε πρωινό με γλυκά του κουταλιού.

Κούμπωσε τα αυτιά μου.
Θα λυτρωθείς.
Μια μέρα ορφανή πόνου,
μες στα μάτια ενός σαραντάχρονου παιδιού,

Απασφάλισε το κλειδί μου.
Κι ας πυρακτωθείς.
Η σκιά σου θα λάμπει πάντα
μέσα στο μαγικό καπέλο.

Ρωξάνη Νικολάου, Από τα ‘Ποιήματα 1991-1999′

Σκόνταψα σε χαρακιά
μικρού πέλματος.
Παραλίγο να σαρώσω πλήθος
ημερών που κατοικούσαν μέσα.
Ίσκιος πεθαμένης ιτιάς
κουνήθηκε στο χώμα.
“Δικό σου είναι”
μου μίλησε η φωνή μου
βουρκωμένη.

Αμέσως φανήκανε
πέντε έξι εφτά
ίσαμε οχτώ χρονώ παιδιά.

Η κυρία Αριάθθη
καθόταν στην καρέκλα της
και μας κοιτούσε.
Στα πόδια της είχε μαζευτεί
η αυλή της.
Ένας κόκορας
τσιμπολογούσε το τσιμέντο.

*Ποιήματα 1991-1999, αυτοέκδοση.

Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, Ραγισμένο ταμπούρλο 

Ανάσαινα το δέρμα σου ευλύγιστο ποτάμι
κυμάτισε στα βλέφαρα ο ήσυχος λυγμός
όταν κουράστηκε η φωνή και βρήκε μαξιλάρι
όταν η μέρα εράγισε και βούλιαξε το φως

Έχασα τους συντρόφους μου με πήρε η λησμονιά
με πήρε η γλυκιά βροχή το μαλακό σκοτάδι
έχασα τους συντρόφους μου χιονίζει λησμονιά
σβησμένες οι σημαίες μου κι η νιότη μου σαλπάρει

Τα οράματά μου αράζουνε αργά στα γόνατά σου
μικρά ναυάγια που διψούν της άμμου το φιλί
προσπάθειες που τέλειωσαν λιωμένη μουσική
λιωμένα δάχτυλα κρυμμένα στα μαλλιά σου. . .

Ποίηση, η αλύτρωτη καταγωγή


Όλα τα εικαστικά που συνοδεύουν την ανάρτηση είναι του Hans Hartung

Του Γιάννη Λειβαδά*

Η λεκτική ιεροφορία αποτελεί τον ισχυρότερο ίσως γνώμονα της νεότερης ποίησης που ανέκυψε από τις κορυφές ενός μέσου όρου, ο οποίος αποτυπώθηκε αδρά μέσω της παρουσίας της κατά την τελευταία δεκαπενταετία.

Η ιεροφορία αυτή, εμφανίζεται ανεπίγνωστα ή όχι, κατά κόρον στα έργα όσων πραγματεύονται τα πορίσματα των προσεγγίσεών τους καλυμμένοι από την προστατευτική τήβεννο μιας «ανιερότητας». Η ακατασχετολογία δεν ακμάζει μόνο στους κόλπους του λεγόμενου ορθού λόγου, μα και στους οχετούς της εκλεκτής ουσιολογίας.

Υπάρχουν ποιητικά έργα τα οποία, προσώρας, δεν επιδέχονται ανάλογη κριτική, μα δυσανάλογη, για τον απλούστατο λόγο πως παρότι συνθέτουν ένα απτό σύνολο στοιχείων δεν αποτελούν υποχρεωτικά ενότητα, η οποία επί της παρούσης μπορεί να τοποθετηθεί σε κάποιο σημείο της γνωσιακής ρευστότητας.

Υπάρχουν ποιητικά έργα τα οποία, προσώρας, δεν επιδέχονται ανάλογη κριτική, μα δυσανάλογη, για τον απλούστατο λόγο πως παρότι συνθέτουν ένα απτό σύνολο στοιχείων δεν αποτελούν υποχρεωτικά ενότητα, η οποία επί της παρούσης μπορεί να τοποθετηθεί σε κάποιο σημείο της γνωσιακής ρευστότητας, δίνοντας μία δυνατότητα αντιπαραθετικής μελέτης με βάση σύστοιχα ή προκλητά ζητήματα που εμπίπτουν στην κριτική της ποίησης ή, έστω, σε μία αναγκαία ανάθεση ερμηνευτικού καθήκοντος, με σκοπό να ληφθούν διαστάσεις που θα διευκολύνουν την ενσωμάτωσή τους στη γνώριμη «ποιητική πραγματικότητα», ήτοι στη φαντασία των υπόλογων για τις όποιες αναθέσεις και εξουσιοδοτήσεις. Εν ολίγοις, το να είναι κανείς ποιητής μπορεί και να αποτελεί διάπραξη εγκλήματος ενάντια στην ποίηση.

Λες και δεν υπάρχει πόνος και κοροϊδία, κάθε τόσο η ανθρωπότητα φορτώνεται και τους εκβιαστές αυτών των δυο. Και μόνο η σκέψη πως δεν υφίστανται ενιαία αισθητικά σύνολα, αδιάσπαστα τεκμήρια στον κόσμο της ανθρώπινης διάνοιας, τα οποία βρίσκονται σε ατελή αναμονή εντοπισμού των χαμένων συμπληρωμάτων τους, αρκεί για να ανακατανέμονται αδιάλειπτα οι ερμηνείες που τρέφουν τη λεγόμενη πολιτισμική μήτρα.

Μεγάλο μέρος των καταδεικτικότερων επισκέψεων στην επικράτεια των ποιητικών προσφορών, αποδεικνύουν πως η διαπραγματευτικότητα της ποίησης προσφέρεται αφειδώς ως λεία∙ ακόμη και όταν αυτή καταφέρνει να απεγκλωβιστεί από την επιπόλαιη σκοτεινιά, από τον αυτοκαταναγκασμό των ποιητών να αφήσουν πίσω τους ένα έργο για το οποίο δεν θα υπάρχει τρόπος να μην εκτιμηθεί τουλάχιστον ως ποιητικό διάρπαγμα από τα άδεικτα της αλήθειας.

Το πως η ποίηση κάθε φορά που ανεβαίνει ένα σκαλί προς το αληθινό, υποχρεώνει το πρώτο της βασικό σκαλί σε περαιτέρω καθίζηση, είναι κάτι το οποίο ελάχιστοι παραδέχονται: όσοι ανήκουν, κατά το έργο τους και όχι κατά τον βαθμό της αναγνώρισής τους, στη γενεά των μοναδικών.

Εφόσον η διάκριση του τίποτα καθίσταται αδύνατη πώς μπορούν ορισμένοι να μιλούν για σαφήνεια όταν αυτή δεν είναι τίποτα παραπάνω από μια αίσθηση κρίσεως μες στο σκοτάδι της απάνθρωπης συγκομιδής;

Ακριβώς όπως σ’ αυτόν τον κόσμο οι διαμαρτυρόμενοι πλεονάζουν ενώ οι εφαρμοστές λείπουν∙ σ’ αυτό που ευρύτερα ονομάζεται ποίηση, καμιά αποκάλυψη δεν είναι δυνατή εφόσον δεν έχει γεννηθεί από την απόρριψη των προηγηθέντων κατεστημένων της πόρων. Από την κατάσταση λοιπόν, ουδείς δραπετεύει, μα ακόμη και αν η απόδραση ήτο εφικτή θα ήταν γελοιώδης, πού αλλού μπορεί να βρεθεί κανείς;∙ το ζήτημα, το αυτό, είναι η κατάργηση του υπάρχοντος, ουδόλως η αποφυγή. Κάθε νέα αποκόμιση, δηλαδή, είναι κι ένας επικήδειος πρότερων θέσεων ή πεποιθήσεων∙ η διαύγεια επιτυγχάνεται όταν διακινδυνεύεται η ισορροπία: μετά το δυσχερέστερο του μηδενός η σκέψη και η γλώσσα φαίνεται, σύμφωνα με τα κυκλοφορούνται έργα, πως δεν λειτουργούν ως παραστάτες της ποίησης μα ως νεκροθάφτες της αλήθειας.

Εφόσον η διάκριση του τίποτα καθίσταται αδύνατη πώς μπορούν ορισμένοι να μιλούν για σαφήνεια όταν αυτή δεν είναι τίποτα παραπάνω από μια αίσθηση κρίσεως μες στο σκοτάδι της απάνθρωπης συγκομιδής; Τα δεδομένα μας είναι μονίμως ξεπερασμένα, η απελπισία δεν είναι λιγότερο μάταιη από τα αντίθετά της∙ το απόλυτο χαραμίζεται καθώς απορρίπτει κάθε απόπειρα εκμαίευσης νοήματος από τη μοίρα μας.

Ο άνθρωπος κατανοεί την ατομικότητα μέσω αντίστιξης με την καθολικότητα ενός ορισμού, ο οποίος είναι λογικά καταστροφικός: ο εγκωμιασμός της ομορφιάς είναι ή άρνηση του θανάτου, η πραγματικότητα του πνεύματος διέπεται από αναλήθειες. Ο άνθρωπος ατυχής, η μοίρα του επιτυχημένη ως θλιβερή πορεία στην οποία αποδίδεται μονάχα η δική του αγωνία. Κάθε προσπάθεια προσέγγισης της αλήθειας είναι τρομερή μα δεν παύει να είναι ξεκαρδιστική.

alt

Το γεγονός πως η ζωή δεν έχει νόημα είναι το πρώτο και τελευταίο βήμα προς τη συνειδητοποίηση πως δεν γίνεται να αποκτήσει νόημα∙ μα γίνεται να βιωθεί με νόημα.

Η παραμικρή απόξεση της επιφάνειας του κενού το οποίο τον καθρεφτίζει, επιδεινώνει την κατάστασή του ενώ ταυτόχρονα ευεργετεί τον αιώνιο εξορισμό του μέσα σ’ αυτό. Επομένως δεν υφίσταται άλλη εκπλήρωση εκτός από εκείνη του θανάτου, στον οποίο κορυφώνεται το νόημα της ερμηνείας του είναι. Το γεγονός πως η ζωή δεν έχει νόημα είναι το πρώτο και τελευταίο βήμα προς τη συνειδητοποίηση πως δεν γίνεται να αποκτήσει νόημα∙ μα γίνεται να βιωθεί με νόημα.

Ο άνθρωπος αποκτά ευπρέπεια μόνο σαν αναγνωρίσει την εξουσία και την υπεροχή του παραλόγου της φύσης που τον διέπει, το οποίο συχνά επικαλείται ψευδώς ώστε να συνεχίσει την τρομακτική του πορεία προς την τελείωση της γελοιότητάς του, κάτωθεν του ακατάληπτου νοήματος του οποίου η προσπάθεια σύλληψης αποτελεί το μέγιστο όμως τραγελαφικό επίτευγμά του.

Η ύπαρξη ανήκει στη σφαίρα της κοσμικής διαστροφής∙ η γέννηση προϋποθέτει τον θάνατο και ο θάνατος προϋποθέτει την ανθρώπινη κατάσταση – εντούτοις μπορεί κανείς απλά να γυρίζει πλευρό έως ότου ξυπνήσει. Το αφηρημένο παράλογο αναστρέφεται και παραιτείται για να αναλάβει το συγκεκριμένο παράλογο, με το συγκεκριμένο να αναστρέφεται και να παραιτείται με τη σειρά του, σε μία αλυσιδωτή μεταβίβαση νοήματος δίχως νόημα. Δεν αρκεί όμως να παίζει κανείς επικινδύνως με τις λέξεις, δεν αρκεί να ανακατεύεται με τις λέξεις, δεν αρκεί να μην ανακατεύει τις λέξεις σ’ αυτό το τραγικό ξέσπασμα διαπιστώσεων που αρκούν μόνο ως την επόμενη συντριβή: με κάθε διανοητική επιζήτηση ο υπαρκτικός πόνος αναζωογονείται.

Η ανθρώπινη ιστορία δεν είναι παρά μία διαρκής μέθη από το κρασί της υπέρτατης παλινωδίας. Η ανθρωπότητα απλώς οφείλει να παραμένει υπό την επήρεια αυτής της μέθης. Για κάθε απόπειρα απαλλαγής θα απαιτείτο μία εκκίνηση η οποία μοιάζει αφύσικο να πραγματοποιηθεί.

Στην ποίηση τα πάντα αποτελούν είδη υπό εξαφάνιση, τα πάντα εδράζονται μακριά από το πνεύμα των κοινωνιών, παρότι η ελάχιστη έως ανύπαρκτη επιρροή της καταλήγει σε αυτές και αμβλύνεται, μέσα σε λοιπές πολιτισμικές και πολιτικές συνδιαμορφώσεις, ώστε να φανεί «χρήσιμη».

Μεταξύ εκλείψεων και συγχύσεων ο άνθρωπος φυτοζωεί πνευματικά γιατί παρά τις ανέκλειπτες αποσπάσεις, εκείνη η απόσπαση που θα τον συγκεντρώσει σε μια υπεξαίρεση προσωπικού χρόνου, είναι ανέφικτη.

Ο κοινωνικός κοπαδισμός έχει καταστήσει την ενοχή του κίνητρο της ελευθερίας του: κυρίευση από ανάγκη αναπήδησης, στιγμιαίας ατένισης καθοδόν προς το εξαγνισμένο νεκροταφείο. Πρόκειται για μία συνέπεια, λοιπόν, η οποία καθιστά τη ζωή ανεκτή γι’ αυτό που δεν είναι, διότι μια άλλη συνέπεια ενέχει τον κίνδυνο να την καταστήσει ανυπόφορη γι’ αυτό που είναι.

Μεταξύ εκλείψεων και συγχύσεων ο άνθρωπος φυτοζωεί πνευματικά γιατί παρά τις ανέκλειπτες αποσπάσεις, εκείνη η απόσπαση που θα τον συγκεντρώσει σε μια υπεξαίρεση προσωπικού χρόνου, είναι ανέφικτη: έχει πάρει το μάθημά του∙ μετά την υπεξαίρεση θα νιώσει πραγματικά τι σημαίνει συμπαντική τρομοκρατία, τι σημαίνει πλήρης αναστολή των όρων με τους οποίους βιώνει το πως είναι διανοητικά ζωντανός.

H ευθύνη της ύπαρξης καταλήγει στον άνθρωπο εφόσον έχει μιανθεί από το καλωσόρισμα στη σύμβαση και την υποταγή. Η καταστροφή μας έχει επιτελεστεί με τη γέννηση και η κατάλυσή μας ολοκληρώνεται με μια δυνατότητα άποψης ή κρίσης. Εάν η παρεκτροπή της ύπαρξης είναι ανώφελη, τότε κάθε πίστη εκτός από αποτυχημένη είναι και άδικη. Ο άνθρωπος υποβάλλεται ακόμη και όταν προσπαθεί να επινοήσει τη διέγερσή του μέσα από την αλλοίωση, ακόμη και όταν αλλοιώνεται από τις εκλάμψεις του: ελευθερώνεται μόνο σαν παραιτείται από την ελευθερία του όχι για να παραιτηθεί μα για να αποκαταστήσει το περιεχόμενό της.

Η ποίηση δεν υπερβαίνει απλώς τον χρόνο στον οποίο εμφανίζεται μα και το διανοητικό περιεχόμενο που τη δημιούργησε. Η ουσία της επιστρέφει αντανακλώμενη από τις κενότητες του μέλλοντος που προκαλεί. Το προκλητό της μέλλον, απόδειξη της διάρκειας του θανάτου της, δεν είναι το μέλλον όσων γράφουν «στίχους» ή άλλων, εκείνη η νοσηρή αίσθηση συνέχειας, δηλαδή, η οποία μπορεί να είναι παραγγελμένη, συνταγογραφημένη, όμως δεν είναι αληθινή. Ας εξηγήσω το γιατί.

alt

Οι άνθρωποι όπως το συνηθίζουν και σε άλλα πράγματα, προσδίδουν στην ποίηση ιδιότητες και δυνάμεις που δεν διαθέτει και ταυτοχρόνως απαξιώνουν τις πραγματικές της δυνάμεις και τις πραγματικές της ιδιότητες.

Η ποίηση, δεν παίζει ρόλο, δεν πραγματοποιεί κάποια νοηματοδότηση, αντιθέτως, προσκομίζει κενότητα στο υπάρχον κενό. Κι αυτό όχι από ανάγκη, από αισθητικό ή πνευματικό εξαναγκασμό, μα επειδή, όντας ποίηση, απολύει το περιεχόμενο από το οποίο διαπνεόταν ώστε να αποκτήσει εκ νέου περιεχόμενο. Υπ’ αυτούς τους όρους σήμερα η ποίηση είναι μία δυσεύρετη τέχνη η οποία όσο εξελίσσεται τόσο προκαλεί μια αγωγιμότητα προς τους αποδέκτες της η οποία, μέχρι να αναγνωριστεί η σημασία της, βιώνεται ως εξαιρετικά δυσχερής. Οι άνθρωποι όπως το συνηθίζουν και σε άλλα πράγματα, προσδίδουν στην ποίηση ιδιότητες και δυνάμεις που δεν διαθέτει και ταυτοχρόνως απαξιώνουν τις πραγματικές της δυνάμεις και τις πραγματικές της ιδιότητες.

Η ποίηση αναμοσχεύεται, διαφοροποιείται, δίχως σταματημό∙ ώστε να γλιτώνει από τις καθηλωτικές, δηλαδή γαληνευτικές, επιδράσεις που γεννά η εξέλιξή της. Αυτό το γλίτωμα φέρνει περισσότερο σε θανατικό παιχνίδι παρά σε διαφυγή από την κατάστασή της∙ και είναι όντως παιχνίδι, ένα παιχνίδι που αρνείται τη διαφυγή καθώς και τα βδελυρά της οφέλη. Αυτό το επισημαίνω εκτός του αισθητικού σχετικισμού, στον οποίο συμπλέουν, ως επί το πλείστον, οι τυπωμένες σελίδες με τους ανθρώπους που γράφουν στίχους, καθώς και οι τυπωμένες σελίδες με εκείνους που τις ξεφυλλίζουν∙ όσα συμβαίνουν στο πεδίο αυτό συμβαίνουν αποκλειστικά σε αυτό. Αναφέρω την προηγούμενη φράση για να δηλωθεί κατά τρόπο ξεκάθαρο πως η περάτωση μίας ποίησης είναι παντελώς αδύνατη καθώς δεν μπορεί να είναι υπαγορεύσιμη, από κάποιο ποιητικό πνεύμα, ούτε να είναι τελειωμένη ως ποιητική τοποθέτηση η οποία ξεπερνά προσωρινά, στιγμιαία, ή έστω περιοδικά, μια ανεπιθύμητη πραγματικότητα που σφύζει από ηθικά ή και πνευματικά διδάγματα. Κάτι τέτοιο αφορά την ποίηση με την ευρεία της, κωμικο-γλαφυρή χρηστικότητα.

Η ποίηση όσο λιγότερο διαρθρώνεται από τις ιδιότητες κάποιας ταυτότητας, από πολώσεις και διχοστασίες, τόσο πιο σημαντική είναι. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, ο οποίος είναι καθόλα εμπειρικός, αποκτά τα εχέγγυα για να προσεγγίζει το σφάλμα που την αποκαλύπτει ως ποίηση, το οποίο ταυτοχρόνως εκθέτει την κενοδοξία των λογοτεχνικών προνοήσεων που απαιτούν να την καταστήσουν εκδοχή της κοινωνικής παρακμής.

Από τις πρώτες απόπειρες κατατοπιστικής παρουσίασης της οργανικής αντιμετάθεσης, αποσαφήνισα πως η γραπτή και η τυπωμένη ποίηση αποτελούν μία δευτερεύουσα και μία τριτεύουσα, αντιστοίχως, ολοκλήρωση. Η ποίηση δημιουργείται και δημιουργεί πριν και άνωθεν αυτών των δύο ολοκληρώσεων, οι οποίες είναι μεν αναγκαίες και αποκαλυπτικές, υφίστανται όμως αλλιώς: δεν διαθέτουν σημείο και όρους επανεκκίνησης όπως η ποίηση∙ μπορεί να μην έχουν παρέλθει, όμως έχουν προέλθει ανεπιστρεπτί.

Το ποίημα λοιπόν, δεν είναι εκπόνηση έκφρασης ή απόδοσης, και πολύ περισσότερο, δεν χαρακτηρίζεται από προϋποθετικές συνάψεις, δεν είναι δε, ερμηνεία∙ ο ερμηνευτικός ρόλος, όπως και ο αποδοτικός, ακυρώνουν την ποίηση ως περιεχόμενο και ως ενέργεια.

Το ποίημα λοιπόν, δεν είναι εκπόνηση έκφρασης ή απόδοσης, και πολύ περισσότερο, δεν χαρακτηρίζεται από προϋποθετικές συνάψεις, δεν είναι δε, ερμηνεία∙ ο ερμηνευτικός ρόλος, όπως και ο αποδοτικός, ακυρώνουν την ποίηση ως περιεχόμενο και ως ενέργεια∙ αυτό είναι ήδη επισημασμένο σε προηγούμενα δοκίμια, μα εδώ γίνεται ενδεικτικό ενός επιπλέον νοήματος. Η εν λόγω αντιμετάθεση είναι οργανική διότι πρωτίστως αφορά το ποιητικό όργανο, τον ποιητή και όχι τα οργανικά συστατικά που συνθέτουν τη γραφή της.

Η οργανική αντιμετάθεση αποτελεί εξέλιξη της ποίησης, πρόκειται για νέα γέννηση στον χώρο της ποιητικής τέχνης, για γέννηση ανολοκλήρωτη. Διέπεται από επόμενες γραφές, παρατηρήσεις και επιδόσεις. Η οργανική αντιμετάθεση είναι αντιφατική και ανακόλουθη προς την κειμενική της παρουσία και αυτό συμβαίνει διότι η απουσία της προσδιορίζεται εγγενώς, και μόνο ως κυλιόμενο σημείο επανέναρξης, ενώ η παρουσία της αποτελεί σημείο εξαπάτησης. Η οργανική αντιμετάθεση, λειτουργεί αφετέρου.

Η αλήθεια δεν υποθάλπεται τόσο εύκολα όσο ο τρόμος της αλήθειας. Η ακυρολεξία προέρχεται από την ακυροπραξία∙ δεν είναι λίγα τα πτώματα που επιδίδονται σε μεγάλες καριέρες, μήτε λίγοι οι ζωντανοί που ο άθλος τους δεν είναι τίποτε παραπάνω από μία δημοφιλή έμπνευση.

Η επικράτεια της ποίησης, εάν μπορούμε να την ονομάσουμε έτσι, είναι ως επί το πλείστον μία επικράτεια κενοστεφούς σύνθλιψης, έως ότου διακρίνει κανείς πως η μοναξιά της είναι αφόρητα ειλικρινής.

*Από εδώ: https://bookpress.gr/stiles/eponimos/9991-poihsi-i-alytroti-katagogi-leivadas?fbclid=IwAR3w78py1Hmuyu9fmdBbLuAZf6BXRHJGf6bob2IP0qAtQYhPy0oL-DkDrF0

Ελένη Ντούξη, Πατησίων

Μάτια μου
καμπανίζουν οι νεκροφόρες στις ράγες των κροτάφων μας
τρέμει η Πατησίων λαχταρώντας το τέρμα της
φανάρια χλομά γυρνάνε τα πρόσωπα στο πλάι
δεν μας κοιτάνε ωστόσο βογκάνε
για ένα φιλί στο μάγουλο για ρήτρα

Κι εμείς πώς θα την περπατήσουμε τότε
που μόλις στο πρώτο μας βήμα
κυματίζει τρελή
σεντόνι νοικοκυράς
που τινάζει τη νυχτερινή της φλόγα
από τον τέταρτο
μπας και λαμπαδιάσει.

Είναι τα χέρια μας στεγνά
για ένα σφίξιμο δίκαιο
των γραμμών τους συναπάντημα
Τεντωμένα σχοινιά δεμένα στις κεραίες

Είναι ο δρόμος
τα στενά και γύρω σπιρτόκουτα
το ένα σκύβει στο μέτωπο του άλλου
ραντίζοντας τα κεφάλια μας γρανίτη.

Μάτια μου
πού να βρούμε καταφύγιο
τη στιγμή που η Δροσοπούλου
Η εξ αίματος αδερφή
με το στεγνό ανήλιο βλέμμα της
μας δείχνει τα πιο σκληρά πεζοδρόμια
που οδηγούν ευθύς σε φρέσκο χώμα

εκεί οι αγαπημένοι μας
σκουπίζουν πλέον μόνοι
με τα μανίκια τη βροχή
τα πεσμένα φύλλα της ματαιότητάς μας

τους κουράζουμε δεν το βλέπεις

και με αυτά τα πουλιά
γύρω από το μαύρο σιντεφένιο ρολόι
τι θα γίνει
που ραμφίζουν τρελά
για τσόφλια τους ωροδείκτες
κάθε φορά
που πάμε να πούμε καλημέρα

όταν ακόμη και η αυγή
στην πιο σκοτεινή της ώρα
μας σφίγγει από τη μέση
με το μπλε ζωνάρι
του λιποτάκτη τροχονόμου
τραβώντας της ανάσας μας
την τελευταία κλωστή
πριν πυρπολήσει τον ήλιο.

Πάντα τα φανάρια
η νοικοκυρά
τα σπιρτόκουτα
και από το λαρύγγι μας ορμάνε πουλιά
επάνω στα ηλεκτροφόρα
κι εμείς δεμένοι
αντικριστά
στην Πατησίων.

*Από τη συλλογή “Αντιδραστήρας”, εκδ. Ενύπνιο, Αθήνα 2020.

Χρήστος Διαμαντής, Ειρωνείες ή αυτό με τον Jean-Paul και τον Νικόλα Ουκάδες

Όταν ο Gaultier συναντήθηκε με τον Άσιμο
στον βυθό της θάλασσας

αντάρτικες, τάχα, μπάντες γεννήθηκαν
και εφηβικά όνειρα βρήκαν δικαίωση
σε γεννητικά όργανα χελιών

τους έπιασα από τα μαλλιά
και τους τράβηξα βίαια στην επιφάνεια

–ανάσα–

αναδυόμενες Αφροδίτες μου

τους κοίταξα στα μάτια

ο πρώτος μού μίλησε
για την αναγκαιότητα του λάθους στην τέχνη
ο δεύτερος
για την αναγκαιότητα συχνής αλλαγής της οσμής

τους πάντρεψα

μπροστά μου έδωσαν όρκους αιώνιας αγάπης

Όπως και να λένε το παιδί από τον εχθρό
τα ρούχα μου θα ράψω με δέρματα από αυτό

στο βυθό

γαλάζιες περίοδοι ψύχωσης ξυπνούσαν

*Από τη συλλογή “ισραήλ βαριαντσιόφσκι Ονειρεμένος πόλεμος”, εκδ, δήγμα, Φθινόπωρο 2011.

Γρηγόρης Σακαλής, Μεταμόρφωση

Στα φύλλα της καρδιάς
η αγάπη φωλιάζει
περιμένει
την κατάλληλη στιγμή
το κατάλληλο πρόσωπο
για να εκδηλωθεί
να ενσαρκωθεί
έχει αυστηρό γούστο
εύκολα δεν εκδηλώνεται
περπατάει καιρό
μέσα στη μοναξιά
στα απέραντα δάση
της ψυχής
μα όταν έρθει η ώρα
έρχεται σαν έκρηξη
μοιάζει με ρίγος
σ΄όλο το σώμα
η αγάπη τότε
σε μεταμορφώνει.