Θαμπέ καθρέφτη,
στο γυαλί σου φυλακίζεις
τα είδωλά μας
μες τα θολά νερά σου
αμέτρητοι πνιγμένοι.
«ΤΑΝΚΑ»
*Το ποίημα και η φωτογραφία της ανάρτησης προέρχονται από εδώ: https://christinehag.wordpress.com/2023/04/22/kathreftis/
Θαμπέ καθρέφτη,
στο γυαλί σου φυλακίζεις
τα είδωλά μας
μες τα θολά νερά σου
αμέτρητοι πνιγμένοι.
«ΤΑΝΚΑ»
*Το ποίημα και η φωτογραφία της ανάρτησης προέρχονται από εδώ: https://christinehag.wordpress.com/2023/04/22/kathreftis/
Πεζοδρόμια βρόμικα
Αέρας σκοτεινός
Μολυσμένοι άνθρωποι.
Πίσω από τον πάγκο του
Κρύβεται δειλός
κούτες ξεφορτώνει
Σαν σε χαρακώματα
Κάθεται σκυφτός
Νύχτες ξημερώνει.
Βλέμματα που τρέχουνε
Και τον προσπερνούν
Δίχως σημασία
Οι ματιές που στρέφουνε
Λες τον οδηγούν
Στην ανυπαρξία.
Κούτες εμπορεύματα
Κρύβουνε το φως
Και δεν ξημερώνει
Ξύλινος ο πάγκος του
Ξύλινος σταυρός
Κι η ζωή τελειώνει.
*Από τη συλλογή “Είναι προς θάνατον”, ΑΩ Εκδόσεις.
V
Λοιπόν, μπροστά μας έχουμε θανάτους
πέσαμε σε κακούς καιρούς και μέρες οργισμένες
χάνουμε τους δικούς μας και μας χάνουν
τρικυμισμένο μας αρπάει το χωματένιο πέλαγος
Αλλιώς θαρρούσαμε το τέλος∙
σκοπός που εκπληρώνεται ή (το ίδιο) ματαιώνεται
σκορπιός που μπήγει το κεντρί του στο κεφάλι του
Δεν είχαμε υποψιαστεί τη φρίκη μιας συνέχειας
(πως γίνεται να ’χει συνέχεια το τέλος;)
Αλλιώς, καταπώς φαίνεται, το τέλος έχει μόνο αρχή
και πώς να το περάσουμε μη φτάνοντας ποτέ και πουθενά
Ήξεραν οι παλιοί και προνοούσαν
να ’ναι ελαφρό το χώμα τους
φύλαγαν πάντα ένα λευκό σεντόνι στο σεντούκι
συγύριζαν το μέσα τους, στόλιζαν τις ψυχές τους
ήξεραν να μοιρολογούν
εξοικειώνονταν με τους νεκρούς τα ’λεγαν μεταξύ τους
στ’ όνειρό τους
κι έπαιρναν απ’ το χέρι τους το αντίδωρο του αγνώστου
κάθε που τους ξεπροβοδίζανε στου ξύπνου το κατώφλι
Κι εμείς τώρα δεν ξέρουμε ούτε πού ’ναι πεταμένα τα κόκαλα
της μάνας μας…
Έχουμε αποκοπεί από τους πεθαμένους
δεν ακούγεται πια η φωνή τους μέσα στη φωνή μας
δεν ξέρουμε να κλάψουμε
πώς να φερθούμε μπρος στο θάνατο και τι να πούμε
Στα ουράνια βάραθρα γκρεμοτσακίζονται τα λόγια μας
άδεια χελωνοκαύκαλα
Τώρα πάντως έπεσε η πρώτη φτυαριά.
Πόσο θα της μοιάζει και η τελευταία
ούτε ο λογοτέχνης δεν θα μπορούσε να το πει.
Κακό που σε βρήκε, θα γίνεις πνεύμα.
Ενώ λίγο πιο πριν μιλώντας για την απώλεια ενός φίλου αποφαίνεται πικρά και ειρωνικά:
Τίποτα δεν είναι αθάνατο. Πολύ σκληρή είναι η ζωή
αλλά μετά είναι όλα εύκολα. Παρηγορηθείτε.
*Αναδημοσίευση από εδώ: https://poiimata.com/2023/08/08/proti-ftyaria-panagiotopoulos/
ΟΙΩΝΟΣ
Στα μαλακά μάτια των πουλιών
βλέπω πως θα συναντηθούμε
με το τρόπο που ξυπνούν
κι όπως πέφτουν στο χώμα.
*
ΟΙ ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΕΠΟΧΕΣ
Ι
Κάτω απ΄ τον ίσκιο των πουλιών
μικρή άνοιξη η αλκή σου.
ΙΙ
Γυμνή εφαπτομένη των νερών
και του κορμιού σου.
ΙΙΙ
Φιλοβόλος άνεμος
σκορπάει τα μαλλιά μας στο χώμα.
IV
Ένα φάντασμα κατοικεί μες στα μάτια σου.
*
ΕΑΡΙΝΗ ΙΣΗΜΕΡΙΑ
Στις όχθες του Μαρτίου περνάς
πολιούχος
κοιτάς.
Έτσι μοιράζεται το φως.
Κι όταν σε λίγο κουραστείς
θα σκοτεινιάσει.
ΕΠΙΔΕΙΞΗ ΛΑΘΟΥΣ
Ευγενικός διαβάτης της προσήλωσης
καλούμαι να με αναφέρω στη διεύθυνση
της ανίας·
οπότε κρέμασέ με από τώρα
να μ’ έχεις έτοιμο.
Αύριο εκεί γύρω στις δώδεκα
θα εκφωνήσω
το ξεβράκωμά μου·
μη με χάσεις.
Από τα τόσα μέλη, τις μυρωδιές και τα χρώματα
επέλεξα μονάχα
όσα θα μου χρησίμευαν για να σε συνθέσω.
Κι η ομορφιά τους με έθιξε ανεπανόρθωτα.
*
ΡΑΝΙΔΑ
Μέθη Μυκόνου
Κι είναι σκληρή ασήκωτη γυμναστική
σε δημόσιο χώρο
όλο αυτό το σύρσιμο της σάρκας·
πάρε λοιπόν το κέντημα
της νοσταλγίας των άκρων σου·
-εγώ είμ’ αυτό-
προκατακλυσμιαίος ματαιόδοξος
να σε μπατάρω,
διερμηνεύοντας μουσικές επιλογές…
Κι αν όλα γίνονται
για μια πρόγευση του τέλους
και όχι από απλή ηλιθιότητα;
*Από τη συλλογή “Προϊστορία για έναν”, εκδ. Υποκείμενο, Ιούνιος 2017.
ΓΙΑ ΜΙΑΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ
Είμαι χειρότερος απ’ τους αλήτες, τις αρτίστες
αυτοί μπορούν και ζουν, δεν περιμένουνε
μα εγώ ό,τι παίρνω γίνεται προπέτασμα καπνού
για όσα ζητώ, και προπαντός μια εξιλέωση
στην τέλεια σχέση να σωθώ ή να μαρτυρήσω
Μα ο άλλος είναι ανέφιχτος, γιατί
δεν είναι μόνο σώμα ή κατανόηση
μα κάποια ανεπανάληπτη φωνή. Κι αν προχωρήσω
εγκάρσια μέσα του έντρομος θα ιδώ
πως μένει θεατής. Δεν είναι
ετοιμασμένος για μαρτύριο ή για μοίρασμα
σκοτώνοντας τη σίγουρη μικρή του ελευθερία.
Φυλάγεται και σε καλεί μονάχα αν υπογράψεις
πως όλα θα τα σεβαστείς, και το κυριότερο
την σίγουρη μικρή του ελευθερία
*
ΤΙ ΜΕΝΕΙ ΛΟΙΠΟΝ
Τι μένει λοιπόν μες στο πικρό μεσοκαλόκαιρο
μες στο μυχό ενός κόλπου ξαπλωμένος
και η θάλασσα ευτυχισμένη, αδιάφορη
δέντρα και βότσαλα και φύκια κι ο καινούργιος άνεμος
Και συ, φωνή ελπίδας, ταξιδιώτη που έρχεσαι
με τους ατμούς ενός μεσημεριού στα συνεργεία
φωνή που χρόνια έχτιζα, πεθαίνεις
*Από τη συλλογή “Αργό Πετρέλαιο”, 1974.
σαν αύριο μου φαίνεται το τώρα
πως χάθηκε για πάντα τούτη η ώρα
ποτέ μας δεν υπήρξαμε
τα χείλη μας σαν σμίξαμε
για τόσο όσο ήμασταν εμείς
προχώρα πάλι φεύγει τούτη η χώρα
ξανά όπως και πάντα μες στην μπόρα
ποτέ μας δεν υπήρξαμε
στην αγκαλιά σου σφίξε με
για τόσο όσο ήμαστε εμείς
*Το ποίημα και την εικόνα τα πήραμε από εδώ: https://enaetsi.wordpress.com/2023/08/05/7387/
Τους ζητώ να πάρουν ένα ποίημα
και να το κρατήσουνε ψηλά στο φως
σαν φιλμ χρωματιστό
ή ν’ ακουμπήσουνε το αυτί τους στο μελίσσι του.
Λέω, ρίξτε ένα ποντίκι μες στο ποίημα
και δείτε το ν’ αναζητά την έξοδο,
ή περπατήστε στο δωμάτιο του ποιήματος
ψαύοντας τους τοίχους για το φως.
Θέλω -τους λέω- να κάνετε θαλάσσιο σκι
στην επιφάνεια ενός ποιήματος
γνέφοντας στ’ όνομα του συγγραφέα στην ακτή.
Μα το μόνο που θέλουν να κάνουν
είναι να δέσουνε το ποίημα με σχοινί σε μια καρέκλα
και να το βασανίσουν μέχρις ότου ομολογήσει.
Ξεκινούν να το χτυπούν μ’ έναν σωλήνα
ώστε να μάθουν τι πραγματικά σημαίνει.
*Το ποίημα το πήραμε από εδώ: http://poiitariato.blogspot.com/
ΝΥΧΤΑ ΜΕΤΑΙΧΜΙΟΥ
Μισός ύπνος
μισός θάνατος.
Με τα χέρια στην άνοιξη
την καρδιά μες στη λάσπη.
Έτσι μεταλλάσσομαι.
Μεταξύ ανοίξεως και μη
όπου το δέντρο βαθύ
και ριζώνουν τα κύματα.
Έτσι μεταλλάσσομαι.
Μισός Νίκος
μισός θάνατος.
*
ΤΟ ΒΡΑΔΥ
Το βράδυ
δεν πέφτει
ούτε έρχεται
το βράδυ αργά
σπάει μέσα μου.
Γιατί είμαι μια λίμνη
χωρίς πρόσωπο πάντα
και είμαι η λάσπη
στων κρυφών άστρων
τα όνειρα.
Το βράδυ λοιπόν
πια δεν πέφτει
ούτε έρχεται
το βράδυ χάνεται
σαν καλός
επισκέπτης.
*Από τη συλλογή “Αχτίδες νυχτόβιες”, εκδ. Γαβριηλίδης, 2009.