Βερονίκη Δαλακούρα, Ερείπια πόλης

Στον τόπο που τελευταία επισκέπτομαι, τα γκρεμισμένα σπίτια ορθώνονται σιωπηλά την νύχτα. Ζητούν κήπους, κερδίζουν το χορτάρι, τα φυτά, άνθη την μυστική εποχή του έτους. Είναι ένα στοίχημα που όταν παιζόταν, χρόνια πριν, κανείς δεν ήξερε ότι είχε ήδη κερδηθεί. Ένας πλανήτης ζωντανών που τον επισκέπτονται κάτοικοι μιάς διάστασης διαφορετικής από εκείνη που μαγκώνεται απ’ την αναπηρία.

Την πόλη μου οργώνουν άροτρα· ξεριζώνουν πέτρες, τις ρίζες γιγάντιων κισσών. Εδώ ζωή είναι τα σκουλήκια- Πρωτέας που αργοπορεί σε σχήμα κύκλου. Οι θόρυβοι παύουν με τη δύση. Η ανατολή συγκρούεται με τα κλειστά παράθυρα.

Καιρό το τρέμουλο στο βάδισμα δε μ’ άφηνε να δω τις διαβρωμένες όψεις των κτιρίων. Κάποια απ’ αυτά σωριάζονταν.

Το βιβλίο ανοίγει, έπειτα κλείνει με τους λυγμούς τού αναγνώστη.

Στην τρέλα της αρχής οφείλουν τον νεκρό που επισκέπτεται αυτή την πόλη.

*Aπό την συλλογή “Καρναβαλιστής”, Κέδρος, 2011.

Ευαγγελία Τάτση, Γιατί οι Θεοί που χάθηκαν για να μην τους συντρίψουμε δεν υπάρχουν

Αυτά όλα έγιναν καιρό πριν
ένας Θεός απ’ όλους τους Θεούς
είπε πως δεν υπάρχουν πολλοί Θεοί στην πραγματικότητα
και πως μόνο αν υπάρχει ένας
υπάρχουν κι άλλοι
αντίθετα – είπε- αν ο ένας Θεός δεν υπάρχει
κανένας Θεός δεν υπάρχει.

Κι αν δεν υπάρχει Θεός τι υπάρχει;
Σκοτάδι μόνο και άγριοι βράχοι
άγρια πουλιά και σωθικά ανθρώπων
δίχως των ανθρώπων τη φλόγα

Θεός δίχως των ανθρώπων τη φλόγα
είναι καλύτερα
-είπαν τότε οι Θεοί –
οι πολλοί και ο ένας.

Κι αν δεν υπάρχει Θεός τι υπάρχει;
Η εξουσία χωρίς τη φλόγα των ανθρώπων

Κι άρχισαν οι Θεοί να χάνονται και να λιώνουν
όπως το χιόνι στους βράχους
-που κρέμονταν τα σωθικά μας
μήνα Αύγουστο- .

Χωρίς Θεούς ο Προμηθέας
ένα κουφάρι άδειο
θα μείνει – είπαν
κι άρχισαν οι Θεοί να λιώνουν.

Ο ένας – όλοι οι Θεοί- γνώριζαν πια πως δεν υπάρχουν
και πως υπάρχουν μόνο
άνθρωποι κρεμασμένοι στα βράχια
μήνα Αύγουστο
στα βράχια και Φλεβάρη
και τους καλάρεσε
για πάντα να υπάρχει
ό,τι δεν υπάρχει
και για πάντα άνθρωποι
μισοφαγωμένα μαρτύρια.

Μα απ’ τους ανθρώπους κάποιοι έλεγαν
τα ονόματα των πραγμάτων.
Θεό έλεγαν την εξουσία του
και έλεγαν φωτιά την συντριβή της.

Κάποιοι που δεν είχαν Θεό.

Ένας ντελιβεράς
ένας σερβιτόρος
μία νεκρή γυναίκα
το πνιγμένο παιδί της
ένας εργάτης
ένας Αφγανός
ο Ζακ
μια νεκρή γυναίκα
ο Παύλος.

Ένας

Προμηθέας που ζει στη γειτονιά μου
κι η εξουσία ξέρει πάντα να σταυρώνει
σαν ειμαρμένη σκαρφαλώνει στην ποδιά μου
κι ένας Καύκασος κάθε στιγμή φυτρώνει.

Lawrence Ferlinghetti, Το Κάστρο του Κάφκα

Το Κάστρο του Κάφκα στέκεται πάνω από τον κόσμο
σαν μια τελευταία φυλακή.
του Μυστηρίου της Ύπαρξης
Οι τυφλές προσεγγίσεις του μας μπερδεύουν.
Απότομα μονοπάτια
δεν βυθίζονται πουθενά από αυτό.
Ο δρόμος ακτινοβολεί στον αέρα.
όπως ο λαβύρινθος των καλωδίων
ενός τηλεφωνικού κέντρου
μέσω του οποίου γίνονται όλες οι κλήσεις
απείρως μη ανιχνεύσιμες
Εκεί πάνω…
ο καιρός είναι παραδεισένιος.
Οι ψυχές χορεύουν ξεγυμνωμένες
μαζί
και σαν περιπλανώμενοι
στις παρυφές ενός πανηγυριού
χαζεύουμε το άπιαστο
φανταστικό μυστήριο
Ωστόσο, μακριά στην άλλη πλευρά…
σαν την πόρτα της σκηνής ενός τσίρκου
είναι ένα ευρύ, ευρύ άνοιγμα στις πολεμίστρες
όπου ακόμα και οι ελέφαντες
χορεύουν μέσα από αυτά

*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Έλενα Τουμαζή Ρεμπελίνα (1947-2023), Έρχου

και έρχου νότε
Αεί ωραία
Μια υποψία παιδιού
μια σπασμένη μετώπη ένα ακροκέραμο
-νάμαν πουλί να πέταγα –
το βλέμμα ενός άνδρα στο δρόμο
-υπάρχω ακόμη;
Δελφίνια αγγίζονται απαλά
κάτω από την επιφάνεια του Αιγαίου
απέραντο ασήμι
κεντρίζει
τη ναρκωμένη μνήμη
Ανοίγονται διάπλατα οι θύρες οι ολόχρυσες
καθώς κοιτάς τούς φοίνικες
τα περιστέρια
να ερωτεύονται στον άνεμο
Η θάλασσα
αεί
ωραία
ην και εστίν και έσται

2.3.2002

*Από τη συλλογή “Έρχου”, εκδ. Αφή, 2011.

Dina Kafiris, In Giving 

Give me love,

I will give you bread and water to calm a bellowing gut
that despairs over rumours of drought.

Give me books,

I will give you clothes to comfort weather-beaten bones
bruised by the cold bite that grinds humour dry.

Give me music and dance,

I will give you soap to scrub tired hands gashed by a barren soil
that once fed a village mocked for their jolly bellies.

Give me art,

I will give you local beauty, a muse excused from love,
bartered in a bar brawl to fill a father’s empty pockets.

Give me a bed,

I will give you visions to nurture a starving imagination
wounded by the isolation of a land and its apocalypse.

Κυριακή Αν. Λυμπέρη, Τι θα έλεγε αυτός ο άντρας

Κι έτσι όπως γέρνει το φεγγάρι στους ώμους σου
και των δοντιών σου η σειρά αστράφτει στο σκοτάδι
γυναίκα θα σε πω
θα εννοώ όμως ύαινα
που οσμίστηκε τη λεία της και πλησιάζει.

*Από τη συλλογή «Τα καθημερινά βάραθρα», εκδ. Κοράλλι (σελ. 52).

Κωνσταντίνος Λουκόπουλος, Ο Ορφέας στον Άδη

Υπήρξε ένας καιρός
που μες στη γλώσσα σ’ έβρισκα
ευκολότερα
από ότι με τη γλώσσα·
απέναντι
εικόνες που γράφονταν
αυτοφυείς
δίχως εντολοδόχους
ποίηση που χτιζόταν με την αγωνία της ύπαρξης
και όχι εξ αιτίας της·
και τα τετέλεσται των ανίσχυρων
που διέθεταν την εξουσία
των ισχυρών.
Θα βρω με μιας
πώς στροβιλίζεται η σκόνη εκείνη
που υποφέρει
σαν τον Ορφέα στον Άδη
ή σαν το Ρόδινο Ταττού·
εκεί έχω αφήσει
από τα νιάτα μου
μια ψύχρα,
που τώρα θα ‘ταν αν την είχα
ένα ποτάμι λάβας συνεχές
ή έστω αυτός ο στεναγμός
που μου χρωστάς
όπως με βλέπεις να γέρνω αδιαμαρτύρητα
στην έλξη τη χθόνια ολοένα
υπακούοντας,_

17/12/2019

*Από τη συλλογή “Κάτω Χώρες”.
**Το ποίημα είναι αναφορά σε δυο θεατρικά έργα του Τένεσι Ουίλιαμς: “Orpheus Descending” (O Ορφέας στον Άδη) και “Rose Tattoo” (Τριαντάφυλλο στο Στήθος).

Χρήστος Κεραμίδης, Αζύγωτες ακρογιαλιές 

Στις αζύγωτες ακρογιαλιές του Αϊ Στράτη
—γυμνές τώρα από ανθρώπινα ίχνη—
λευτέρωσα το κορμί και την ψυχή μου.
Είδα τους πολιτικούς κρατούμενους να συνομιλούν με τους
ψαράδες.

Όχι τίποτε σπουδαίο.
Ζητήματα καθημερινά του μόχθου και της βιοπάλης.
Μιλούσαν με τα μικρά τους ονόματα.
Ύστερα ήρθαν τα καράβια και τους πήραν.
Δεν ήξερα για πού.

Ξάπλωσα στη λευκή άμμο,
κοιτάζοντας τη γαλαζοπράσινη θάλασσα.
Άκουγα το πρωτόγνωρο τραγούδι των πουλιών
μιας Άγονης γραμμής.

(Ανέκδοτο) 11/11/2023

Χάιμε Σβαρτ, Πόλεμος

Ένας αποχαιρετισμός…
ένας αποχωρισμός για πάντα;…
Να πηγαίνεις μακριά…
πολύ μακριά από τη γη σου…
να αφήνεις την πατρίδα σου μέσα
στην καταστροφή και τους
φονικούς βομβαρδισμούς…
είναι ο Πόλεμος!…
είναι ο Πόλεμος!…
παιδιά γυμνά να τρέχουν μέσα στα ναρκοπέδια…
άντρες και γυναίκες ολόγυμνοι
μπροστά στον τρόμο του Πολέμου…
είναι τα Ναπάλμ…
μέσα στους ορυζώνες του Βιετνάμ
που έχουν ήδη ανθίσει…
είναι οι εύφλεκτες βόμβες…
είναι οι βόμβες εμπρησμού που
εκτοξεύουν απ’ τους ουρανούς
δαίμονες με φτερά αμερικάνοι και γάλλοι…
είναι ο Πόλεμος…
είναι ο τρόμος του πολέμου…
είναι ο πόνος μπροστά σε τόση ατιμωρησία…
είναι η σπαρακτική κραυγή μιας
μάνας που χάνει το παιδί της
σ’ αυτό τον άδικο Πόλεμο…
Είναι ο τρόμος που σπέρνει ένας
άγνωστος στρατιωτικός,
που λέγεται
Φράνκο ενάντια σ’ ένα λαό που
λέγεται Ελπίδα…
Είναι η Γκέρνικα που μας φωνάζει
πάνω απ’ τις συνειδήσεις μας…
ο Πόλεμος είναι μια σκληρή
πραγματικότητα στη διάρκεια
όλης της
ανθρώπινης ζωής;…
εμείς θα ψάξουμε γι αυτή την
ακατάδεκτη κόρη που λέγεται
Ειρήνη…
πόσο την αγαπούμε …
απόμακρη κόρη…
αχ εμείς που τόσο παλεύουμε για
την Ειρήνη…
τόσο στην Κολομβία…
όσο στη Μέση Ανατολή…
αχ εμείς που τόσο την ψάχνουμε…
μόνο Ειρήνη και πάλι Ειρήνη…
Όχι στον τρόμο του Πολέμου…
εμείς που τόσο αγωνιζόμαστε για
την Ειρήνη και είδαμε μόνο άλογα
κομματιασμένα από τις βόμβες…
κτίρια τελείως κατεστραμμένα
στη Δαμασκό…
εμείς που τόσο ψάχνουμε την
απόμακρη κόρη της Ειρήνης…
εμείς που κάθε μέρα βλέπουμε να
πεθαίνουν πνιγμένα στο Αιγαίο
και
στη Μεσόγειο χιλιάδες
ανυπεράσπιστα παιδιά,
μανάδες που
ψάχνουν τα παιδιά τους μέσα στα
κύματα της θάλασσας…
αχ θάλασσα…
αχ αιώνιο πέλαγος
πληγωμένο επέστρεψέ μας
ζωντανούς
τόσους σύριους πνιγμένους σ’
αυτές τις κατεστραμμένες ακτές
της Ελλάδας.
Λέσβος πατρίδα ποιητών
και ωραίας ποίησης…
νησί της αλληλεγγύης… ανάμεσα
στους φτωχούς και σ’ αυτούς που
υποφέρουν…
εμείς που αγαπούμε αυτή την
πολυπόθητη Ειρήνη…
Την αυγή και με τ’ αστέρια στο
καθημερινό τους ξύπνημα…
δε θα σταματήσουμε να αγωνιζόμαστε
για την Ειρήνη…
Πάντα για τη Ζωή πάντα για την
Ειρήνη ενάντια στον Πόλεμο.

*Μετάφραση: Άννα Καράπα.

Νόα Τίνσελ, Μακάρι να το είχα κάνει νωρίτερα, εκδ. Θράκα, Λάρισα 2023 

Κωστούλα Μάκη

Με μότο ένα ποίημα της Λίλης Μπέτσικα δημοσιευμένο στο περιοδικό Νουμάς 1910 ξεκινά η νέα ποιητική συλλογή της Νόα Τίνσελ [Βάγια Κάλφα], δηλώνοντας τις εκλεκτικές συγγένειες με τις γυναίκες που διεκδίκησαν σε πολύ δύσκολες συνθήκες τη σεξουαλικότητά τους, καθώς και την οικειοποίηση της ταυτότητας της «έκφυλης», αντιστρέφοντάς την με όρους του Ντε Σερτώ. Η ποιήτρια τοποθετείται ιστορικά δίπλα στις αγωνίστριες γυναίκες οι οποίες με εμμονή σε κάθε τύπου στοχοποίηση δεν διστάζουν να περιφρονήσουν και να συγκρουστούν με κάθε «ιερό και όσιο».

«Κόσμε τι κοιτάς; Σου πάτησα
Τα ιερά σου ένα προς ένα
Τις εκκλησίες σου εγώ τις έφτυσα
Και με τ’ άγιο σου ποτήρι
Ήπια και τα πάθη μου άναψα
Τα τρανά κι έκφυλα πάθη»

Εξαρχής, λοιπόν, η ποιήτρια επιθυμεί να διατυπώσει ποιητικά μια πολιτική διακήρυξη-μανιφέστο με ιστορική συνέχεια ως προς τους αγώνες και τις βίαιες περιθωριοποιήσεις των γυναικών στη διάρκεια των χρόνων. Στο μανιφέστο αυτό συνυφαίνεται η φεμινιστική διαπίστωση πως το προσωπικό είναι πολιτικό, ενώ στα ποιήματα της συλλογής το βιωματικό στοιχείο γίνεται πολιτική πράξη αντίστασης χωρίς λυρική ή μελοδραματική διάθεση. Η Κάλφα τοποθετείται απέναντι στον σκοταδισμό της κανονικοποίησης και στους φανατισμένους οπαδούς του «πατρίς, θρησκεία, οικογένεια», επιδιώκοντας την ισχυροποίηση της φεμινιστικής αυτονομίας σε όλες τις διαφορετικές εκδοχές ταυτότητας και παράλληλα τη σύγκρουση απέναντι σε όσους/ες προβαίνουν σε κατηγοριοποιήσεις. Το μανιφέστο αυτό έχει ισχύ ποιητική, αφού η ποιήτρια πετυχαίνει αισθητικά την πολιτικότητα με όχημα την ποίηση. Σε άλλη περίπτωση το αποτέλεσμα θα ήταν διαφορετικό, γεγονός που συμβαίνει συχνά στις κατηγοριοποιήσεις με πολιτικές εγγραφές στην ποίηση, όταν δηλαδή δημιουργούνται διαρκείς κλειστές κατατάξεις, οι οποίες όμως παραμένουν επιφανειακές και καταγγελτικές, αφού δεν πείθουν γιατί απουσιάζει η αισθητική φόρμα και η γλωσσική προϋπόθεση της αρτιότητας που αναμένεται. Οι προθέσεις δεν είναι αρκετές όταν μιλάμε για ποίηση. Αυτός είναι και ο λόγος που συχνά έχω ενστάσεις με αοριστολογικές κατηγοριοποιήσεις περί «γυναικείας ποίησης», «φεμινιστικής» ή «queer». Στις κριτικές αποτιμήσεις συχνά η πολιτική προθετικότητα υποστηρίζει στο πλαίσιο μιας επιφανειακής προοδευτικότητας τέτοιες κατατάξεις, χωρίς όμως σε πολλές περιπτώσεις να τεκμηριώνεται ποιοτικά στο ποιητικό σώμα η συνύπαρξη πολιτικής ριζοσπαστικότητας και ποιητικής αισθητικής. Έτσι κυκλοφορούν ακόμα πολλά ποιητικά κείμενα τα οποία εξαιτίας ενός κενού ηθικά καταγγελτικού λόγου, με την πρόθεση να ενσωματωθούν σε ό,τι ορίζεται γενικά ως «γυναικεία φωνή», καταχωρούνται ως ποίηση χωρίς να είναι.

Στην περίπτωση της παρούσας συλλογής η ποιήτρια εντάσσεταιι με αυτό το έργο της στην έμφυλη πολιτική γενεαλογία της ποίησης με εργαλείο την εκφραστική λιτότητα και χωρίς ευχολόγια ή εύκολες συνθηματολογίες. Τα queer και τα φεμινιστικά στοιχεία παρίστανται σε ολόκληρη την ποιητική συλλογή, η οποία όμως υπερβαίνει τις εύκολες κατηγοριοποιήσεις. Κάθε ποίημα περιγράφει τη διαδρομή μιας γυναίκας από το σχολείο μέχρι την ενήλικη ζωή της. Στα ποιήματα σχολιάζονται όσα βίωσε γύρω από τις έμφυλες κοινωνικές προσδοκίες, το συντηρητικό περιβάλλον, τους πρώτους δύσκολους έρωτες με γυναίκες και άντρες, και την ασθένεια του αδερφού. Με εκφραστική λιτότητα κατατίθενται στα περισσότερα ποιήματα οι διαρκείς προσδοκίες των άλλων και οι απαιτήσεις τους να είναι ευγενική, καλή και υπάκουη. Οι τίτλοι των ποιημάτων με κεφαλαία δίνουν το στίγμα, λειτουργώντας ως διαπιστευτήρια απείθειας σε μια συνεχή διαδρομή στην οποία η γυναίκα αρνείται να συμβιβαστεί, ενώ υφίσταται μόνιμη κριτική και απόρριψη. Θα έλεγα πως η ποιητική απόδοση είναι πολύ πιο εύστοχη στα πιο μικρής έκτασης ποιήματα.

ΦΡΑΣΗ ΠΟΥ ΣΟΥ ΕΙΠΕ Η ΓΙΑΓΙΑ ΣΟΥ ΕΝΩ ΣΕ ΠΕΡΙΜΕΝΑ
ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΟ ΜΠΑΛΚΟΝΙ
Βγαίνεις μαζί με την προβληματική
Και σε γελάνε.

Το αυτονόητο πόρισμα πως οι λέξεις πληγώνουν, η κατηγοριοποίηση από μικρή ηλικία των παιδιών που διαφοροποιούνται από εξιδανικευμένες εκδοχές παιδικότητας, όντας αλλήθωρα, υπέρβαρα ή γενικά «προβληματικά» δίνουν σε απλή φόρμα το κάδρο των συσσωρευμένων περιορισμών. Τα ρομάντζα των 15 δεν είναι ποτέ τόσο εύκολα όσο συχνά παρουσιάζονται σε ρομαντικές κομεντί, ιδιαίτερα όταν δεν επιβεβαιώνουν τα ετεροφυλικά πρότυπα.

ΡΟΜΑΝΤΖΟ
Η μάνα σου σε λέει ανάπηρη
Εμένα πουτάνα
Εύχεται να με κομματιάσει νταλίκα

Ο αδερφός σου ουρλιάζει
Αν βρεθώ στον δρόμο του
Θα μου σπάσει τα πόδια

Κλαις με λυγμούς-κλείνει η γραμμή

Είμαι 15 και θέλω να πεθάνω

Υπάρχουν σημεία με ευσύνοπτη ειρωνεία και δηλητηριώδη σαρκασμό, όπως για παράδειγμα στο ποίημα: ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΧΡΗΣΙΜΗ ΣΤΟ ΕΘΝΟΣ ΜΟΥ, στο οποίο αναφέρεται πως η απουσία τεκνοποίησης συνοδεύεται από τη μηδενική συνεισφορά σε παιδιά που θα γαλουχηθούν με τα κλασικά πρότυπα εθνικιστικής συνείδησης και θα μεγαλώσουν πηγαίνοντας στις παρελάσεις, χρησιμοποιώντας λέξεις όπως «περηφάνια», «καθαρότητα», «ήρωες», «φυλή». Στο ποίημα δημιουργείται μια ενδιαφέρουσα αντίστιξη ανάμεσα στα «χαμένα ωάρια» που «συντρίβονται στη λεκάνη/Και σκορπίζουν» και στη διάθεση για γραφή. Σαρκάζοντας τον στερεότυπο και την τόσο προφανή μεταφορά της γραφής ως γέννας και δημιουργίας ψύχραιμα και απολαυστικά σχολιάζεται:

Κι εκείνα
Που μου γεννάει το μολύβι
-σωστά τέρατα-
Έχουν εκπαιδευτεί από νωρίς
Στην προδοσία

Οι «τερατογενέσεις» όμως της γραφής είναι αυτές που μπορούν να αντισταθούν στις ηγεμονικές έμφυλες κατασκευές ταυτοτήτων και να παρατάξουν τη διλημματικότητα φύλου και σεξουαλικότητας. Η Κάλφα σχολιάζει όλα τα «πατροναρίσματα» και τις χειραγωγήσεις που εκτυλίσσονται σε άμεση συνάρτηση με την κατασκευή εναλλακτικών εκδοχών αρρενωπότητας. Ο αναρχικός που ερμηνεύει τον Αντόρνο και αποκαλεί τους μπάτσους «μουνόπανα» θα είναι βέβαιος ότι όλες θα επιθυμούν το σεξ μαζί του. Στο ποίημα ΠΡΩΤΟ ΡΑΝΤΕΒΟΥ περιγράφεται η διαδικασία μέσα στην οποία η αντρική ερωτική προσέγγιση περιλαμβάνει πολλές φορές την επιδεικτική προσποίηση της αντρικής ενεργητικότητας απέναντι σε ό,τι ορίζεται παθητική θηλυκή ευαισθησία. Από τη βιαιότητα τέτοιων συμπεριφορών δεν εξαιρούνται οι διανοούμενοι και οι σχέσεις εξουσίας στους ακαδημαϊκούς και λογοτεχνικούς κύκλους. Στο ΟΙ ΑΝΤΡΕΣ ΠΑΛΙΑΣ ΚΟΠΗΣ σημειώνεται:

Οι άντρες παλιάς κοπής
Για άλλη μια φορά μου εξηγούν τον κόσμο
Με προειδοποιούν ότι θα βρω χειρότερα

ενώ στο ΟΙ ΑΝΤΡΕΣ ΜΟΥ ΛΕΝΕ ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΛΗΘΙΝΗ ΠΟΙΗΣΗ καταγράφονται χαρακτηριστικά που επαναλαμβάνονται και στιγματίζουν τις κινήσεις μιας γυναίκας στους χώρους της γραφής:

Ξέρω από τώρα τι θα κάνουν
Με κάποια σαν εμένα
-γνωστές οι μέθοδοι-
[…]
Αν δεν τους βγει
Ονομάζουν τη δουλειά σου
Ποίηση της σερβιέτας
Μανιφέστο
Εξομολογητική
Σε λένε νευρωτική
Αγάμητη
Λεσβία


Σε κάθε άρνηση να συμπεριφερθούμε σύμφωνα με ό,τι αναμένεται σε όλες τις περιστάσεις το έμφυλο πεδίο επικοινωνίας περιορίζεται και οι προσπάθειες βίαιης συμμόρφωσης/περιθωριοποίησης συνεχίζονται. Το να ταράζεις τους άλλους φαίνεται να είναι μια ιδιότητα μόνιμη για όσες γυναίκες αρνούνται να υιοθετήσουν μια «κανονικοποιημένη» έμφυλη ταυτότητα με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Παρόλ’ αυτά πολιτικά η προτεινόμενη επιλογή που προκύπτει από το ποίημα ΤΑΡΑΖΩ και δίνει και τον τίτλο της ποιητικής συλλογής είναι η επίμονη υποστήριξη και αποδοχή τής μη συμμόρφωσης. Συμπεραίνεται μάλιστα πως «καλύτερα να το είχε κάνει νωρίτερα», να μπορούσε δηλαδή να υποστηρίξει όλες τις διαφορετικές εκδοχές του εαυτού όσο κι αν ενοχλούσαν. Τελικά η σιωπηρή παρακολούθηση των συστηματικών πιέσεων να «επιτελείς» έναν συγκεκριμένο ρόλο οδηγεί στην ψυχιατρικοποίηση του εαυτού, στην κατάποση ψυχοφαρμάκων και στην αίσθηση μιας μη διαχειρίσιμης πραγματικότητας.

Η Κάλφα δοκιμάζει και παίζει με τα όρια της βιογραφικής γραφής. Δεν έχει όμως σημασία αν είναι η ποιήτρια που μιλά σε κάθε ποίημα ή πρωταγωνιστεί στις ιστορίες του βιβλίου. Καθώς κατασκευάζεται η δομική ακολουθία των ποιημάτων εύκολα γίνεται αντιληπτό πως οι αναγνώστες/στριες μπορούν να «ταυτιστούν» με τις έμφυλες περιθωριοποιήσεις, αναστοχαζόμενοι/ες τις δικές τους εμπειρίες. Επιπλέον, η έμφυλη διάσταση ενισχύεται ακόμα περισσότερο με ταξικά στοιχεία. Η επιθυμία των γονιών για κοινωνική εξέλιξη μέσω της γνώσης, η φτώχεια ως στίγμα που δεν επιτρέπεται να αρθρωθεί ούτε καν στα ποιήματα, ο αγώνας για επιβίωση και η αρρώστια αγαπημένων προσώπων επιτονίζουν τις έμφυλες υποκειμενικότητες, κάνοντας δύσκολη τη διαχείριση της καθημερινότητας. Η εμπειρία της Κάλφα στις φεμινιστικές θεωρίες έχει συντελέσει νομίζω στον πλουραλισμό των ποιητικών φωνών και συμβάντων της συλλογής.