Τόλης Νικηφόρου, Πορεία στην ομίχλη

Θα πω λοιπόν τα δυο φτωχά μου λόγια
κι εγώ πριν φύγω με τη σειρά μου
θα περπατήσω σχεδόν τυφλός στα σκοτεινά
μ’ ένα παράφωνο τραγούδι
μιλώντας σε φανταστικούς διαβάτες
σφίγγοντας το ένα χέρι μου με το άλλο
σα νοιώθω μόνος

*

μες στην ομίχλη θα σηκώνονται
στριγγές και κούφιες
άγνωστες ολότελα κραυγές
φωνές το ίδιο αλλότριες
είτε σημαίνουν χαρά είτε λύπη
σφυρίχτρες διαπεραστικές και σάλπιγγες
αλαλαγμοί και βογγητά
ο σκουριασμένος στεναγμός
μιας βρύσης δίχως νερό

*

σημαίες θ’ ανεμίζουνε γιορταστικά
στο περιθώριο της νύχτας
λάβαρα με παράδοξα χρώματα
αλλόκοτους συνδυασμούς

*

θα ματώσω χέρια και γόνατα
τη γλώσσα μου θα δαγκάσω χτυπώντας σε τοίχους
θα εξουθενωθεί το κορμί μου
τίποτα όμως δεν θα ‘χω να φοβηθώ
καθώς ο δρόμος θα ‘ναι πια μέσα μου
οι φλέβες και τα νεύρα
αυτή η σπονδυλική μου στήλη
αν μου μείνει μια μόνο κλωστή
απ´ αυτή θα κρατηθώ
μισό δευτερόλεπτο πριν σπάσει
αν μου μείνει μια αχτίδα φως
ας οδηγήσει ένα μονάχα βήμα.

*Δημοσιευμένο στο περιοδικό «Το δέντρο».

Η τσιγγάνα ποιήτρια Μπρονισλάβα Βάις

Η Μπρονισλάβα Βάις γεννήθηκε σε ένα καραβάνι μουσικών, περιπλανώμενων τσιγγάνων το 1908 ή το 1910. Η μητέρα της την ονόμασε «παπούσα» που σημαίνει κουκλίτσα. Ήταν ένα πανέμορφο παιδί με πολύ μακριά μαλλιά τα οποία δεν έκοψε ποτέ.

Η παπούσα ήταν ίσως η μοναδική τσιγγάνα που ήξερε να γράφει και να διαβάζει. Δεν πήγε ποτέ σχολείο αλλά έκλεβε κοτόπουλα και τα αντάλλασσε με τη βοήθεια που της έδιναν τα παιδιά που πήγαιναν σχολείο ή μια Εβραία του χωριού που τη μάθαιναν να διαβάζει. Στα 16 της χρόνια αναγκάστηκε να παντρευτεί τον, κατά 25 χρόνια μεγαλύτερο, αδελφό του πατριού της, ο οποίος της απαγόρευε να διαβάζει. Το ότι ήταν εγγράμματη θεωρήθηκε πράγμα ανήθικο και βρώμικο από τους τσιγγάνους του 1920. Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος και οι διώξεις των Ναζί έστειλαν τη φυλή της Βάις στα δάση της Δυτικής Ουκρανίας όπου ζούσαν σε λαγούμια και παρότι υπέφεραν από την πείνα κατάφεραν να επιβιώσουν.

Καθοριστικής σημασίας γεγονός για τη ζωή της Παπούσα ήταν η συνάντησή της με τον ποιητή Γιέρζι Φιτσόφσκι, ο οποίος το 1949, κυνηγημένος από τη μυστική αστυνομία, ζήτησε κρησφύγετο στον καταυλισμό της φυλής της Παπούσα. Ο Φιτσόφσκι γοητεύτηκε από τη ζωή των τσιγγάνων, κυρίως όμως από τη Βάις που έφτιαχνε αυτοσχέδιους στίχους για τα τσιγγανικά τραγούδια. Γι΄ αυτή της την ενασχόληση αντιμετωπιζόταν με επιφύλαξη από τους υπόλοιπους τσιγγάνους του καταυλισμού και γι΄αυτό ποτέ δε δέχθηκε τον τίτλο της ποιήτριας. Ποιήτρια και στείρα. Καταραμένη για τους τσιγγάνους. (τον γιo της τον βρήκε βρέφος ανάμεσα στα πτώματα μιας οικογένειας που αφάνισαν οι Ναζί και τον μεγάλωσε σα δικό της παιδί).

Πολύ γρήγορα ο Φιτσόφσκι αναγνώρισε τη λογοτεχνική αξία των στίχων της που μιλούσαν για τα δάση, για την περίοδο των διώξεων από τους Ναζί και τη χαμένη ελευθερία των τσιγγάνων όταν μετά τον πόλεμο τους απαγορεύτηκε η νομαδική ζωή. Ήταν στίχοι ανομοιοκατάληκτοι, χωρίς ρυθμό, γεμάτοι από τον ονειρικό κόσμο του μυαλού της αλλά και των δραματικών γεγονότων που έζησε.

Όταν ο Φιτσόφσκι επέστρεψε στη Βαρσοβία έγραψε ένα βιβλίο για τη ζωή και τους ηθικούς κώδικες των τσιγγάνων μαζί με ένα γλωσσάρι με τις βασικές φράσεις της γλώσσας τους. Σε αυτό το βιβλίο συμπεριέλαβε και τα 30 ποιήματα της Βάις, αφού τα μετέφρασε και τα επιμελήθηκε. Αυτό στάθηκε αφορμή να την εξορίσουν γιατί θεώρησαν ότι πρόδωσε τα μυστικά της φυλής της.

Η Παπούσα περιφρονημένη, ντροπιασμένη και κυρίως τρομοκρατημένη επειδή απείλησαν να την σκοτώσουν, αφού πέρασε ένα διάστημα σε ψυχιατρείο, έζησε την υπόλοιπη ζωή της σε ένα μικρό χωριό, μέσα στη φτώχεια, καθώς δε δέχτηκε ποτέ τα χρήματα που της εξασφάλισαν τα πνευματικά δικαιώματα για τα ποιήματά της.

Το πρώτο της ποίημα δημοσιεύτηκε το 1951 στο περιοδικό Nowa Kultura.
Η ζωή της και το έργο της στάθηκαν αφορμή για την ταινία των Joanna Kos Krauze και Krzysztof Krauze με τον ομώνυμο τίτλο, αλλά και το βιβλίο ποιημάτων της Βίκυς Κατσαρού που και αυτό ονομάζεται «Παπούσα» και κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ενύπνιο.

Το ποίημα της Βάις που θεωρείται αριστούργημα είναι το «Γύφτικο τραγούδι βγαλμένο απ’ το κεφάλι της Παπούσα» (Gypsy Song Taken From Papusza’s Head
Gili romani Papuszakre szerestyr utchody, 1950/1951):

Σε ένα δάσος μεγάλωσα
σαν θάμνος από χρυσάφι
γεννημένη σε μια σκηνή
όμοια με βωλίτη.

Αγαπάω τη φωτιά με όλη μου την καρδιά.
Οι άνεμοι, μικροί και μεγάλοι
πήραν στην αγκαλιά τους την μικρή γύφτισσα
και την φύσηξαν μακριά μέσα στον κόσμο.

Οι βροχές ξέπλυναν τα δάκρυά μου,
Ο ήλιος, ο χρυσός μου, γύφτος πατέρας,
με κράτησε ζεστή και έδωσε όμορφο χρώμα στην καρδιά μου.
Από το γαλάζιο ρυάκι δεν πήρα δύναμη,
έπλυνα μόνο τα μάτια μου…

Η αρκούδα περιπλανιέται στο δάσος
σαν το ασημένιο φεγγάρι,
Ο λύκος φοβάται τη φωτιά,
δεν θα δαγκώσει έναν γύφτο.

Ω, πόσο όμορφα δίπλα στην σκηνή τραγουδάει το κορίτσι,
η φωτιά καίει!

Ω, πόσο όμορφα οι άνθρωποι από μακριά
ακούνε τα πασχαλιάτικα τραγούδια των πουλιών,
το κλαψούρισμα των παιδιών και τα τραγούδια
και τους χορούς των αγοριών και των κοριτσιών.

Ω, πόσο όμορφα το δάσος θροΐζει για μας,
-μάς τραγουδάει τραγούδια
Πόσο όμορφα κυλάει το ποτάμι,
μέχρι που γεμίζει την καρδιά μου με χαρά.

Πόσο μεγάλη απόλαυση είναι να αντικρίζεις το βαθύ νερό,
και να του λες τα πάντα.
Γιατί κανείς δεν μπορεί να με καταλάβει,
μόνο τα δάση και τα ρυάκια.

Αυτά που λέω εδώ έχουν περάσει
εδώ και πολύ καιρό
κι έχουν πάρει μαζί τους τα πάντα
-μαζί και τα νεανικά μου χρόνια.

*Από τη σελίδα της Άννας Φλώρου Φλωράνς στο Facebook.

Χαρά Χρηστάρα, Ποιήματα

ΣΤΟΝ ΥΠΝΟ ΤΗΣ ΑΦΡΟΔΙΤΗΣ

Ελαφροκίνησε την άκρη
των δάχτυλων του ποδιού
κι έχυσε μέσα μου τον έρωτα
επάνω που κοιμόταν

το ανάκτορο του στήθους της
ανέμισε απ’ την αναπνοή της

ανοίγοντας τα βλέφαρα γίναν λουλούδια

έγινα δύτης στον ωκεανό της ομορφιάς
κι ο αφρός της επιφάνειας
τραγούδησε το όνομα
Αφροδίτη

αγγίζοντας το βάθος του κορμιού της
υψώθηκα
ως το μελάνι της γραφής

το τίναγμα του κεφαλιού της
μου υποσχέθηκε
μολύβι από τα βλέφαρά της

σταλαγματιές από τα μάτια της
στεριώσανε ένα σταλακτίτη

ανηφορίζοντας την απορία μου
την έσφιξα στην αγκαλιά μου

κι απ’ την ανάσα της
απελευθέρωσα φιλιά

*

ΠΑΡΑΛΛΑΓΗ

Λυγμός ανασηκώθηκε μέσα μου το άγγιγμά της
Στα μακριά της δάχτυλα χαμογελώντας τότε
κυλίστηκα στα πόδια της γεμάτη αναμονή

Ανάσες απ’ το βλέμμα της με φίλησαν στα μάτια
Ανυποψίαστα όνειρα τύλιξαν το κορμί της
Ο έρωτας ξεχύθηκε με ορμή στα βλέφαρά της

Κι ανηφορίσαμε μαζί

*

ΑΝΑΦΥΛΛΗΤΟ

Το φύλο της αναδεύτηκε
σαν αναφυλλητό
υψώθηκε ως τα μάτια μου
με φίλησε στο στόμα

η ηχηρή του αναπνοή
ξεπήδησε σαν δύτης
προβάλλοντας απ’ το νερό

ημερωμένη ύστερα
πέταξε ως τ’ αστέρια

*

ΜΕΣΗ ΛΥΣΗ

Σαν έπιασα στο χέρι το μολύβι
τα τιτιβίσματα καλοκαιριάτικων πουλιών
έψαλαν τη χαρά μου

Όμως η αποξένωση
από κρυφά κομμάτια του εαυτού μου
όρθωσε τείχος από θόρυβο
σαν πόλη πού γκρεμίζει ανελέητος σεισμός

Δεν μένει πια παρά να
πετάξω
στην τελική ευθεία του κινδύνου

αναζητώντας
τα στερνά μου απομεινάρια

αναχαιτίζοντας
την ιερή μανία τους
πού διαλύει τούς αρμούς
κάθε συνθετικής προσπάθειας
κάθε προσπάθειας μέσης λύσης

*

ΣΠΟΝΔΥΛΩΤΗ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ

Στην αδελφή μου Χριστίνα

Ταξίδεψα σέ
λιβυκή χώρα ηβική
με πρόδωσαν
οι γερανοί του Ιβύκου

Τί απομένει;

Τις πύλες τού Άδη να περάσω
την Ευρυδίκη για να βρω
κρατώντας λύρα
με λυρικά τραγούδια
να ξορκίσω
τον Κέρβερο, τούς φύλακες και τούς θεούς
του Κάτω Κόσμου
μα στην επιστροφή να μην κοιτάξω πίσω

Δικιά μου η Ευρυδίκη
για να μείνει

*

ΜΟΝΑΧΙΚΟΙ ΠΕΡΙΠΑΤΟΙ

Στην Κασσιανή Φελέκη

Μοναχικοί περίπατοι
στην παραλία των λέξεων

οι γλάροι πάνω από τη θάλασσα
κρωγμοί
λόγια ανείπωτα
πού έχουν έτσι μετεμψυχωθεί

κι άλλα πού έχουνε μεταναστεύσει
σέ κλίματα θερμά
σέ ξένους τόπους
απ’ οπού ο γυρισμός
είναι σαν χάντρα πού ακτινοβολεί
σαν δάκρυ
σαν διαμάντι

σαν πυρσός που σιγοκαίει
μα κινδυνεύει να φουντώσει
σαν χάδι
σα σιωπή

*Από το βιβλίο “Στον ύπνο της Αφροδίτης (1986-1990)”.

Richard Brautigan, Castle of the Snow Bride / Τὸ κά­στρο τῆς νύ­φης τοῦ χι­ο­νιοῦ

… ὅ,τι λεί­πει ἐ­δῶ εἶ­ναι πο­λὺ σπου­δαι­ό­τε­ρο ἀ­π’ ὅ,τι ἀ­κο­λου­θεῖ, δι­ό­τι αὐ­τὸ ποὺ ἀ­που­σιά­ζει εἶ­ναι τὸ φι­νά­λε μιᾶς ἰ­α­πω­νι­κῆς τσόν­τας μὲ τί­τλο Τὸ κά­στρο τῆς νύ­φης τοῦ χι­ο­νιοῦ. Ἡ ται­νί­α ἦ­ταν ἀ­πί­στευ­τα αἰ­σθη­σια­κή. Ἔ­πει­τα ἀ­π’ τὴν πα­ρα­κο­λού­θη­ση λί­γων μό­νο σκη­νῶν, ἡ στύ­ση μου ἔ­μοια­ζε μὲ τὴ στύ­ση ἐ­φή­βου. Ἦ­ταν φλο­γε­ρὴ καὶ ἀ­κα­νό­νι­στη, τρε­μό­παι­ζε ὅ­πως το­πί­ο στὴν καυ­τὴ ἔ­ρη­μο.
Οἱ ἠ­θο­ποι­οὶ στὴν ται­νί­α ἦ­ταν ἡ προ­σω­πο­ποί­η­ση τῆς ἀ­πό­λυ­της ὀ­μορ­φιᾶς, χά­ρης καὶ ἡ­δο­νῆς. Ἔ­κα­ναν πράγ­μα­τα ὁ­λο­έ­να πιὸ πο­λύ­πλο­κα, ὁ­λο­έ­να πιὸ εὐ­φάν­τα­στα.
Ἡ πί­ε­ση τῆς στύ­σης μου εἶ­χε φτά­σει στὸ ση­μεῖ­ο σχε­δὸν νὰ μὲ πε­τᾶ πρὸς τὰ πί­σω, κόν­τευ­α νὰ ἐ­κτο­ξευ­θῶ ἀ­π’ τὴ θέ­ση μου καὶ νὰ προ­σγει­ω­θῶ στὰ γό­να­τα τοῦ ἀν­θρώ­που ποὺ κα­θό­ταν πί­σω μου.
Τὸ κορ­μί μου παλ­λό­ταν ἀ­π’ τὸν ἴ­λιγ­γο τοῦ σὲξ σὰν δί­νη σὲ τρο­πι­κὴ θά­λασ­σα καὶ ὁ νοῦς μου πη­γαι­νο­ερ­χό­ταν σὰν τὸ χτύ­πη­μα πόρ­τας ποὺ δὲν στα­μα­τᾶ ν’ ἀ­νοι­γο­κλεί­νει.
Ἡ ται­νί­α προ­χω­ροῦ­σε ὅ­λο καὶ βα­θύ­τε­ρα σὲ πιὸ πε­ρί­τε­χνο καὶ φαν­τα­σμα­γο­ρι­κὸ σέξ, στὸ τα­ξί­δι αὐ­τὸ μὲ προ­ο­ρι­σμὸ τὴν πλέ­ον αἰ­σθη­σια­κὴ ἐμ­πει­ρί­α πού ’­χα δεῖ ἢ φαν­τα­στεῖ πο­τέ μου. Λί­γο ἀ­κό­μη καὶ ὅ­λη ἡ προ­η­γού­με­νη ἐμ­πει­ρί­α μου στὸ σὲξ θά ’­μοια­ζε λὲς κι εἶ­χα πε­ρά­σει ὅ­λη μου τὴ ζω­ὴ νὰ δου­λεύ­ω λο­γι­στὴς σὲ μι­κρὴ ἑ­ται­ρεί­α ποὺ φτιά­χνει τοῦ­βλα καὶ πον­τι­κο­πα­γί­δες σὲ μιὰ πό­λη τό­σο ζο­φε­ρὴ καὶ μο­νό­το­νη, ποὺ δὲν ἔ­χει κὰν ὄ­νο­μα. Οἱ ἄν­θρω­ποι ποὺ ζοῦν ἐ­κεῖ ὅ­λο τὸ ἀ­να­βάλ­λουν καὶ πά­νω ἀ­πὸ ἑ­κα­τὸ χρό­νια δὲν τὴν ὀ­νο­μα­τί­ζουν.
«Θὰ πρέ­πει νὰ ὀ­νο­μα­τί­σου­με τὴν πό­λη αὐ­τὴ τοῦ χρό­νου», ἔ­τσι κά­πως τὸ ἀν­τι­με­τω­πί­ζουν κι ἔ­τσι ἀ­κρι­βῶς θά ’­μοια­ζε ἡ σε­ξου­α­λι­κή μου ζω­ὴ συγ­κρι­νό­με­νη μὲ τὸ φι­νά­λε τῆς ται­νί­ας.
Εἶ­χαν μεί­νει ἐν­νέ­α λε­πτὰ γιὰ τὸ φι­νά­λε τῆς ται­νί­ας. Εἶ­χα συγ­κρα­τή­σει τὴν πλη­ρο­φο­ρί­α ἀ­π’ τὸ γκι­σέ. Ἡ ται­νί­α θὰ τε­λεί­ω­νε στὶς ἑ­φτὰ καὶ ἐν­νέ­α λε­πτὰ καὶ τὸ ρο­λό­ι τοῦ κι­νη­μα­το­γρά­φου ἔ­δει­χνε ἑ­φτὰ ἀ­κρι­βῶς. Σὲ λι­γό­τε­ρο ἀ­πὸ δέ­κα λε­πτὰ ἡ σε­ξου­α­λι­κή μου ζω­ὴ θὰ περ­νοῦ­σε στὴν ἀ­φά­νεια, θὰ γι­νό­ταν μου­σεια­κὸ εἶ­δος.
Οἱ ἐ­ρω­τι­κὲς πε­ρι­πτύ­ξεις τῶν γυ­ναι­κῶν μπρο­στὰ στὰ μά­τια μου ἄρ­χι­σαν τώ­ρα νὰ με­τα­τρέ­πουν τὰ κα­θί­σμα­τα τοῦ κι­νη­μα­το­γρά­φου σὲ ἀ­τμό. Ἦ­ταν ἐν­δι­α­φέ­ρου­σα καὶ εὐ­χά­ρι­στη ἐμ­πει­ρί­α νὰ νι­ώ­θω τὸ κά­θι­σμά μου νὰ ἐ­ξα­τμί­ζε­ται ἀ­π’ τὴν ἡ­δο­νή.
Τό­τε συ­νέ­βη κά­τι ποὺ μ’ ἔ­κα­νε νὰ ση­κω­θῶ καὶ νὰ βγῶ στὸ φουα­γιέ. Ἡ δου­λειὰ ἦ­ταν ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ ση­μαν­τι­κή. Ἔ­πρε­πε νὰ γί­νει. Δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ τὴν ἀ­πο­φύ­γω. Ἐ­κεῖ τα πράγ­μα­τα ἄρ­χι­σαν κά­πως νὰ πε­ρι­πλέ­κον­ται μὲς στὴν ἀ­σά­φειά τους.
Ἴ­σως ση­κώ­θη­κα νὰ πά­ρω ἀ­να­ψυ­κτι­κὸ θε­ω­ρών­τας πὼς ἔ­χω ἀρ­κε­τὸ χρό­νο νὰ τὸ κά­νω καὶ νὰ ἐ­πι­στρέ­ψω στὴν αἴ­θου­σα προ­τοῦ ἀρ­χί­σει ἡ τε­λευ­ταί­α ἐ­ρω­τι­κὴ σκη­νή, μπο­ρεῖ ὅ­μως καὶ κά­τι ἄλ­λο νὰ μὲ σή­κω­σε ἀ­π’ τὴ θέ­ση μου.
Μπο­ρεῖ νὰ θέ­λη­σα νὰ πά­ω στὴν του­α­λέ­τα ἢ νά ’­πρε­πε νὰ δώ­σω σὲ κά­ποι­ον ἕ­να πο­λὺ ση­μαν­τι­κὸ γράμ­μα κι εἴ­χα­με συμ­φω­νή­σει νὰ συ­ναν­τη­θοῦ­με στὸ φουα­γιὲ καὶ δὲν εἶ­χα ἰ­δέ­α πό­τε ξε­κι­νᾶ ἡ ται­νί­α ποὺ ἐ­πρό­κει­το νὰ μοῦ ἀ­πο­κα­λύ­ψει τὴν πιὸ θε­σπέ­σια ἐ­ρω­τι­κὴ σκη­νὴ ὅ­λων τῶν ἐ­πο­χῶν.
Τέ­λος πάν­των, ἔ­κα­να αὐ­τὸ πού ’­χα νὰ κά­νω στὸ φουα­γιὲ —ὅ,τι κι ἂν ἦ­ταν— κι ἔ­τρε­ξα μὲ φό­ρα στὴν αἴ­θου­σα γιὰ νὰ δῶ τὴν αὐ­λαί­α νὰ πέ­φτει στὸ τέ­λος τῆς ται­νί­ας μὲ τὸ μα­κρι­νὸ πλά­νο ἑ­νὸς κά­στρου τὴ δύ­ση πε­ρι­στοι­χι­σμέ­νου ἀ­πὸ κο­ρά­κια.
Τὰ φῶ­τα ἄ­να­ψαν γιὰ τὴν ἀ­νά­παυ­λα κι ἡ αἴ­θου­σα ἦ­ταν γε­μά­τη λι­πό­θυ­μους ἄν­τρες. Ὁ­ρι­σμέ­νοι ἦ­ταν σω­ρι­α­σμέ­νοι στοὺς δι­α­δρό­μους. Ὅ­λοι τους εἶ­χαν μιὰ ἔκ­φρα­ση εὐ­δαι­μο­νί­ας ζω­γρα­φι­σμέ­νη στὰ πρό­σω­πά τους, λὲς κι ὁ ἄγ­γε­λος τῆς ἡ­δο­νῆς τοὺς εἶ­χε ἀγ­γί­ξει ὅ­σο ἔ­κα­να ὅ,τι ἔ­κα­να.
Ἦ­ταν ἡ τε­λευ­ταί­α προ­βο­λὴ τῆς ται­νί­ας τὴ νύ­χτα ἐ­κεί­νη, εὐ­τυ­χῶς ὅ­μως τὸ ἔρ­γο θὰ παι­ζό­ταν ἄλ­λη μιὰ μέ­ρα. Πῆ­γα στὸ σπί­τι ἀ­πο­γο­η­τευ­μέ­νος ζών­τας τὴν κό­λα­ση ἐ­πὶ γῆς. Ἡ νύ­χτα κύ­λη­σε σὰν πα­γω­μέ­νο νε­ρὸ ποὺ πέ­φτει στα­γό­να-στα­γό­να σὲ μιὰ πυ­ρέσ­σου­σα στύ­ση ποὺ κρά­τη­σε ὅ­λο τὸ βρά­δυ στὸν ὕ­πνο μου, πα­γι­δεύ­ον­τάς με σ’ ἕ­να κα­θε­στὼς τρο­με­ροῦ πό­νου.
Ἡ πρώ­τη προ­βο­λὴ τοῦ Κά­στρου τῆς νύ­φης τοῦ χι­ο­νιοῦ ἦ­ταν προ­γραμ­μα­τι­σμέ­νη γιὰ τὸ με­ση­μέ­ρι στὶς δώ­δε­κα καὶ ἕ­να λε­πτό. Τὸ πρω­ῒ πέ­ρα­σε σὰν μα­ϊ­μοὺ ποὺ πα­λεύ­ει νὰ χο­ρέ­ψει στὸν πά­γο.
Ὅ­ταν πῆ­γα στὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο στὶς δώ­δε­κα πα­ρὰ τέ­ταρ­το, ὁ κι­νη­μα­το­γρά­φος εἶ­χε ἐ­ξα­φα­νι­στεῖ. Στὴ θέ­ση του ἦ­ταν ἕ­να μι­κρὸ πάρ­κο μὲ παι­διὰ ποὺ παί­ζουν καὶ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νους κα­θι­σμέ­νους σὲ παγ­κά­κια νὰ δι­α­βά­ζουν.
Ἐ­πι­χεί­ρη­σα νὰ ρω­τή­σω γιὰ τὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο, ὅ­μως κα­νεὶς ἐ­κεῖ δὲν μι­λοῦ­σε ἀγ­γλι­κά. Μό­λις βρέ­θη­κε ἐ­πι­τέ­λους κά­ποι­ος ποὺ γνώ­ρι­ζε ἀγ­γλι­κά, μοῦ ’­πε μὲ ὕ­φος ἀ­πο­λο­γη­τι­κὸ ὅ­τι εἶ­ναι ἕ­νας ἁ­πλὸς του­ρί­στας ἀ­π’ τὴν Ὀ­σά­κα, ἐ­πι­σκέ­πτε­ται πρώ­τη φο­ρὰ τὸ Τό­κιο καὶ δὲν ξέ­ρει τί­πο­τε γιὰ τὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο, ὅ­μως τὸ πάρ­κο εἶ­ναι πα­νέ­μορ­φο. Τοῦ ἄ­ρε­σε πο­λὺ πού ’­χε τό­σα δέν­τρα.
Ἀρ­γό­τε­ρα συ­νάν­τη­σα ἀν­θρώ­πους μὲ κα­λὴ γνώ­ση τοῦ ἰ­α­πω­νι­κοῦ κι­νη­μα­το­γρά­φου. Τοὺς ρώ­τη­σα γιὰ τὸ Κά­στρο τῆς νύ­φης τοῦ χι­ο­νιοῦ. Δὲν τὸ εἶ­χαν ξα­να­κού­σει πο­τέ τους καὶ μὲ ρώ­τη­σαν ἂν εἶ­μαι σί­γου­ρος γιὰ τὸν τί­τλο.
Ναί, ἤ­μουν σί­γου­ρος. Δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ὑ­πάρ­χει πα­ρὰ μό­νο ἕ­να Κά­στρο τῆς νύ­φης τοῦ χι­ο­νιοῦ. Δυ­στυ­χῶς δὲν μπό­ρε­σαν νὰ μὲ βο­η­θή­σουν. Ἰ­δοὺ λοι­πόν: Ὅ­λα εἶ­ναι ἐ­δῶ πέ­ρ’ ἀ­π’ αὐ­τὸ ποὺ λεί­πει.

*Πηγή: Richard Brautigan, The Tokyo-Montana Express, Λονδίνο, Picador (Pan Books), 1982 [πρώτη έκδοση: Νέα Υόρκη, Targ Editions, 1979].

**Ρί­τσαρντ Μπρό­τιγ­καν (Richard Brautigan) (1935, Τα­κό­μα – 1984, Σὰν Φραν­σί­σκο). Ἀ­με­ρι­κα­νὸς πε­ζο­γρά­φος καὶ ποι­η­τής. Τὸ ἔρ­γο του ἀ­πο­τε­λεῖ­ται ἀ­πὸ ἕν­τε­κα νου­βέ­λες, δέ­κα ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς καὶ μί­α συλ­λο­γὴ σύν­το­μων πε­ζο­γρα­φη­μά­των. Ἡ πρω­το­πρό­σω­πη ἀ­φή­γη­ση, τὸ παι­γνι­ῶ­δες καὶ γλυ­κό­πι­κρο ὕ­φος καὶ ἡ εὑ­ρη­μα­τι­κό­τη­τά του εἶ­ναι στοι­χεῖ­α ποὺ θὰ συ­ναν­τή­σει κα­νεὶς στὸ σύ­νο­λο τοῦ ἔρ­γου του. Ἔ­δω­σε ὁ ἴ­διος τέ­λος στὴ ζω­ή του.

***Μετάφραση ἀπό τὰ ἀγγλικά:
Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­τη­ς (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σει­ς καὶ ἀλ­λοῦ. Τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της, μὲ πρω­τό­τυ­πα κεί­με­να καὶ με­τα­φρά­σεις, τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μα­ς Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι. Πρῶ­το του βι­βλί­ο ἡ συλ­λο­γὴ μὲ μι­κρὰ πε­ζὰ Στιγ­μό­με­τρο (Σμί­λη, 2021).

****Από εδώ: https://bonsaistoriesflashfiction.wordpress.com/2023/09/03/richard-brautigan-to-kastro-tis-nyphis-tou-chioniou/#like-16230

Nicanor Parra, Σόλο πιάνου

Μια κι η ζωή δεν είναι άλλο από μια μακρινή πράξη,
Λίγος αφρός που γυαλίζει μέσα σ’ ένα ποτήρι·
Μια καν τα δέντρα δεν είναι άλλο από έπιπλα που κουνιούνται:
Δεν είναι άλλο από καρέκλες και τραπέζια σε συνεχή κίνηση·
Μια κι εμείς οι ίδιοι δεν είμαστε άλλο από όντα
(Όπως ο ίδιος ο θεός δεν είναι άλλο παρά θεός)
Μια και δε μιλάμε για να μας ακούσουν
Παρά για να μιλήσουν κι οι άλλοι
Κι ο ήχος έρχεται πριν από τις φωνές που τον παράγουν
Μια κι ούτε καν έχουμε την παρηγοριά ενός χάους
Στον κήπο που χασμουριέται και πλημμυρίζει αγέρα,
Ένα αίνιγμα που πρέπει να ξεδιαλύνουμε πριν πεθάνουμε
Για να μπορέσουμε να αναστηθούμε ήσυχα μετά
Όταν έχουμε χορτάσει τη γυναίκα·
Μια που υπάρχει και στην κόλαση ουρανός,
Επιτρέψτε μου να κάνω κι εγώ μερικά πράγματα:

Θέλω να κάνω φασαρία με τα πόδια μου
Θέλω η ψυχή μου να βρει το σώμα της.

*Από τη συλλογή “Ποιήματα και αντιποιήματα”, εκδ. Εκάτη, 2002.

**Μετάφραση: Ρήγας Καππάτος.

Κατερίνα Φλωρά, Από μακριά

Αναζητώντας τις διαφορές
διαβαίνουμε εδώ και κει
με την προσμονή κάτι να αντικρύσουμε
που εντύπωση θα κάνει
Μοναδικό σπάνιο συναρπαστικό

Όμοιες οι ανάγκες των ανθρώπων
Απ’ άκρη σ’ άκρη
όσο μακριά κι αν φτάσουμε
Οι αποστάσεις τους ανθρώπους δεν αφορούν
μα τις συνθήκες· καταστάσεις που απομακρύνουν
και αποχρωματίζουν τον βαθύ πυρήνα της ύπαρξης

Charles Bukowski, Δύο ποιήματα

ΔΕΝ ΜΠΟΡΩ Ν’ ΑΝΤΕΞΩ ΤΑ ΔΑΚΡΥΑ

μαζεύτηκαν μερικές εκατοντάδες χαζών
γύρω απ’ τη χήνα που ‘σπασε το πόδι της
προσπαθώντας ν΄ αποφασίσουν
τι να κάνουν
όταν έφτασε ο φύλακας
και τράβηξε το κανόνι του
και το ζήτημα τέλειωσε
εκτός για μια γυναίκα
που βγήκε τρέχοντας από μια καλύβα
φωνάζοντας πως θα σκότωσε το ζωάκι της
όμως ο φύλακας χάιδεψε τον τελαμώνα του
και τής είπε
φίλα τον πισινό μου,
Πήγαινέ την στον πρόεδρο·
το πουλί έκλαιγε
κι εγώ δεν μπορώ ν’ αντέξω τα δάκρυα.
δίπλωσα τον καμβά μου
και προχώρησα παρακάτω:
Οι μπάσταρδοι είχαν καταστρέψει
το τοπίο μου,

*

ΑΓΑΠΗ ΚΑΙ ΦΗΜΗ ΚΑΙ ΘΑΝΑΤΟΣ

Κάθεται έξω απ΄ το παράθυρό μου τώρα
σαν μια γριά που πάει για ψώνια·
κάθεται και με κοιτά,
ιδρώνει νευρικά
μέσ’ από καλώδιο και καταχνιά και σκύλου γαύγισμα
ώσπου ξαφνικά
βροντώ την οθόνη με μια εφημερίδα
όπως χαστουκίζεις μια μύγα
και θα μπορούσες ν’ ακούσεις την κραυγή
πάνω από τούτη την άχαρη πόλη,
κι έπειτα έφυγε.

Ο τρόπος για να τελειώσεις ένα ποίημα
σαν κι αυτό
είναι να γίνεις άξαφνα ήσυχος.

*Από το βιβλίο “Μπουκόφσκι Επιλογή από το έργο του”, Εκδόσεις Μικρή Εγνατία, Θεσσαλονίκη 1980.

**Μετάφραση: Αλέξης Τραϊανός.

Κώστας Κουκούλης (1955-2021), Ποιήματα

ΜΟΥ ΑΡΕΣΟΥΝ τα βουνά επειδή διαρκούν
αγαπώ τις θάλασσες γιατί μου μιλάνε»
και αν λατρεύω τον ουρανό
είναι που κάνει τη γη αισθητότερη.

*

α΄
Τόσες ιδέες
κι ούτε ένα όραμα
τόσοι στίχοι
κι ούτ’ ένα ποίημα.
και ν’ απομένεις
τόσες νύχτες
μες στη βαθύκολπη μοναξιά
μιλώντας πάντα
με ένα φεγγάρι παραπανίσιο.

*

στ΄
Την ώρα που τα περίπτερα αλαφρώνουν
από τις ειδήσεις της μέρας
στους δρόμους της πόλη καλπάζει
μια καθαρόαιμη νύχτα.
Μόνο τα αγάλματα την ακούν.

*

Α, ΠΟΛΙΤΕΙΑ
νόμιζα
όλα του ύπνου σου τα μυστικά
τα έχω μες στην τσέπη
και να που τώρα εδώ
αμήχανος στέκομαι
μια σκιά στην κλίση των κτιρίων
μία φωνή που πνίγεται
μέσα σε τρόπους δοκιμασμένους.
(Αν και υπάρχει πάντα δυνατότητα
για ένα νέο ποίημα
που θα αναπτύσσεται εντελώς και πρωτότυπα
σε chamois mat των εκατό γραμμαρίων)

*

ΔΕΝ ΘΑ ΓΕΡΑΣΕΙΣ ποτέ, σου έλεγα,
γιατί μετράς τα χρόνια σου μ’ αστέρια
και πως θα επιμένω να χαϊδεύω τα μαλλιά σου
που πάντα κάτι έχουνε να πουν του ανέμου.
Πού σε είδα τελευταία φορά;
Ήταν γκρίζα εποχή, ασπρόμαυρη μέρα
τα σύννεφα είχαν αποθέσει τη βροχή
ζεστή στις όψεις των κτιρίων – κι εγώ
μέσα στην μοναξιά την πολυώροφη
σε κοιτούσα σα να ‘χ’ απέναντι μου περιστέρια.
Τι ήταν που άκουσες και αυτά ταράχτηκαν
τι είδες
και μες στους ατμούς που ανάδιναν τα σώματα
τα λίγα φώτα σώπασαν
τι ευχήθηκες και τα οδόσημα άλλαξαν
για να σε ψάχνω
διαβαίνοντας από το σήμερα στο χτες
να ανεμίζεις των ηλικιών σου τα λάβαρα;
Τι; κι εγώ, εντός μου
διπλωνόμουν
χανόμουν
βυθιζόμουν
σαν σ’ ένα λογοπαίγνιο
με έλικες και κάλυκες –

*Από τη συλλογή, “Ειδωλοσκόπιο”, 1999.

Wole Soyinka, Εποχή

Η σκουριά είναι ωριμότητα, η σκουριά
Και το φθαρμένο φτερό του καλαμποκιού·
Η γύρη είναι ο πλεγμένος καιρός όταν τα χελιδόνια
Υφαίνουν κάποιο χορό
Φτερωμένων βελών
Νήμα από κοτσάνια καλαμποκιού στις φτερωτές
Λουρίδες του φωτός. Και μεις αρέσαμε να ακούμε
Τις κολλημένες φράσεις τ’ ανέμου, ν΄ ακούμε
Τις λίμες στο χωράφι, όπου τα φύλλα του καλαμποκιού
Τρυπούν σα φέτες του μπαμπού.

Τώρα είμαστε αποθηκάριοι,
Προσμένοντας σκουριά στους θήσσανους, τραβούμε
Λιγνές σκιές απ΄το σούρουπο, πλέκουμε
Ξερές αχυρένιες στέγες στον καπνό του ξύλου. Φορτωμένα κοτσάνια
Ιππεύουν την παρακμή του σπέρματος – περιμένουμε
Την υπόσχεση της σκουριάς.

*Ο Wole Soyinka (γεν. 1935) είναι ποιητής από τη Νιγηρία. Το ποίημα περιλαμβάνεται στο βιβλίο “Ανθολογία νέγρων ποιητών”, Εκδόσεις Εγνατία, Θεσσαλονίκη 1969.
**Μετάφραση Αλέξης Τραϊανός.

Philip Lamantia, Ζώο παγιδευμένο στη δική του ονειροπόληση

Αναπνέει μέσα από τις πληγές του.
Τα βότανα που θα το γιάτρευαν σαπίζουν στον λαβύρινθο της φοβερής του πατούσας.
Ο ήλιος στέλνει ιαματικά ρεύματα στο ασταθές νησί κάτω από το βυθισμένο του δόντι.
Με αχάτες βροχής, ο σιβυλλικός κήπος (από τα λουλούδια ξεστομίζονται χρησμοί) συλλαμβάνει δηλητηριώδη αεριούχα ύδατα
που ταξιδεύουν στις φλέβες της γης.
Το ζώο, σαν σκοτεινιάζει το φως με μια σφαίρα του δικού αίματος,
διαβάζει στα τηλεοπτικά φύλλα:
-ΠΑΡΟΞΥΣΜΟΙ ΤΡΟΜΩΝ ΤΟΥ ΥΠΝΟΥ-
-ΕΞΟΔΟΣ ΑΠΟ ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ-
…και το χλοερό στόμα σχίζεται και ανοίγει υπογείως.

*Από το βιβλίο “Τα οράματα μιας απίθανης γενιάς – Στοιχεία για την beat generation”, Εκδίσεις Κέδρος, 2010.
**Επιλογή, μετάφραση, εισαγωγή, κείμενα: Γιάννης Λειβαδάς.