Νίκος Καρούζος, Σχέδιο γιὰ τὸ μέλλον τοῦ οὐρανοῦ

Οὐρανὲ ὁλόκληρε ἀνοίγει τὸ ἄνθος
τῆς φωνῆς μου ψηλὰ
ἔφυγαν ὅλα τὰ πουλιά μου τὸν χειμώνα
δὲν προσμένω σ᾿ αὐτοὺς τοὺς τόπους ἐλευθερώνω
ἀγγίζοντας ἔρημος τὸ γερασμένο τοῖχο τῆς βροχῆς
κι ὅπως ἔρχεται ἀπ᾿ τὴν αὔριο
μὲ τὸ φάσμα τοῦ τρόμου διασταυρώνομαι πάλι.
Λὲν εἶναι, πιὰ ἡ Ἄνοιξη
δὲν εἶναι καλοκαίρι μὰ ἐγὼ
ἂς ἀνοίξω τὸ βῆμα κ᾿ ἐδῶ λησμονημένος
νὰ δείξω τὴν αἰωνιότητα.
Ἔχω ἄλλωστε τὰ φτερὰ ταξιδεύω
πάνω ἀπ᾿ τὰ γλυκύτερα
βάσανα τοῦ καλοκαιριοῦ τὴν ὀμορφιὰ τοῦ ἔαρος.
Ἀκούω τοὺς ἤχους τῶν τύμπανών σου Μελλοντικὲ
ὅμως λυτρώσου ἀπὸ μᾶς
πίσω δὲν πάει ὁ καιρὸς μονάχα σέβεται
τὸ κορμὶ μὲ τ᾿ ἄνθη του
ἰδοὺ λοιπὸν γιατὶ τὸ συντρίβει.
Λησμόνησέ μας.
Ἀκούω τὴ χαρά σου πολιτεία τοῦ θεοῦ ὑπάρχεις
ἀλήθεια καὶ δρόμος ἀργυρόχρωμα
κλαδιὰ κάτω ἀπ᾿ τὴ σελήνη
ἡ μυρωμένη ἡ πορτοκαλιὰ τὸ ρόδι
εὐτυχισμένο λάλημα τοῦ πετεινοῦ.
Ὅταν λαλεῖ ὁ πετεινὸς πῶς σχίζει τὴν καρδιά μου
τί ἐρημιὰ διαλαλεῖ στὸ σάπιο μεσημέρι.
Ἀπὸ χειμώνα σὲ αἰσθάνομαι πολιτεία τοῦ ἔρωτα
ὁ ἥλιος ἀνατέλλει καὶ τοὺς πεθαμένους ἴσκιους
ἕνα φῶς πανάρχαιο σάβανο τυλίγει δένοντας
σὲ λάμψεις τὴ μουσική μου.
Μεγάλη ἡ νύχτα κ᾿ ἡ ποίηση
τόσο χαμηλὴ γιὰ τοὺς ἀναγκασμένους.
Χιλιάδες πόλεμοι συμβαίνουν στὸ κορμί μου.
Ποῦ εἶναι τὰ χρόνια τῶν ὑακίνθων…
Ὁ ἥλιος σου μάτωνε τὰ γόνατα κ᾿ οἱ ἄνθρωποι
φαίνονταν εὐεξήγητοι
σὰν τὰ φυτὰ τὴ βροχὴ τὸν οὐρανό!
Καὶ τώρα νὰ ἡ μοίρα σου
στὴν πόλη μέσα τὴ φρικτὴ
μ᾿ ἐνάντιο σπίτι ἐναντίον ἄνεμο.
Ἔρημος τώρα ὁ βράχος τῆς ἀγάπης —
μὴ μὲ λησμονήσεις
πάνω του στὰ βραδινὰ πετρώματα
μὲ τὸ φεγγάρι καθαρὸ πουκάμισο.
Μὴ μὲ λησμονήσεις βαθύτατε ἀέρα.
Τὴ νύχτ᾿ ἀναστενάζουμε.
Γλυκύτατη σελήνη φωτίζει τὰ πεῦκα μου
ἔχει περάσει πιὰ τὸ μεσονύχτι
κ᾿ ἐγὼ στρέφομαι στὴν πικρὴ κλίνη
εἶμ᾿ ἕνας ἔρημος μὲ δάφνες ἕνας μοναχικὸς
ποὺ χάθηκε στοὺς κρυστάλλινους μακρινοὺς ἤχους.
Τῆς καρδιᾶς μου τὰ πικρὰ καὶ μαῦρα φύλλα
πνοὴ ποὺ νὰ ῾βγεῖ ἀπ᾿ τὸν εὐλογημένο ἐντός μου
δὲν τὰ κίνησε. Τώρα σὲ δίνες
ἔχω χαθεῖ κάποτε ὑπῆρξα.
ὁ ἄγγελος τῶν ὁρατῶν ὅπως ἀγάπησε βαθιά.
Σὲ ἀκούω Ἐκτυφλωτικέ –
πῶς ἔρχεται ἡ φωνή σου ἀπ᾿ τὸν ὕπαιθρο
ἦχοι μου ταπεινοὶ πλαγιαύλων
ὑπάρχω κι ἀκούω τὸ ἐλεγεῖο.
Ἐγὼ τότε τραγουδοῦσα:
Ἔρωτα μὲ κατοίκησες πολὺ
φύγε ἀπ᾿ αὐτὸ τὸ σπίτι.
Δὲν ἔχει οὔτ᾿ ἕνα παράθυρο νὰ βγεῖ.
στὰ δέντρα ἡ ἐρημιά μου
σκόνες μονάχα καὶ σύνεργα τῆς ψυχῆς.
Οἱ ἅγιες εἰκόνες δὲν ὑπάρχουν
ἔρωτα μὴ σημαίνεις-πιά.
Πρέπει ν᾿ ἀρχίσω ἀπ᾿ τὴ λησμονιά.
Μὴ δείχνεις – εἶμαι ὁ ἀνώφελος τὸ ξέρω
σῶμα γιὰ θάνατο καὶ θάνατο
ποὺ ἐλπίζει σ᾿ ἕνα φύλλο δέντρου.
Ἡ φωνή μου λυγίζει.
Ἀλλὰ δὲν παραδίδομαι ἀντίκρυ
σ᾿ αὐτὴ τὴ δύση τρομαγμένος
ἐγὼ μὲ ὅλο τὸ αἷμα μου
ἔτσι ὅπως πόνεσα στοὺς δρόμους ἀτελείωτα
μὲ τόσο σπαραγμὸ στὰ σύνορά μου.
Ὁ οὐρανὸς εἶναι στὸν βαθυκύανο χειμώνα.
Τὸ φῶς φωνάζει μὲ τὸν κεραυνό.
Νὰ μὲ σώσουν τὰ ὄνειρα ἢ νὰ μὲ συντρίψουν
-ἕνα τ᾿ ὀνομάζω.

Πιέρ Πάολο Παζολίνι, Κι όσο για το μέλλον

Κι όσο για το μέλλον, άκου:
Οι γιοι σου οι φασίστες
Θ’ απλώσουνε πανιά
Για τους κόσμους της Νέας Προϊστορίας.
Εγώ θα στέκομαι εκεί,
Σαν κάποιος που ονειρεύεται το χαμό του
Στις όχθες της θάλασσας
Απ’ όπου ξεκινά η ζωή.
Μόνος, ή σχεδόν μόνος, στην παλιά παραλία
Ανάμεσα σε χαλάσματα αρχαίων κοινωνιών,
Τη Ραβέννα
Την Όστια, ή την Βομβάη – είναι το ίδιο –
Με θεούς που ξεφλουδίζουν, προβλήματα παλιά
Όπως η πάλη των τάξεων –
Που
Διαλύονται…
Σαν ένας παρτιζάνος
Που πέθανε πριν το Μάη του ‘45
Θ’ αρχίσω σιγά σιγά ν’ αποσυντίθεμαι
Μέσα στο εκτυφλωτικό φως αυτής της θάλασσας,
Ποιητής και πολίτης ξεχασμένος

Ο επαναπροσδιορισμός του πολιτικού

(αφιέρωμα σε επιμέλεια Β. Λαμπρόπουλου: Εξέγερση: Η ρήξη με την παράδοση και η σύγκρουση με την εξουσία, Έδρα Κ. Π. Καβάφη του Πανεπιστημίου του Μίσιγκαν)

Θα ήθελα να εστιάσω στο φύλο και την σεξουαλικότητα, την πολιτική τους διάσταση και την εξεγερσιακή τους δυναμική στη λογοτεχνία.

Το πολιτικό στη νέα ελληνική λογοτεχνία και κριτική ορίζεται με έναν ανδροκεντρικό (ετεροκανονικό και ετερόφυλο) τρόπο και είτε προωθεί την ιδέα του έθνους (βλ. γενιά του ’30) είτε αφορά μία πολιτική (αριστερή) ιδεολογία (η αντίληψη του πολιτικού είναι ανδροκεντρική στο βαθμό που δεν αναγνωρίζει ότι βαραίνουν διαφορετικά σε άνδρες, γυναίκες, λοάτκι, ανάπηρα, ξένα άτομα τόσο η τάξη όσο και το έθνος και ότι οι ίδιοι οι καταπιεστικοί μηχανισμοί της οικονομίας είναι έμφυλοι).

Στην πρώτη μεταπολεμική γενιά, για παράδειγμα, πολιτική, με την έννοια της εξέγερσης, ήταν η ποίηση που γραφόταν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, ενώ στο τέλος της πρώτης και στα πρώτα χρόνια της δεύτερης δεκαετίας του 21ου αιώνα η τοποθέτηση απέναντι στην οικονομική κρίση και το μεταναστευτικό.

Από την άλλη πλευρά, εκ των υστέρων διαβάζοντας τη μεταπολεμική λογοτεχνία, η πιο εσωστρεφής ποίηση της περιόδου μπορεί να θεωρηθεί εξεγερσιακή σε σχέση με τη στρατευμένη η οποία αφενός υπήρξε ο κανόνας και αφετέρου, ενδεχομένως λόγω της στράτευσής της, να χάνει ένα μέρος της ελευθερίας της.

Σε κάθε περίπτωση, το φύλο και η σεξουαλικότητα θεωρούνταν ιδιωτικά ζητήματα και δεν πριμοδοτήθηκαν από τη νεοελληνική κριτική. Αντίθετα, φαίνεται ότι η λογοτεχνία που τα έχει στο κέντρο της θεωρείται ήσσονος σημασίας, όχι σπάνια ναρκισιστική, γυναικεία και ακίνδυνη. Ο χαρακτηρισμός «γυναικεία γραφή» δεν θεωρείται κολακευτικός ούτε άλλωστε και ο προσδιορισμός «ομοφυλόφιλη». Το επιχείρημα ότι η γυναικεία και ομοφυλόφιλη γραφή στερούνται καθολικότητας και για αυτό δεν προωθούνται είναι ένα πρόσχημα που αποκρύπτει το γεγονός ότι πίσω από την καθολικότητα βρίσκεται η αντρική, ετερόφυλη, της μέσης τάξης αντίληψη της
λογοτεχνίας.

Εξεγερσιακές δυνατότητες μπορεί να έχει ένα έργο το οποίο αφενός αποδομεί αυτή την υποτιθέμενη καθολικότητα και αφετέρου δομεί κάτι νέο από τη θέση από την οποία γράφεται. Η αναπολογητική κατάθεση του γυναικείου/λοάτκι βιώματος, η ανάδειξη των έμφυλων προνομίων, καταπιέσεων και ρόλων, η ανάδειξη άλλων σεξουαλικοτήτων και σωμάτων (π.χ. ανάπηρων, σωμάτων με κάποια διαταραχή) έχουν εξεγερσιακή δυναμική.

Στο επίπεδο της γλώσσας, εξεγερσιακή μπορεί να είναι η επιλογή της μονοσημίας/κυριολεξίας ως άρνησης από την πλευρά μιας ποιήτριας να διαμεσολαβήσουν ανάμεσα στα ποιήματά της και τους αναγνώστες στρέητ άντρες κριτικοί και να της επιβάλλουν προθέσεις και ερμηνείες «καθολικές». Η άρνηση, με άλλα λόγια, του «θανάτου του συγγραφέα» από την πλευρά της γυναίκας συγγραφέως έχει τη σημασία της όταν βλέπεται ως άρνηση να παραδώσει τη φωνή της και σχετίζεται με αυτό που η Γουλφ ονόμασε «θανάτωση του αγγέλου του σπιτιού», την άρνηση, δηλαδή, να προσπαθήσεις να γίνεις αρεστή.

Αναγνωρίζοντας την πολιτική διάσταση του ιδιωτικού, αφενός επαναπροσδιορίζεται το πρώτο και διευρύνεται (αφού δεν είναι ότι όλα έχουν ήδη ειπωθεί και η ανοικείωση έρχεται αποκλειστικά μέσω της γλώσσας και της μορφής αλλά μάλλον ότι υπάρχουν αναπαραστάσεις και ιδεολογίες που μπορούν, συνδυαστικά με την ανοικειωτική χρήση της γλώσσας, καθώς αποδομούνται, να ανανεώσουν τη γραφή) και αφετέρου το δεύτερο απενοχοποιείται. Λογοτεχνία και ζωή, έτσι, προκαλούν και μεταμορφώνουν η μία την άλλη.

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη σελίδα της Noa Tinsel στο Facebook.

Γρηγόρης Σακαλής, Κωμωδία

Έργο του Νίκου Δεληγιάννη

Σ΄αυτή την ταραγμένη εποχή
που η ελευθερία
βάλλεται από παντού
αφουγκραζόμαστε
την ανάσα της κοινωνίας
ψάχνουμε ιδέες
να βρει, να εκφραστεί
η επόμενη γενιά
είναι δύσκολη περίοδος
για όλους
μα πιο πολύ
για τη νέα γενιά
που ανάλγητες κυβερνήσεις
αδιαφορούν για το μέλλον της
και φροντίζουν μόνο
για τους μεγάλους και τρανούς
σ΄ένα παιχνίδι
που η αστική δημοκρατία
κατάντησε κωμωδία.

Νίκος Εγγονόπουλος, Ύμνος δοξαστικός για τις γυναίκες π’ αγαπούμε

Έργο Νίκου Εγγονόπουλου

είν’ οι γυναίκες π’ αγαπούμε δάση
το κάθε δέντρο τους είν’ κι’ένα μήνυμα του πάθους
σαν μεσ’ σ’ αυτά τα δάση
μας πλανέψουνε
τα βήματά μας
και χαθούμε
τότες είν’
ακριβώς
που βρίσκουμε τον εαυτόνε μας
και ζούμε
κι’όσο από μακρυά ακούμε νάρχωνται οι μπόρες
ή και μας φέρνει
ο άνεμος
τις μουσικές και τους θορύβους
της γιορτής
ή τις φλογέρες του κινδύνου
τίποτε – φυσικά – δεν μπορεί πια να μας φοβίση
ως οι πυκνές οι φυλλωσιές
ασφαλώς μας προστατεύουν
μια που οι γυναίκες π’αγαπούμε είναι σα δάση.
είν’ οι γυναίκες π’αγαπούμε σαν λιμάνια
(μόνος σκοπός
προορισμός
των ωραίων καραβιών μας)
τα μάτια τους
είν’ οι κυματοθραύστες
οι ώμοι τους είν’ ο σηματοφόρος
της χαράς
οι μηροί τους
σειρά αμφορείς στις προκυμαίες
τα πόδια τους
οι στοργικοί
μας
φάροι
– Οι νοσταλγοί τις ονομάζουν Κ α τ ε ρ ί ν α–
είναι τα κύματά τους
οι υπέροχες θωπείες
οι Σειρήνες τους δεν μας γελούν
μόνε
μας
δείχνουνε το δρόμο
– φιλικές –
προς τα λιμάνια: τις γυναίκες π’αγαπούμε
έχουνε οι γυναίκες π’αγαπούμε θεία την ουσία
κι’ όταν σφιχτά στην αγκαλιά μας
τις κρατούμε
με τους θεούς κι εμείς γινόμαστ’ όμοιοι
στηνόμαστε ορθοί σαν άγριοι πύργοι
τίποτε δεν είν’ πια δυνατό να μας κλονίση
με τα λευκά τους χέρια
αυτές
γύρω μας γαντζώνουν
κι’ έρχονται όλοι οι λαοί
τα έθνη
και μας προσκυνούνε
φωνάζουν
αθάνατο
στους αιώνες
τ’ όνομά μας
γιατί οι γυναίκες π’αγαπούμε
την μεταδίνουν
και σ’ εμάς
αυτή
τη θεία τους
ουσία

Γιάννης Καρατζόγλου, Επίλογος στο καλοκαίρι

Φυσάει βαρδάρης γέρνει τη φωνή σου
θρυμματισμένη μνήμη στην πόλη που αγαπήσαμε
κουβέντες καθημερινές χαμόγελα αφές
από τετραγωνικά εκατοστά του δέρματός σου
φυσάει αέρας και σκορπίζει τη ματιά σου
μέσα τη μνήμη- ό,τι σου ‘δωσα και πήρα- μόνο
η καταχώρηση στο ημερολόγιο νωπή σχεδόν γραφή
κι αυτή θ’ αρχίσει λίγο-λίγο να ξεθωριάζει

*«Ποιητές της Θεσσαλονίκης» και από εδώ: https://christinehag.wordpress.com/2023/09/26/epilogos-sto-kalokairi/#like-5356

Diane Di Prima, Τραγούδι για το αγέννητο μωρό

Μικρό μου
σαν έρθεις
θα βρεις
εδώ μια ποιήτρια
όχι ακριβώς αυτό που
θα μπορούσες να διαλέξεις.

Δεν υπόσχομαι
πως ποτέ δε θα πεινάσεις
ή, πως δε θα στεναχωρηθείς
σ’ αυτή την ξεκοιλιασμένη
διαλυμένη
υδρόγειο

μα μπορώ να σου δείξω
μικρό μου
αρκετά πράγματα για ν΄ αγαπήσεις
και να ραγίσει η καρδιά σου
για πάντα.

Φαίδων ο Πολίτης, Δύο ποιήματα

ΕΡΓΑΤΙΚΟ

Το βίδωμα τέλειωσε
Ρουφήξαμε τσιγάρο
Ήπιαμε καφέ
Σκουπίσαμε τον τίμιο ιδρώτα

Ντυθήκαμε

Κι ύστερα τραβήξαμε
Προς τα σπίτια
Των ορθοδόξων οικογενειών μας

Σιγά
Με διστακτικά
Κουρασμένα βήματα
Με μισόκλειστα
Μάτια
Τραβήξαμε

Μάιος 1955

*

ΤΥΦΛΟΙ ΚΡΟΚΟΔΕΙΛΟΙ

Επειδή δεν μας έμεινε
Σχεδόν καθόλου αναπνοή
Επειδή βουβοί λυγμοί μάς ξεχειλίζουν
Επειδή το μένος μας βρίσκεται
Κάτω από την επιφάνεια
Και μάλλον εκεί θα μείνει

Πρέπει να παραιτηθούμε
Του δικαιώματος των στεναγμών
Εμείς οι τυφλοί κροκόδειλοι της γενιάς μας

1959

*Από τη συλλογή «Κασσάνδρες και τυφλοί κροκόδειλοι» (1961).

**Φαίδων ο Πολίτης: Λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Φαίδωνα Ιωαννίδη. Γεννήθηκε το 1928 στην Κωνσταντινούπολη. Μαζί με την πατρική του οικογένεια εγκαταστάθηκε από πολύ μικρός στη Θεσσαλονίκη, όπου και έζησε. Σπούδασε αγγλική γλώσσα και φιλολογία στην Αγγλία και στο Λος Άντζελες της Αμερικής. Πέθανε από καρδιακό νόσημα το 1986.
Ποιητικές συλλογές:
«Σαχάρα – In Memoriam», 1951
«Ersatz?», 1953
«Adios», 1953
«Κασσάνδρες και τυφλοί κροκόδειλοι», 1961
«Φαίδων ο Πολίτης, Ποιήματα» (εισαγωγή & επιλογή Ντίνου Χριστιανόπουλου), εκδ. Διαγωνίου, Θεσσαλονίκη, 1988

***Τα ποιήματα και τα βιογραφικά στοιχεία είναι από εδώ: https://www.translatum.gr/forum/index.php?topic=11780.msg152780#msg152780

Νίκη Χαλκιαδάκη, Ξύλο που δεν σαπίζει 

Όταν φτάσαμε στο βου και ήρθε η σειρά μου είπα βάλανος
με χαστούκισες γιατί ήσουν δάσκαλος
είχες περάσει τις εξετάσεις σου τις παιδαγωγικές
μα εγώ ήμουν παιδί και εκείνη τη Δευτέρα το ομολογώ πως είχα πιει
Μπορούσα να πω ότι εννοούσα βελανίδι ή να περιμένω το δέλτα
να πω δρυς να μου βάλεις άλφα
δεν ήθελα όμως βελανίδι, καρπό, φυτό δικοτυλήδονο
το ζωγράφισα κιόλας στον τοίχο του σχολείου
αυτό -το παραδέχομαι- έκανε τα πράγματα κάπως χειρότερα
Ρώτα με τώρα αν θες και εγώ μπροστά σε όλους θα πω
βιβλίο, βάτραχος, βουνό ή βόστρυχος
μόνο μην αλλάξουμε γράμμα και γίνει καμία παρεξήγηση
Πόσο να κρατηθώ και εγώ από λέξεις που δεν με κινδυνεύουν

*Από τη συλλογή μικρές κανίβαλες, εκδ. Μανδραγόρας, 2022.

Ιφιγένεια Σιαφάκα, Μονοσάνδαλος

Ο θόρυβος μιας μικρής πυγολαμπίδας
το σώμα στην αποσύνθεση αναδεύει
Από έλλειψη πίστης στην απώλεια
ίσως από υπερβολική ελπίδα
στην επιστροφή του απωθημένου
την κάσα κουβαλάει μονοσάνδαλος
Εκλιπαρεί για το άλλο του σανδάλι
Να βρει γυαλιά, καθρέφτες και νυστέρια
π’ αστράφτουνε μονάχα σκάβει

Πώς ακονίζουνε τις γάγγραινες θυμάται

*Από τη συλλογή “Σκαντζόχοιρος με παπιγιόν”, εκδ. Σμίλη, 2019.