Cesare Pavese, Αδιαφορία

Άνθησε αυτό το μίσος σαν ένας λαμπρός έρωτας
οδυνηρός, και αναστοχάζεται με λαχτάρα.
Ζητά ένα πρόσωπο και μια σάρκα, σαν να ήταν ένας έρωτας.

Είναι νεκρές η σάρκα του κόσμου και οι φωνές
που ακούγονταν, ένα τρέμουλο άδραξε τα
πράγματα∙ oλόκληρη η ζωή κρεμάστηκε από μια φωνή.
Κάτω από μια πικρή έκσταση περνούν οι ημέρες
στο θλιμμένο χάδι της φωνής που γυρίζει
ξεβάφοντας το πρόσωπο. Όχι χωρίς γλύκα
αυτή η φωνή της θύμησης ακούγεται αλύπητη και τρεμάμενη: κάποτε έτρεμε για μας.

Αλλά η σάρκα δεν τρέμει. Μόνο ένας έρωτας
θα μπορούσε να την ανάψει, και αυτό το μίσος τον γυρεύει.
Όλα μα όλα τα πράγματα και η σάρκα του κόσμου
και οι φωνές, δεν αξίζουν το καυτό χάδι
εκείνου του σώματος και αυτά τα μάτια. Μέσα στην πικρή έκσταση που αυτοκαταστρέφεται, αυτό το μίσος ξαναβρίσκει
κάθε μέρα ένα βλέμμα, μια σπασμένη λέξη,
και γαντζώνεται επάνω τους, αχόρταγο, σαν να ήταν έρωτας.

Sandro Penna, Μικρά ποιήματα

Μακριά στο παλιό προάστιο
δεν υπάρχει μελαγχολία.
Εκεί ζουν τα κουρέλια, μια ζωή ευγενική
χρυσωμένη απ’ τον ήλιο. Κι ας είναι έτσι.

*

Με χτύπησαν. Μόνο σ’ εσένα, νεαρέ
θα μπορούσα να πω ότι καμία, καμιά σημασία δεν έχει.

Αλλά το λέω σε μια αντανάκλαση φωτός
που μ’ ακολουθεί, μ’ ακολουθεί στο πεθαμένο νερό.

*

Ας πήγαινα κι εγώ σαν κουρελής. Ας ήμουν
κι εγώ είκοσι χρονών. Ας ήμουν
γλυκός όπως εσύ…

*

Η θάλασσα είναι όλη γαλανή.
Η θάλασσα είναι πέρα για πέρα ήρεμη.
Στην καρδιά, τώρα πια, είναι μια κραυγή
χαράς. Κι όλα είναι ήρεμα.

*

Υπάρχει ακόμα στον κόσμο ομορφιά;
Ω, δεν εννοώ τα ωραία χαρακτηριστικά.
Αλλά τον νεαρό εκείνο στο σταθμό γεμάτο από έξαψη
με τα μάτια στραμμένα σε μακρινές ακτές.

*

Βασανισμένος απ’ τη ζωή
ζω μέσα της μακάριος και διαλυμένος.
Τον πόνο της αγάπης μου αποδέχομαι
περισσότερο απ’ το να γιατρέψω την πληγή.

*

Μόνο του στην κλειστή λίμνη, χωρίς άνεμο
το καράβι μου ταξιδεύει, διαρκώς στο τώρα.
Ασάλευτα τα λουλούδια κάτω απ’ τις γέφυρες. Νιώθω
τη θλίψη μου να φουντώνει πάλι.

*

Χαρούμενο ήταν το σπίτι μου σήμερα.
Σκυλιά νεαρά και όμορφα το κατέλαβαν.
Τα έκαναν όλα άνω-κάτω
κι άφησαν πίσω τους την πιο όμορφη εικόνα.

*

Στη βαθιά νύχτα
σβήνουν τ’ αστέρια.
Θλίψη με πλημμυρίζει:
μια αγάπη για όμορφα πράγματα.

*

Η βενετσιάνικη πλατειούλα
παλιά και μελαγχολική, δέχεται
τη μυρωδιά της θάλασσας. Και πτήσεις
περιστεριών. Μα μένει
στη μνήμη –και μαγεύει
το φως– η πτήση
του νεαρού ποδηλάτη
που στρέφεται στον φίλο με πνοή
μελωδική: «Πας μόνος;»

*

Δεν βλέπεις ότι στη Ρώμη οι γάτοι
κοιμούνται ανά δύο;

*

Μονότονη είναι η ζωή μου, όταν καίει
ένας ήρεμος ήλιος στις πράσινες γρίλιες.
Γίνεται βλέμμα ενδοτικό, τρυφερή ανώνυμη
αγάπη, ποίημα τεσσάρων στίχων.

*Ο Ιταλός ποιητής Σάντρο Πέννα (1906-1977) γεννήθηκε στην Περούτζια. Έκανε διάφορες δουλειές όπως πράκτορας σε γραφείο στοιχημάτων, λογιστής, υπάλληλος σε βιβλιοπωλείο. Έγραψε ποίηση χαμηλών τόνων, ολιγόστιχη, υπαινικτική, στην οποία κυριαρχούν η μελαγχολία και η εσωστρέφεια. Ο Πέννα είναι ένας αισθητής, που εμμένει διαρκώς στο παρόν. Αγαπά τη ζωή περισσότερο απ’ το νόημά της, όπως θα έλεγε ο Αλιόσα Καραμάζοβ, ένα από τα μυθιστορηματικά αδέλφια του Ντοστογιέφσκι. Και σ’ αυτή την αγάπη για τη ζωή εξαντλείται για τον Πέννα το νόημά της.

**Επιμέλεια-Μετάφραση: Σπύρος Θεριανός.

***Πρώτη δημοσίευση των μεταφράσεων στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.

Σοφία Πολίτου-Βερβέρη, Προσφυγικό

Ξημέρωνε και πάλι.
Το αγιάζι είχε τρυπήσει για τα καλά
τα κόκαλα και τα παπούτσια μας.
Έτσουζαν τα μάτια μας από την απλυσιά
και τα άγνωστα τα μέρη.
Τα αυτιά μας κουρασμένα
να αφουγκράζονται τον φόβο
βούιζαν σαν χαλασμένοι δέκτες.
Η πείνα είχε πικράνει το στόμα μας
και ζάλιζε τα κεφάλια μας.
Περπατούσαμε σε χωματόδρομους
φουρτουνιασμένους, πέρα-δώθε πηγαίναμε.
Ξάφνου, λίγο πιο κάτω από εμάς
είδαμε μια προβατίνα με το αρνί της.
Δεν ξέραμε τη ράτσα τους,
φριζάρτα, καραγκούνικα, αουάσι*, ποιος ξέρει;
Εμείς ούτε το όνομα του τόπου που πατούσαμε
δεν γνωρίζαμε, πέρα από της τσέπης μας το κρύο σπήλαιο.
Η πρασινάδα έκρυβε τις τρυφερές οπλές.
Δεν τολμήσαμε να πλησιάσουμε.
Κοιτούσαμε δίχως να πηγαίνει ο νους μας στο κακό.
Έτρωγε το ζώο, χορταίναμε εμείς.
Μετά από λίγο, συνεχίσαμε.

*Αουάσι (Awasi): Ράτσα προβάτων της Μέσης Ανατολής.

**Από τη συλλογή «φαγώσιμα», εκδ.Έναστρον, Μάιος 2022.

Κυριάκος Σιφιλτζόγλου, Τρία ποιήματα

3

απ΄ το ύψος των περιστάσεων
εξαφανίστηκε το ύψος

πλέον έχουμε να κάνουμε
μόνο με περιστάσεις

το κατάλαβαν καλά

οι εναερίτες
εμφανώς

καψαλισμένοι

4

το “βραχυπρόθεσμα”
φέρνει στο νου
ένα λιτό πρωινό γεύμα

το “μεσοπρόθεσμα”
θυμίζει ελώδη λίμνη
όπου κάποια αποδημητικά πουλιά
λίγο πριν τη δύση
πήραν την απόφαση
ν’ αυτοκτονήσουν

το “μακρυπρόθεσμα”
μου είναι τελείως αδιάφορο

9

το “τσουβαλιάζω”
καθρεφτίζεται;

κι αν σπάσει ο καθρέφτης
τι προκύπτει;

το είδωλο
γηράσκει
αεί
διδασκόμενο

δηλαδή
ψευδόμενο;

*Από τη συλλογή “Μισές αλήθειες”, εκδ. Μελάνι, 2012. Περιλαμβάνονται στο συλλογικό “Με ύφος Ινδιάνου”, εκδ. Αντίποδες, Μάρτιος 2023.

Γιώργος Δομιανός, Ποιήματα

η κοινή μας γλώσσα
θα ήθελα να είναι
έννοια κυριολεκτική

*

δεν θέλησα
πολλά πολλά

να υπάρχει
πάντοτε
μια θάλασσα
για ξεκίνημα

να γεωγραφώ
το σώμα σου

και να ‘ρχεται η άνοιξη
στην ώρα της

πλήρης θα ‘μουν

*

νομίζω
εκείνο το καλοκαίρι
δεν άφηνες καν ίχνη
στην άμμο

περπατούσς
στις μύτες των ποδιών σου
σαν να μην ήθελες
να βαρύνεις περισσότερο
τον κόσμο

*

πριν γνωρίσω
το σώμα σου
τα ελληνικά μου
ήταν πάμφτωχα

*

Καμιά φορά
Με κάνεις να ξεχνάω
ότι θα πεθάνω

*

συμβαίνεις
για να αντέχω
το άσπλαχνο βάρος
του πάντοτε

*

το δέρμα σου πρωτοστατεί
στον διασυρμό της λογικής μου

*Από τη συλλογή “εγώ θα σου μάθω πουλάκι μου”, Κάπα Εκδοτική, Νοέμβριος 2022.

Τώνια Τζιρίτα Ζαχαράτου, Δύο ποιήματα

ΠΟΛΥ ΝΩΡΙΣ ΗΤΑΝ ΠΟΛΥ ΑΡΓΑ

Νομίζω
μου έχουν μιλήσει γι’ αυτήν
τη σπρωξιά που μας δίνει κάποτε ο χρόνος
όταν βρισκόμαστε ακόμη στην πιο νεαρή
την πιο ένδοξη ηλικία της ζωής μας.
Τον είδα
να μου αποσπά τα χαρακτηριστικά ένα ένα
να αλλάζει τη μεταξύ τους σχέση
να κάνει
πιο μεγάλα τα μάτια
πιο θλιμμένο το βλέμμα
το στόμα πιο αποφασιστικό
να σημαδεύει το μέτωπο με βαθιές χαρακιές.
Δεν τρόμαξα· τον παρακολούθησα
καθώς εργαζόταν στο πρόσωπό μου
με το ενδιαφέρον που θα μου προκαλουσε
η εξέλιξη μιας ανάγνωσης.

*

ΕΝΑΣ ΛΟΓΟΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΠΟΙΗΤΡΙΕΣ

Το ότι με βασανίζουν οι λέξεις σημαίνει
πως κανείς δεν με βασάνισε ποτέ.
Τέτοια είναι η καλή τύχη που με σπρώχνει
προς τις ποιήτριες γιατί δεν ξέρω άλλες
που να αναμετριούνται με τη βία
της γλώσσας δείχνοντας τόση αφοσίωση
λες και μόνο αυτές γνωρίζουν τι σημαίνει
να πνίγεσαι με τις λέξεις σου.

*Από τη συλλογή “Δεύτερη νεότητα”, εκδ. Θράκα, 2022.

Δημήτρης Μιχελουδάκης

Κείμενο: Γιώτα Ευταξία, Μουσικός και Εθνομουσικολόγος (ΕΚΠΑ)

θέλω να μείνω
αγριόχορτο
πάνω στον φράκτη
μια άναρθρη κραυγή ανέμου
να μην καταλήξω στο θερμοκήπιο
να με ταΐζουν λίπασμα και κοπριά
οι φύλακες

Πρόκειται για έναν από τους σημαντικότερους ποιητές της νεότερης γενιάς. Έχει συνεργαστεί με πολλά έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά, ενώ έχει εκδώσει τρεις ποιητικές συλλογές (”Γράμμα στην Μητέρα”-2019, ”Οριοβάτης”- 2021, ”Συντηρητής Ουράνιων Τόξων”- 2022). Η γραφή του έχει ως επίκεντρο τον άνθρωπο και τη ζωή. Γράφει για την αλήθεια. Γράφει για τη ζωή. Γράφει γιατί πιστεύει ότι ποίηση και ζωή αποτελούν μία ενότητα. Ο λόγος για τον ταλαντούχο Δημήτρη Μιχελουδάκη.

”Η ζωή ξεκινά στο αχαρτογράφητο. Αυτό είναι και η ποίηση. Η διαδρομή προς το άγνωστο, δίχως χάρτη…” Δ. Μιχελουδάκης.

Γιώτα Ευταξία: Κύριε Μιχελουδάκη είναι μεγάλη χαρά και τιμή για εμένα και για όλη την ομάδα του Ραδιοφώνου Τέχνης η παραχώρηση της παρούσας συνέντευξης. Σας ευχαριστώ θερμά!
Δημήτρης Μιχελουδάκης: Ευχαριστώ κι εγώ για την ευκαιρία που μου δίνετε.

Γ.Ε.: Τι είναι αυτό που σας παρακίνησε να ασχοληθείτε με την τέχνη της ποίησης;
Δ.Μ.: Θα έλεγα η εκ γενετής τάση μου να ψάχνω το κάτι διαφορετικό. Είναι αυτό το βάσανο, το οποίο στην ψυχολογία καλείται ως ”αίσθημα του ανικανοποίητου”. Με απλά λόγια, δεν μου αρκούσε η πραγματικότητα. Ένιωθα ασφυκτικά εκεί όπου οι άλλοι άφηναν τις μέρες να περνούν (ενδεχομένως χαρούμενοι). Αναζητούσα μία ρωγμή, ένα ψιλό άνοιγμα, το οποίο προσφέρει η τέχνη, ώστε να μπορέσω να βρω αυτό που θα με κάνει να τα βάλω με τον αρχέγονο τρόμο (existential angst). Μόνο στην ποίηση λοιπόν, αισθάνομαι οικεία. Εκεί μπορούσα να είμαι ελεύθερος, έστω για λίγο- ”να μη νοιώθεται η πληγή” που έλεγε ο Καβάφης. Για παράδειγμα, οι στίχοι του Καρυωτάκη, αλλά και του Νίτσε η πρόζα (δεδομένου ότι είναι κι αυτή ποίηση), μου προσέφεραν έναν γλυκό κόμπο στον λαιμό, σαν αυτόν που βιώνει κανείς όταν βρίσκει έναν συγγενή του μετά από πολλά πολλά χρόνια.

Γ.Ε.: Για εσάς τι είναι ποίηση;
Δ.Μ.: Αυτή η ερώτηση, όπως γνωρίζετε, δεν απαντάται. Είναι από τις περιπτώσεις, τις οποίες η ερώτηση θα έχει πάντα σημασία, αλλά όχι η απάντηση. Ωστόσο, θα έλεγα ότι για εμένα ποίηση είναι η αλλαγή και η ανατροπή της καθεστηκυίας τάξης, ώστε το βλέμμα να εμβαθύνει, να σκάψει προς το άρρητο για να ξεθάψει μία άλλη πραγματικότητα.

Γ.Ε.: Συμμερίζεστε την άποψη ότι η ποίηση είναι δυσνόητη και απροσπέλαστη για το ευρύ κοινό;
Δ.Μ.: Διαφωνώ απόλυτα με αυτή την άποψη. Η ποίηση δεν είναι δυσνόητη, διότι δεν απευθύνεται στη νόηση. Απευθύνεται σε άλλες κεραίες του ανθρώπου. Βέβαια, αναφέρομαι στην αληθινή ποίηση και όχι σε επιμελώς ακατανόητους μονολόγους ή στιχάκια ημερολογίου. Η ποίηση, αν μπορώ να το πω έτσι, νιώθεται, δεν κατανοείται. Για να το πετύχουμε όμως πρέπει να συμφιλιωθούμε (επομένως και να συμμετέχουμε) στο ποίημα μέσω της αγνωσίας μας. Να βγούμε δηλαδή από αυτά που ξέρουμε. Να γίνουμε για λίγο παιδιά, ώστε να αφεθούμε στον συγγραφέα. Να τον εμπιστευτούμε για να μας δείξει τον δρόμο. Αυτό όμως προϋποθέτει να μην είμαστε ”ξερόλες”. Οι λέξεις κουβαλάνε φορτίο a priori. Στο γεγονός αυτό έγκειται η δυσκολία. Ίσως για τον λόγο αυτό η ποίηση να είναι για κάποιους μη προσπελάσιμη, διότι προσπαθούν με ένα σουρωτήρι να κουβαλήσουν νερό.

Γ.Ε.: Πιστεύετε ότι μέσα από την ποίηση ανακαλύπτει ο ίδιος ο ποιητής μία πτυχή του εαυτού του, την οποία ενδεχομένως να μην γνώριζε προηγουμένως;
Δ.Μ.: Είναι αυτό ακριβώς το αέναο κυνηγητό. Είναι η αναζήτηση του εαυτού μας, τον οποίο ποτέ όμως δεν θα βρούμε ολόκληρο. Ωστόσο, η αναζήτηση αυτή ήδη μας αλλάζει. Είναι αυτή που δίνει αξία στο πέρασμά μας από τη ζωή. Επομένως, η ποίηση είναι ένας καταραμένος επαναστάτης. Ο ποιητής θα αντιπαλέψει την ροπή του ανθρώπου στην ευκολία. Είναι ένας «αναρχικός», ο οποίος αν και γνωρίζει ότι θα ηττηθεί, δεν παύει ποτέ να προσπαθεί να ξεγελάσει τα ελατήρια του ανθρώπου.

Γ.Ε.: Τον Ιούλιο εκδόσατε τη νέα σας ποιητική συλλογή με τίτλο ”Συντηρητής Ουράνιων Τόξων”. Διαβάζοντάς την ξεχώρισα έναν στίχο: To παρελθόν δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα νόμισμα. Επαρκώς φαγωμένο κι από τις δυο του πλευρές… Ποια η σχέση σας με το παρελθόν; Άραγε το παρελθόν συνοδεύεται από ένα παρόν κι ένα μέλλον;
Δ.Μ.: Τσακώνομαι συχνά με το παρελθόν, διότι είναι κυκλοθυμικό και αφερέγγυο. Ο επόμενος στίχος του ποιήματος που αναφέρατε λέει: …”δεν φτάνει ούτε για εισιτήρια”, εννοώντας τα εισιτήρια για το μέλλον. Δεν μπορεί δηλαδή το παρελθόν να μας ταξιδέψει παρακάτω. Αν το δούμε πιο κυνικά, το παρελθόν είναι μία αναπαράσταση του εγκεφάλου, την οποία επαναπροβάλλει στον ”καμβά” του παρόντος με σκοπό την προστασία μας (να μην επαναλάβουμε δηλαδή τα ίδια λάθη-survival mechanism). H προστασία όμως και εν γένει η επιβίωση είναι το αντίθετο της Ποίησης, η οποία δημιουργεί ρίξη στο καβούκι που μας προστατεύει. Το μέλλον προβάλλεται επίσης με προβολές του παρελθόντος. Υπάρχει μόνο το αιώνιο παρόν και σε αυτό κατοικεί η Ποίηση.

Γ.Ε.: Σε τι διαφοροποιείται η νέα σας συλλογή από τις δύο προηγούμενες συλλογές (Γράμμα στην Μητέρα, 2019 και Οριοβάτης, 2021);
Δ.Μ.: Οι δύο πρώτες συλλογές μου ήταν κυρίως μαθητεία δίπλα σε μάγους. Ιδίως η πρώτη, η οποία είναι αφιερωμένη στον Κώστα Μόντη. Ήταν δοκιμές στην ουσία στα βαθιά νερά κάποιων πειραμάτων μου. Θέλω να πιστεύω ότι όσο περνάει ο καιρός βρίσκω τον δικό μου τρόπο.

Γ.Ε.: Για εσάς τι είναι εκείνο που δίνει οντότητα στην ποίηση;
Δ.Μ.: H ανάγκη του ανθρώπου να ξεφύγει από τη μηχανική πορεία της ζωής. Η ανάγκη του για παραμυθία. Εκεί, στο άγνωστο γεννιέται η ποίηση, δηλαδή πηγάζει από τις ερωτήσεις που μόνο η ποίηση ξέρει να δημιουργεί. Από τις ερωτήσεις που δίνουν νόημα στην ύπαρξη.

Γ.Ε.: Η ποίηση βιώνεται ή δημιουργεί βιώματα;
Δ.Μ.: Ποίηση δεν υπάρχει μόνο στο χαρτί ή στις λέξεις. Ποίηση υπάρχει ακόμη και σε μία χειρονομία, σε ένα απρόσμενο συναίσθημα, στον τρόπο που μας κοιτάει ένας αγαπημένος μας άνθρωπος. Ποίηση υπάρχει όμως και στην απέχθεια, στο μένος, στον τρόπο που κάποιος που αντιπαθούμε μας χαλάει τη διάθεση. Ορισμένα άτομα μεταφέρουν το βίωμα αυτό στο ποίημα. Αυτό δεν σημαίνει ότι η άγραφη ποίηση στερείται βιώματος, αλλά ούτε ότι κάθε ποίημα εμπεριέχει ποίηση. Αστειευόμενος είχα γράψει κάποια στιγμή: ”Ποίηση υπάρχει παντού, καμία φορά ακόμα και στα ποιήματα”.

Γ.Ε.: Διαβάζοντας ένα άρθρο σας, μία φράση σας μου έμεινε στο νου: ”Mην πνίγεις τις σκέψεις σου, γιατί στο τέλος θα σε πνίξουν κι αυτές’’. Άραγε πόσο εφικτό είναι να αποφυλακιστούμε από τις σκέψεις μας;
Δ.Μ.: Είναι ανέφικτο. Ο εγκέφαλός μας δεν μπορεί να σταματήσει να παράγει σκέψεις. Πολλοί ψευδοεπιστήμονες προσπάθησαν να μας πείσουν για το αντίθετο, ωστόσο απέτυχαν παταγωδώς. Μπορούμε όμως να μην κρίνουμε τον εαυτό μας μέσα από τις σκέψεις μας. Μπορούμε να τις παρακολουθούμε, αλλά να μην τις αφήσουμε να μας πνίξουν. Να τις δεχτούμε, χωρίς να τις κρίνουμε, χωρίς να τις βάζουμε στο ζύγι της ηθικής, του καλού και του κακού. Φυσικά είναι δύσκολο εγχείρημα και πολλές φορές χρειάζεται μία ολόκληρη ζωή για να το καταφέρουμε. Εάν όμως τις αφήσουμε ελεύθερες, αν τις εκφράσουμε, τότε κι αυτές θα μας το ανταποδώσουν.

Γ.Ε.: Σε μία κοινωνία που βάλλεται από παντού, που κυριαρχεί ο υλισμός και που υπάρχει έλλειψη ταυτότητας, πιστεύετε ότι είναι εφικτό ο άνθρωπος να οραματιστεί έναν άλλον κόσμο ή έναν άλλον εαυτό μέσα από την ποίηση και εν γένει από την τέχνη;
Δ.Μ.: Eίναι εφικτό, αλλά θα πρέπει να είναι έτοιμος να πληρώσει το τίμημα. Θα ξέρετε ότι αυτός που τολμάει να απομακρυνθεί από τον όχλο χλευάζεται, λοιδορείται. Χαρακτηρίζεται ως αλαφροΐσκιοτος και στο τέλος καταλήγει μόνος (ή μόνος μέσα στο πλήθος). Μάλιστα, θυμάμαι ένα στίχο από το ποίημα του Χρήστου Λάσκαρη ”Δεν άντεξε τη μοναξιά του ποιητή. Προσχώρησε κι αυτός στο τσίρκο”.Ας έχουμε κατά νου και την εξής παγίδα. Πολλές φορές πιστεύουμε ότι δεν ακολουθούμε τη μάζα, ότι διαφέρουμε από αυτή, ενώ πρόκειται στην ουσία για μία επέκταση του κελιού μας κι αυτό διότι ορίζουμε την ταυτότητά μας σύμφωνα με το τι είναι ή τι δεν είναι ο άλλος.

Γ.Ε.: H ποίηση είναι βάλσαμο ψυχής;
Δ.Μ.: Βάλσαμο… Έχει αλλοιωθεί αυτή η λέξη λόγω της αλόγιστης, υπερβολικής και ψευτορομαντικής θα έλεγα χρήσης της. Θα προτιμούσα τη λέξη αφύπνιση. Ναι, ίσως τελικά η ποίηση είναι το ξυπνητήρι της ψυχής, το οποίο την αναγκάζει να σηκωθεί, να πράξει, να ταξιδέψει, να δημιουργήσει…

Γ.Ε.: Η ζωή είναι ένα ατέρμονο ταξίδι. Άραγε από πού ερχόμαστε και πού οδεύουμε;
Δ.Μ.: Λυπάμαι που το λέω, αλλά πιστεύω ότι η ζωή είναι ένα διάλειμμα από την ανυπαρξία. Ερχόμαστε από το μηδέν κι επιστρέφουμε στο μηδέν. Το γεγονός ότι τα σωματίδιά μας θα υπάρχουν αιωνίως στο σύμπαν δεν μου λέει απολύτως τίποτα. Πιο πολύ μου μοιάζει σαν τρομαγμένο χαρτομάντηλο, το οποίο εν τέλει δεν αντέχει να καλύψει την πληγή. Θα τρομάξει μπροστά της.

Γ.Ε.: Ένα από τα αντιπροσωπευτικότερα έργα του συγγραφέα και καθηγητή Παντελή Πρεβελάκη ονομάζεται ”Ο Ήλιος του Θανάτου”. Τον θάνατο τον έχουμε συνδέσει με το σκότος. Μπορεί άραγε ο θάνατος να κρύβει ένα φως; Για εσάς ποιο είναι αυτό το φως;
Δ.Μ.: Νομίζω ότι ο θάνατος είναι η μόνη πυξίδα που έχουμε μέσα σε αυτό το αχανές ταξίδι. Δεν θα πω πως η ζωή είναι μελέτη θανάτου, αλλά θα πω ότι ο θάνατος είναι η μόνη απόδειξη πώς είμαστε ζωντανοί. Μας αφυπνίζει να είμαστε καλά με τον εαυτό μας, να ζούμε αρμονικά με τον εαυτό μας και όχι με τα ”πρέπει”. Τελικά είναι φως με την έννοια ότι δίνει ουσία στη ζωή μας. Μας υπενθυμίζει ότι ήρθαμε σε αυτό τον κόσμο για να ζήσουμε και όχι απλά για να επιβιώσουμε. Μας υπενθυμίζει τι είναι αυτό που έχει πραγματικά σημασία.

Γ.Ε.: Σας τρομάζει ο χρόνος που περνά;
Δ.Μ.: Μου κόβει τα γόνατα (γέλιο). Παράλληλα όμως με κάνει και γελάω (δηλαδή προσπαθώ να τον ξεγελάσω). Για να σοβαρευτώ, με τρομάζει ο χρόνος όταν περνάει και τον έχω σπαταλήσει. Όταν τον έχω εκμεταλλευτεί δεν με τρομάζει καθόλου. Ξέρετε, είναι τρομακτικός διότι φωτίζει μέσα μας όλα όσα έμειναν αβίωτα. Πιστεύω ότι είναι κομβικό σημείο στη ζωή του ανθρώπου να συμφιλιωθεί με τον χρόνο. Όταν αυτό το καταφέρνω, νιώθω μία γαλήνη που συγγενεύει με τη σιωπή.

Γ.Ε.: Κλείνοντας αυτή την υπέροχη συζήτησή μας θα ήθελα να σας ζητήσω να μοιραστείτε μαζί μας έναν στίχο, τον οποίο έχετε ως οδηγό στη ζωή σας.
Δ.Μ.: ”Do not go gentle in that good night” του Ντίλαν Τόμας.

Γ.Ε.: Κύριε Μιχελουδάκη σας ευχαριστώ θερμά για την υπέροχη αυτή συζήτηση. Μέσα από τα λόγια και τις σκέψεις σας οδηγηθήκαμε σε ένα ατέρμονο ταξίδι σκέψεων, εικόνων και συναισθημάτων.
Δ.Μ.: Εγώ σας ευχαριστώ θερμά. Ήταν πράγματι μία πολύ όμορφη συζήτηση. Εύχομαι καλή συνέχεια και επιτυχίες στο έργο σας.

Παραθέτουμε παρακάτω ορισμένα ποιήματα του που διαλέξαμε από τις ποιητικές του συλλογές.

Από την συλλογή ” Οριοβάτης ”

Στον Στράτο Κοντόπουλο

στις φουρτούνες να μας μετρήσεις θάλασσα
εκεί η ανάσα δύσκολη
εκεί τα γόνατα κομμένα
μην ακούς στην εύκολη αμμουδιά
τα βολικά μας βάσανα
τις πληγές που άνοιξαν από φροντίδα
στις φουρτούνες θάλασσα

*

Η ποίηση

αλλά η ποίηση είναι μονάχα το φυτίλι
ανάβει
αν ξέρεις
να λεξώνεις το μηδέν

Από την συλλογή ”Γράμμα στην Μητέρα”

Ε.

Λένε τα ποιήματα χαμένο χρόνο
χόμπι τα λένε, μάνα.
Εκεί που γδυνόμαστε
εκεί που βάζουμε την ψυχή μας
το λένε απλή ασχολία, πάρεργο.
Όμως εμείς εκεί μέσα ανασαίνουμε
εμείς εκεί μέσα κρύψαμε το όνειρο
να μην το δουν βρώμικα μάτια.
Ό,τι δεν παράγει κέρδος το σκοτώνουν, μάνα,
σαν κουτσό άλογο της φέρονται της ποίησης.
Και πληγώνεται εκείνη
και μαζεύεται μόνη της
και αποσύρεται
και δε μας μιλάει.

*

Ο.

Είπαν τον άνθρωπο λαθραίο, μάνα,
πώς γίνεται ένας άνθρωπος λαθραίος;
Λαθραία ξέρω τα εμπορεύματα…
Και το Αιγαίο πώς μπορεί και τους πνίγει
πώς αντέχει και τους πνίγει
κι έπειτα βάζει τα καλά του
και φρεσκολουσμένο
δεξιώνεται ιστιοφόρα τα καλοκαίρια,
κι έπειτα βάζει τα καλά του
και υποδέχεται τουρίστες τα καλοκαίρια;
Αλλιώς ζωγράφισες για μένα το Αιγαίο, μάνα…

Από την συλλογή ”Συντηρητής Ουράνιων Τόξων”

Θράσος

Η μοναξιά απλώνεται
σαν μυρωδιά καμένου λούστρου
απ’ το τζάκι κάποιου που πετάει
στη φωτιά ό,τι βρει για να ζεσταθεί
Γι’ αυτό ο αέρας είναι πέτρινος
Όμως σε ένα σπίτι
ένα παιδάκι
ζωγραφίζει γαλάζιο το κλαρί ενός δέντρου
και ο αέρας αποκτάει μια ρωγμή

*

Ζώνη ασφαλείας

Έλα να καθίσουμε εδώ
όλοι εμείς οι δυο μας
στην αμετάφραστη γωνιά του κόσμου
Να γίνουμε μια συνομιλία
να πετάξουμε
τις πανοπλίες
Μη μου μιλάς για χθες
μίλα μου για ξυπόλητα παραμύθια που αψηφούν
το κόκκινο του δασκάλου
και φυτεύουν στη γη πελώρια χαμόγελα

Ανεξάρτητα

Βαλίτσα επιβίωσης

Μέσα στη βαλίτσα επιβίωσης
έβαλε αρκετά παιδικά χαμόγελα,
ένα περιδέραιο της άνοιξης,
ένα ειρηνικό φεγγάρι,
ένα ζευγάρι μυρωμένα φτερά
και τη λάμψη της αγκαλιάς.
Αυτά είναι τα απολύτως απαραίτητα, είπε.

*

Το ηχείο

Το ηχείο πάντα
θα φαλτσάρει
στο κελάηδισμα αηδονιού..

*Από εδώ: https://www.radiotechnis.gr/keimena/demetres-micheloudakes

τρία έπσιλον, Τρία ποιήματα

[συζήτηση με τον νεκρό παππού που ‘ταν δάσκαλος

κοίτα,

εμένα τα παιδιά μου
μπορεί να μην έκαναν τον γύρο του κόσμου σε ογδόντα μέρες αλλά
τους παίρνει δυο τρία χρόνια να διαβούν το σύνορο
και μια θάλασσα

αν δεν ανθίσουν στον πάτο της

*

[λέσβος]

εκείνη τη χρονιά με τα 21 φεγγάρια, δε μίλησε κανείς

τότε πέρασε μια ολόκληρη γενιά που κανείς δε μιλούσε, και σαν να
μην έφτανε αυτό δεν έπραξε ποτέ κανένας, μέχρι που όλοι
ξέχασαν την έννοια της πράξης

πλην ελαχίστων εξαιρέσεων που βάραγαν τα κεφάλια τους
στον τοίχο
δοκιμάζοντας αντοχή υλικών

*

Π2 [τέσσερις μέρες άταφος]

έλεγες στις γυναίκες γεννιέται η αμφισβήτηση
κι έτσι δικαιολογούσες που δεν έβρισκα μέσα μου θεό

η μάνα σου ριγμένη σε πηγάδι του φώναξε πως δεν υπάρχει
την άκουσε έλεγες ένας γείτονας

αυτή η ιστορία φυσικά δε με έπειθε μα από όταν πέθανε
ο άλλος μου παππούς
όταν παίρνω τη γιαγιά τηλέφωνο

αναρωτέται αν υπάρχει ζωή μετά απ’ αυτό

*Από τη συλλογή “γνωρίζω αυτές που πλέκουν στη μέση της θάλασσας”, εκδ. Θράκα, 2023.

Αλόη Σιδέρη, Τρία ποιήματα

ΣΑΝ ΚΑΣΚΑΝΤΕΡ

Θάλασσα πάλι όπως πάντα
την περπατώ ώς τη γραμμή του ορίζοντα
βήματα στον αφρό ή χαμοπέταγμα σαν γλαροπούλι
εγώ διπλή: και στο παράθυρο και επί των κυμμάτων.

Ξάφνου το ανεπίστρεπτο της αναχώρησης
κατάδυση σε μπλε βαθύ σκοτάδι
πόδι μετέωρο – το απόλυτο κενό
σαν κασκαντέρ που παρακολουθεί
την ίδια του την πτώση στην οθόνη

*

ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ

Καιρό είχα να τη δω και να που μου ήλθε πάλι
“το ποίημά σου”, έλεγε, “το ποίημα δεν το είπες”
και αχ! Πώς να το πω που με βαραίνει ο ύπνος
εσύ δεν είσαι εδώ να με χτενίσεις
δεν μού ‘βαλες το φόρεμα
κι έτσι όπως είμαι με το νυχτικό, ντρέπομαι τα παιδιά

*

Ο ΜΑΥΡΟΣ

Τον βλέπω κάθε σούρουπο στον τοίχο
σαν ζωγραφιά όπου παίζει μαύρο μ’ άλλο μαύρο
“Να φύγεις”, του φωνάζω, “να σβηστείς
δεν είσαι συ, είσαι άλλος”.

Φωλιάζω στο κρεβάτι, ανάβω φως
κλείνω τα τζάμια, μουρμουρίζω ξόρκια
λέω ονόματα κι αυτός εκεί, γραμμένος
“περνούν τα χρόνια”, να μου λέει, “γερνάς
κι εγώ ακόμα περιμένω να βρεθεί το φάρμακο”

*Από τη συλλογή “Το πιο τρομαχτικό”, εκδ. Άγρα, 1999.

Πώς να πιάσεις μια πεταλούδα

Πάντα να την πλησιάζεις από τη μεριά
που δεν ρίχνει σκιά·
έχε τον νου σου στο τρομακτικό σου σκοτάδι,
γιατί θα το σκάσουν ακαριαία.
Μόνο το καλοκαίρι
είναι οι πεταλούδες αρκετά
μεθυσμένες απ΄ τον ήλιο ώστε να μπορείς
να τις πλησιάσεις με τα δάχτυλα
σταθερά σα τανάλια.
Να ‘χεις υπομονή, μην κάνεις
απότομες κινήσεις.
Να κινείσαι ομαλά σαν την αλλαγή
των εποχών. Ευθυγράμμισε τα δάχτυλά σου
με τα κλειστά της φτερά
και περίμενε. Μην τρέμεις,
μην ιδρώνεις, μην επιτρέψεις
στους ήχους της καρδιάς σου
ν’ ανέβουν. Κράτα την αναπνοή σου
σιγανή και μετρημένη. Ύστερα,
όταν το ένστικτό σου θα σου πει,
κλείσε τα δάχτυλά σου
με μιαν αργή και σταθερή κίνηση.

*Από τη συλλογή “Ξενοδοχείο για πεταλούδες”, εκδ. Κείμενα, 2023.

**Μετάφραση: Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος.