Μίμης Κωστήρης, Τρία ποιήματα

ΕΠΙΘΥΜΙΑ

Έγραφε και ακουμπούσε
την ψυχή του στο χαρτί

Δεν τους άντεχε
τους υπόγειους χώρους

Ήθελε να αναπαυθεί
εν ειρήνη σε πυκνούς στίχους

*

ΣΤΑΥΡΟΙ

Κεραίες υψώνονταν πάνω απ’ τις ταράτσες

Ένα δάσος πυκνό
μέχρι πέρα μακριά
όσο πήγαινε το μάτι
όσο απλωνόταν η άχαρη πόλη

Σταυροί έλεγες σε απέραντο νεκροταφείο

Στις πολυκατοικίες μέσα
θαμμένοι οι ζωντανοί…

*

ΤΟΠΟΣ ΚΛΕΙΣΤΟΣ

Πήγε να γράψει ένα ποίημα από ήλιο
Όλη την μέρα μάζευε βότσαλα λέξεις
επίθετα στιλπνά, χαρούμενα

Ήθελε να το χαρίσει στην μάνα του
Ν’ ανοίξει η ψυχούλα της

Δεν μπόρεσε
Σκόνταψε στης γης τα ουσιαστικά

*Από τη συλλογή “Της Γης τα Ουσιαστικά”, εκδ. Χαραμάδα, Πάτρα 2007.

Σταύρος Βαβούρης, Δύο ποιήματα

Ένας ποιητής το 1960, Α΄

– Ο ποιητής έρχεται.
– Καλώς τονε· λοιπόν;
– Ο ποιητής φεύγει.
– Λοιπόν; Καλό ταξίδι.
– Του ποιητή οι νύχτες είναι δάσος
που μόλις μπαίνει κάτω από τα δέντρα του
το δάσος παραδόξως παίρνει πυρκαγιά.
– Να πάρει λουμινάλ να κοιμηθεί.
– Ο ποιητής καίγεται.
– Έπαιζε ανέκαθεν μʼ ευφλέκτους ύλας·
Λυπούμεθα, αλλά το ʼξερε:
Οι φίλοι του δεν ήταν πυροσβέστες.
Ο ποιητής πεθαίνει· πέθανε.
Λυπούμεθα· να νεκρολογηθεί.
Στείλτε στην κηδεία του λουλούδια φυσικά
κι ας τελειώνουμε·
οι πεθαμένοι με τους πεθαμένους
αφού ο ποιητής πέθανε.
Εμείς ακόμα συνεχίζουμε:
Έχουμε φεστιβάλ ελληνικών ταινιών
έχουμε τον «καημό της ρωμιοσύνης»
την Κάλλας στην Επίδαυρο
την Ίλια που «Ποτέ την Κυριακή»
τον Κένεντι στα πρόθυρα.
Συνελόντι ειπείν
είμεθα
Α – πη – σχο – λη – μέ – νοι.

*

Δ΄, (Μονόλογος)

Δεν με ξυπνήσαν αύρες απαλές ποτέ·
τυφώνες άνοιγαν με πάταγο τα τζάμια
κι έσπαζαν άγρια τον ύπνο μου.
Άστραψαν άγριες αυγές μες στα όνειρά μου
και με πετάξαν έξω απʼ το κρεβάτι
με την ψυχή στα δόντια.

Τώρα λοιπόν μη μου μιλάτε
για τη βέβαιη ροδοδάκτυλη ηώ
που μουσική και ηριγένεια αύριο
θα εγγίσει τα κλειστά μου βλέφαρα σα θρόισμα
γιʼ αυτά
και για τις άλλες σχετικές ρομαντικές αηδίες.

Μαρία Σύρρου, Έξι ποιήματα

ΑΤΕΛΙΕ

Με λέξεις νωπές
αντί γι’ ακουαρέλες
γελώ τον καμβά·
ακρυλικές αισθήσεις
για ψηφίδες λαξεύω

σμιλεύω νόρμες
ιριδισμούς ναυπηγώ
παροξύτονους.

*
ΓΥΝΑΙΚΩΝΙΤΗΣ (Ι)

Καρυάτιδες
φιλίες· δροσοπηγής
περιστύλιο.

*

ΓΥΝΑΙΚΩΝΙΤΗΣ (ΙΙ)

Χαριτόβρυτες·
την έρημο άλωσαν
της μοναξιάς μου.

*

ΓΥΝΑΙΚΩΝΙΤΗΣ (ΙΙΙ)

Ξαγρυπνισμένα
μιας περασμένης νιότης
νυχτολούλουδα.

*

ΤΟΠΙΟ

Λιγνό κορμάκι
παπαρούνας υμνωδεί
γλυκύ το έαρ.

*

ΘΑΛΑΣΣΟΓΡΑΦΙΑ

Κύμα το κύμα
τρελό θαλασσοπούλι
ψαρεύει ρότες.
Του χαρίζω ζέφυρους
απαρνιέται το νόστο.

Από τη συλλογή “Ακουαρέλες και ψηφιδωτά, Αθήνα 2022. Τα ποιήματα που δημοσιεύονται εδώ είναι από την ενότητα “Ακουαρέλες”.

Sine Lege, pet scan

τομογραφώ τη ζωή μου
μαγνητίζω σκηνές και ριπές
ρινίσματα χαράς και ψήγματα ζωντάνιας
δακρύζουν τα ποζιτρόνια ειρωνικά
μείνετε ακίνητοι
τούτη την ώρα σκιαγραφείται η αντιληπτική σας ικανότητα
μετακινούμαι μέσα σ’ ένα ασημί φορτηγό
γύρω μου οι ανάγκες νιαουρίζουν
πλένω συμμαζεύω σφουγγαρίζω
μα το χάος όλο μου κρύβει τη βρωμιά του
συγκατοίκησα βλέπεις κάποτε με τους γεννήτορες φόβους σου
λυπάμαι
μα οι ελεγκτικοί σας μηχανισμοί απέτυχαν
όχι όχι
δεν λυπάμαι
τα κατάφερα να σας εξαπατήσω
ποιήτρια
μην με αποκαλείτε ποιήτρια
μεταποιήτρια είμαι
μοδίστρα στιγμών
κυνηγός χρωμάτων
τοξοβόλος της ασχήμιας
χορεύτρια στίχων
ίστωρ ηττών
μοντέλο αποτυχιών
δικολάβος ιδεολογιών
παραποιώ την αλήθεια
μιαν αλήθεια χρωματιστά περιτυλιγμένη
με φτώχια και ψέμα
αποστραγγίζω την τρυφερότητα
και διακτινίζω την ομορφιά στο πυρ το εσώτερόν σας
βλέπεις
προληπτικά αγαπήθηκα
και κατασταλτικά πάντοτε ισοπεδώθηκα
διάβασα το νόμο
κι ερωτεύτηκα παράφορα τους παράνομους
παράφορα
κατάφωρα
ανυπόφορα
φέρω προθέσεις και κινητοποιώ συνδέσμους
μείνετε ακίνητη για ολόκληρη τη νεότητά σας
ζούμε τα καλύτερά σας χρόνια
με γραμματική συντακτικό
και κάτι προθέσεις με χίλιους δυο αγνώστους
σηκωθείτε
η εξέταση έλαβε τέλος
ανέλπιστα σθεναρή σταθήκατε
– στέκω πάντα ασθενής και ασταθής μα δεν το καταλάβατε –
ιδού το σφίξιμο των δοντιών επί τριακονταετία απέδωσε σφοδρά
δωρίστε μας την ψυχή σας
και θα εξαφανίσουμε τις ρυτίδες σας
περάστε στο ταμείο
υπέρηχοι οφειλών
και απόηχοι στιγμών
σκλήρυνση του δέρματος κατά κύματα θλίψης
συγχαρητήρια
αειθαλής διορισμός σε θέση άνευ ευθυνών
η φυλακή σας θα συνεχίσει για πάντα να υπάρχει

*Από εδώ: https://nullapoenasinelege.wordpress.com/2023/02/03/pet-scan/

Elena Gomez Reviews Broede Carmody and Holly Isemonger

Shouldering Pine by Broede Carmody
Vagabond Press, 2023

Greatest Hit by Holly Isemonger
Vagabond Press, 2023

A book-length poem can offer the best of two worlds: the thematic and spatial breadth and depth of an epic-style length on the one hand, the delineation of units and fragments via the physical space of the page on the other. The poem can be read as one long piece, but also becomes chunks, giving the reader gentle permission to find their own flow without the designation of titles or sections. Broede Carmody’s second book of poetry, Shouldering Pine, uses this book-length form to construct the tensions and connections between its emotional and geographical spans as it takes the reader through a sort of loose, meditative journey. The speaker of Carmody’s poem is often driving out of Melbourne and through country Victoria, with a European interlude. They are anxious in the general anxiety disorder sense (typed out by “the Melbourne GP” “with two fingers” (12; 12)), and in the eco-catastrophic sense – “Sometimes it feels like I’m speaking with a bird’s throat. The bird is underwater” and “Have I told you how campfire smoke / reminds me of home but also / preparing to flee grassfire?” (13; 55). These articulations of anxiety, though refracted through the personal subjective experience, suggest a sense of an emotion that is both lonely and widely felt. Eco-grief and eco-anxiety, terms emerging from research by Finnish scholar Panu Pihkala in the late 2010s, are today increasingly researched and widely understood emotional responses to climate disaster. Braided together is also the grief and anxiety of the bushfire-pandemic period that began in the 2019/2020 summer, leading into Melbourne’s series of lockdowns. There are also the echoes of elegy for a deceased friend (never named but likely referring to the much-loved and much-missed writer Kat Muscat, who died in 2015). This braid forms a sort of through line in the book, among smaller threads of scenes travelling and camping with friends and tense conversations with lovers. The otherwise sublime images of landscapes are peppered with discomfort at the settler position on stolen land – after noticing the imprint of sheep’s feet in dirt, the speaker immediately goes on to name this unease:

This wasn’t meant to be a colonial poem.
This poem can’t be anything but a colonial poem.
(9)

This is seemingly the limit of the colonial settler position of the poem, and it’s hard to tell whether it is part of the speaker’s own thinking or has become a reflexive, almost self-conscious response to the poems’ contemporary pastoral leanings. Rivers and mountains make frequent appearances in Shouldering Pine but the settler position never quite returns. The overwhelming mood turns to defeat: “Sometimes I wonder if we’re better off just giving up” (21).

Despite exploring these uncomfortable emotions, the poem’s opening sets up a sharpness that seems to accompany the work throughout: the poem opens with the speaker at what seems to be a campsite, pricking chestnuts with a knife. Later the scene comes more into focus; “split open a burr / & not all the nut will come out,” and “We scratch soil / like we would a wound,” while “The city’s spine begins to puncture the horizon” (8; 9; 12). This sharpness gives way to a softening that reveals itself in gentle epigrams, often ending a page, such as with the lines:

There is so much empty space in ourselves.
If you think about it, even cities are full of stillness.
(14)

Chestnuts are mostly grown in the north-west of Victoria. Another poet who wrote about mountains and land was the Galician poet Uxío Novoneyra, whose poems of the Courel contain many chestnuts (the chestnut tree is found in Galicia). It’s a small touchstone but one that reveals how Carmody’s close attention to such a seemingly minor detail of place can link his work to poems across time and space. And besides, these secret and often unintentional codes, these words and images that allow poems passage to each other via readers, are often precisely why reading poems can become expansive, distracting, delightful. That said, the voice in Carmody’s poem is ultimately more attuned to the human subject than Novoneyra. The lines in Shouldering Pine often hold weight and depth: of complex feeling; of a quietly dying world. But occasionally they alert us to a sense of play, too, where “pre-dawn peeling away, skin after rock climbing” turns peeling away into a sort of hinge phrase; despite the comma, I imagined it’s the rock climbing that peels skin away, too (15). These little turns within or across lines inject some energy into otherwise still poems, though occasionally the jolt feels a little left-field such as when the speaker, reflecting on how “It was his collarbones that undid me,” follows this with “Normally, humidity bounces off alpine air” before returning to the collarbones-owner’s jaw (24). Another epigram here ties together romantic desire and the natural environment: “Like mountains, we learned to make our own weather” (24). It’s a move that reminds us that the speaker is attentive to many things at once, and not necessarily interested in disentangling them.

The line a couple of pages later, “Sometime a hawk is just a hawk / even if you don’t look up,” causes this reader to pause longer than feels comfortable (26). Eventually, taking away the quest for meaning and noticing only the tone, its gentle wryness becomes a little more enjoyable. There’s something about it that teases us, lifts a little out of the sometimes heavy or sad world to remind us that we are silly little humans, trying to understand our place and make sense of the world around us, and we never know if we’re getting it right or not. But this is followed by another epigram that pits the loneliness of a city of five million people against “acres & acres / of pine tree plantation,” which falls a little flat (28). Despite this, there’s an overwhelming sense of the visual pleasures that attend hitting the road with friends or lovers, fanging it out of Melbourne and into rural Victoria (even if we occasionally think about slipping off the Hume). One particularly vibrant passage begins: “Post-turbulence I hug the road’s blue / curve. Mid-morning melt— / lakes twisting other lakes” (35). The speaker, driving perhaps, listens to their passenger’s description of the surroundings and they become “as calm as folding linen / sheets into clean straight / lines” (35). Further down, the speaker reflects on “The way water refracts light & / insects but also swallows them. You flick / me across the sauna like paint” (35). Here, the passage takes on lyric imagery and makes ample use of simile, moving away from the slightly more bare-bones narrative or reflective sections of the poem. It becomes like an aria in the contrast of colour it presents – there’s “a scribble of trees” and “A reindeer bows into slush” (35; 35).

This is a book that searches for a sense of beauty in the grim events of the past few years, though it doesn’t shy away from the uncomfortable and unresolvable grief and anxiety that hangs around, no matter how closely we pay attention to the sublime beauty of nature. After all, as the speaker wonders at one point: “If the natural world sets the human mind at ease, how come so many regional & rural kids die before their 21st birthday?” (22). And anyway, as we are reminded towards the end of the poem:

Just because a place is /

beautiful doesn’t mean you won’t slip
down an abandoned mine
shaft. We’re all panning

for specks of something.
(47)

Let us for a moment attempt a new understanding of ‘internet poetry.’ It might be called a subgenre of a contemporary form of Australian poetry that blends spry lyricism with playful experimental techniques. The short poem that opens Holly Isemonger’s Greatest Hit is an Instagram caption: ‘Nice Pic of Me In the Sun’ in which “this is a hell poem,” Instagram is “for positivity!” and, of course, “this is the poem” (7; 7; 7). It immediately prepares us for what is to come: a series of playful poems that intersperses bouts of earnestness with a sharp critical eye for the conditions that create our resistance to that very earnestness. If this sounds complicated, it’s perhaps because its execution is too sophisticated to render into plain language. Besides, as the speaker asks in ‘Sweat’: “when did summer? why is this / person?” (8). In fact, that poem ends with these lines, which are somehow more moving than they appear to be:

I miss you

my god, this bed
I love it
(9)

Then again, it’s not such a mystery that these lines are moving; it might be more accurate to say this is an effect Isemonger has created with the precision of her tonal shift.

Elsewhere, poems such as ‘The Drowned Woman vs. Ted Hughes’ remix and reconstruct found text from sources such as, in this case, Ted Hughes’s poem ‘The Drowned Woman,’ Walt Whitman, and Jørgen Leth’s film dialogue. Isemonger tests this fragment-citation approach in different ways. A distortion of the fragment citation can be found in ‘sad witch psalms ;(’ taking place on several pages that appear periodically in the collection, sporting a dense sans serif, sentinel, and tablet-like in the middle of each page, a sort of astrological poetics of self-aware sincerity, where “light leaks like pus through windows onto nudes,” gently echoing the earlier poem ‘Sweat,’ for whose speaker “this is a mode of leakage” (14; 8).

Similarly to Carmody, Isemonger reveals a suspicion of the Australian tendency towards romanticising nature. Remember Carmody’s colonial sheep? Here, “A pastoral morning stomps into the room” while “Verdant trees shake outside the window” in ‘The Varieties of Melancholy Experience,’ a poem that meditates on each day’s sadness, from “Sunday sadness is indignant” to “Thursday sadness appears a day early” and “Saturday sadness is a performance conducted for others” (15; 15; 15). It’s subtle but the critique sits below the surface. Settler poets can no longer unironically take up the pastoral without recognising the logic of its underlying violence (think of the loudness of ‘stomps’ in the aforementioned line), even when it’s a mere fleeting mention.

Despite these meditations on sadness, on recovery, on the tenderness in reaching to another person for love and comfort in dark times, Isemonger remains committed to her poems as a site for playfulness, too. In contrast to Carmody’s poem, the poems in Greatest Hit tease out the knife edge of sad and absurd or comic more thoroughly. There is a corporeal reality at the base of these poems, too, so that when, in ‘Genesis I: I–VIII,’ “The poem woke me up this morning. Rude,” the speaker soon wonders (43):

Where does my body end and a new day begin?’ I don’t want to rest or write anymore. You are. I want to play!
With feeling!
(43)

Many of the poems use remixing of language and phrases to form subsequent stanzas, often presented as paragraphs with few to no line breaks. In ‘My Life As an Artist,’ which in fact plays with shorter couplets, the line “I lost sleep last night – so tired my head is a potato” becomes “I lost my night working potatoes,” and “thick plants bud” but later “my depression is a much-thickened underground part bearing buds from which new plants arise” (27; 27; 27; 27). Isemonger’s use of the exclamation mark often feels careful and precise: “don’t harvest my labour!” immediately breaks us out of the poem’s emotional state into a sort of silly clarity (28). The ostranenie-like techniques employed, the interest in contemporary film (several poems respond to director Lars von Trier), the commitment to luxuriating in bedsheets and reaching for the nearby body; these reveal a commitment to the poetic form as a site for holding many things at once. The result is both delightful and moving, and the silliness I keep referring to often feels deliberate in the construction of a complex texture.

While this review did not set out to be a comparative reading of the two collections, it’s hard to unsee thematic parallels and divergences across them. One curious parallel is the hinge of the word ‘which’ that serves to pull in the excess for a line. For instance, in Shouldering Pine:

The wind speaks louder here.
Which is to say, it sounds like the ocean.
Which is to say wallaby grass touching wallaby grass.
(33)

Compare this to ‘Sweat’s:

this is a mode of leakage
by which I mean linkage, by which I mean:

if we arrange our bodies like this
(8)

Is this hinge of “which is to say”/“by which I mean” a move to encompass excess? A way of opening up the poem so it can contain more? In each case the phrase allows restatement, emphasis, but also reorientation: from the wind to wallaby grass, or from sweat to bodily arrangement. I’m not sure what else can be said apart from noticing and wondering about each instance. Perhaps that is the point.

Both Carmody and Isemonger are interested in exploring contemporary experiences of messy and unromantic feelings: anxiety, grief, depression, abjection, but in formally different ways. Where Carmody prisms these through a lens of an ‘I,’ road tripping, living, loving, in a loose but momentous long form, Isemonger takes up forms of play and experiments, leaning into the aesthetics of online speech and poetry games. Where Carmody’s work follows the cool mountain air of Melbourne and regional Victoria, Isemonger’s poems are splashy in the spray and sea foam of New South Wales’s South Coast. Where for Carmody, moving through place feels somewhat embedded in the work, Isemonger’s surf aesthetic geography is a minor presence, where handwriting “looks like writing for the beach,” and “if you have a wound salt water will aid the healing; / if you have a beach the tide will erase / the whole thing” (46; 46).

They are full of rude hipbones, ultradian rhythms, and extreme sensations that remind us of the fluidity of body and mind, and the futility of Cartesian dualism.

*Taken form here: http://cordite.org.au/reviews/gomez-carmody-isemonger

Κατερίνα Φλωρά, Συλλογισμοί

Artwork: Pedro Ali

Πολύχρωμοι ήχοι ολόγυρα
πολύκροτες εικόνες διάχυτες
στου χρόνου το διάβα

Τη σκιά του δρομέα
μόλις που πρόλαβες·
το αεράκι που παρέμεινε μάρτυρας
μιας φευγαλέας παρουσίας

Μιας απουσίας που χρόνια αισθάνεσαι
στο κενό του χρόνου
στου χώρου τον αντίλαλο
που διαπερνά την μέσα σου φωνή

Λίνα Φυτιλή, Τρία ποιήματα

ΣΤΗ ΓΩΝΙΑ

Περιμένουν απόλυτα σιωπηλοί
μη τυχόν και πεταχτεί από το ράφι
μια μεγαλόσωμη προϊστορική γυναίκα
Ή γλυστρήσει από το κάδρο ένας γέρος,
κάποιος πεινασμένος σκύλος
Κι ενωθούν άθελά τους στο σκοτάδι
με τον διογκωμένο αρμό του τοίχου.

*

ΜΥΘΙΚΗ ΜΕΡΑ

Σε βλέπω στον ύπνο μου

είσαι δεκάξι
με την παλιά φωνή,
το γέλιο σου το φωταγωγημένο

και λέω
μήπως ξεχάσω τη χρονιά του ’90
που έμπασε τη θάλασσα στο σπίτι-

Θηρίο της αποκάλυψης-
αν έγραφα το ποίημα
απόψε-

θα είχες
κάτι από την αύρα
των ψυγείων

στα μαλλιά σου

*

ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ

Σε ποιον ανήκει
το βραδινό πάρκο
του σκύλου,
ρώτησα,
σίγουρα όχι σε μένα,
είπε ο άντρας στο παγκάκι,
εγώ τις νύχτες
τις περνώ
με τη σκιά μου

*Από τη συλλογή “Μυθική μέρα”, εκδ. Ενδυμίων, 2014.

Jack Hirschman (13/12/1933 – 22/08/2021), Eρωτικό ποίημα

Μεγαλύτερη από όλες ευτυχία
αβασάνιστα οικειότητα
δηλώνεις βάζοντας
τα χείλη σου ακριβώς εδώ.

Επομένως αυτή είναι σκέψη
χωρίς σκέψη. Ειπωμένη παρ’ ότι
τίποτα δεν λέγεται, τίποτα ενόσω
τα πάντα, γυμνό

φιλί που τίναξε τα ψίχουλα
του χρόνου και τo όργιο
κάθε λογής ασημαντοτήτων που κόλλησαν
και στοιβαχθήκανε στο μυαλό

και τώρα, μονάχα από
δύο χείλη ξεχωριστά,
η προέλευσή της έρχεται στο φως
ώστε να αποκαλύψει:

ότι υπάρχει ιδίωμα που λέγεται
Ψυχή, μία γλώσσα που είναι
το φιλί η μεγαλύτερη από όλες
ευτυχία. Δεν μεταφράζεται.

*Από το βιβλίο “Μονοπάτι: Ποιήματα 1952 – 2001″, εκδ. Απόπειρα. Μετάφραση. Χ. Αγγελακόπουλος.

Vicente Huidobro, Total

Μετάφραση: Γιώργος Μπλάνας

Φτάνουν πια οι μερίδες ανθρώπου και οι γουλίτσες ζωής, που μας σερβίρετε. Πάψτε να κομματιάζετε τον άνθρωπο, την γη, την θάλασσα και τον ουρανό.

Αρκετά με τ’ αποσπάσματα και τις λεπτές φωνούλες σας που μας μιλούν για μια γωνίτσα της καρδιάς σας και για ένα δαχτυλάκι τόσο δα.

Δεν μπορείτε να διαιρέσετε τον άνθρωπο, γιατί υπάρχει ολόκληρο το σύμπαν με τ’ αστέρια, τα βουνά, την θάλασσα, τα δάση, τη μέρα και τη νύχτα.

Αρκετά με τους πολέμους σας κάτω από το δέρμα σας ή μερικά βήματα έξω από το δέρμα σας.

Το στήθος ενάντια στο κεφάλι, το κεφάλι ενάντια στο στήθος.

Το μάτι ενάντια στο αυτί, το αυτί ενάντια στο μάτι.

Το δεξί χέρι ενάντια στο αριστερό, το αριστερό χέρι ενάντια στο δεξί.

Το συναίσθημα ενάντια στην λογική, η λογική ενάντια στο συναίσθημα.

Το πνεύμα ενάντια στην ύλη, η ύλη ενάντια στο πνεύμα.

Η πραγματικότητα ενάντια στο όνειρο, το όνειρο ενάντια στην πραγματικότητα.

Το συγκεκριμένο ενάντια στο αφηρημένο, το αφηρημένο ενάντια στο συγκεκριμένο.

Η μέρα ενάντια στην νύχτα, η νύχτα ενάντια στη μέρα.

Ο Βορράς ενάντια στον Νότο, ο Νότος ενάντια στον Βορρά.

Επιτέλους δεν μπορείτε μια φορά να δώσετε έναν άνθρωπο, έναν ολόκληρο άνθρωπο, έναν ακέραιο άνθρωπο;

Το μονότονο καναρίνι της φωνής σας αρρωσταίνει τον κόσμο. Έχετε φωνή πριγκιπική, ενώ θα έπρεπε να έχετε ανθρώπινη φωνή.

Καλύτερα ν’ ακούς να μιλάει ένας λιθοξόος· αυτός τουλάχιστον βιώνει τον θυμό του και ξέρει την μοίρα του, έχει πάθος και θέλει να πετάξει από πάνω του τους περιορισμούς.

Αντίθετα, εσείς δεν δίνεται το μέγα λόγο που σαλεύει στα σπλάχνα σας. Δεν ξέρετε πώς να την αποκαλύψετε.

Τον μέγα λόγο που θα γίνει κραυγή του ανθρώπου – ν’ ακουστεί στην απεραντοσύνη, ουρλιαχτό των ηπείρων και των θαλασσών – να μαργώσει ο ουρανός και να ξυπνήσει η γη· θα γίνει τραγούδι – να υλοποιήσει το μεγάλο όνειρό του: το τραγούδι της νέας συνείδησης, τ’ ολόκληρο τραγούδι του ολόκληρου ανθρώπου.

Ο κόσμος σάς γυρίζει την πλάτη, ποιητές, επειδή η γλώσσα σας είναι πάρα πολύ μικρή, πάρα πολύ προσκολλημένη στο ασήμαντο εγώ σας, πάρα πολύ εκλεπτυσμένη από τις συνεχείς γλυκανάλατες εξομολογήσεις σας. Έχετε χάσει την αίσθηση της ενότητας, έχετε ξεχάσει τον δημιουργικό λόγο.

Τον συμπαντικό λόγο, τον λόγο όπου μέσα του αρμενίζουν οι κόσμοι άπαντες. Επειδή στην αρχή ήταν ο λόγος και στο τέλος ο λόγος θα είναι.

Μια μεγάλη, ήρεμη, φωνή, ορμή δίχως ματαιοδοξία.

Η φωνή ενός νέου αναδυόμενου πολιτισμού, η φωνή ενός κόσμου ανθρώπων, όχι τάξεων. Η φωνή ενός ποιητή που ανήκει στην ανθρωπότητα και όχι σε μια συγκεκριμένη φυλή. Ως ειδικού, το πρώτο σου ειδικό αντικείμενο, ποιητή, είναι ένα ανθρώπινο ον, πλήρως ανθρώπινο. Δεν χρειάζεται ν’ αρνηθείς το γραφείο σου· αλλά το γραφείο σου είναι γραφείο ανθρώπου κι όχι λουλουδιού.

Ούτε εσωτερικός ευνουχισμός του ανθρώπου ούτε εξωτερικός του κόσμου. Ούτε πνευματικός ούτε κοινωνικός ευνουχισμός.

Μετά από τόσες θέσεις κι αντιθέσεις, ήρθε η ώρα της μεγάλης σύνθεσης.

Η εποχή μας έχει επίσης όμορφα κεφάλια μπαμπακιάς. Μπαμπάκι με πύρινες αξιώσεις, αλλά και απίστευτα υδρόφιλο.

Ναι, ναι, ξέρω! Το μέτρο, το περίφημο μέτρο. Είστε όλοι πολύ μετρημένοι. Αν δεν πρόκειται για δικαιολογία ή τεχνική απόκρυψης του μέσα σας κενού – αναλόγως την περίπτωση.

Γεννηθήκατε την εποχή που ανακαλύφθηκε το μέτρο. Είστε όλοι ένα και εξήντα οκτώ και φοβάστε μην χτυπήσετε το κεφάλι σας στο ταβάνι.

Αλλά χρειαζόμαστε έναν άνθρωπο χωρίς φόβο. Θέλουμε ένα ευρύ συνθετικό πνεύμα, έναν ολόκληρο άνθρωπο, έναν άνθρωπο που θα εκφράσει ολόκληρη την εποχή μας, όπως εκείνοι οι μεγάλοι ποιητές που έγιναν φωνή της εποχής τους.

Τον περιμένουμε με αυτιά ορθάνοιχτα, όπως του έρωτα η αγκαλιά.

*Το Total [Όλον] είναι το συντομότερο από τα πολλά μανιφέστα που δημοσίευσε ο Χιλιανός ποιητής Vicente Huidobro [1893-1948] στο σύντομο, αλλά πλούσιο σε καρπούς, πέρασμά του από το στερέωμα της τραγικής κοσμογονίας του πρώτου μισού του 20ού αιώνα. Ποιητής, πεζογράφος, δραματουργός, κριτικός και φιλόσοφος, ο Huidobro υπήρξε εξέχουσα μορφή της ευρωπαϊκής ποιητικής Avant-garde, την οποία εισήγαγε στη Χιλή, με τη μορφή του δικής του έμπνευσης Δημιουργισμού [Creacionismο], εγκαινιάζοντας μια πραγματική ποιητική άνοιξη στις χώρες της Λατινικής Αμερικής. Ο Δημιουργισμός, σαν ποιητική «μέθοδος» δεν απέδωσε σπουδαίους καρπούς – ούτε στην ποίηση του ίδιου του Huidobro· ποίηση εντυπωσιακή, υψηλών μορφικών και ιδεολογικών προδιαγραφών, αλλά ελάχιστα «Δημιουργιστική», με την αυστηρή έννοια. Αντίθετα, σαν αισθητική θεωρία ο Δημιουργισμός απελευθέρωσε ορισμένες δυνάμεις σημαντικότερες ή τουλάχιστον πιο ανθεκτικές από τις δυνάμεις που απελευθέρωσαν ο Φουτουρισμός, το Νταντά και ο Υπερρεαλισμός. Αυτό συνέβη επειδή στον πυρήνα του Δημιουργισμού δεν βρισκόταν το σύνηθες ζήτημα της σχέσης του ποιητή με το ποίημα, αλλά το ζήτημα της σχέσης του ποιήματος με τον λεγόμενο αντικειμενικό κόσμο: «Η ηγεμονία της λογοτεχνίας τελείωσε», έγραφε Huidobro στο κείμενό του El Creacionismo (1925). «Ο 20ός αιώνας θα πρέπει να γεννήσει την ηγεμονία της ποίησης με την πραγματική έννοια της λέξης – του ποιείν, δηλαδή, όπως το εννοούσαν οι Έλληνες. Το μόνο που πρέπει να ενδιαφέρει τους ποιητές είναι το ποιείν και η απόρριψη –σε όλη την διαδικασία του ποιείν– κάθε ερμηνείας, κάθε περιρρέοντος ποιητικού προτύπου. Το ποίημα ενάντια στο τραγούδι. Η πρώτη προϋπόθεση για να είναι κανείς ποιητής είναι να ποιεί· η δεύτερη: να ποιεί και η τρίτη να ποιεί. Αν ο άνθρωπος έχει δαμάσει τα τρία βασίλεια της φύσης, το ορυκτό, το φυτικό και το ζωικό, γιατί να μην μπορεί να προσθέσει στις σφαίρες του σύμπαντος και το δικό του βασίλειο, το βασίλειο των ποιημάτων του; Ο άνθρωπος έχει επινοήσει μια εντελώς νέα πανίδα που περπατάει, πετάει, πλέει και γεμίζει τη γη, τον αιθέρα και τις θάλασσες με τους ξέφρενους καλπασμούς, τους αλαλαγμούς και τις θρηνητικές κραυγές της. Ό,τι έγινε στην τεχνολογία μπορεί να γίνει και στην ποίηση. Θα σας πω αμέσως τι εννοώ με τον όρο: πεποιημένο ποίημα. Είναι ένα ποίημα του οποίου κάθε τμήμα αλλά και το σύνολο, δείχνουν μια νέα πραγματικότητα, ανεξάρτητη από τον εξωτερικό κόσμο, ανεξάρτητη από οποιαδήποτε άλλη πραγματικότητα εκτός από αυτήν την ίδια· μια πραγματικότητα που παίρνει την θέση της στον κόσμο ως ιδιαίτερο φαινόμενο, απολύτως διακριτό από οποιοδήποτε άλλο. Αυτό το ποίημα δεν μπορεί να υπάρχει παρά μόνο στο κεφάλι του ποιητή. Και δεν είναι όμορφο επειδή μας θυμίζει κάτι, επειδή μας παραπέμπει σε όμορφα στην όψη πράγματα ούτε επειδή μας παριστά όμορφα πράγματα που μπορούμε να τα δούμε με τα ίδια μας τα μάτια. Είναι όμορφο καθεαυτό και δεν επιδέχεται σύγκρισης. Ούτε μπορεί να νοηθεί εκτός βιβλίου. Τίποτα δεν του μοιάζει στον εξωτερικό κόσμο· καθιστά πραγματικό αυτό που δεν υπάρχει· σαν να λέμε θεμελιώνει την ίδια του την πραγματικότητα. Ποιεί το θαυμάσιο και του δίνει ζωή. Ποιεί εξαιρετικές καταστάσεις που δεν θα μπορούσαν ποτέ να υπάρξουν στον αντικειμενικό κόσμο – καταστάσεις που αντλούν την ύπαρξή τους από την ύπαρξη του ποιήματος. Ένας ποιητής πρέπει να λέει πράγματα που δεν θα λέγονταν ποτέ χωρίς αυτόν. Τα πεποιημένα ποιήματα αποκτούν κοσμογονικές διαστάσεις· δίνουν κάθε στιγμή το πραγματικά Υπέροχο, το υπέροχο το οποίο τα κείμενα μάς παρουσιάζουν με τόσο λίγο πειστικά παραδείγματα. Δεν πρόκειται για ένα συναρπαστικό και μεγαλεπήβολο Υπέροχο, αλλά για ένα Υπέροχο χωρίς τα στοιχεία της προσποίησης και του τρόμου· ένα Υπέροχο που δεν ζητάει να υπερφαλαγγίσει, να συντρίψει τον αναγνώστη: ένα Υπέροχο τσέπης. Το πεποιημένο ποίημα αποτελείται από πεποιημένες εικόνες, πεποιημένες καταστάσεις, πεποιημένες ιδέες· δεν χαρίζεται στα στοιχεία της παραδοσιακής ποίησης, εκτός από εκείνα που είναι απολύτως πεποιημένα – δεν σκοτίζεται για την πραγματικότητα και την αλήθεια που προηγούνται της υλοποίησής του». Το Total πρωτοδημοσιεύτηκε στα γαλλικά, στο τεύχος Ιουνίου του 1932, της παρισινής επιθεώρησης Vertigral και την επομένη χρονιά στο ημερολόγιο La Naciόn του Buenos Aires, στα Ισπανικά. Η παρούσα μετάφραση έγινε από την έκδοση: Vicente Huidobro – Obra Selecta. Ed. L. N. Orta. Caracas, Fundacion Biblioteca Ayacuch, 1989.

**Από εδώ: Τα Ποιητικά, τχ. 26, Ιούνιος 2017, σελ. 16. https://tapoiitika.wordpress.com/μεταφρασμένη-ποίηση/vincente-huidobro/

Γιώργος Κοζίας, Τέσσερα ποιήματα

ΑΤΕΛΕΙΩΤΟΣ ΧΟΡΟΣ

Τις τελευταίες ημέρες της Πομπηίας
σʼ ένα φουτουριστικό καμπαρέ
χορεύεις τέσσερα επεισόδια
απ΄ τις κακές πράξεις του Σατανά
μόνη στο χλωμό φεγγάρι.
Χορεύεις στη λέσχη των εκκεντρικών
μικρή αλεπού Σαλώμη
ζητώντας πάλι το κεφάλι του Ιωάννη Βαπτιστή.

*

ΨΙΘΥΡΟΣ ΚΑΙ ΕΞΑΡΣΗ

Βιολέτες πνίγονται στη στάχτη.
Τεράστιοι καπνοί από σονέτα και πρελούδια
κόβουν τον πάγο σαν διαμάντια.
Μαύρα κερκέλια έρχονται και φεύγουν.
Σαν τραπουλόχαρτα σε χέρια λεπρού.

*

ΤΟ ΚΙΒΟΥΡΙ

Πετάχτηκα απ’ το κρεβάτι. Ήπια ένα ζεστό. Κοίταξα το
ρολόι. Άρπαξα το παλτό. Έβαλα το καπέλο μου. Βγήκα
έξω. Πρόλαβα το κιβούρι. Ανέβηκα πάνω. Έκανα τσιγάρο.
Κάποιος έσκουξε. Χάθηκε το φεγγάρι. Τότε πρόσεξα το
κιβούρι ν’ αλλάζει μέσα στον ζωολογικό κήπο.

*

BLOW OUT

Κομμάτια σάπιου χόρτου ανεβαίνουν
στον ουρανό.
Νυχτερινές λάμψεις ερεθίζουν
τους ζηλωτές.
Η μικρή πόρνη φέρνει τούμπες
στο μπλε του κοβαλτίου.

*Από τη συλλογή «Ζωολογικός κήπος», εκδ. Στιγμή 1989, Αθήνα (εξαντλημένο).