Λεωνίδας Καζάσης, Νοικοκυραίοι

-Δεν μπορούμε να απεργήσουμε. Έχουμε παιδιά να θρέψουμε. Δεν καταλαβαίνεις;

-Μα μας αδικούν. Χαμηλώνουν τα ήδη χαμηλά μεροκάματά μας, καταργούν δικαιώματα που με αγώνες αποκτήθηκαν! Θα κάτσουμε με σταυρωμένα χέρια;

-Και τι θέλεις να κάνουμε; Να πεινάσουν τα παιδιά μας; Εσύ είσαι εργένης και κάνεις την πλάκα σου, παριστάνοντας τον εργατοπατέρα˙ δεν έχεις παιδιά, δεν έχεις υποχρεώσεις, και κάνεις τον έξυπνο.

-Σπουδάζουμε τα παιδιά μας! Πληρώνουμε γραμμάτια! Εγώ ξεχρεώνω ακόμα το αυτοκίνητο της κόρης μου, και κάνω κι άλλη δουλειά το βράδυ˙ μοιράζω πίτσες με μηχανάκι. Τι κάθεσαι και μας λες τώρα!

-Εγώ στέλνω λεφτά στο γιό μου που σπουδάζει νομικά σε άλλη πόλη. Θα τον καμαρώσω δικηγόρο! Όχι σαν εμάς που μας έφαγε το χαμαλίκι να φορτώνουμε ανταλλακτικά, βάζοντάς τα σε χαρτοκιβώτια˙ και έχω κι άλλη δουλειά! Δεν κάθομαι σαν εσένα, όταν σχολάσω από δώ.

-Ένας λόγος που δεν θέλω παιδιά, είναι, για να μην υποκύπτω στους εκβιασμούς του κεφαλαίου και της εργοδοσίας, που υπονομεύουν την υπόσταση και την αξιοπρέπειά μου. Τι μέλλον θα έχουν τα παιδιά σας σε μιά κοινωνία όπου τα μαθαίνετε να υποκύπτουν στους εκβιασμούς;

-Ρε Σπύρο, μας λες γιατί κάναμε οικογένειες˙ μα σταυρώνεις γυναίκα, αν αρνηθείς να κάνεις παιδιά; Ποιά θα’ ρθεί μαζί σου, χωρίς να ξέρει ότι θα την παντρευτείς και θα της σπείρεις απογόνους;

-Έχεις δίκιο Κώστα. Το κακό ξεκινά από την ανατροφή που παίρνουμε από παιδιά˙ ιδίως στα κορίτσια ριζώνουν την εμμονή της μητρότητας, για να εκβιάζουν αργότερα τους άνδρες, οι οποίοι μπροστά στον κίνδυνο της εγκατάλειψης, υποκύπτουν στον εκβιασμό, κάνοντας οικογένεια, και ύστερα αρχίζουν οι πεοθυλασμοί στους οικονομικά ισχυρότερους.

Οικογένεια σημαίνει υποταγή, γλείψιμο στους έχοντες και κατέχοντες, αλλά και σε όποιον ασκεί την παραμικρή εξουσία˙ γι’ αυτό η οικογένεια προβάλλεται με υστερία από τα προπαγανδιστικά φερέφωνα των ιθυνόντων κεφαλαιοκρατών (την θρησκεία, τα μέσα μαζικής εκμαυλίσεως, τις κοκότες πολυτελείας του κεφαλαίου (ηθοποιούς, τραγουδιστές, χορευτές, ζωγράφους, τους πουλημένους διανοούμενους), που διαμορφώνουν συνειδήσεις, πλασάροντας πρότυπα, που αναπαράγουν την εκμεταλλευτική εμπορευματική κοινωνία των υπερβολικών απαιτήσεων της ξιπασιάς.

-Ξέρεις τι είναι να αποκτήσεις παιδιά ρε μαλάκα; Και πουτάνα γίνεσαι για τα παιδιά σου! Όλα για τα παιδιά! Απευθύνθηκε στον Σπύρο, ουρλιάζοντας, η τηλεφωνήτρια της επιχείρησης, που άκουγε τους διαλόγους των συναδέλφων της.

-Εκείνο που ξέρω, είναι, ότι γεννάτε στρατιές υπηρετών του κεφαλαίου, με την ελπίδα, ότι τα παιδιά σας μια μέρα θα αξιωθούν, πατώντας επί πτωμάτων, να γίνουν κι αυτά πλούσιοι, ακολουθώντας τα πρότυπά σας, τα οποία είναι οι αδικητές – εξολοθρευτές σας. Ούτως ή άλλως, δεν χρειάζεται να υπάρχουν πολλοί άνθρωποι στον πλανήτη˙ πόσο μάλλον, όταν πρόκειται να αναπαράξουν την εκμεταλλευτική αθλιότητα, την εκμεταλλευτική βρωμιά.

-Βούλωσ’ το Σπύρο, μη στο βουλώσω με καμιά γροθιά! Που θα πιάσεις στο στόμα σου τις οικογένειές μας!

-Φύγε από’ δώ αλήτη αναρχικέ! Που θα μαγαρίσεις τις οικογένειές μας! Θα καταγγείλουμε στην διεύθυνση ότι βρίζεις τις οικογένειές μας! Αλήτη! Φύγε μη σε πλακώσουμε!

Την επόμενη μέρα, ο Σπύρος απελύθη χωρίς αποζημίωση, αφού υπήρξαν μαρτυρίες συναδέλφων του για άδικη επίθεση και εξύβριση σε συνάδελφο. Λίγο αργότερα εδικάσθη και κατεδικάσθη σε φυλάκιση με αναστολή.

-Φιλοχρήματος δεν είμαι, υλικές ανάγκες δεν έχω πολλές, για να μην αναγκάζομαι να τρώω την ζωή μου, δουλεύοντας. Τα τρία πρώτα αποκλείουν την καριέρα, και όλα μαζί αποκλείουν την συναναστροφή με γυναίκες, και φυσικά, την δημιουργία οικογένειας. Άρα, κίνητρα να καταχραστώ τα χρήματα του ταμείου της πολυκατοικίας, δεν υπάρχουν. Τους υποψήφιους κλέφτες, ρουφιάνους, ψευδομάρτυρες αναζητήστε τους ανάμεσα στους οικογενειάρχες και στις μητέρες, που καταργούν την αλληλεγγύη και κάθε έννοια ηθικής μεταξύ των ανθρώπων, για το καλό των παιδιών τους, που είναι το αλληλοφάγωμα.

Αυτά είπε ο Σπύρος στην συνέλευση των συνοίκων της πολυκατοικίας, όταν κάποιοι φοβήθηκαν να τον εμπιστευθούν. Πάλι τον απείλησαν με μηνύσεις για συκοφαντική δυσφήμηση και εξύβριση.

Τζένη Μαστοράκη (21 Φεβρουαρίου 1949 – 30 Ιουλίου 2024), Δύο ποιήματα

ΠΑΡΑΚΜΗ

Η παρακμή
δεν έχει χρονικά περιθώρια.
Έρχεται σαν εξώδικη πρόσκληση
κι έτσι απλά
σου βγάζει τα έπιπλα στο δρόμο.
Γύρω σου τα παιδιά
περιεργάζονται
την πλάτη της καρέκλας σου
εκεί που σε μια παραφορά
της εφηβείας
είχες γράψει:
Ψέματα – Ψέματα – Ψέματα.
Τελικά φορτώνεις
μόνο το κρεβάτι
σε μια περαστική
μοτοσυκλέτα
και μετακομίζεις
σε άγνωστη διεύθυνση.

*Από την ποιητική συλλογή «Διόδια», εκδ. Κέδρος 1972.

Η ΠΟΡΤΑ

Τώρα, επάνω στην πεσμένη πόρτα
περνάνε και κρεμάνε τα τραγούδια τους
δεμένα με χρωματιστές κορδέλες
σαν τάματα σε κάποια
Παναγιά τάδε, τη θαυματουργή.
Ο ποιητής κουβαλάει
την πόρτα στην πλάτη
σωπαίνει.
Θα τον δεις καμιά φορά λοιπόν
να περπατάει σκυφτός
ή να περνάει με το πλάι τα στενά
και κείνο το κάγκελο
στραβωμένο
αφήνει βαθιά χαρακιά
πάνω στην άσφαλτο.

Από την ποιητική συλλογή «Το σόι», εκδ. Κέδρος 1978.

Πεφτούλης Μαρθόγλου, Δύο ποιήματα

Οι φίλοι μου γράφουν σπάνια.
Συνήθως στροβιλίζουν το κεφάλι τους
Φουρφούρι σε ανεμοστρόβιλο.
Κερνάνε ποτά στις εξόδους κινδύνου
Περνάνε ανάμεσα από τζάμια
και ύστερα απορούν για τις πληγές τους.
Στο τέλος πάντα θυμούνται.
Οι φίλοι μου μιλούν σπάνια
για τον εαυτό τους.
Τον αρπάζουν σφεντόνα
ρίχνουν το αστέρι τους
το θάβουν χωρίς τιμές ή κάποιο κτέρισμα
και μόλις σχολάσουν από την δουλειά,
τότε ίσως στο τέλος της ημέρας
τον θυμηθούν.
Οι φίλοι μου εκφράζουν
τα συναισθήματά τους αλλιώς.
Νιώθουν τον παλμό του σύμπαντος
Κι ας τραγουδάνε φάλτσα.
Εσύ θα πεις ξοδεύονται
εγώ θα πω αφιερώνονται
σε κάτι που και εγώ
Ενώ συμμετέχω, δεν κατανοώ
Μα νιώθω και εκπροσωπώ.

*

Δεν ήρθε ακόμα ο καιρός
που θα κοιτάξουμε κατάματα τον ήλιο,
να είμαστε σίγουροι για τον κόσμο.
Δεν είναι μακριά αλλά δεν ξέρω
κι αν φτάσουμε ποτέ.
Εύκολα χάνεται κανείς σήμερα
στα αλισβερίσια της ανάγκης.
Προς το παρόν ψάχνω τα μάτια σου
μέσα σε τούνελ τυφλό.
Λέω ένα τραγούδι γήινο
που εσύ δεν το θυμάσαι πια
και όταν δείξω τα αστέρια
Με κυνηγάνε οι φακοί.
Αν ρωτήσουν τι γράφω
ανοησίες θα τους πω.
Αφού τα λόγια
μόνο για θάνατο προφέρονται.

Ardita Jatru, Το φουστάνι

Η μάνα μου είχε μονάχα ένα φουστάνι
Το έπλενε τη νύχτα και το στέγνωνε δίπλα
στην κουζίνα.
Το πρωί μύριζε άρωμα λουλουδιών.
Δεν τη ρώτησα ποτέ γιατί
δεν είχε ένα δεύτερο,
δεν ήθελα να είχε άλλο.
Εγώ έτσι την γνώρισα
με το ροζ φουστάνι μέχρι το γόνατο.

Όταν μια μέρα
αγόρασε ένα κίτρινο μεταξωτό πουκάμισο
πήρα κρυφά το ψαλίδι
το έκοψα σε μικρά κομμάτια
και γέμισα τις τσέπες μου.
Η μάνα σιώπησε δυο μέρες
και εγώ χαιρόμουν μέσα μου
που εκείνη θα φορούσε το ίδιο φουστάνι
και στο μυαλό μου αντηχούσε η σκέψη
πόσο πολύ θέλω να της μοιάζω.

Σήμερα καταλαβαίνω τη μάνα μου
κι οι απορίες μου λύθηκαν,
καταλαβαίνω τη μαχητικότητά της
τη μελαγχολική μελωδία
των αναστεναγμών της τα βράδια
νανούρισμα ελπίδας στα όνειρά μου.
Καταλαβαίνω τα πάντα.

Μα γιατί έπρεπε να είχε
ένα φουστάνι μονάχα;

Ανοίγω τα φύλλα της ψυχής μου
και βλέπω τη σωσία της
όλα τα χρόνια της
να γκριζάρουν μπροστά
σ’ έναν καθρέφτη θύμησες.

*Από τη συλλογή «Το σκυλί μέσα στο κεφάλι μου», Εκδόσις Κοινωνία των (δε)κάτων.

Δημήτρης Γλυφός, Δύο ποιήματα

Μόνο

Μόνο
Η ασφυξία του έρωτα
Έμεινε
Για αντίλαλος
Να χτυπιέται
Από τοίχο σε τοίχο
Να ξοδεύεται
Σε πλαϊνά παράθυρα
Και ημιθανείς φωταγωγούς

*Από τη συλλογή«Απόηχος», Εκδόσεις Σμίλη.

Drama Queen

Σφίγγει στην παλάμη του ένα αστέρι.
Δακρύζει φως.
Τυλίγει τα γράμματα με σταφύλια.
Δακρίζουν είδωλα.
Τι κι αν αυλακώνει με τα νύχια του το ξύλιος
Μυρίζει το σύννεφό του
Ερήμωσε ο ορίζοντας
Ο ποιητής
ημέρεψα.

*Από τη συλλογή «Παρεστιγμένος», Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ.

Αντωνία Μποτονάκη, Μυθιστόρημα γ΄ (δικαίωση) 

Σαν έφτασε, έτσι ωχρός κι αδύνατος
σαν καύκαλο χελώνας ο νεκρός

έτσι ξεπαγιασμένος
με κείνα τα γελοία εσώρουχα

κι ως να μην έφταναν αυτά
μπογιαντισμένος -ως είθισται στις μέρες μας-
με παραγεμισμένα μάγουλα και κολλημένα χείλη

έτσι, ελεεινός, στην πόρτα στάθηκε του κάτω κόσμου.

Σαν βγήκε ο άγγελος για την παραλαβή
φοβήθηκε ο νεκρός.

Να κλαίει άρχισε, να οδύρεται. 
Δεν ήμουνα καλός, να λέει
μήτε πατέρας, μήτε σύντροφος, οκνός, δειλός, και γυναικάς και πότης.

Κι άλλα πολλά ετοιμαζότανε να πει
μα ο άγγελος σήκωσε τη ρομφαία
-μακάρι να ‘ταν χέρι- 
και τον σταμάτησε.

Σε είχα δει. Έτσι του είπε. 
Τρυφερά. 
Σε είχα δει πώς μπόλιαζες τα δέντρα, πώς έπλαθες τη λάσπη 
και πώς με τις ασφοδιλιές έφτιαχνες ανεμόμυλους.

Και πέτρα λησμονιάς τού ‘δειξε να καθίσει.

*Από τη συλλογή “Τη γλώσσα τ την πελταξαν στη γάτα”, εκδ. Θράκα, 2024.

Κατερίνα Φλωρά, Άδειας σκέψεις

Εύστοργη μελαγχολία
αδράνειας χάρισμα
χαρμονής απειλή
γλυκιά οκνηρή αίσθηση

Με όσους μείναν
κινούμαστε παράλληλα
στο ρευστό ταμπλό
μιας άχαρης χρονικότητας

Που έτυχε να ζούμε
που είναι το μόνο που έχουμε
να διαφυλάξουμε
στη διάφανη σφαίρα της μνήμης
της παροντικής στιγμής

Τόνια Τζιρίτα Ζαχαράτου, Η αδελφή μου ως Σερένα Ουίλιαμς

Να σε κοιτάζω να παίζεις ήταν πάντοτε μια απόλαυση
τόσο επιθετική που ένιωθα τα χέρια σου γύρω από τον λαιμό μου
ενώ αυτά απλώς έσφιγγαν τη λαβή μιας ρακέτας.

Πώς μαθαίνει κάποια να χάνει εγώ εξασκήθηκα μεταξύ πτώσης
να σκόνης σ’ ένα χωράφι που είχαν χαράξει
στη μέση μια γραμμή από ξεραμένη λάσπη.

Να χάνεις από την αδελφή σου –κοίτα, η μπάλα έγινε κομήτης,
η ουρά της μου καίει τις βλεφαρίδες. Έχασα από εσένα
όλους τους τελικούς που μπόρεσα να φτάσω, αλλά έρχομαι σε κάθε σου παιχνίδι
για να δω μυς να τεντώνονται κάτω απ’ τον ήλιο -τι όμορφη που είσαι σήμερα

τόσο όμορφη που σε πέταξαν έξω -έξω φώναξαν και δεν εννοούσαν την μπάλα
σαν εχθρικοί διαιτητές που κάθε αγώνα επιβάλλουν κοντές φούστες

Οργισμένη βροχή είσαι και κεραυνοβολείς
Όποια περάσει τη γραμμή χάνει και τρώει
το χώμα του καλοκαιρινού ελαιώνα

Η μικρή μου αδελφή είσαι που έγδερνες εδώ
το γόνατά σου και τώρα καθρεφτίζεται
στο μέταλλο άχρηστων επάθλων.

Τίποτα απ’ αυτά δεν έχει γεύση
κι είναι αδύνατο να κοιμηθείς στο εσωτερικό τους.

*Δημοσιεύτηκε στο Τεφλόν 31, Καλοκαίρι-Φθινόπωρο 2024.

Αλήτις Τσαλαχούρη, Στο θάνατο να παίξει

Για τον καθηγητή της Ιστορίας-Που παραμίλαγε-Σφαγές-Αυτοκρατορίες-Σύμφωνα-Με μυαλά τιναγμένα στου Δρομοκαΐτη τα κτίρια-Έλεγαν πως έφταιξε η υπερβολική του μόρφωση-Και μια ερευνητική αποτυχία-Αν δεν είχε αρρωστήσει-Θα διέπρεπε στα πανεπιστήμια-Ο καθηγητής βρισκόταν χαριστικώς στο σύστημα-Άθυρμα του καθενός μαθητή και της καθεμιάς μαθήτριας-Αφού λόγω έλλειψης καθηγητών παρέδιδε κανονικά-Βγάζοντάς τα πέρα δύσκολα-Μπέρδευε τάξεις-Βαθμολογίες-Την ύλη που δίδασκε-Μια μέρα όμως-Μας αναγκάζει να κάνουμε ησυχία-Για του Τουταγχαμών τον τάφο μίλησε-Με ευλάβεια κι ηρεμία-Από πολιτισμική ταφική συνήθεια-Με τα αγαπημένα του παιχνίδια-Τον βάλανε στην Πυραμίδα-Σε άριστη κατάσταση βρεθήκανε απ’ την Αρχαιολογία-Μας ανακοίνωσε-Ύστερα μας έδειξε φωτογραφία-Και λες και μας είχανε κάνει μαγικά-Που οι Αιγύπτιοι τον Φαραώ τον έστειλαν στο θάνατο να παίξει-Κουδούνι χτύπησε κι ένα καθίκι δεν κουνήθηκε απ’ τη θέση-Για τον καθηγητή της Ιστορίας-Που παραμίλαγε-Σφαγές-Αυτοκρατορίες-Σύμφωνα-Με μυαλά τιναγμένα στου Δρομοκαΐτη τα κτίρια-Έλεγαν πως έφταιξε η υπερβολική του μόρφωση-Και μια ερευνητική αποτυχία-

*Από τη συλλογή “Κάθαρμα”, Εκδόσεις Οδός Πανός, 2020.

Κώστας Ταχτσής (1927-1988), Τι είπε κάποια νύχτα με βροχή έναε νεκρός του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου

Φίλε μου
αυτές τις ώρες που η βροχή
ξυπνάει τις ρίζες της γενιάς μας
να ‘ξερες πώς σε νοσταλγώ!
Θυμάμαι πάντα τη φωνή σου που ‘λεγε:
«Κάτω από ποιον αστερισμό να βάλουμε τα όνειρά μας;
Με τι σπαθιά θα λύσουμε τους κόμπους της αγάπης;»
Φίλε μου ξύπνα
η ψυχή μας άρχισε να κάνει φοβερά παράσιτα
ξύπνα καλέ μου, χρειαζόμαστε αντένα
η μουσική ήταν άλλοτε ωραία
τώρα
μονάχα μια γραμμή ενώνει τις παλάμες μας
κ’ ίσως η γνώση του θανάτου
φίλε μου ξύπνα, δε βαρέθηκες το θάνατο;
θυμάσαι τις ωραίες θέσεις μας
για τη μεταθανάτια επιβίωση; τότε
ο εχθρός φορούσε ακόμα προσωπίδα
ήταν αλήθεια μια περίεργη εποχή
γεμάτη καπνούς και χαμόγελα
τα επίχρυσα γράμματα της Ιστορίας είχανε ξεθωριάσει
όμως φαντάζεσαι πότε; σαν ήρθε η ώρα, αντίς ευχή,
μού ‘κλεισε μες στη φούχτα ο πατέρας μου
ένα κουτί μπρουτζόσκονη
έτσι κινήσαμε
οι σάλπιγγες δε σήμαιναν πια ηρωισμούς
και όμως
κοίταξε τώρα εδώ γυμνοί
όλα τα δώσαμε όλα
στον έρανο του θανάτου
εμείς που είχαμε ασκήσει χρόνια το κορμί μας’
για ν’ αντέχει
στο θάνατο και τις επιθυμίες
καλέ μου
με γελάσανε μ’ ένα στεφάνι δάφνης
εμένα που είχα καταθέσει μαθητής ακόμα
ένα στεφάνι όνειρα στον τάφο της καρδιάς μου
αγαπημένε
αυτές τις ώρες που η βροχή
ανοίγει τα κλειστά παράθυρα του τάφου μου
κι’ ορμούν κάποια πουλιά μέσα στα στήθεια μου
αυτές τις ώρες
σε θυμάμαι και σε πεσμένο εκεί στο πλάι μου
κι’ είναι σα να πεθαίνω πάλι.

*Από τη συλλογή «Καφενείο “Το Βυζάντιο” και άλλα ποιήματα», β’ έκδοση, εκδ. Ερμής, 1980.