Μαριάνθη Μαρκοπούλου, Ανδρικά παραμύθια


Κολάζ: Kurt Schwitters, cigar

Τ’ αγόρια με το υπομειδίαμα κάτω από τα μουστάκια
στα πιο ασόβαρα αστεία
και το τρανταχτό γέλιο στις μεταμεσονύκτιες παρέες
τ’ αγόρια με την υπόκωφη θλίψη στις σόλες των παπουτσιών τους
σαν σαξόφωνο στη Τοσίτσα
που γυρνάγαν σπίτι με τα πόδια
και σηκωμένο γιακά στο ψιλόβροχο
αυτά, που βαστάγαν όρθιο τον εαυτό τους
κορμός αγέρωχος
κι ας μέσα τους κατέρρεαν
που γράφαν ελεγείες σάτιρες και δεκαπεντασύλλαβους
παίζανε στα δάχτυλα τις πιο πολύπλοκες έννοιες
αλλά χάναν τα λόγια τους
εκεί που θέλανε πιο πολύ
τ’ αγόρια που κρυφά ελευθέρωσαν το θήραμα
και δώσαν μάχη για κάθε χαμένη μάχη
ποτήρια ξέχειλα
σπασμένοι κώδικες
που δεν βγάλαν άχνα
μόνο βάλαν να παίζει το lay, lady, lay
σε ένα γρατζουνισμένο υπόγειο
εκείνα τ’ αγόρια με την ψηλαφητή ζεστασιά στο βλέμμα
σαν μαντέμι στο Πάπιγκο
κείνα κει
που χουν το ίδιο σοβαρό ύφος
ίδιο, όταν σε παίρνουν από το χέρι να σε περάσουν
από το φλεγόμενο οδόφραγμα μια στιγμή πριν το πέσιμο
ίδιο, όταν πιάνουν τις άκρες ν’ απλώσουν
τ’ άσπρα σεντόνια στη λιακάδα
ίδιο, όταν είναι μέσα σου
και ψάχνουν τα μάτια σου
Για εκείνα λέω

Kamala Das, Δύο ποιήματα

ΑΓΑΠΗ

Μέχρι να σε βρω,
έγραφα στίχους, ζωγράφιζα
κι έβγαινα έξω για βόλτες
με φίλες …
Τώρα που σ’ αγαπώ,
κουλουριασμένη σαν
ένας γέρικος κοπρίτης η ζωή μου
ξαπλώνει όλο ευτυχία
μέσα σου…

*

ΛΙΘΙΝΗ ΕΠΟΧΗ

Σύζυγος στοργικός, αρχαίος οικιστής μέσα στο μυαλό,
γέρικη χοντρή αράχνη πλέκει μπερδεμένους ιστούς,
να είσαι ευγενική. Με μεταμορφώνεις σε πέτρινο πουλί, ένα
γρανιτένιο περιστέρι, χτίζεις γύρω μου ένα άθλιο δωμάτιο και
χαϊδεύεις αφηρημένα το σημαδεμένο μου πρόσωπο καθώς
διαβάζεις. Με φωνές βροντερές μου πληγώνεις τον πρώτο
πρωινό μου ύπνο, μπήγεις ένα δάχτυλο μέσα στο μάτι μου που
ακόμα ονειρεύεται. Κι όμως, μέσα στα ονειροπολήματα,
δυνατοί άνδρες ρίχνουν τις σκιές τους, βυθίζονται σαν
λευκοί ήλιοι στη φουσκοθαλασσιά του δραβιδικού (1) μου αίματος,
κυλάνε κρυφά στους σωλήνες κάτω από ιερές πόλεις.
Όταν εσύ φεύγεις, οδηγώ το μπλε χτυπημένο μου αυτοκίνητο
κατά μήκος της πιο γαλάζιας θάλασσας. Ανεβαίνω τα
σαράντα θορυβώδη σκαλιά για να χτυπήσω την
πόρτα κάποιου άλλου. Μέσα από τρύπες οι γείτονες
παρακολουθούν, με βλέπουν να έρχομαι και να
φεύγω σαν βροχή. Ρωτήστε με, όλοι σας,
ρωτήστε με τι μου βρίσκει αυτός,
ρωτήστε με γιατί τον φωνάζουν λιοντάρι, γιατί τον λένε
ακόλαστο, ρωτήστε με γιατί το χέρι του λικνίζεται σαν
φίδι προτού σφίξει το ηβικό μου οστό. Ρωτήστε με
γιατί σαν ένα μεγάλο δέντρο, κομμένο,
πέφτει πάνω στο στήθος μου και κοιμάται.
Ρωτήστε με γιατί η ζωή είναι σύντομη και
η αγάπη είναι ακόμα πιο σύντομη, ρωτήστε με
τι είναι ευτυχία και ποια η τιμή της…

1) Οι δραβιδικές γλώσσες είναι μια οικογένεια γλωσσών με ρίζες στη νότια Ασία. Οι άνθρωποι που τις ομιλούν υπολογίζονται σε πάνω από 240 εκατομμύρια.

*Τα ποιήματα περιλαμβάνονται στο βιβλίο “Σιωπές – Ποιήτριες από το Μπανγκλαντές, την Ινδία, το Πακιστάν, το Αφγανιστάν, το Ιράν”. Εκδόσεις opportuna, Πάτρα 2023. Ανθολόγηση – επιμέλεια: Γιώργος Μπουρλής.

**Η Kamala Das έγραψε ποίηση κυρίως στην αγγλική γλώσσα από όπου και οι μεταφράσεις των ποιημάτων της στα ελληνικά. Η Kamala Das θεωρείται ως η μητέρα της σύγχρονης ποίησης στην Ινδία που μίλησε ανοιχτά για την γυναίκα και τη σεξουαλική της επιθυμία. Γεννήθηκε το 1934 και πέθανε το 2009.

Δημήτρης Μιχελουδάκης: Η ποίηση βρίσκεται παραπλεύρως των ραγών. Εκεί δεν έχει φτάσει ακόμα ούτε ο χάρτης

Μια συνέντευξη στην Κατερίνα Καράμπελα

Είναι αυστηροί οι μέλλοντες, θα δεις
θα μας τιμωρήσουν που σπαταλάμε έτσι,
ενεστώτες

“Εμείς δεν ζήσαμε πόλεμο, μάνα,
είδαμε όμως φίλους να καίγονται από κατάθλιψη,
φίλους να σμπαραλιάζονται από ναρκωτικά,
γονείς να πηδούν από τον έκτο
συνανθρώπους μας να τρώνε σκουπίδια.
Ανθρώπους που τούς εξόρυξαν απ’ τα μάτια το όνειρο.
Δεν ζήσαμε πόλεμο εμείς.
Ζούμε την εμπόλεμη ζώνη.”

Κ.Κ. Η συνάντησή μου με το Δημήτρη Μιχελουδάκη, νέο μέλος της Λέσχης Τέχνης και Πολιτισμού της Ένωσης Σεναριογράφων Ελλάδας, ήταν μια ευχάριστη έκπληξη, ένας νέος άνθρωπος χαμογελαστός, εγκάρδιος και συνάμα τόσο ευαίσθητος…Μέσα από τα ποιήματά του είχα πάρει μια γεύση από τον άνθρωπο ποιητή που επρόκειτο να γνωρίσω, όμως οι προσδοκίες μου τελικά ήταν λίγες και αυτό με ξάφνιασε ευχάριστα.

Κ.Κ. Σας γνώρισα μέσα από τα ποιήματά σας, χωρίς να σας έχω δει ή μιλήσει από κοντά, κατάλαβα ότι θα πρέπει να μοιραστώ αυτή την εμπειρία με τους αναγνώστες μου. Θα αρχίσω λίγο στερεότυπα, από ποια ηλικία αρχίζετε να γράφετε ποιήματα; και γιατί προτιμήσατε αυτό τον τρόπο γραφής; Αντί ένα ημερολόγιο με τις εμπειρίες και τις σκέψεις σας;

Η ποίηση είναι για σας ένα μέσω επικοινωνίας;

Δ.Μ. Καλώς ανταμώσαμε…

Καταρχάς, χαίρομαι που η πρώτη μας γνωριμία ήταν από τα γραπτά μου. Το κείμενο (πόσο μάλλον το ποίημα…) πρέπει να μπορεί να σταθεί μόνο του, αυτόφωτο, μακριά από τον δημιουργό του, αλλιώς… θα το φάει η μαρμάγκα. Δεν έχει σημασία ποιος το έχει γράψει αλλά ποιος ή ποιοι εγγράφονται εντός του. Η ποίηση είναι μια συνομιλία, όπως κι εμείς οι ίδιοι, για να θυμηθούμε τον Χέλντερλιν, «μια συνομιλία είμαστε…». Ωστόσο, κι ένα διήγημα είναι μέσω επικοινωνίας, ή, ακόμα, κι ένα τραγουδάκι, μια μαντινάδα, ένα SMS. Η ποίηση είναι και αυτό αλλά, ταυτόχρονα, είναι πέρα από αυτό. Η ποίηση δεν «λέει» κάτι, δεν κλαίει, δε γελάει, δεν περιγράφει ένα γεγονός, το δ η μ ι ο υ ρ γ ε ί. Εκεί έγκειται ο διαχωρισμός ποίησης και μη ποίησης.

Ξεκίνησα να γράφω αρκετά μικρός. Μην φανταστείτε ποιήματα ή κάτι σπουδαίο, στιχάκια, σκέψεις και φιλοσοφικά ερωτήματα. Α, και κάποια πεζά τα οποία ευτυχώς έχω χάσει. Μέχρι που γνώρισα τον Νίτσε και ξαναδιάβασα μόνος μου (το σχολείο τον στρογγύλεψε τρομακτικά…) Καρυωτάκη. Ύστερα Σαχτούρη, Καβάφη, Καρούζο και η ζημιά έγινε. «Μετεβλήθη εντός μου/ και ο ρυθμός του κόσμου». Συνειδητοποίησα πως «εδώ είμαι» και όλα τα άλλα πήγαν περίπατο. Ζωγραφική, μπάσκετ, σπουδές κ.α. Στον στίχο έβρισκα τις ερωτήσεις που αποκαθηλώνουν τις απαντήσεις (η ποίηση δεν απαντάει, μονάχα ρωτάει…). Η ποίηση παρεισφρέει μέσα σου, αρκεί να την αφήσεις, να πάψεις να «ξέρεις». Σε μαθαίνει να βλέπεις (δεν εννοώ μόνο με τα μάτια). Σου γκρεμίζει τις αλήθειες για να μη χάνεις την θέα.

Κ.Κ. Πολλά από τα ποιήματά σας δημιουργούν εικόνες όμως το πώς θα γίνει η “μετάφραση” το αφήνετε στον αναγνώστη. Θεωρείτε ότι τα ποιήματα σας είναι κάτι σαν «παραβολές», που μέσα κρύβουν τα συναισθήματα, τις αδικίες, τις επαναστάσεις, την χαρά και τον έρωτα.

(η αλληγορική διήγηση πραγματικού ή φανταστικού γεγονότος που έχει σαν σκοπό να οδηγήσει σε ηθικά διδάγματα, χρήση τέτοιας μορφής διηγήσεων έκαναν ο Αίσωπος, αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι καθώς και ο Χριστός)

Δ.Μ. Εγώ απλώς δημιουργώ ρ ω γ μ έ ς. Το νόημα θα το δώσει ο αναγνώστης. Όπως και τις κρυψώνες (αν υπάρχουν) ο αναγνώστης θα τις ανακαλύψει. Το αν έχουν κάτι αξιόλογο μέσα δεν το ξέρω.

Οι αλληγορίες και οι παραβολές προϋποθέτουν έναν ήδη προγραμματισμένο αναγνώστη. Μια ανάγνωση πάνω σε ράγες. Όμως η ποίηση βρίσκεται παραπλεύρως των ραγών. Εκεί δεν έχει φτάσει ακόμα ούτε ο χάρτης.

Αν η ποίηση έχει σκοπό να κατευθύνει σε ηθικά διδάγματα, έχει ήδη πουλήσει την ψυχή της για να αγοράσει εισιτήριο τρένου (κι ας την δούμε ποτέ να επιβιβάζεται..)

Κ.Κ. Με τον τρόπο που γράφετε έχετε φέρει κοντά πολλούς ανθρώπους που δεν διάβαζαν πριν ποίηση, πώς αισθάνεστε γι’ αυτό;

Δ.Μ. Η ποίηση είναι το είδος το οποίο αντιμετωπίζεται με αμηχανία, αδιαφορία και χλευασμό πολλές φορές, γιατί ο τρόπος που διδάσκεται είναι στείρος. Και όχι μόνο αυτό, έχει πλασαριστεί στην κοινωνία (συμφέρει πολύ τις εξουσίες άλλωστε…), ότι ο ποιητής είναι κάτι κοντινό στον ποιητή Φανφάρα ή έναν αιθεροβάμονα τύπο που ζει στον πύργο του και γράφει δύσκολες λέξεις και ακατάληπτα κείμενα. Βέβαια, και οι ίδιοι οι ποιητές το καλλιεργούν αυτό. Τους γαργαλάει το ναρκισσισμό, το να νιώθουν πνευματικοί ταγοί και «ελίτ».

Η ποίηση προϋποθέτει ενεργή συμμετοχή. Για αυτό οι περισσότεροι την αποφεύγουν. Πρέπει κανείς να αντέχει να ξεμάθει για να μπει στην ποίηση. Αν η γλώσσα για αυτόν είναι μόνο ανταλλαγή των πληροφοριών και περιγραφή των πραγμάτων τότε η ποίηση θα τον κλειδώσει απέξω.

Το ότι τα ποιήματά μου έχουν φέρει πολλούς ανθρώπους κοντά στην ποίηση με τιμάει αφάνταστα. Η ποίηση, όπως είπαμε παραπάνω, είναι μια συνομιλία. Τί πιο ωραίο από το να μοιράζεται στους ανθρώπους…; Ποίηση δεν υπάρχει μόνο γραφόμενη. Ποίηση υπάρχει και όταν πάμε ένα βήμα παρακάτω μες την ύπαρξη. Υπάρχει, βέβαια, και σε ένα τσούγκρισμα ποτηριών δύο αγαπημένων ανθρώπων. Υπάρχει τόσο στη μάχη με τον θάνατο όσο και στη διαδρομή ενός μυρμηγκιού. Βλέπετε την διασάλευση των ορίων και το άνοιγμα στην σκέψη;..

Ελπίζω όσοι διαβάζουν τα ποιήματά μου να βρίσκουν γωνίες της πραγματικότητας που δεν είχαν αντιληφθεί και μια άλλη διασταύρωση του Υπάρχειν.

Κ.Κ. Γιατί στα πρώτα βιβλία γράφετε με το ψευδώνυμο Ε. Μύρων;

Δ.Μ. Το λογοτεχνικό ψευδώνυμο ήταν μια άμυνα, ώστε να προφυλάξω τα ποιήματα από την εικόνα μου. Μετέπειτα ήθελα να γκρεμίσω και την εικόνα μου και την άμυνά της, συνεπώς επέστρεψα στα του ληξιαρχείου – τα οποία δεν έχουν σημασία.

Κ.Κ. Μιλήστε μας για το καινούργιο σας βιβλίο «Συντηρητής ουράνιων τόξων», πώς μπορεί να το βρει κάποιος; Θα ήθελα να ξέρω αν έχεις κάτι στα σκαριά για το άμεσο μέλλον.

Δ.Μ. Ο Συντηρητής Ουράνιων Τόξων είναι το τρίτο ποιητικό βιβλίο μου. Προσπάθησα σε αυτό να μπω ακόμα πιο γυμνός από βεβαιότητες, ώστε να βρω αν και πώς κρατιούνται όρθια τα ουράνια τόξα.

Μπορεί να το βρει στα περισσότερα βιβλιοπωλεία ή κατόπιν παραγγελίας, αν και πολύ λίγα αντίτυπα έχουν μείνει…

Γράφω (ή γράφω σβήνοντας) το επόμενο βιβλίο μου, το «Κειμενουργείο».

Κ.Κ. Ευχαριστώ πολύ!

*Τη συνέντευξη την πήραμε από εδώ: https://club.senariografoi.gr/gr/activities/1998/?fbclid=IwAR3O3rzPcesEsOkJxDjZn12L5EUIiXCJWoiV8YC2N_lCPoJBrcNgG03IfLs

Σταύρος Βαβούρης, Παραίνεση για την Ηλέκτρα

Δεν θα περιμένετε πολύ.
Οι φλόγες των φρυκτωριών φτάσανε πια στʼ απέναντι βουνά,
δηλαδή,
η συνοδεία του αρχιστράτηγου πλησίασε.
Η Κλυταιμνήστρα
έχει γίνει ολόκληρη, μονάχα, μια κραυγή
που αν αφηνόταν θα ʼσπαζε τον ουρανό κομμάτια
σαν από γυαλί.
Αυτή, την τελευταία στιγμή, σας ικετεύω,
τώρα που ο πόλεμος τελειώνει πια,
φανείτε λίγο επιεικής, λιγότερο στυγνή
κι όλα
κάτω απʼ το φως της φωτεινής πατρίδας σας
γίνονται πάλι απλά και φωτεινά·
όλα ξεχνιώνται.
Μην αποστρέφετε το πρόσωπο.
Σε σας, σε σας, μιλώ
πικρή και σκοτεινή υψηλότης
δεσποινίς Ηλέκτρα Ατρείδη.

Είδαμε και πάθαμε να θάψουμε
το ματωμένο παρελθόν υψηλοτάτη:
Τις ιστορίες του Θυέστη
τα παιδιά του φέτες στο τραπέζι:
Ένας ζόφος δίχως τέλος
που γέμισε τʼ ανάκτορα εφιάλτες και κατάρα.
Είδαμε και πάθαμε -το ξέρετε καλά-
να στείλουμε την Ιφιγένεια κρυφά στους Ταύρους
για να μην αρχίσει πάλι η εποχή του αίματος
σʼ αυτό το σπίτι.
Και τώρα, έχουμε σας
ρομαντική, συσπειρωμένη οχιά
κάθε πρωί νʼ ανοίγεστε σαν δέντρο σαρκοβόρο,
φυτό που δεν μπορεί
τίποτα να εξηγήσει φυσικά,
χάλκινο προσωπείο
που του είναι αδύνατο νʼ ακούσει
τίποτʼ απʼ όσα του εξηγείς
πιο απλά κι απʼ όσο θα εξηγούσες
σʼ ένα μικρό χαζό παιδί.

Δεσποινίς Ηλέκτρα,
Περισσότερο από έκλυτοι κι αχρείοι
Είμαστε άνθρωποι απλοί και λογικοί.
Αν θέλετε, έστω δίχως σταθερές αρχές,
Μάθαμε ωστόσο νʼ αντικρίζουμε τʼ ανθρώπινα σαν άνθρωποι
Να τα εξηγούμε
Κι όσα είναι δύσκολο κανείς να τα εξηγήσει,
Να τʼ απλοποιούμε, κατά το δυνατόν.

Ο συλλογισμός μας είνʼ αυτός:
Αύριο φτάνει από την Τροία ο Αγαμέμνων.
Τι θα κάνει ο Αίγισθος; Θα φύγει.
Ο ρόλος του τελειώνει και το ξέρουνε
κι αυτός κι η Κλυταιμνήστρα.
Δεν τους δικαιολογούμε·
απλώς νομίζουμε
πως μια μοιχεία αρκεί στην οικογένεια.

Κι έπειτα μη βλέπετε σα Νέμεση
μονάχα αυτά που θέλετε να δείτε.
Αν είχατε προσέξει τόσα χρόνια
σʼ αυτά που φλυαρούν οι απεσταλμένοι του Αγαμέμνονος,
θα ʼχατε δει
πως τα θαλάσσωσε ο αρχιστράτηγος.
Και βέβαια, δεσποινίς Ηλέκτρα, την Βρησηίδα,
την Χρυσηίδα.
Και τώρα, εν κατακλείδι,
της Κασσάνδρας την περίπτωση εννοώ.
Κι εκεί αυτός, αυτά.
Εσείς εδώ
αρπάξατε και στείλατε στα ξένα το μικρό σας αδελφό.

Ε, δεν κατάπιε λίγα η Κλυταιμνήστρα.
Συμφωνήστε, αν θέλετε, να βρίσκεστε εν δικαίω.
Σʼ έσχατη ανάλυση είσαστε ή δεν είσαστε παιδί της;
Τι στάση κόρης είνʼ αυτή;
Πώς συμπεράνατε
πως ήθελε να βγάλει από τη μέση τον Ορέστη;
Σας είπαμε: δεν τη δικαιολογούμε.
Παραδεχόμαστε πως είνʼ εν μέρει ένοχη,
ότι δεν απέβη η υπόθεσή της όπως έπρεπε,
όπως ίσως θα ΄θελε κι εκείνη η ίδια νʼ αποβεί.

Μα δεν είναι έννοια αφηρημένη, βλέπετε, η ζωή,
όπως η υπόληψη, η τιμή, το χρέος
και τα λοιπά και τα λοιπά ιδεώδη που προβάλλετε.
Κυλάει και βροντάει στις φλέβες μας
αφρίζει, υψηλοτάτη, έξω από τις γρίλιες μας
παράφορο, καυτό ποτάμι φουσκωμένο
και ποιος, με ποιο ιδεώδες, δεσποινίς Ηλέκτρα,
από ποια σκιά αν κρατηθεί,
μπορεί να μην παρασυρθεί από τη φορά του;

Μην επιδεινώνετε λοιπόν τα πράγματα.
Αυτή, την τελευταία στιγμή, μπορείτε
να κάνετε ένα βήμα προς το φως
χαμογελώντας επιτέλους λίγο,
πικρή, στυγνή και σκοτεινή υψηλότης,
δεσποινίς Ηλέκτρα Ατρείδη.

*Από την ενότητα «Οι Ατρείδες της φωτιάς και της σιωπής» (1950-1993) του επιλεκτικού τόμου «Πού πήγε, ως πού πήγε αυτό το ποίημα» (1940-1993), εκδόσεις Ερμής, 1998.

Μαρία Μακμίλαν-Ζαχαρία, Για μια σονάτα κι ένα χάρτινο φεγγάριΜαρία Μακμίλαν

Το ημερολόγιο γυρίζει σελίδα με το πρώτο μου ποίημα να έχει γραφτεί. Μέσα σ’ ενα οδοιπορικό με ποιήματα και μικρές ιστορίες η Κυρία «Β» ξορκίζει τους δαίμονές της παρακολουθώντας το όνειρο των προγόνων της σε μια διαδρομή όπου ένα δάκρυ της συλλαμβάνεται σε ανάρμοστη στιγμή να κυλάει ως η «πέτρα του Σίσυφου» στα ζυγωματικά της θλίψης μιας ολόκληρης ζωής. Ενώ στο ξεκούρδιστο πιάνο των νεανικών της ονείρων, ηχεί υπόκωφα η Σονάτα στο σεληνόφως ως επισήμανση μιας παρατεταμένης εφηβείας και το χάρτινο φεγγάρι προσγειώνεται ως η φαντασία προσγειώνεται στην πραγματικότητα με όλες τις συνέπειες μιας ανώμαλης προσγείωσης…
(Από το οπισθόφυλλο).

Η παρουσίαση του βιβλίου έγινε στο Κέντρο Γυναικών Δήμου Ιλίου το Σάββατο 3 Φεβρουαρίου  Ακούστηκαν τραγούδια από την Χορωδία και διάβασε αποσπάσματα η κυρία Δ. Φωτοπoύλου. 

Η φωτογραφία του εξωφύλλου του βιβλίου είναι του Viktor Tatishchev μέλος της φωτογραφικής ομάδας[YouPic]

Το βιβλίο είναι αφιερωμένο στη Ljiljana Matic-Gligoric.

Αντικαβαφισμός – Ο πρώτος λίβελος κατά του Καβάφη

Κάϊρο 1912

—Τὰ ποιήματα τοῦ Κυρίου Καβάφη, διάβασέ τα, μοὔλεγε κάποιος, χάνεις, πρόσεξε πρὸ πάντων στὴ φιλοσοφία ποὺ κρύβει μέσα του τὸ ποίημα τὰ κεριά.

Κάθε τόσο καὶ μιὰ τέτοια παρότρυνση ἄκουγα ἀπὸ τοὺς διάφορους φίλους μου, ποὺ ποιὸς λίγο ποιὸς πολὺ καταγίνουνται στὴ φιλολογία.

Θεώρησα ἔλλειψη λοιπὸν καὶ γὼ νὰ μὴν ἔχω ἀκόμα διαβάσει τὸ ἔργο τοῦ νέου αὐτοῦ ποιητή, καὶ μὲ κάποια, τ’ ὁμολογῶ, κρυφὴ χαρὰ κατόρθωσα νὰ βρῶ τὰ ποιήματά του.

Τὰ διάβασα, σᾶς βεβαιῶ πὼς τὰ διάβασα ὄχι μόνο μιὰ φορὰ οὔτε δυὸ μὰ τρεῖς τέσσερες μπορεῖ καὶ πέντε! Ἡ ἐντύπωσή μου, ἂν καὶ κανένας δὲ μοῦ τὴ ζητάει, εἶναι μὲ δυὸ λόγια:

Ὁ Κος Καβάφης ἢ εἶναι ποιητὴς κι ἀπὸ λαθασμένο γοῦστο διάλεξε ἕνα ψεύτικο δρόμο ποίησης, ἢ δὲν εἶναι ποιητὴς (αὐτὸ εἶναι καὶ τὸ πιθανότερο) καὶ θέλει νὰ ρίξει στάχτη στὰ μάτια μερικῶν ποὺ ἐπηρεάζουνται ἀπὸ πολύ …… παράξενα ποιητικὰ μέτρα κι ἀπὸ πολύ…… κοινὴ φιλοσοφομανία.

II

Εἴπαμε φυσικὰ ὅλοι μας καὶ τὸ φωνάξαμε καὶ θυμόσαμε γι’ αὐτό, πὼς ἡ σύχρονη ποίηση, καιρὸς ποιὰ ἤτανε ν’ ἄφηνε τὸν παληὸ συχαμένο δρόμο τῆς πολυλογίας τοῦ Παράσχου καὶ Σία καὶ νὰ διαλέξει ἕναν ἄλλο καινούργιο δρόμο.

Εἴπαμε ὅλοι καὶ φωνάξαμε κι ἀποδείξαμε πὼς ἡ ποίηση δὲν εἶναι μιὰ ψεύτικη ρητορεία, δὲν εἶναι τραγοῦδι κοινὸ μαύρων καὶ καστανῶν ματιῶν, ἀλλὰ κάτι ψηλότερο κάτι ἰδανικότερο.

Εἴπαμε πὼς ἡ ποίηση πρέπει νὰ διαπραγματεύεται κάπως τὸν ἐσωτερικὸν ἄνθρωπο, νὰ εἶναι πῶς νὰ τὸ πῶ, κάπως ἀφηρημένη κι ὄχι τόσο πολὺ συγκεκριμένη.

Εἴπαμε πῶς ἡ ποίηση, στὸ μέτρο στὸ ρυθμὸ πρέπει νὰ ἔχει κάποια λευτερία νὰ μὴν ὑποδουλώνεται τόσο πολὺ σὲ μιὰν ὁμοιοκαταληξία ἢ σ’ ἕνα μέτρο, ὥστε νὰ χάνεται ἕνα ὡραῖο νόημα.

Βέβαια ζητήσαμε, ἀφοῦ βρισκούμαστε στὸν αἰῶνα τῆς πρόοδου καὶ στὸν αἰῶνα τῆς ἀλήθειας, ν’ ἀπορίψουμε νὰ πετάξουμε ἐπὶ τέλους μιὰ γιὰ πάντα κάθετὶ ψεύτικο καὶ προσποιητό, ν’ ἀλλάξουμε μερικὰ πράματα ποὺ μόνα τους φωνάζουνε κραυγάζουνε αλλαγή, νὰ θάψουμε ὅσες μποροῦμε περισσότερες πρόληψες ποὺ ξεράνανε τὴν καρδιά μας καὶ μᾶς κάνανε μούμιες χωρὶς ζωὴ καὶ θέληση.

Ναί, ὅλ’ αὐτὰ τὰ ζητήσαμεν ἐμεῖς οἱ νέοι καὶ τὰ ζητήσαμεν ὄχι παρακαλεστικὰ ἀλλὰ μὲ τὴ γροθιὰ ψηλὰ σηκωμένη, γιατὶ εἴχαμε νοιώσει ποιὰ δύναμη κρυβούτανε μέσα μας, ὅλ’ αὐτὰ τὰ ζητήσαμε κι ἂν ὅλα μονομιᾶς δὲν τὰ πετύχαμε τουλάχιστο κατορθώσαμε τὰ μισά, κι αὐτὸ κάτι εἶναι!

III

Ἀλλ’ ἂς ξαναγυρίσουμε στὸ ζήτημα τῆς ποίησης τοῦ Κυρίου Καβάφη.

Παρακαλῶ νὰ μοῦ ἐπιτραπεῖ νὰ παρατηρήσω ὅτι ζητήσαμε, πῶς νὰ τὸ πῶ, νά! Σύνταγμα ποίησης κι ὄχι ἀναρχία, ζητήσαμε μιὰ λογικὴ τροποποίηση τῶν νόμων στὴ φιλολογία, δὲ ζητήσαμεν ὅμως, ὅπως ἕνας διαβάζοντας τὰ ποιήματα τοῦ Κου Καβάφη, τὴν κατάργηση τῆς ποίησης.

Γιὰ νἆμαι βραχύλογος, θὰ τὸ πῶ ξάστερα, ἡ ἀλήθια ξάστερα πρέπει νὰ λέγεται, ἡ ποίηση τοῦ Κυρίου Καβάφη δὲ μὲ συγκινεῖ πουθενά, σὲ κανένα του μὰ ὅλως διόλου κανένα ποίημα του δὲ βλέπω δὲν αἰστάνουμαι τὴν ἁρμονία τὸ κυριότερο χαραχτηριστικὸ τῆς ποίησης. Ἡ περιγραφὴ ποιός ἀπὸ τοὺς θαμαστές του μπορεῖ νὰ πεῖ νὰ ὑποστηρίξει πὼς ὑπάρχει; Ἡ γλῶσσα του στρυφνὴ χωρὶς καμιὰ τῆς καμιᾶς φιλολογικὴ ἀξία, οὔτε ἕνας στίχος ποὺ νὰ σὲ κάνει νὰ μένεις ἐκστατικός, οὔτε μιὰ ζωντανὴ εἰκόνα ποὺ νὰ τὴ δεῖς μπροστά σου, οὔτε σὲ κάνουν τὰ πεζότατα αὐτὰ ποιήματα νὰ γυρίζεις ἔστω καὶ γιὰ μιὰ στιγμὴ στὰ περασμένα χρόνια τῆς γλυκιᾶς σου νιότης.

Ὅση καλὴ θέληση νὰ καταβάλω δὲ θὰ μπορέσω νὰ παραδεχτῶ γιὰ ποιήματα τοὺς ἄξεστους στίχους τοῦ Κυρίου Καβάφη. Δὲ μοῦ λὲν τίποτε τὰ ποιήματά του πορπατῶ σὲ μιὰν ἔρημο ὅταν τὰ διαβάζω, καὶ δὲ βλέπω τὴν ὥρα νὰ βγῶ ἀπ’ αὐτὴν τὴν ἔρημο γιὰ νὰ δροσιστῶ κομάτι σὲ μιὰ κρυὰ ἑνοῦ Ἀπολώνιου ἄσματος τοῦ Σκίπη ἢ σὲ καμιὰ γλυκιὰ ραψωδία ἑνοῦ Ἀπέθαντου.

IV

Πολλοί, ἔμαθα, ἀπὸ τοὺς θαμαστές του Κυρίου Καβάφη, τόνε θεωροῦνε τρανὸ τῆς ζωῆς φιλόσοφο, λένε πὼς ἡ ἐξωφρενικὴ αὐτὴ ποίηση κρύβει μέσα της κάτι ποὺ δὲ μπορεῖ νὰ πέσει στὴν ἀντίληψη τοῦ καθενοῦ: Ἄν ὁ Κος Καβάφης εἶναι ἢ δὲν εἶναι φιλόσοφος, αὐτὸ δὲ μὲ μέλει, ὁ Κος Καβάφης, ἔγραψε, ἢ καλήτερα ἀποπειράθηκε νὰ γράψει ποιήματα, γι’ αὐτὸ ἴσα-ἴσα ἔπρεπε νὰ μείνει πρῶτα ποιητὴς κι ἂν τὸ κατόρθωνε, κομάτι δύσκολο μὲ τὴν ἀντίληψη ποὔχει περὶ ποίησης, ἂς τόριχνε κατόπι καὶ στὴ φιλοσοφία.

Παίρνω τὸ θάρρος φίλοι μου, γιατὶ φίλος σας εἶμαι καὶ μὲ ξέρετε καὶ σᾶς ξέρω, νὰ σᾶς πῶ, πὼς τρανὰ λαθεύεστε νὰ νομίζετε πὼς ἡ πολλὴ-πολλὴ φιλοσοφία δηλαδὴ μερικὰ ἀσυνάρτητα φαντασιοπληχτικὰ χοντρὰ λόγια σκεπασμένα μὲ τὸ μαντύα τῆς ψευτοφιλοσοφίας κἄνουν καλὸ στὴν ποίηση! ὄχι τὴν καταστρέφουν, καὶ μὲ δυὸ λόγια νά ὁ λόγος:

V

Ἕνας ποιητὴς ἀληθινός, εἶναι πολὺ δύσκολο, καλήτερα ἀδύνατο νἆναι κι ἀληθινός φιλόσοφος. Ὁ φιλόσοφος ἱδρύει μιὰ σκολὴ κι ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ὡς τὸ τέλος τῆς ζωῆς του (ὑπάρχουνε κ’ εξαίρεσες) γιὰ μιὰν ἰδέα μάχεται, γιὰ μιὰν ἰδέα πεθαίνει.

Ὁ ποιητὴς ὅμως εἶναι ἄστατος, σήμερα κλαίει γιὰ τὶς ἀθλιότητες τοῦ κόσμου κι αὔριο γελάει γιὰ τὰ παράξενά του. Τὴ μιὰ στιγμὴ ὑμνεῖ τὸν ἔρωτα, τὴ ζωή, καὶ τὴν ἄλλη τὰ βρίζει ὅλ’ αὐτά. Ἡ ἀστασία αὐτὴ τοῦ ποιητὴ ἂς τὴν ὀνομάσουμε ποιητικὴν ἀστασία, μᾶς εὐφραίνει μᾶς κάνει κάπως νὰ ξεχνάμε τὸν πολὺ πραχτικὸ κόσμο μᾶς κάνει ἰδανικὰ ὄντα γιὰ μιὰ στιγμή.

Μὰ ἀκριβῶς τὴ στιγμὴ ποὺ ὁ ποιητὴς χάνει ὅλα τὰ ἰδιώματα τοῦ ποιητὴ καὶ δὲν κρατάει παρὰ τὴν ποιητικὴν ἀστασία παραγεμισμένη μὲ φιλοσοφικὰ δόγματα, παύει ἀπὸ τοῦ νὰ εἶναι ποιητὴς χωρὶς καὶ νὰ ὑπῆρξε ποτὲ φιλόσοφος.

Φωνάζω λοιπόν, πὼς ἄλλο φιλόσοφος κι ἄλλο ποιητής. Δυὸ ἄκρα ἀντίθετα ποὺ δὲν ἀνταμώνουνται. Ποιός θὰ τολμήσει νὰ πεῖ π. χ. πὼς ὁ Musset εἶναι φιλόσοφος ἢ κι ἁπλῶς πὼς φιλοσοφεῖ ἐπειδὴ ἔγραψε τὸ Rolla καὶ τὶς νύχτες; θαρρῶ πὼς πολλοὶ θὰ τὸν ἔχουνε θαμάσει τὸ δυστυχισμένο Musset γιὰ φιλόσοφο ὄχι γιὰ ποιητή…… Τί εἴπατε Κύριε Καβάφη;

Ὁ Victor Hugo, τὴ στιγμὴ ἀκριβῶς ποὺ ἄρχισε νὰ φιλοσοφεῖ στὰ ποιήματά του ἔπαψε νὰ εἶναι, ὁ ποιητής, κ’ ἔγινε—δυστύχημα γιὰ τὴ γαλλικὴ φιλολογία—ὁ φιλόσοφος ποιητής, δηλαδὴ ὁ οὔτε ποιητὴς κι ὁ οὔτε φιλόσοφος.

Μ’ ὅλ’ αὐτὰ δὲ θέλω νὰ πῶ πῶς ἡ ποίηση πρέπει νἆναι μόνο αἰστηματολογική, ὄχι βέβαια, μὰ οὔτε κι ἀπόπειρα φιλοσοφικῶνε δογμάτων ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ὡς τὸ τέλος.

VI

Κι ἂς γυρίσουμε στὰ ποιήματα τοῦ Κυρίου Καβάφη. Παρατηρῶ δυὸ διακριτικὰ σημεῖα:

1ο Ὁ Κύριος Καβάφης μαντεύοντας ἢ καλήτερα βλέποντας, πὼς ἔχει θαμαστὲς ἀκριβῶς γιὰ τὸ—μὰ τὴν ἀλήθια—πολὺ παράξενο μέτρο του στὴν ποίηση, προσπαθεῖ, ἢ καλήτερα χωρὶς καμιὰ προσπάθεια κατορθώνει, νὰ γίνεται πιότερο θαμαστὸς ἀπὸ τὴν κλίκα του, γράφοντας ἐκεῖνα τὰ τρανὰ ἱστορικὰ ποιήματα. Φοβᾶται νὰ γράψει σὰν τοὺς ποιητὲς φαίνεται, γιὰ δυὸ λόγους: ἢ γιατὶ θὰ τοὖναι δύσκολο ἐπειδὴ καὶ ξεσυνήθισε τὸ σωστὸ μέτρο τῆς ποίησης, ἢ γιατὶ θὰ θεωρεῖ πολὺ κοινὸ καὶ προστυχοφιλολογικὸ νὰ εἶναι οἱ σκέψες του κάπως διαφανότερες καὶ καταληφτότερες.

Ὁ Κύριος Καβάφης μὲ δυὸ λόγια θέλει νὰ τόνε θαμάζουν οἱ δυὸ ἢ τρεῖς ποὺ τόνε θαμάζουν, ἀδιάφορο τώρα, ἂν ὁ θαμασμὸς αὐτὸς γιὰ τὸ ἔργο του ἀγοράζεται μὲ τὴ σκληρὴ δολοφονία τῆς ποίησης.

2ο Τὸ δεύτερο διακριτικὸ σημεῖο εἶν’ αὐτό:

Ὁ Κύριος Καβάφης δὲν εἶναι ποιητὴς ἀκριβῶς γιατὶ ἐπηρεάζεται ἀπὸ τοὺς θαμαστές του τοὺς ὀλίγους, μὰ δὲν πιστεύω κ’ ἐκλεχτούς, χωρὶς νὰ φροντίσει νὰ μάθει ἐπὶ τέλους, ἐχτὸς ἂν ἡ φιλοσοφία του τοῦ τὸ ἀπαγορεύει, τί εἶναι ποίηση, τί εἶναι μέτρο, τί εἶναι αἰσθητική, τί εἶναι περιγραφή, τί εἶναι ὅλα ἐκεῖνα ἐπὶ τέλους ποὺ κάνουν ἕνα ποιητή, ποιητή ὄχι σἂν τὸν Κύριον Καβάφην.

VII

Ὅλο τὸ ἔργο τοῦ Κυρίου Καβάφη διακρίνει, ὄχι μόνον ἡ κουραστικὴ ξεραΐλα ἀπὸ κάθε ἰδέα, ἀλλὰ κ’ ἡ φτώχια τῆς γλώσσας. Καὶ νομίζει κανένας ὅτι ὁ Κος Καβάφης τὸ κάνει ἐπίτηδες νὰ διαλέγει τὶς πιὸ πεζὲς λέξες γιὰ νὰ ἐκφράσει τὶς πιὸ κωμικὲς ἰδέες, καὶ ψώφιες εἰκόνες.

Δὲν εἶν’ ἀνάγκη ν’ ἀνοιχτῶ ἐδῶ σὲ θεωρίες. Φέρνω γιὰ ν’ ἀποδείξω, ἀπὸ τὴ μιὰ τὴ φτώχια τῆς γλώσσας, κι ἀπὸ τὴν ἄλλη, τὸ πεζὸ τῶν ἰδεῶν καὶ νοημάτων, παραδείγματα παρμένα ἀπὸ τὰ διάφορα ποιήματά του.

*
Ἔτσ’ ἡ ἐπιθυμίες μοιάζουν ποῦ ἐπέρασαν
Χωρὶς νὰ ἐκπληρωθοῦν· χωρὶς ν’ ἀξιωθεῖ.

*
Κρύα κεριά, λυωμένα καὶ κυρτά.

*
Γιὰ νὰ ἐπιστρέψει γρήγορα καὶ νἆν καλοὶ καιροὶ

*
Ἡ σαστισμένες κι’ ἀντιφατικὲς

*
Μὲς στὰ παληά των τὰ πετσιὰ τ’ ἀφανισμένα.

*
Καὶ σπάνιο νὰ σὲ πολιτογραφήσουν.

*
Ποτὲ ἀπὸ τὸ χρέος μὴ κινοῦντες·
Γενναῖοι ὁσάκις εἶναι πλούσιοι, κ’ ὅταν
Εἶναι πτωχοί, πάλ’ εἰς μικρὸν γενναῖοι,
Πάλι συντρέχοντες ὅσο μποροῦνε·
Πάντοτε τὴν ἀλήθεια ὁμιλοῦντες
Πλὴν χωρὶς μῖσος γιὰ τοὺς ψευδομένους.

*
Ὁ ἀρνηθεὶς δὲν μετανοιώνει
Κι ὅμως τὸν καταβάλλει
Ἐκεῖνο τ’ ὄχι—τὸ σωστὸ—εἰς ὅλην τὴν ζωή του.

*
Βγαίνει, καὶ μὲ φωνὲς μεγάλες μᾶς τρομάζει.

*
………. Πολύτιμα μπαστούνια
Μ’ ἀσήμια καὶ μαλάματα ἔκτακτα σκαλιγμένα,

Εἶν’ ἀνάγκη νὰ ἐξακολουθήσω; τὸ τομίδιο εἶναι γιομάτο ἀπὸ τέτοιες λέξες, πεζὲς λέξες, ξερὲς λέξες τῶν ἐφημερίδων καὶ τῆς καθημερνῆς κουβέντας ὄχι ὅμως καὶ τῆς ποίησης.
Τί πάει νὰ πεῖ λ.χ. Σὰν σώματα ὡραῖα.

Ὡραῖα, ἡ λέξη ὡραῖα στὴν ποίηση εἶναι λέξη πεζή. Δηλαδὴ ἕνα ὁλόκληρο ποίημα τοῦ Κου Καβάφη ἀρχίζει μέ:

Σὰν σώματα ὡραῖα
Μὰ κάθε ἄνθρωπος τοῦ γούστου δὲ φαντάζεται τὰ ὡραῖα αὐτὰ σώματα, ὅπως δὲ φαντάζεται τὸ après-midi τὸ ὡραῖον καὶ ἔκτακτον καὶ θαυμάσιον τῶν ἐφημερίδων.

Αὐτὴ ἡ λέξη, ὅπως κι ὅλες οἱ ἄλλες τοῦ Κυρίου Καβάφη, εἶναι τῆς ρουτίνας, καθιερωμένες γιὰ τὴν κοινή μας χρήση, καθιερωμένες γιὰ ν’ ἀποφύγουμε τὶς περιγραφὲς στὴν ὁμιλία ἀπάνου.

— Πῶς πέρασες στὴ βεγκέρα;

— Ὡραῖα, ὡραῖα.

Δηλαδὴ εὐχαριστήθηκα διασκέδασα κ.τ.λ.

Στὴν ποίηση ὅμως ἔχει καθένας ἀνάγκη νὰ αἰστανθεῖ μέσα του, βαθειά του, τὰ ὡραῖα αὐτὰ σώματα, νὰ καταλάβει τὴν ὁμορφάδα τους νὰ τὴ δεῖ νὰ πειστεῖ γιὰ δ’ αὔτη, δυστυχῶς, μὲ τὸ ξερὸ ξερὸ: σώματα ὡραῖα δὲ βλέπει κανένας τίποτε.

Γιὰ νὰ ἐξακολουθήσω ἀπάνω σ’ αὐτὸ τὸ ποίημα:

Πολλὰ πάμπολλα πράματα εἶναι ὡραῖα σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο, δὲν ἀρκεῖ ὅμως νὰ ποῦμε ὡραῖα γιὰ νὰ καταλάβουμε πὼς εἶναι ὡραῖα.

Ἔπειτα πολλὰ πράματα ἀντιλαβαινούμαστε ἀλλιῶς ἐμεῖς κι ἀλλιῶς ἄλλοι. Πῶς καταλαβαίνετε σεῖς π. χ. Κ. Καβάφη τὰ ὡραῖα σώματα;!

Τώρα ἂν ἡ ποιητικὴ ἀφέλεια, ἢ ὁ φόβος (ε;;) γιὰ ἐφεύρεση καταλληλότερης λέξης ἢ φράσης σας βαστάει ἀλλάζει ὁ λόγος.

Κι ἂς μείνω ἀπάνου στὸ ἴδιο ποίημα.

Διαβάζοντας λοιπὸν κανένας αὐτὴ τὴ φράση, ἢ κατὰ τὸν Κον Καβάφη στίχον:

Σὰν σώματα ὡραῖα
Περιμένει τουλάχιστο νὰ δεῖ παρακάτω καμιὰ ποιητικότερη ἀνάλυση τῶν ὡραίων αὐτῶν σωμάτων, μὰ νά, ἀντὶ κάθε ἄλλης περιγραφῆς γρήγωρα, γιατὶ πάντα ὁ Κύριος Καβάφης βιάζεται στὰ ποιήματά του, (ποιητικὴ λυτότη) τὰ ὡραῖα αὐτὰ σώματα, τὰ κλειδώνει σὲ Μαυσωλεῖο: Τί Μαυσωλεῖο; Μεγαλόπρεπο, μαρμάρινο, πέτρινο, χρυσό, ὄχι σὲ Μαυσωλεῖο Λαμπρό!

Κ’ ἔτσι πάει καὶ τὸ Μαυσωλεῖο.

Ἀλλ’ ἂν ὑποθέσουμε πὼς αὐτὸ ἤτανε μιὰν εἴδηση ἁπλή, μιὰ φημερίδα μποροῦσε νὰ τὸ περιγράψει πεζότερα ἀπὸ τὸν Κύριον Καβάφην;

«Τελευταία ὥρα!
»Χθὲς περὶ τὴν τρίτην ἀπογευματινὴν ἔκλεισαν εἰς Μαυσωλεῖον Λαμπρὸν τὰ ὡραῖα σώματα τῶν νεκρῶν.»

Φαίνεται πὼς ὁ Κύριος Καβάφης θέλει στὴν ποίηση νὰ περάσει καὶ τὶς ἐφημερίδες στὴν ἁπλότητα τοῦ ὕφους.

Μόνο καὶ μόνο γι’ αὐτὸ τὸ λόγο κλειδώνει ὡραῖα σώματα σὲ λαμπρὰ μαυσωλεῖα, πολιτογραφεῖ ποιητὲς στὴν πόλη τῶν ποιητῶν, βρίσκει πὼς τὴ μιὰ μονότονη μέρα ἄλλη ἀπαράλαχτη τὴ διαδέχεται, κι ὅτι καταντάει τὸ αὔριο νὰ μὴ μοιάζει σὰν αὔριο (σπουδαῖο αὐτὸ τὸ φιλολογικὸν εὕρημα) βρίσκει πὼς τὴν αὔριο θὰ ξαναγίνουν τὰ ἴδια πράματα δηλαδὴ θὰ βγεῖ ὁ ἥλιος τὴ μέρα καὶ τὸ βράδυ τἀστέρια, θὰ κάνει ὁ Κύριος Καβάφης τὰ ἴδια ποιήματα καὶ θὰ θαμαστεῖ, κ.τ.λ.π…

Γι’ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸ λόγο χάριν ἁπλότης ὁ Κύριος Καβάφης βρίσκει πὼς ἡ Ἐκάβη κι ὁ Πρίαμος κλαῖνε γιὰ μᾶς καὶ μεῖς γιὰ δ’ αὔτους, Πῶς ταράττεται ἡ ψυχή μας καὶ παθαίνει χρόνια παράλυση.

Γι’ αὐτὸ τὸ λόγο, τρέχει στὴν κάμαρά του καὶ δὲ βρίσκει παράθυρα, ἢ βρίσκει καὶ δὲν τ’ ἀνοίγει ὄχι γιατὶ εἶναι χειμῶνας καὶ φοβᾶται τὸ κρύο ἀλλὰ γιὰ νὰ μὴ δεῖ καινούργια πράματα! Βέβαια καὶ γι’ αὐτὸ τὸ λόγο ὁ Κύριος Καβάφης σκαλίζοντας τὴν ἱστορία θὰ βρῆκε μὲ κρυφὴ χαρὰ πῶς ὁ Ἐφιάλτης θὰ φανεῖ στὸ τέλος καὶ οἱ Μῆδοι ἐπὶ τέλους θὰ διαβοῦνε!

Γι’ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸ λόγο ὁ Πηλεὺς φοβᾶται κ’ ἐπεμβαίνει ὄχι γιὰ τὰ ποιήματα τοῦ Κου Καβάφη ἀλλὰ γιὰ νὰ σταματήσει τὴ φόρα τῶν θαμαστῶν του.

VIII

Τέλος πάντων τί εἶναι ἡ ποίηση τοῦ Κυρίου Καβάφη; Ἔχει ἢ προσπαθεῖ νὰ δημιουργήσει δικιὰ του σκολή; Ὅπως εἶπα στὴν ἀρχὴ τῆς πραγματείας μου αὐτῆς, ὁ Κύριος Καβάφης παρασύρθηκε ἀπὸ μιὰν ἀκατάσχετη μανία φιλοσοφίας καὶ συβολισμοῦ στὰ ποιήματά του, ποὺ τὰ περισσότερα εἶναι ξερὲς μετάφρασες ἀπὸ ἀρχαῖα συγράμματα, παρμένα ὅπως: ὁ Βασιλεὺς Δημήτριος.

Ποιός μπορεῖ νὰ ἰσχυριστεῖ λογικὰ πὼς ὁ Βασιλεὺς Δημήτριος εἶναι ποίημα; ἢ κι ἂν θέλουμε ποιός μπορεῖ νὰ πεῖ πὼς κρύβει μέσα του τίποτε σπουδαῖο φιλοσοφικὸ ἢ κοινωνικὸ νόημα. Ἴσως νὰ ὑποθέταμε ἕνα τέτοιο πρᾶμα ἂν ὁ Κύριος Καβάφης δὲν ἔβαζε στὴν ἐπικεφαλίδα ὁλόκληρη τὴν περίοδο τοῦ Πλούταρχου.

«Ὥσπερ οὐ βασιλεύς, ἀλλ’ ὑποκριτής, μεταμφιέννυται χλαμύδα φαιὰν ἀντὶ τῆς τραγικῆς ἐκείνης καὶ διαλαθὼν ὑπεχώρησεν».

Ἀλλὰ δυστυχῶς αὐτὴ ἡ πρόταση ἀποδεικνύει ἀκριβῶς ὅτι τὸ ποίημα ὁ Βασιλεὺς Δημήτριος δὲν εἶναι ποίημα ἀλλὰ ξερὴ ξερή, τὸ πολὺ ἐπιτυχημένη μετάφραση, ὄχι βέβαια καθηγητὴ ἀλλὰ μαθητὴ Γυμνασίου.

IX

Ἕν’ ἄλλο ἀφόρητο γιὰ τὴν ταπεινή μας γνώμη ἐλάτωμα στὴν ποίηση τοῦ Κυρίου Καβάφη, ἡ παρένθεση ποὺ κόβει τὸν ἄγαρμπο στίχο τόσο ἄγαρμπα!

Νά παράδειγμα!

Ὁ Βασιλεὺς Δημήτριος (μεγάλην
εἶχε ψυχὴν) καθόλου — ἔτσι εἶπαν
δὲν φέρθηκε σὰν Βασιλεύς. Ἐπεῖγε
κ. τ. λ.

Δὲ φτάνει ἡ τρομερὴ πεζότη τοῦ ποιήματος μὰ ἔχουμε καὶ τὶς παρένθεσες, ποὺ σὲ ὑποχρεώνουν νὰ κρατᾶς τὴ συνέχεια σἂ στὶς ἐπιφυλλίδες τῶν μυθιστορημάτων τῶν φημερίδων.

Καὶ πάλι ρωτῶ, μποροῦσε πεζότερα νὰ γραφτεῖ ἕνα παρόμοιο πρᾶμα; ποῦ βρίσκουνται κρυμένες ἡ ποιητικὴ ἀλληγορία, ποῦ τὸ μέτρο, ποῦ ἡ ἁρμονία, ποῦ τὸ ψηλὸ νόημα;

Ἢ Παπᾶς παπᾶς ἢ ζευγὰς ζευγάς.

X

Τί λοιπὸν οἱ θαμαστὲς τοῦ Κυρίου Καβάφη θαμάζουν στὰ ποιήματά του; ἀφοῦ οὔτε ἁρμονία οὔτε μέτρο οὔτε γλωσσικὸς πλοῦτος ὑπάρχει, οὔτε τίποτε ἄλλο ποιητικὸν προσόν. Τὴ φιλοσοφία; βέβαια κι αὐτὴ θὰ θαμάζουν, ἀλλὰ κ’ ἡ φιλοσοφία του ἂς τὴν ὀνομάσουμ’ ἔτσι, εἶναι ὄχι μόνο τετριμένη ἀλλὰ κι ἀστεία. δηλαδὴ πράματα ποὺ λέγουνται κάθε μέρα χωρὶς καμιὰ φιλοσοφικὴ ἀξίωση.

Λοιπὸν τί θαμάζουν;

Θαμάζουν τὸ παράξενα τοῦ ὕφους του; ἀλλὰ δὲν εἶναι παράξενο καθόλου! ἀπὸ πότες εἶναι ἢ ἔγινε original ὁ πεζὸς λόγος;

Ἔπειτα αὐτὸ τὸ τρομαχτικὸ τὸ ἀπαίσιο ἀράδιασμα ὅλωνε τῶν ἀρχαίων ἡρώων ἡμιθέων καὶ θεῶν, σκεπασμένων κουκουλωμένων μὲ τὸ μαντύα τῆς ψευτοφιλοσοφίας, τί εἶναι;

Τί ἄλλο εἶναι παρὰ μιὰ κούφια μάταιη ἐπίδειξη πολυμάθειας; Ποιό τέλος εἶναι τὸ ἀγνό του ποίημα; ποιό τὸ βασανισμένο τὸ σκαλισμένο ἀπάνω στοὺς κανόνες ἂν ὄχι τῆς ποίησης τουλάχιστο τοῦ γούστου; λυποῦμαι πολύ νὰ πῶ πὼς κανένα, ἢ μᾶλλον μόνον ἕνα, τὸ ποίημα, Ἕνας γέρος. Μάλιστα αὐτὸ εἶναι ποίημα ἔχει τὴ σειρά του, τοῦ λείπει ἐκείνη ἡ ανακατωσοῦρα τῆς φιλοσοφίας, ἀπουσιάζουν ἐκεῖνα τὰ συβολικὰ παράξενα μέτρα, κατορθώνω νὰ φανταστῶ τὸ φτωχὸ γέρο ποὺ κλαίει τὰ νιάτα του καὶ μέ πόνο νὰ τὸν θεωρῶ στὸ τέλος.

«Ἀπ’ τὸ πολύ νὰ σκέπτεται καὶ νὰ θυμᾶται
ὁ γέρος ἐζαλίσθηκε. Κι’ ἀποκοιμᾶται
στοῦ καφενείου ἀκουμπισμένος τὸ τραπέζι.»

Κ’ ἐδῶ ὑπάρχει ἡ ἁπλότη τοῦ ὕφους ἀλλ’ ἡ σωστὴ ποιητικὴ ἁπλότη τὸ γερὸ νόημα ποὺ κάνει τὸ ἕνας γέρος νὰ εἶν’ ἕνα μικρὸ ἀνεχτίμητο μπιζουδάκι. Μάλιστα εἶναι ποίημα! διαβάζοντάς το αὐτὸ οἱ νέοι μελαγχολικοὶ θὰ σκεφτοῦν πὼς θἄρθουνε γρήγωρα τὰ σκληρὰ χρόνια νὰ μᾶς θυμίσουν τί μπορούσαμε νὰ κατορθώσουμε στὴ νιότη μας. Θἄρθει μέρα ποὺ μὲ δάκρυα, κάπως ἀργά, θὰ δοῦμε τὸν ὁρίζοντα νὰ σκοτεινιάζει, τὰ χίλια δυὸ χρυσά μας ψέφτικα ὄνειρα νὰ διαλύνουνται σἂν καπνός, καί κάτι ἀόριστοι τρόμοι νὰ μᾶς παίρνουν, μιὰ σκιά, ἔ! ἂς τὴν ποῦμε, τοῦ χάρου νὰ μᾶς πλησιάζει!

Τί ἔκαμες στὴ ζωή σου; τίποτε; Ἐνόμισες πὼς εἶχες δικαίωμα ἐμένα τὸ χρόνο νὰ περιφρονήσεις τόσο ποὺ νὰ νομίσεις ὅτι στέκουμαι καὶ δὲν κουνιέμαι; ὄχι, τώρα σὲ παίρνω!

Μὰ γιατὶ ὁ γέρος νὰ σκέφτεται τὰ νιάτα του, γίνεται ἐγωϊστής, κάνει πέτρα τὴν καρδιά, γελᾶ-γελᾶ περιφρονητικά.

Μὰ ἡ ὑπεράνθρωπη προσπάθεια γιὰ τὸ κουρασμένο σῶμα του, ἡ σκέψη αὐτὴ θὰ τὸ σκοτώσει, ἔ! ὄχι λοιπὸν δὲ σκέφτεται, νά θὰ ζήσει ἐγωϊστής.

Καί, «ὁ γέρος ἐζαλίσθηκε, κι’ ἀποκοιμᾶται
στοῦ καφενείου ἀκουμπισμένος τὸ τραπέζι»

Σώνει ἕνα τέτοιο ποίημα γιὰ νὰ δικαιολογηθεῖ ἡ παρουσία τοῦ τομίδιου;

Τί τὸν ἐμπόδισεν ἄραγε τὸν Κύριον Καβάφη νὰ ἐξακολουθεῖ νὰ γράφει στὸ Style του ἕνας γέρος; πολὺ φοβοῦμαι οἱ θαμαστές του ποὺ δὲν πρέπει βέβαια νὰ κολακεύουνται γιὰ φιλολογικὴ μόρφωση.

Πῶς ὅμως νὰ ὀνομάσουμε τὰ ποιήματα τοῦ Κυρίου Καβάφη ἀφοῦ ὁ ποιητής των δὲν τοὺς ἔδωκε τίτλο; πῶς ἀλλιῶς παρὰ φιλοσοφικὰ δόγματα, γιατὶ σὲ πολλὰ δ’ αὔτα ὁ Κύριος Καβάφης δὲν εἶναι ποιητὴς ἀλλὰ διδάσκει!

Ποτὲ ἀπὸ τὸ χρέος μὴ κινοῦντες.
Δίκαιοι κ’ ἴσιοι σ’ ὅλες των τὲς πράξεις
Ἀλλὰ μὲ λύπη κιόλας κ’ εὐσπλαχνία·
Γενναῖοι ὁσάκις εἶναι πλούσιοι κι ὅταν
Εἶναι πτωχοί, πάλ’ εἰς μικρὸν γενναῖοι
Πάλι συντρέχοντες ὅσο μποροῦνε·
Πάντοτε τὴν ἀλήθεια ὁμιλοῦντες
Πλὴν χωρὶς μῖσος γιὰ τοὺς ψευδομένους,

Πιὸ τετριμένες ἀλήθιες γίνουνται ἀπὸ δ’ αὔτες τῶν Θερμοπυλῶν, τουλάχιστο ἂν ἦσαν κάπως πιὸ ρυθμικὰ βαλμένες πιὸ ἀρμονικά.

XI

Κι ὅλ’ αὐτὰ τὰ παθαίνουμε γιατί; γιατὶ πάσχουμε ἀπὸ τὴ γνωστὴ ἀσθένεια «Snobisme». Ἔχουμε καταντήσει, καὶ τὸ ἀστεῖο δὲ θέλουμε νὰ παραδεχτοῦμε, ἢ ἂν προτιμᾶτε δὲ μποροῦμε νὰ καταλάβουμε. Snobs, μὲ ἄλλα λόγια, δοῦλοι τῆς γνώμης δυὸ τριῶν ἐξεχόντων. Τρανὸ καὶ ζωντανὸ παράδειγμα τὰ ποιήματα τοῦ Κυρίου Καβάφη, τὰ θαμάζουμε γιατὶ κάποιος βρέθηκε νὰ τὰ παινέσει, κάποιος πολὺ γνωστὸς λογογράφος τῶν Ἀθηνῶν, ἐμεῖς λοιπὸν ἐπιπόλαια ἐπιπόλαια χωρὶς καλὰ καλὰ νὰ ξέρουμε γιατὶ ἀσπαζούμαστε τὶς γνῶμες του καὶ πρῶτοι πρῶτοι καὶ καλοὶ βροντοφωνοῦμε: Νά φιλόσοφος, νά ποιητής, τὸ δὲ ἀστεῖο, τὸ λέμε μὲ τόση πεποίθηση ποὺ στὸ τέλος τὸ πιστεύουμε καὶ τὸν ἐχτιμᾶμε, (παράδειγμα ὁ Κος Καβάφης) γιὰ ποιητὴ γιὰ λογογράφο γιὰ φιλόσοφο κ.τ.λ. ὑπνοτιζούμαστε τόσο ποὺ εὐτὺς εἴμαστε ἕτοιμοι νὰ δόσουμε κάποια σπουδαία κρυμένη ἔννοια σ’ ἕνα κούφιο λόγο ἢ σ’ ἕν’ ἀστεῖο πεζὸ ποίημα, ποὺ θεωροῦμε chef d’ oeuvre!

Αὐτὰ φίλοι μου εἶν’ ἀνθρώπινες ἀδυναμίες ποὺ ἀπὸ ἐγωϊσμὸ δὲν παραδεχούμαστε, θαμάζουμεν ἐκεῖνο ποὺ θαμάζουν δυὸ τρεῖς σπουδαῖοι. Γι’ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸ λόγο εἴμαστε τοῦ Nietche ὁπαδοί, λατρεύουμε τὴ μουσικὴ τοῦ Wagner ἐνῶ στὰ κρυφὰ τρελαινούμαστε γιὰ τὸ Matchiche. εἴμαστε συβολιστὲς ἐνῶ ἐμεῖς οἱ ἴδιοι δὲν καταλαβαίνουμε τὶ γράφουμε.

Καὶ μὲ μιὰ διαφορὰ γιὰ νὰ ἐξηγούμαστε καλήτερα ὁ Wagner ὁ Nietche ἔχουν καὶ τοὺς θαμαστές τους τοὺς εἰλικρινεῖς, τοὺς θαμαστές ποὺ ξέρουν γιατὶ τοὺς θαμάζουν ἐνῶ ὁ Κος Καβάφης ἔχει τοὺς θαμαστὲς ποὺ ἀποχτᾶ κάθε εὐτυχὴς συγραφέας παράξενος σὲ μέτρα ποιητικὰ μόνο ὄχι καὶ σὲ ἰδέες τουλάχιστο.

XII
Μὰ δὲ βλέπουμεν ἐμεῖς οἱ θαμαστὲς τὸ κακὸ ποὺ κάνει ὁ θαμασμός μας ὁ ἐπιπόλαιος σ’ ἕνα συγραφέα ποὺ ἴσως μπορεῖ νὰ γράψει καλά. Τὸ κακὸ δὲν τὸ βλέπουμε λέγω! δὲν ἐννοοῦμε πῶς τὸν καταστρέφουμε κολακεύοντας βλακωδέστατα τὸ κακό του γοῦστο.

Αὐτὸ ποὺ λείπει ἀπὸ μας ξέρετε τὶ εἶναι; ἡ σύχρονη φιλολογικὴ ἐκπαίδεψη καὶ τὸ φιλολογικὸ γοῦστο. Ἔχουμε κατορθώσει νὰ παραγνωρίσουμεν ἐκείνους ποὺ κάτι ἀξίζουν καὶ νὰ θαμάζουμεν ἐκείνους ποὺ δὲν εἶναι ἄξιοι θαμασμοῦ. Καὶ νἄτανε μόνον αὐτό, κιντυνεύουμε δυστυχῶς νὰ πάθουμεν ἐκεῖνο ποὺ ἔπαθεν ὁ 18ος αἰῶνας στὴ Γαλλία, μὲ τὴ μανία στὴ φιλοσοφία, δηλαδὴ νὰ καταστραφεῖ ἡ ποίηση ἀπὸ τὴν πολλὴ φιλοσοφία καὶ λογικὴ καὶ νὰ μὴν ἀναδειχτεῖ παρὰ ἕνας ἀληθινὸς ποιητής, ὁ André Chénier! Κι αὐτὸς ἀκόμα ὁ πολὺς Βολταῖρος ἔπεσε θῦμα τῆς φιλοσοφίας του στὴν ποίηση.

Τί λέγω κιντυνεύουμε; ἔχουμεν ἤδη καταστρέψει τὴν ἀγνὴ ποίηση, καὶ γιὰ νὰ μὴ βγαίνω ἀπὸ τὸ θέμα μου, νά ὁ Κύριος Καβάφης τὸ πιὸ τρανὸ παράδειγμα.

Στὴν ποίηση του δὲν ὑπάρχει:

οὔτε αἴστημα!

οὔτε περιγραφή Ἐχτὸς ἄν ὀνομάζει ὁ Κος Καβάφης περιγραφή τὴν καταγωγὴ διάφορων ἀντικειμένων λὲς κ’ εἶν’ ἐχτιμητὴς ὅπως στὴν κηδεία τοῦ Σαρπηδόνος.

οὔτε χάρη. Ἐχτὸς ἄν εἶναι ἡ χάρη στὸ ποιηματάκι ἡ δέησις ὅπου ἡ μητέρα στήνει τ’ αὐτί, λὲς κ’ εἶναι φοράδα, περιμένοντας τὸ γυιό της.

οὔτε ἁρμονία

οὔτε τίποτε ἄλλο!

Θὰ ξανάρθουμε σὲ μιὰ τελειότερη ἀνάλυση τοῦ ἔργου τοῦ Κυρίου Καβάφη, ἄν τὸ θέλουν οἱ θαμαστές του, καὶ θ’ ἀποδείξουμε πλατύτερα τὴ μηδαμινότητα τῆς ποίησης του.

*Συγγραφέας της κριτικής είναι ο Ροβέρτος Κάμπος, ψευδώνυμο που μάλλον χρησιμοποίησε ο Πέτρος Μάγνης που ωστόσο δεν παραδέχτηκε ότι το συνέγραψε.

**Το πήραμε από εδώ: https://perithorio.com/2024/01/15/αντικαβαφισμός-ο-πρώτος-λίβελος-κατ/

Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου, Δύο ποιήματα

Artwork: Alfred Eisenstadt

ΥΣΤΕΡΟΦΗΜΙΑ

Είπες κάποτε αυτά τα ποιήματα θ’ αγαπηθούν πολύ
Θα τοιχοκολληθούν, να τα διαβάσουν όλοι.
Μια μέρα θα υγράνουν μάτια και χείλη
Θα διαβαστούν κάτω από φανοστάτες, σε βροχερές συνελεύσεις.
Τέλος, καθώς πολλούς θα τυραννήσουν, θα καούν
Ή θα ταφούν σε ανήλια σπουδαστήρια – κι είπες πάλι
Ίσως ο άνεμος μιας δροσερής αυγής να τα σκορπίσει.

*Από τη συλλογή «Νοσοκομείο εκστρατείας», 1972.

ΤΙ ΜΕΝΕΙ ΛΟΙΠΟΝ

Τι μένει λοιπόν μες στο πικρό μεσοκαλόκαιρο
μες στο μυχό ενός κόλπου ξαπλωμένος
και η θάλασσα ευτυχισμένη, αδιάφορη
δέντρα και βότσαλα και φύκια κι ο καινούργιος άνεμος
Και συ, φωνή ελπίδας, ταξιδιώτη που έρχεσαι
με τους ατμούς ενός μεσημεριού στα συνεργεία
φωνή που χρόνια έχτιζα, πεθαίνεις.

*Από τη συλλογή «Αργό Πετρέλαιο», 1974.

Μαλαματή Μαρία Πετρίδου, από τις “θάλασσες τον χειμώνα”

Screenshot

ανακάλυψα μια καινούργια πρόταση
που αρχίζει με χορτάρι
και αν την τραγουδήσεις
με τις παλάμες στο στομάχι
η γλώσσα σου θα γεμίσει δάκρυα
ίδια με αυτά ενός γέρου
που λίγο πριν τον θάνατο
ζητάει τη μαμά του

αυτός είναι ένας πολιτισμός
που αντέχει την αοριστία
κάθε πρωί και απόγευμα
στέκονται σταυροπόδι
έπαρση και υποστολή παραδοξότητας

είναι σημαντικό να ισορροπείς
με ένα σύγχρονο λουλούδι
φυτεμένο στο κεφάλι σου
ποιος σου το έμαθε αυτό;

Χθες το ξημέρωμα
μαζί με τα σεντόνια
τίναξες και την απελπισία μου.

*

τίποτα δεν γνωρίζουμε
πως πενθούν τα ζώα
πως προσεύχεται το χώμα
με τι επιχερήματα διαπραγματεύεται το πεύκο τον χειμώνα
θα γνωρίζαμε σίγουρα πιο πολλά
το ορκίζομαι
αν για δασκάλα μας στην πρώτη δημοτικού
προτιμούσαμε ένα πηγάδι
με την σιωπή της πρασινάδας
που σέρνεται για χρόνια στον πάτο
με την δροσιά ενός παιδιού
που τρέχει στην αγκαλιά κάποιου

περισσότερο χτυπάμε παλαμάκια
για να σουρώσουμε
ότι σταγόνα απέμεινε απ’ το μέλλον

μα δεν πειράζει
αρκετά τραβήξαμε για λίγη ακόμα γνώση

*Από τη συλλογή “Οι θάλασσες τον χειμώνα”, εκδ. ΣΑΙΞΠΗΡΙΚόΝ, Αύγουστος 2022.

Βασίλης Φαϊτάς, Το αμάθητο

Ο πόθος του ανθρώπου να υπάρξει αλλιώς
τα μονοπάτια του αφανισμού του ανιχνεύοντας
ανακαλύπτει
μια πολύπλοκη ψυχή με πολλούς πυθμένες
ο λαβύρινθος που αναζητά τον υπερβαίνει.

Το φως κυρτώνει και αποσπάται
στη προαιώνια πεποίθησή του
μακριά καθώς βρίσκομαι από τους βρυχηθμούς των αιώνων
θέλω να πλησιάσω κάτι που σείεται στη σιωπή
γι’ αυτό
απόψε θα σου διαβάσω για τ’ αστέρια
παλιά χειρόγραφα της αιωνιότητας
ποιμένες αρχαίων νοημάτων διευρύνουν
τη θαλπωρή της σοφίας.

Παγιδευμένος οδοιπόρος στο αίνιγμα
γνωρίζω
τίποτα δεν είναι πλήρες
προσεγγίσεις μόνο στο αμάθητο
ανάμεσα στη ζωή και τον θάνατο.

*Από τη συλλογή “Βαθύνοια”, εκδ. Μανδραγόρας, 2023.

Χωρίς ποιητές, χωρίς καλλιτέχνες…

Χωρίς ποιητές, χωρίς καλλιτέχνες… τα πάντα θα κατέρρεαν στο χάος. Δεν θα υπήρχαν πια εποχές, δεν θα υπήρχαν πια πολιτισμοί, δεν θα υπήρχε πια σκέψη, δεν θα υπήρχε πια ανθρωπότητα, ούτε καν ζωή- και το ανίκανο σκοτάδι θα βασίλευε για πάντα. Οι ποιητές και οι καλλιτέχνες καθορίζουν από κοινού τα χαρακτηριστικά της εποχής τους, και το μέλλον προσαρμόζεται ταπεινά στην επεξεργασία τους.

― Guillaume Apollinaire