Βασίλης Στεριάδης, Η τρύπα με τις κουμπότρυπες

Artwork: Eckart Hahn

Και ο ύπνος είναι λάθος, μου είπαν.
Είχα ρωτήσει, επειδή στον ύπνο μου
περνούσαν τα υπουργεία.
Είδα την Ουρανία
και είχε βγάλει τα μαύρα.
Πέρασαν οι νομαρχίες
και το Υπουργείο Ψυχικής Άμυνας
με άσπρα.
Στο μεταξύ πέρασαν τα Φώτα και του Αι-Γιαννιού
και το Υπουργείο Σωματικής Άμυνας.
Πέρασαν ο παράγων φόβος και ο παράγων λάθος.
Έτσι τα λάθη άρχισαν να φεύγουν απ’ τις τσέπες μου
και σκορπίσθηκαν σαν κύτταρα.
Η ποίηση έμπαινε στα υπουργεία και στις νομαρχίες
μέχρι σε δέντρα της Μακεδονίας.
Να συλληφθεί ο πρωταθλητής λάθος,
είπε ο παράγων λάθος. […]

Μαρία Θεοφιλάκου, Τέταρτη βιομηχανική 

Διάβαζα τις ηλεκτρονικές σελίδες ειδήσεων
όταν κάπου σε κάποιο δημοσίευμα
ανάμεσα στις διαφημίσεις που αναδύονται
νά σου και μια εντελώς ασύμφορη
για τα ενδιαφέροντά μου, 
ενός γραφείου τελετών.
Κηδείες. Μνημόσυνα. Αποτέφρωση. Επαναπατρισμός.
                               — Μαύρο γάντι κρατώντας κόκκινο ανθό.
Τα χρόνια μου είναι γύρω στα σαράντα, άκρατα υγιής,
             ή τουλάχιστον,
χωρίς τίποτα να προδίδει το αντίθετο.
Καταλαβαίνετε, αναρωτιέμαι 
τι μπορεί να είπα ή να έκανα 
που να ωθήσει τον παγκόσμιο ιστό
σε τέτοια πρόταση συναλλαγής.
Προσεκτικά επέστρεψα στην είδηση 
μήπως και βρω τη λύση στα 
ψιλά γράμματα της αφίσας,   
μα είχε ήδη δώσει τη θέση της σε άλλη — 
διεθνές συνέδριο για πωλήσεις: 
                            “η Οδύσσεια της τεχνητής νοημοσύνης”.

 
Υποθέτω πως καθένας μας διαλέγει 
τι να πιστέψει, 
τυχαιότητα ή κλεφτή ματιά στη μεταφυσική.

(Μόνο, προσδοκώντας την άλλη,
μη μας προλάβει η τέταρτη βιομηχανική). 

Μπίλη Βέμη (1954-2012), Τέσσερα μικρά ποιήματα

ΤΟ ΚΕΝΟ
‘Ωρες πολλές καθόμαστε με το μαξιλάρι μου
και συζητούσαμε
με τι μπορεί να γεμίσει το κενό
ανάμεσα στ΄ αστέρια

ΣΤΙΓΜΗ
Μια φουντίτσα πεύκου
ξεμακραίνει με πλώρη της τον ήλιο
Μήπως αυτό είναι γαλήνη;

ΑΝ ΒΡΕΞΕΙ
Αν βρέξει απόψε είναι για μένα
και λιγο για το σκονισμένο
γιασεμί

ΑΥΡΙΟ
Ας κλείσουμε τα νυσταγμένα μας όνειρα
στη βαλίτσα
να τα φυλάξουμε και για αύριο

*Από τη συλλογή “Ο κόκκορας των θεμελίων”, Αθήνα 1971.

André Breton, Τεθλασμένη γραμμή (απόσπασμα)

Andre Breton, The African Mask

Είμαστε το ξερό ψωμί και το νερό στις φυλακές του ουρανού
Είμαστε τα λιθόστρωτα του έρωτα
όλοι οι σταματημένοι φωτεινοί σηματοδότες
Που προσωποποιούμε τα χαρίσματα αυτού του ποιήματος
Τίποτε δεν μας εκφράζει πέρα από τον θάνατο
Εκείνη την ώρα όπου η νύχτα για να βγει βάζει
τα λουστραρισμένα της μποτίνια
Δεχόμαστε τον καιρό όπως έρχεται
Σαν έναν μεσότοιχο
σε εκείνον των φυλακών μας
Οι αράχνες οδηγούν το πλοίο μέσα στο αγκυροβόλιο
Το μόνο που μπορείτε να κάνετε είναι να αγγίζετε δεν υπάρχει τίποτα να δείτε
Αργότερα θα μάθετε ποιοι είμαστε
Τα έργα μας είναι ακόμη εντελώς απαγορευμένα
Όμως αυτή είναι η αυγή της τελευταίας ακτής
ο καιρός χαλάει
Σύντομα θα μεταφέρουμε αλλού την ενοχλητική μας πολυτέλεια
Θα μεταφέρουμε αλλού την πολυτέλεια της πανούκλας
Εμείς δεν είμαστε παρά λίγη λευκή πάχνη πάνω στα ανθρώπινα δεμάτια
Κι αυτό είναι όλο
[…]

*Μετάφραση: Σωτήρης Λιόντος.

Gregory Corso, Δίνη

Να πνιγώ να κυματίζουν τα μαλλιά μου
Να είμαι ραψωδία των ψαριών
Ένα μάτι να ανοιγοκλείνει και να κοιτάζει
Το ναυάγιο στο βυθό να βλέπει –
Για πάντα κάτω να πνίγομαι
Να κατεβαίνω στου καλαμαριού τη σύναξη
Μαύρη σκεπή η κοιλιά της φάλαινας
Ο τάφος ένα πάτωμα φτιαγμένο από στρείδια –

Το θαλασσινό μου φάντασμα σηκώνεται
Και πιο κυματιστά τα μαλλιά του
Ραβδώνουν μ’ ασήμι τα μάτια μου
Προς τα πάνω στροβιλίζομαι
Κι’ αναρωτιέμαι πού –

Να πάρω αναπνοή στην κούπα του Ποσειδώνα
Σκουντάω τη θύελλα και την καταιγίδα
βάζω χέρι στη γοργόνα
Για να σταθεί να καρφιτσώσει τα μαλλιά μου
Πάνω στη σέλα του ιππόκαμπου

Ντίνος Σιώτης, Σκελετοί στη ντουλάπα

Στον Αναστάση Βιστωνίτη

Σκελετούς στη ντουλάπα τους κρύβουν τα μέγαρα,
οι πρεσβείες, τα ανάκτορα, οι τράπεζες, οι μυστικές
υπηρεσίες, οι πολυεθνικές, τα κοινοβούλια και όλα τα

υπουργεία όλων των εθνών, οι σκελετοί στη ντουλάπα
ζωντανεύουν γύρω στα μεσάνυχτα όταν έχει πανσέληνο
και σαν μάγισσες ή σαν νεράιδες παίρνουν σβάρνα τις

χώρες και τις ηπείρους να πιουν λίγο απ’ το αίμα των
φτωχών, των αδύναμων, των κατατρεγμένων και των
άμαχων, μ’ αυτό το αίμα κρατιούνται ζωντανοί στη

ντουλάπα, μετά πάνε σε ένα wine bar στο κέντρο της
πόλης να θρηνήσουν το πληγωμένο τους γόητρο, να
πνίξουν το σφιχτό καημό τους μέσα σ’ ένα μπουκάλι

εμφιαλωμένης επιβίωσης, να μετρήσουν τις απώλειες
του διασυρμού τους και να ξεπλύνουν από πάνω τους
όλα τα αμαρτήματα εξουσιαστών και εξουσιαζόμενων

Αθήνα, 12 Φεβρουαρίου 2024

Κατερίνα Φλωρά, Αστική συγκυρία 


Artwork: Hieronymus Bosch

Στη σχισμή του βλέμματος θολώνει το τοπίο
τρεμοπαίζει η άσχημη πολιτεία στον κενό χρόνο
που γλίστρησε λαθραία

Βουΐζουν οι λέξεις
απρόκλητα ειπωμένες από αδιάφορα στόματα ψυχρά πλήκτρα ενώνουν
χαμένα στο χωροχρόνο πλάσματα

Συγκυρία σα λάμψη
συνάντηση καμωμένη από το μέσα υλικό
μαγικά απόκοσμη αίσθηση
ίχνος βαθύ ανακινεί

Διομήδης Βλάχος, Επιστροφή

Το χάραμα γυρίζουμε ξανά κοντά σου
ακολουθώντας πάντοτε την ίδια ρότα
το σιρόκο πού χρόνια ατέλειωτα καραδοκούσαμε.
Αστράφτει η μνήμη σου στους έλικες
χίλιες στροφές το δευτερόλεφτο.
Και ξάφνου είδα τούς γλάρους χαμηλά
κάτι σαν τούς προάγγελους της θύελλας,
από τη γέφυρα τα ξερονήσια
ένα κοπάδι πόρφυρες κατόπι μας,
την προκυμαία αδιάβατη
ζωσμένη σ’ ένα δάσος σιωπηλές περικοκλάδες
κι από τις γρίλιες να παραμονεύουμε τα δίκαννα.
Πώς να περάσω απέναντι χωρίς κουπιά;
Η θάλασσα που γνώριζα
είναι ένʼ αδιέξοδο στο στήθος σου.
Φυσά αγέρας παγωμένος, μεσοζωικός.

Ω πώς τόσον καιρό μετά την καταιγίδα
ανάμεσα σ’ αυτές τις πέτρες
που ριζώσαμε αγριάδα
ακόμα παίζουν πένθιμα
τα βιολοντσέλα σου Βιβάλντι;

Στις εκβολές του Αχέροντα
Το περιβόλι στις εκβολές του Αχέροντα.
Διαβαίνει το νερό όλο λείψανα
βρικόλακες της θύμησης και ύψος ανεκπλήρωτο
κ’ εσύ σκύβεις να πιεις και φαρμακώνεσαι
καθώς αντίκρισες καθρεφτισμένο
τον Άη-Μηνά ίσκιο θεόρατο
κυνηγώντας τους Φράγκους
και τώρα σκήνωμα προσκυνητάρι θλιβερό
ή τον καπετάν-Διάκο
βγάζοντας λόγους στη Λαμία
κ’ ύστερα καρφωμένο το κεφάλι του στ’ ακόντιο
λέξεις να σου παίρνουν το μυαλό.

Τώρα ξανά τα πράγματα δεν είναι εύκολα
ο νεκροπόταμος τραβάει την πορεία του αιώνιος
ξωπίσω σου οι ρουφήχτρες αχόρταγες
τα κουφάρια στρώμα στην πεδιάδα
κ’ είναι το στόμα σου στυφό αγραπίδι.
Όχι, δε θέλω πια τις τεχνητές σας λίμνες
όλο στολίδια, αρώματα, χιτώνες μεταξένιους.
Δεν φτάνουνε ν’ αναχαιτίσουν
τη φουρτουνιασμένη κοίτη που λυσσομανάει.

Μόνον οι μαίανδροι στη φλέβα μου
με πολυδιάστατες καμπύλες
δουλεύοντας μερόνυχτα
γνωρίζουνε τ’ απόκρυφα του
μπορούν να βάλουν χέρι στην ορμή του.

*Από τη συλλογή “Φανός θυέλλης”, εκδ. Αστρολάβος/Ευθύνη, 1991.

Μάριος Χάκκας, Στάθηκα στις δαιδαλώδεις πόλεις

Στάθηκα στις δαιδαλώδεις πόλεις
με τις καμπύλες των λόφων στα μάτια
κι ήρθα προς τους ανθρώπους
με τις σωστές λέξεις στο στόμα
και την ελεύθερη κίνηση των χεριών.
Κατέληξα με μία τσάντα
που επαλήθευε το νόμο της βαρύτητας
στην ατέλειωτη άσφαλτο
πληρώνοντας φόρους και διαπύλια
φθείροντας την ακμή μου
ανάμεσα σε πλαστικά γιασεμιά
γδέρνοντας το λαιμό μου στους τοίχους
μ’ ένα μπρελόκ που τα κλειδιά του
δεν ταιριάζουν σε καμιά
ανθρώπινη πόρτα