Τελευταία κοιμάμαι μ’ ένα σκιάχτρο και με το αίμα του ραντίζω τα σύννεφα γι’ αυτό είμαι τόσο τρυφερός μαζί του
Το σκιάχτρο είναι ένας άγγελος στη γη το τρίτο μάτι μιας ζωηρής πεταλούδας τη βασανίζω να μου πει τα μελλούμενα κι όταν ομολογήσει της μαδάω τα φτερά
Αυτό το σκιάχτρο δεν είναι καν θηρίο θα μπορούσε να τρώει σε χρυσό δίσκο του αλλάζω κάθε μέρα το νερό στο βάζο και τελικά πνίγεται μέσα στον φωταγωγό
Είμαι τόσο έτοιμος να αυτολογοκριθώ όσο διαρκεί αυτό το απαίσιο ποίημα
*
ΓΙΑ ΠΛΑΚΑ ΓΡΑΦΩ
Έστω κι έτσι ακόμη ζω και μετά η κατεδάφιση σ’ έναν κόσμο αδέσποτο γυρνώντας σαν τα σκυλιά
Προφανώς και ηττήθηκα χωρίς κανένα προσχέδιο ή έστω μιαν ανεμόσκαλα
Δεν παραδίνομαι εύκολα νομίζω πως το κατάλαβες έτσι πεισμωμένος βγαίνω κατά τις δώδεκα στην πόλη ξεκολλάω τα ενοικιαστήρια από την οδό Αναπαύσεως κι αργεί πολύ να ξημερώσει
Τι διάολο Ποίηση γράφω κι ούτε ένας αναγνώστης να μου θυμίσει ότι δε ζω;
*
ΕΥΧΑΡΙΣΤΑ ΝΕΑ
Όλα μπορεί να συμβούν στις λέξεις που νομίζεις πως είναι όλες ίδιες αξίζει λοιπόν να δεις ποιες σε κοιτούν κατάματα δεν είναι δα και λίγο το ποίημα να ομορφύνει και να γεμίσει από φως
Κι έτσι θα ξαναγράψεις για το χαρούμενο σύννεφο με τους καλούς θανάτους για τη μοναξιά δε λέω τόσα έχουν ειπωθεί το μόνο που αμφιβάλλω είναι για τα αίματα ποτέ δε θα ασπρίσουν –
*Από τη συλλογή «Ωδίνες της Ποίησης», εκδ. στίξις, 2018.
Στίχοι αδύναμοι, ξερές καλαμιές στον κάμπο. Κι όμως, τίποτα άλλο δεν έμαθα να υπηρετώ, παρά αυτό το λίκνισμα θρόισμα αντικριστά στον ήλιο.
Στίχοι βλαστάρια, χλωρά λουλούδια στον κήπο. Κι όμως, τίποτα άλλο δεν έμαθα να προσκυνώ, παρά αυτό το άτσαλο βάδισμα κάτω απ’ τον ήλιο.
Ο λόγος του φόβου μαραίνεται στην όψη του ώριμου καρπού.
Ο λόγος του τραγουδιού αυτού, Είναι για το παιδί που δεν πρόλαβε να σκοντάψει στην γη.
Στον ουρανό, στον ουρανό γελά και περιπαίζει τους λόγους των ανθρώπων.
Δεν στο ‘χω πει. Θέλω να σε γράψω ποίημα. Πλάθοντας μια φωλιά από λέξεις να κουρνιάσεις απόψε που φυσάει. Κεριά βυθισμένα στην σιωπή του φωτός κι όμως φιλιά μεθάει το στάχυ ο άνεμος. Σκορπάει ο σπόρος της αγάπης. Εφηύραμε την αφορμή, ή είναι πεπρωμένο; Οι στίχοι ανίδεα ανδρείκελα Με κοιτούν καθώς τους πλέκω μεταξύ τους. Η νύχτα ασημένια απλώνει στον ουρανό γιασεμιά τα άστρα και εσύ κάπως έχεις γαληνέψει. Εγώ δεν γράφω για να αποδείξω ούτε για να διδάξω Εγώ γράφω ό,τι νιώθω Και αυτό δεν στο έχω πει.
Το να παίζεις με χαρτιά ανοιχτά, σημαίνει ότι αρνείσαι να παίξεις. Αν δεν γυρίζεις το τραπέζι ανάποδα στο τέλος τζάμπα το σκηνικό. Το να μην ζητάς τίποτα σημαίνει ότι ποθείς τα πάντα. Ακέραιο πάντα το αποτέλεσμα απλώς, τα μηδενικά παίζουν κουτσό αριστερά και δεξιά της υποδιαστολής. Έχεις και αυτό το κουσούρι γελάς με τον φόβο. Μα ακόμα δεν κατάλαβα το παιχνίδι σιχάθηκες ή το κέρδος;
*Από τη συλλογή “Ποιήματα”, εκδ. πατκιούτ προντάξιονς, Έδεσσα, Φλεβάρης 2024.
Αγαπητοί επιβάτες, σας ενημερώνουμε ότι ο ανελκυστήρας που οδηγεί από την αναγνώριση των δραστών στη δικαίωση των θυμάτων είναι εκτός λειτουργίας. Επιβάτες με ανήσυχη συνείδηση παρακαλούνται όπως αποβιβαστούν από τον συρμό. Σας ευχαριστούμε.
Dear passengers, we inform you that the lift that leads from the perpetrators’ identification to the victims’ vindication is out of order. Passengers with an uneasy conscience are kindly requested to disembark. Thank you.
*
ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΦΛΟΓΑΣ
Φοράς τη στολή σου. Είσαι αποφασισμένος. Προχωράς με βήμα σταθερό και ψύχραιμο. Τα έχεις οργανώσει όλα τέλεια. Λούζεσαι με εύφλεκτο υγρό. «Λευτεριά στην Παλαιστίνη» η τελευταία σου κραυγή, καθώς καίγεσαι ζωντανός. Κι όμως, αυτοί, σε σημαδεύουν με τα όπλα! «Στο μυαλό είναι ο στόχος». Μας είχε προειδοποιήσει η μακαρίτισσα η Γώγου. Το απανθρακωμένο σου κορμί σπονδή στα παιδιά της Ράφα. Σμηνίας Aaron Bushnell «πάντα παρών»!
Μη με διαβάζετε Αν χρειάζεστε ατμόσφαιρα Αν αυτό που λείπει από τη ζωή σας Είναι η υποβλητική μουσικότητα Αν περιμένετε να περιγράψω το φεγγάρι Μετά το βιασμό Αν αισθάνεστε το χρέος σας βαρύ Στους ρυθμιστές του γούστου Μη με διαβάζετε αν ψάχνετε την καύλα Στην παρήχηση Αν έχετε χρόνο για υπαρξιακό στοχασμό Αν νομίζετε βρισιά το μουνί Κι όχι μέρος του σώματος μου ή λαχτάρα Αν πάσχετε από ελιτισμό Αν δικαιούστε μόνο Μη με διαβάζετε Αν θέλετε φροντίδα Κι αν δεν προσφέρατε το αίμα σας ποτέ Έστω και σε φιάλη Αν μπαίνετε στο ποίημα Όπως πάτε στις κηδείες Για να δείτε αν κλαίνε
*
ΩΔΑΙ
Όταν σχολάσουμε θα με γλείψει Καθισμένη στο μπροστινό θρανίο Σφίγγω τα πόδια μου Προσπαθώ να συγκεντρωθώ στον Κάλβο
*Από τη συλλογή “Μακάρι να το είχα κάνει νωρίτερα”, εκδ. Θράκα.
Δε νευρίασα μόνο άφησα το άσπρο καλώδιο πάνω στα μπλε πλακάκια της κουζίνας μπλε μαρέν και μπλε πετρόλ Ίσως τώρα σταματήσεις να φεύγεις κολυμπώντας.
*
ΘΕΡΙΝΟ ΒΥΡΣΟΔΕΨΕΙΟ
Είμαι άθλιος στη μαγειρική αλλά όταν έβγαινες από τη θάλασσα βρεγμένη για αγκαλιές εγώ το βράδυ στην Αμοργό έστυβα το μαγιό σου να φτιάξω καραμέλα και το πρωί χάζευα εκείνη την καρτ-ποστάλ ρίχνοντας λίγη πάπρικα στον βράχο που φώναζες πως είχανε φανεί κάτι καβούρια.
*Από τη συλλογή “Τεφροδόχος σε ένα φεστιβάλ τέκνο”, εκδ. θράκα.
Αφέντρα, φλόγα αθέατη κρύο σπαθί, Εσύ, οργή σταθερή, Για να δώσουμε ένα τέλος σε όλα, Ώ, κόσμε στεγνωμένε, Ώ, κόσμε αφαιματωμένε, Για να δώσουμε ένα τέλος σε όλα, Καίει,ήσυχα, καίει δίχως φλόγες, σιωπηλά κι ορμητικά, Στάχτη και πέτρα ζωντανή, Έρημος δίχως αύρα. Καίει μέσα στον απέραντο ουρανό, πέτρες και σύννεφα, Χαμηλά το φως τυφλά πέφτει Πάνω στους άγονους λόφους. Καίει στη μοναξιά που μας διαλύει, Γη της φλεγόμενης πέτρας, Των παγωμένων ριζών που διψάνε. Καίει,κρυμμένο πάθος, Στάχτη που τρελαίνει, Καίει αόρατα, καίει Όπως η θάλασσα αδύναμη γεννά τα σύννεφα, Κύματα οργισμένα σε αφρισμένες πέτρες. Ανάμεσα στα κόκκαλά μου που παραληρούν καίει Καίει μέσα στον άδειο αέρα, Καμίνι αόρατο και άσπιλο Καίει όπως καίει ο χρόνος, Όπως βαδίζει ο χρόνος μέσα στον θάνατο, Με τα ίδια βήματα του την αναπνοή του Καίει όπως η μοναξιά που σε καταβροχθίζει, Καίει μέσα σε εσένα τον ίδιο, θέρμη χωρίς φλόγα, Μοναξιά χωρίς μετείκασμα, δίψα χωρίς χείλη Για να δώσουμε ένα τέλος σε όλα, Ώ, κόσμε στεγνωμένε, Για να δώσουμε ένα τέλος σε όλα.
σήμερα λίγο πριν φτάσω κοντοστάθηκα κάτω από το μπαλκόνι συνήθειο από πάντα για να βεβαιωθώ πως όταν έρχομαι με περιμένεις εσύ δεν είσαι εκεί πια, μα βλέπω αυτό το ζευγάρι πόδια να κρέμεται απ’ τον ουρανό που πιθανώς σου ανήκει στέκομαι να το φωτογραφίσω κι ακούω από απέναντι παιδιά ίσως μιλάνε για τον πάοκ ίσως όμως και ν’ απαγγέλουνε ποίηση σκέφτομαι την αγγελική ν’ απαγγέλει εγώ κληρονόμος πουλιών πρέπει έστω και με σπασμένα φτερά να πετάω παραφράζω σαχτούρη εγώ κληρονόμος δική σου με διαλυμένα γόνατα στο κέντρο του κόσμου συνεχίζω να έρχομαι Σπίτι
*
[κύκλια έπη]
στον προθάλαμο όταν την πλησίασαν οι άσπρες ποδιές είπαν: ο μπαμπάς ίσως μείνει τυφλός εκείνη δεν αντέδρασε άλλοι λεν στις συμπληγάδες την είδαν μετρώντας τα φτερά της ελαφρά να μειδιά πάνω από την οιχαλία κάποιοι διηγούνται πως την άκουσαν τα βράδια να μονολογεί κοιτώντας το ηλιόλουστο νερό πως σαν τον όμηρο, σε όλες τις εκδοχές του μύθου ο μπαμπάς ήταν πάντα τυφλός
*Από τη συλλογή “γνωρίζω αυτές που πλέκουν στη μέση της θάλασσας”, εκδόσεις θράκα, Ιούνιος 2023.
Καθώς ο φημισμένος ποιητής κλείνει την απαγγελία του με έναν χρωματισμένο στίχο αυτή φέρνει στην μνήμη της την αιτία που προκάλεσε τον πόλεμό της με έναν άλλον φημισμένο ποιητή για το ποιος είναι ο πιο σωστά χρωματισμένος στίχος.
Και εγώ ζηλεύω τους φημισμένους ποιητές που μπορούν να ζουν σε έναν κόσμο όπου οι πολύχρωμες λέξεις ισοδυναμούν με τη ζωή και το θάνατο.
Πέρασαν πολλά χρόνια, αφότου επέλεξα να ακολουθήσω ένα διαφορετικό αστερισμό, όπου ο χρωματισμός του αμνιακού υγρού με το ‘‘πράσινο του μηκωνίου’’1 ή ο χρωματισμός του μαστού με το ‘‘σαν το φλοιό του πορτοκαλιού’’ δέρμα2 είναι οι όροι που περιγράφουν το σακατιλίκι πέρα από κάθε μεταφορά, και όπου η κομμένη σάρκα μάς αποκαλύπτεται χρωματισμένη για να μας βοηθήσει να διαβάσουμε τα κείμενά της, με την τελεσίδικη επιλογή μας των πιο επακριβών λέξεων, όπως κάνουμε στο τέλος ενός αποτυχημένου ‘‘μπλε κωδικού’’3.
Σημειώσεις
”Πράσινο του μηκωνίου” (green meconium stain). Το μηκώνιο (ετυμολογία από την αρχαία λέξη μήκων) είναι ένα παχύρευστο πρασινωπό σκούρο υγρό που σχηματίζεται πριν από την γέννηση του νεογνού. Στην μήτρα το έμβρυο καταπίνει το αμνιακό υγρό το οποίο μετατρέπεται στα έντερα σε μηκώνιο. Όταν γεννιέται η πρώτη του κένωση είναι το μηκώνιο. Αλλά μερικές φορές το μηκώνιο παρουσιάζεται στο αμνιακό υγρό. Αυτό δηλώνει ο όρος ”χρωματισμός του αμνιακού υγρού με το πράσινο του μηκωνίου”. Το νεογνό αν αναπνεύσει το μηκώνιο την ώρα της γέννησης τότε υπάρχει η πιθανότητα πνευμονικής λοίμωξης και το νοσοκομειακό προσωπικό πρέπει να είναι σε επιφυλακή για την αντιμετώπισή της.
”Σαν το φλοιό του πορτοκαλιού” δέρμα (peu d’ orange) είναι γαλλικός ιατρικός όρος για έναν τύπο καρκίνου του μαστού. Με τον όρο ‘Σαν το φλοιό του πορτοκαλιού’ δέρμα περιγράφεται η ανατομική πορτοκαλί εμφάνιση του δέρματος του μαστού που οφείλεται σε οίδημα των υποδόριων λεμφαγγείων το οποίο είναι η αιτία αυτής της παθογνωμονικής ανατομικής εμφάνισης. Το παθολογικό tης υπόβαθρο είναι ο φλεγμονώδης τύπος του καρκίνου του μαστού.
Νοσοκομειακός Κωδικός στα Αμερικανικά νοσοκομεί για την Επείγουσα Καρδιοαναπνευστική Αναζωογόνηση (ΚΑΡΠΑ). Η αναγγελία από τον υπεύθυνο γιατρό του τέλους της ΚΑΡΠΑ δηλώνει το θάνατο του ασθενούς στον οποίο απέτυχε η ανάταξη.
*
ΑΚΟΥΓΟΝΤΑΣ ΤΟΥΣ ΠΕΘΑΜΕΝΟΥΣ ΑΣΘΕΝΕΙΣ
Αρέσκονται να μιλούν σαν να ’ναι ελεγκτές εναέριας κυκλοφορίας, ”Γωνίωσε τη βελόνα παρακέντησης κατά 20 μοίρες και πίεσέ την ελαφρά προς το κέντρο.” Αν και δεν τους απαντώ ”Ελήφθη” ή ”Ακολουθώ την οδηγία” αρκετά δυνατά για το ακούσουν οι ζωντανοί ασθενείς μου, αυτά είναι τα λόγια που ψιθυρίζω στους πεθαμένους. Μερικές φορές με κοροϊδεύουν για τα λάθη που έκανα – να περάσω μια πνευμονία για καρδιακή ανεπάρκεια, μια πάθηση του θυρεοειδούς για κατάθλιψη. Γκρινιάζουν για τις εργαστηριακές εξετάσεις που παρέλειψα να τους παραπέμψω, τις φόρμες των ασθενειών που ξέχασα να τις υπογράψω, όλα τα αναπάντητα τηλεφωνήματά τους. Οι φωνές τους είναι η τελευταία μουρμούρα που ακούω τη νύχτα όταν πέφτω στο κρεβάτι και η πρώτη όταν ξυπνάω την αυγή. Σπάνια, ακούγονται ευγενικές για να με επαινέσουν για τις ικανότητές μου ή να με επιτρέψουν να βρίσκω ευχαρίστηση στη δουλειά μου και αφού σαν ελεγκτές εναέριας κυκλοφορίας που είναι, ενώ γνωρίζουν ότι έχω φρακάρει και φέρνω κύκλους στον ουρανό μες την κυκλοφοριακή συμφόρηση, υπόσχονται να με καταρρίψουν αντί να με βοηθήσουν να προσγειωθώ ομαλά.
*
Η ΔΙΑΓΝΩΣΗ
Δεν είναι του τύπου μου να γράφω στα ποιήματά μου εκφράσεις όπως ”μώλωπας”, αλλά αυτό το πρωινό ένας τέτοιος εμφανίστηκε στο μέσα μέρος του μηρού μου σαν ένας ανεπιθύμητος επισκέπτης. Ένας υποχόνδριος θα έβλεπε αυτά τα σπασμένα αγγεία σαν ένα προμήνυμα θανάτου, αλλά εγώ διατηρώντας την ψυχραιμία μου, αποδέχομαι ότι ο θάνατός μου θα μπορούσε να με βρει μια φθινοπωρινή μέρα σαν τη σημερινή, όταν θα ’μαι ο μοναδικός γιατρός υπηρεσίας στο σπίτι. Η κλινική άσκηση μου δίδαξε την αποστασιοποίηση, τον έλεγχο του άγχους, και να γνωρίζω ότι θα καταλήξω στη διάγνωση εάν χαλαρώσω και εστιάσω, όπως όταν γίνομαι ένα με το Νοέμβρη καθώς μυρίζω τα φύλλα της βαλανιδιάς, βλέπω το κατακόκκινο φως του δειλινού και ακούω τις ριπές του ανέμου να σέρνονται πάνω στα εύθραυστα πόδια τους.
*Από τη συλλογή “Color war – Freud on my cough” (Ο πόλεμος των χρωμάτων – Ο Φρόυντ στο ντιβάνι μου). Επιμέλεια – Μετάφραση – Σημειώσεις: Μίλτος Αρβανιτάκης, Θεσσαλονίκη 2024.
Το πρώτο ποιητικό έργο του Μάνθου Λύκαμνου (κατά κόσμον Μάνθου Δέσκα, facebook: Manthos Lykamnos) με τίτλο «Τα ρέκβιεμ της κουρελοποιίας» από τις εκδόσεις «Libris X Machina» κρίνεται από τις αρχικές του αναγνώσεις ως ένα μανιφέστο για την τέχνη, ριζοσπαστικό και εκστατικό μαζί, που εξαπολύει λυσσαλέα επίθεση στον κομφορμισμό και σε κάθε ιερό και όσιο της πολιτικής ορθότητας.
Το πρώτο ποιητικό έργο του Μάνθου Λύκαμνου (κατά κόσμον Μάνθου Δέσκα, facebook: Manthos Lykamnos) με τίτλο «Τα ρέκβιεμ της κουρελοποιίας» από τις εκδόσεις «Libris X Machina» κρίνεται από τις αρχικές του αναγνώσεις ως ένα μανιφέστο για την τέχνη, ριζοσπαστικό και εκστατικό μαζί, που εξαπολύει λυσσαλέα επίθεση στον κομφορμισμό και σε κάθε ιερό και όσιο της πολιτικής ορθότητας. Είναι άμεσο, με γλώσσα οικεία, που καθιστά τον αναγνώστη συνομιλητή, συμμέτοχο, και όχι απλό «θεατή», μέσα από «δερματικούς» πόρους και δρόμους του ποιητικού σώματος εμφανείς και ανοιχτούς. Το έργο αυτό με την ταυτοχρόνως ποιητική αλλά και σαγηνευτικά cult και αργκό διάλεκτο του περιθωρίου, επιδέχεται πολλαπλές αναγνώσεις και ανανοηματοδοτήσεις.
Παρότι «ασπούδαστος και ξεροκέφαλα αυτοδίδακτος σε όλα τα πεδία δημιουργίας» όπως ο ίδιος χαρακτηριστικά αναφέρει στο βιογραφικό που παρατίθεται μέσα στο βιβλίο, ο Μάνθος Λύκαμνος δομεί και ελέγχει επαρκώς το έργο του μέσα από μία διαλεκτική σύνδεση μορφής και περιεχομένου, κατά τέτοιον τρόπο ώστε το πνεύμα να αναφλέγεται μέσα στο αντίθετό του, την υλικότητα. Έτσι η τέχνη του συμμετέχει στην πραγματική ροή της ιστορίας, και αυτό που κάποτε φάνταζε πραγματικό αποδημεί με την αυτοπερισυλλογή του δημιουργικού πνεύματος στη φαντασία και επιζεί σε αυτή συνειδητοποιώντας ότι δεν είναι πραγματικό. Η ιστορική τροχιά που ακολουθεί η τέχνη του είναι εκείνη της «εκπνευμάτισης» μέσω της υλικής νοηματοδότησης, σε μία πορεία κριτικής του μύθου, όσο και σε μία διαδικασία διάσωσής του. Έτσι ο Μάνθος Λύκαμνος χωρίς Πανεπιστημιακές σπουδές είναι ένας διανοητής σε εξέλιξη παρόλο που ο όρος και ο ρόλος είναι πέρα για πέρα μία ακόμα αστική επινόηση, και που ο ίδιος δεν θα τον έκανε ποτέ αποδεκτό, και με το δίκιο του φυσικά.
Ο τίτλος του ποιητικού του έργου παραπέμπει εμφανώς στην ταινία του Νίκου Νικολαΐδη «Τα κουρέλια τραγουδάνε ακόμα» (1979), μία ταινία που «διαβάζεται» σαν ένα κεφάλαιο από το μυθιστόρημα μιας γενιάς που κάτω από ιδιαίτερες πολιτικές πιέσεις καταδικάστηκε στη σιωπή γιατί αρνήθηκε να μαζικοποιηθεί, να καταναλώσει κουλτούρα, να περάσει από πολιτικά μονοπάτια, διεκδικώντας το δικαίωμα να διαφωνεί, να φαντάζεται και να ερωτεύεται[1].
Είναι η καταραμένη γενιά του ΄50, των περιθωριακών, των ροκ εν ρόλερς, των επαναστατών, στους οποίος ο Μάνθος Λύκαμνος κλείνει το μάτι και που φυσικά αφιερώνει από καρδιάς τα ποιήματά του. Ενδεικτικά αναφέρω τίτλους ποιημάτων της συλλογής «Μαύρα λάβαρα υπονόμων» και «Αντιπολιτισμικό». Στο γνωστικό οπλοστάσιο του Λύκαμνου βρίσκονται συστηματικές αναγνώσεις και μελέτες στα διάφορα πεδία τέχνης που μεταμοσχεύονται στο ποιητικό του έργο, στις εικαστικές του δημιουργίες, και σε μελοποιημένους (πάντα από τον ίδιο) στίχους του στις «ουτοπικές μπαλάντες» του. Σε όλους τους τομείς καλλιτεχνικής του δράσης, ο καμβάς γίνεται αρένα χωρίς πλαίσιο όπου λαμβάνει χώρα ένα συμβάν, μία τελετουργία με πολιτικά και ιστορικά χαρακτηριστικά. Έντγκαρ Άλλαν Πόε, Ουίλιαμ Μπλέικ, Φρίντριχ Νίτσε, Αλμπέρ Καμύ, Μαρκήσιος ντε Σαντ και Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι (ειδικά οι δαιμονισμένοι) λυσσομανάνε μέσα στα έργα του Λύκαμνου ως προπάτορες και ως ταραξίες συνείδησης. Ο παράνομος αντιφασίστας ποιητής και αναρχικός Renzo Novatore ως αλητήριος τω πνεύματι και συνεπαρμένος από την ξελογιάστρα γοητεία της ελευθερίας, που καίει την Εκκλησία της Παναγίας των Αγγέλων και που σκοτώνεται σε σύγκρουση με καραμπινιέρι, ο Max Stirner ως πρωτοπόρος στοχαστής στα πεδία του μηδενισμού και του αναρχικού ατομικισμού και ο «ένοπλος προφήτης» της προεπαναστατικής Ρωσίας Sergey Nechayev, παραμένουν στη φαρέτρα των ιδεολογικών αναφορών του Μάνθου Λύκαμνου και υπεισέρχονται υπογείως στα έργα τέχνης του κατά την ιερουργία της περάτωσής τους.
Πυριτιδαποθήκη η τέχνη ως πολιτική πράξη για τον Λύκαμνο, με ένα πλούσιο εικονοστάσι ηρώων-αντιηρώων (ως δίπολα άλλωστε ορίζονται μέσα στη δίνη των αντιθέσεών τους), ανάμεσα στους οποίους κυρίαρχη θέση κατέχει ο Άρης Βελουχιώτης. Στα χειρόγραφα κείμενα αφορισμών του Μάνθου Λύκαμνου[2] διαβάζουμε για τα στοιχεία που συγκροτούν την έννοια του ηρωικού πεσιμισμού, κάτι που συναντάμε ως όρο και στο έργο του Αλμπέρ Καμύ, αλλά και στους δαιμονισμένους του Ντοστογιέφσκι που σκιαγραφείται ένας από αυτούς: «Ο αντιήρωας με αφετηρία την άρνηση-αντίφαση ως αποτέλεσμα του παραλόγου ή της απάτης της απόλυτης αλήθειας, όποια και αν είναι αυτή, επιδίδεται στη μάχη αδιαφορώντας για την τελική της έκβαση. Δεν υψώνει το κεφάλι αλαζονικά παρά στέκεται στο τέλμα ατενίζοντας το ηφαίστειο. Ρουφάει τους κραδασμούς της σύγκρουσης και σαλτάρει μέσα της σαν στριμωγμένο τσακάλι μπρος στους διώκτες του, σαν ύστατη υπερβατική δράση. Η ιδέα της ήττας ή της συντριβής, ποτέ όμως της παραίτησης, μεγιστοποιεί το πάθος για αγώνα. Είτε έμπρακτα προς το όλον, είτε παθητικά στο εσωτερικό πεδίο, ξεκινώντας πάντα από αυτοακύρωση σαν διονυσιακή θυσία, πραγματοποιεί την έφοδο στον ουρανό και τη βουτιά στη λάβα, παραδομένος εκστατικά και απελπισμένα στην τραγική αναγκαιότητα της εξέγερσης».
Αυτή η «έφοδος στον ουρανό», ως χαρακτηριστικό γνώρισμα της Ρωσικής Πρωτοπορίας, του Πύργου της Διεθνούς του αρχιτέκτονα και ζωγράφου του κινήματος του Κονστρουκτιβισμού Βλαντιμίρ Τάτλιν, προσδίδει στην τέχνη μία συνιστώσα προβολής και άμεσης αντανάκλασης γνωρισμάτων της εποχής της, καθώς και των ειδικών ιστορικών συνθηκών που την πλαισιώνουν. Έτσι ο καλλιτέχνης και το έργο του εντάσσονται μέσα στο κοινωνικό process και στα σπλάχνα τους αυτομάτως πάλλονται σαν σφυγμικό κύμα αιματικής ροής οι παραγωγικές σχέσεις και οι παραγωγικές δυνάμεις.
Ο Μάνθος Λύκαμνος παράγει ένα έργο με ανεπτυγμένα ταξικά χαρακτηριστικά που αντιστέκεται σε μικροαστικές ερμηνείες και παρανοήσεις, και μέσα από την αυθυπαρξία του και τη σοκαριστική πρωτοτυπία του γίνεται φορέας μιας ατομικής και ταυτόχρονα συλλογικής αλήθειας. Κάθε ψευδεπίγραφη και εξ΄ αποστάσεως κριτική προσκρούει πάνω στο σκληρό και επικριτικό περίβλημα του έργου του και μοιραία τσακίζεται αδυνατώντας να διεισδύσει στα βαθύτερα στρώματά του. Γνωρίζοντας καλά τις πρωτοπορίες στην τέχνη, γίνεται ο ίδιος, με μία παράδοξη ανεπιτήδευτη αντιστροφή, πρωτοπόρος, κάνοντας πρόζα, αυτοσχεδιάζοντας ναρκισσιστικά μπροστά σε ένα κοινό κλειδαρότρυπας, και από την ψευδαίσθηση περνά στο γεγονός και την κοινωνική δράση.
Μέσα από την οπτική μιας μπρεχτικού τύπου μιμητικής και χειρονομιακής έκφρασης, ομοιάζει με εκείνον τον θεατή-εργάτη που δεν μένει παρατηρητής, αλλά ξεπετάγεται από το πλήθος στο βάθος του θεάτρου, και γίνεται πρωταγωνιστής στο έργο που εξελίσσεται μπροστά στα μάτια όλων, και μετασχηματίζεται ο ίδιος, και οι γύρω του, σε νέα πρωτοπορία εργατών. Το αποφασιστικό βήμα, ταυτόσημο της ταξικής συνείδησης, είναι ένα process αυτομόρφωσης και ατομικής αφύπνισης. Είναι και μία εσωτερική δύναμη Σαντική (ή Σαδική), μαζί και διονυσιακή. Μία κραυγή της εποχής του που εκκολάπτεται μέσα του και εξέρχεται πολλαπλάσια σε μέγεθος. Ο τροτσκιστής και σουρεαλιστής ποιητής Νικόλας Κάλας, άλλωστε, το βροντοφώναζε: «Να είμαστε Σαδιστές σύντροφοι…». Στα προλεγόμενα ενός τρίτου μανιφέστου για τον σουρεαλισμό ο Αντρέ Μπρετόν είχε κατατάξει τον σπουδαίο Κάλας στα πιο φωτεινά και τολμηρά μυαλά της εποχής.
Οι ήρωες-αντιήρωες είναι από τα αρχέτυπα του Μάνθου Λύκαμνου, που άλλοτε τα αντλεί από τη δεξαμενή του συλλογικού υποσυνειδήτου, άλλοτε τα δομεί ο ίδιος φαντασιακά τοποθετώντας τα και διατάσσοντάς τα στο έργο του, σαν μοτίβα που επαναλαμβάνονται σταθερά. Κάποιες φορές τα αρχέτυπα αυτά των ηρώων-αντιηρώων τα παίρνει έτοιμα, δηλαδή τα «κλέβει» -ο Πικάσο το θεωρούσε μεγάλο προσόν αυτό- μέσα από τα κλασικά κόμικς δημιουργώντας «κολλάζ», υβρίδια σκέψης από ετερόκλητα μεταξύ τους στοιχεία που γονιμοποιούνται με ευφυή τρόπο, πρώτα στο μυαλό του, και έπειτα πραγματώνονται στα έργα. Οι αντιήρωες των γουέστερν, «Ο ατρόμητος» (Daredevil) graphic novel του Frank Miller, όπου ο Άνδρας χωρίς φόβο έχει καθαρά ταξική προέλευση, και τέλος το κόμικς της Marvel «Ηλέκτρα», ορίζουν ένα πεδίο έντονης εικονοπλασίας στον Λύκαμνο, που περνά βασανιστικά, φροϋδικά, ταξικά, σαδιστικά, τόσο στα ποιήματα, όσο και στην εικαστική δημιουργία δηλαδή τη ζωγραφική, αλλά και στα τραγούδια του. Αν και κατά βάση σουρεαλιστής σε όλες τις καλλιτεχνικές του εκφάνσεις, και στη ζωή, τα ακούσματα αντάρτικων τραγουδιών φαίνεται να έχουν ορίσει ψυχαναλυτικά έναν εξπρεσιονιστικό χώρο έκφρασης, ένα μαύρο, γκόθικ τοπίο, μέσα από το οποίο αναδύονται διαρκώς γκροτέσκο φιγούρες[3] ανδρικές και γυναικείες (αλλά και ερμαφρόδιτοι ήρωες και θεοί), μαζί με αυτές και ο ποιητής Μαγιακόφσκι μεταμορφωμένος σε σύγχρονη πανκ φιγούρα. Το αντάρτικο τραγούδι «Επέσατε θύματα αδέρφια εσείς…» ανοίγει και αυτό έναν μεγάλο ψυχαναλυτικό δρόμο μουσικής εικονοποιίας.
Μέσα από το ατομικό και συλλογικό τραύμα που διαχέεται στη μετεμφυλιακή γενιά αντιφρονούντων μελλοθάνατων κομμουνιστών (υπάρχουν τέτοια τραυματισμένα πρόσωπα στην οικογένειά του), και σε τέτοιες καταστάσεις ψυχικής έντασης αναδύονται από τη μεγάλη δεξαμενή του συλλογικού υποσυνειδήτου υπερατομικές ψυχικές μορφές αρχετύπων που βασανίζουν αλλά ταυτόχρονα ανδρώνουν το ποιητικό υποκείμενο, στο εσωτερικό του οποίου αλυχτά το πραγματικό επαναστατικό υποκείμενο της τέχνης. Μπορεί να φανταστεί κανείς μία δομή σαν τις ρωσικές κούκλες που η μία βρίσκεται μέσα στην άλλη. Ο ηρωικός πεσιμισμός αναφέρθηκε παραπάνω. Το ανδρικό ιδεώδες (πατρική φιγούρα) ως δύναμη και ως φαλλική έκφραση και το θηλυκό (μητρικό) αρχέτυπο[4] με έμφαση στη φαντασία, τη φαντασμαγορία, τη μαγεία και τον εσωτερισμό, δυναμιτίζουν ως μοτίβα, ως σταθερές τους πίνακές του αλλά και την ποιητική γλώσσα και εικονοποιία, όσο και τα μουσικά του οράματα. Ο σαμανισμός και ο μυστικισμός ορίζουν ένα πεδίο που ομοιάζει με μαγεία και μεταφυσική, που όμως γρήγορα μετασχηματίζεται μέσω ψυχικής ανάφλεξης στην υλικότητα των έργων του.
Ένας αναρχοσαμανισμός με έντονα στοιχεία διονυσιασμού και τελετών έκστασης ορίζουν ένα πολιτικό πλαίσιο απόλυτης αναίρεσης, θα μπορούσε να πει κανείς ολομέτωπης επίθεσης και καταστροφής του μεταβιομηχανικού σύγχρονου πολιτισμού που υπόταξε αυταρχικά το φυσικό περιβάλλον και εξημέρωσε τα ζώα, ευνουχίζοντας για πάντα τον ίδιο τον άνθρωπο. Οι γυναίκες πρωταγωνιστούν με τα όπλα τους στο να σκοτώσουν το τέρας του σύγχρονου πολιτισμού, έτσι τις αποτυπώνει ο Λύκαμνος (τόσο ποιητικά όσο και εικαστικά) σε μία προοπτική μιας μητριαρχικής νέας κοινωνίας. Έτσι όλα τα ποιήματά του είναι καταγγελτικά. Έχουν τη μορφή αφορισμών ή μανιφέστων που διαρκώς επαναδιατυπώνονται, θαρρείς πως ξαναγράφονται σε ένα ρευστό περιβάλλον εσωτερικού ψυχικού κόσμου και εξωτερικού άρρωστου και εχθρικού αστικού ή ημιαστικού τοπίου.
Η τέχνη του Μάνθου Λύκαμνου είναι σαμποτάζ στον πολιτισμό και στον μηχανισμό που τον γεννά. Οι άγριες γυναικείες, γκροτέσκο φιγούρες, είναι αντάρτισσες σαμάνες με τριχωτό αιδοίο (αναφορά στη μητέρα-μήτρα), ίσως γιατί μέσω μιας επιστροφής στην μητριαρχική δομή που περιλαμβάνει έστω τη νοητή εκδικητική πατροκτονία, το πρόταγμα του δημιουργού παραπέμπει στο θεωρητικό ουτοπικό πεδίο μιας «Μετα-αναρχίας». Έκσταση και ιερός πόθος, δύναμη και ηρωική ήττα, είναι τα δίπολα που συστρέφονται εμμονικά γύρω από τον άξονά τους και που τα συναντάμε συχνά στα ποιήματα και στους πίνακές του. Αλλά και όλη την underground κουλτούρα, δηλαδή την αντικουλτούρα και την τέχνη του περιθωρίου. Beat generation, punk, hippies, dark wave, gothic, έως την Art Brut δηλαδή την τέχνη του περιθωρίου ή αλλιώς «ωμή τέχνη» που αφορούσε τα έργα των εγκλείστων σε ψυχιατρικά ιδρύματα.
Ο Μάνθος Λύκαμνος έχει τη δική του γλώσσα στην τέχνη που μέσα της κρύβεται ένα είδος χαμένης αλήθειας. Ανυψώνει μέσω των έργων του μία άλλη γλώσσα, παραληρηματική, ξένη ως προς την περιρρέουσα ασφυκτική ορθολογική πραγματικότητα, αυτή που σχηματικά ονομάζεται γλώσσα των «τρελών». Η «τρέλα» όμως είναι μία μόνιμη επανάσταση στη ζωή ενός ατόμου. Είναι ένα «καθεστώς» απελευθερωτικής δύναμης. Μία αποσύνθεση του εαυτού με τη σιωπηρή υπόσχεση της επιστροφής σε έναν περισσότερο «πραγματοποιημένο» κόσμο. Η γλώσσα στον Λύκαμνο χρησιμοποιείται με τέτοιον τρόπο ώστε να υπονομεύεται η γλώσσα της κανονικής συνείδησης που είναι ανοργασμική. Η οργασμική όμως γλώσσα των ποιημάτων του, αλλά και ολόκληρης της ενοποιημένης δημιουργίας του, αδρανοποιεί και καταστρέφει τη θεσμική και κομφορμιστική γλώσσα του συστήματος μέσω της οποίας αναπαράγονται όλες οι αντεπαναστατικές, οι μικροαστικές, οι αντικαλλιτεχνικές εκφράσεις και αντιλήψεις, και οι διαμορφωμένες ψευδοσυνειδήσεις. Στο σημείο αυτό εναρμονιζόμαστε με τις απόψεις του ψυχιάτρου και θεωρητικού του αντιψυχιατρικού κινήματος David Cooper στο γνωστό κείμενό του «Η πολιτική του οργασμού»[5].
Συγκεφαλαιώνοντας, ένα έργο τέχνης ερμηνεύεται μέχρι ενός σημείου. Από εκεί και πέρα το ίδιο αντιστέκεται σθεναρά στην ερμηνεία του. Ο Theodor Adorno στο βιβλίο του «Αισθητική Θεωρία» επισημαίνει πως όλα τα έργα τέχνης, η τέχνη στο σύνολό της, είναι αινίγματα. Αυτό εξόργιζε ανέκαθεν τη θεωρία της τέχνης[6]. Η δήλωση ότι τα έργα τέχνης λένε κάτι και την ίδια στιγμή το κρύβουν, περιγράφει τον αινιγματικό χαρακτήρα με γλωσσικούς όρους. Ο αινιγματικός χαρακτήρας κοροϊδεύει σαν γελωτοποιός[7]. Όταν βρίσκεται κανείς μέσα στα έργα και τα παρακολουθεί συναισθανόμενος τη γένεσή τους, ο αινιγματικός χαρακτήρα παύει να είναι ορατός. Μόλις βγει από αυτά, σπάζοντας τη σύμβαση με το εγγενές πλαίσιό τους, η αινιγματικότητα επιστρέφει σαν φάντασμα[8].
Με το κωμικό στοιχείο τύπου γελωτοποιού, συνεχίζει ο Adorno, η τέχνη διατηρεί την παρήγορη ανάμνηση της προϊστορίας της στο απώτατο ζωικό παρελθόν. Ανθρωποειδείς πίθηκοι δίνουν κοινές παραστάσεις στον ζωολογικό κήπο, που μοιάζουν με τις πράξεις των γελωτοποιών. Η σύμπνοια των παιδιών με τους γελωτοποιούς είναι μία συμφωνία με την τέχνη που οι μεγάλοι τούς την κόβουν σαν να ήταν κακή συνήθεια όπως και εκείνη με τα ζώα. Η γλώσσα των μικρών παιδιών και των ζώων φαίνεται να είναι κοινή. Η ομοιότητα του γελωτοποιού με τα ζώα φέρνει αμέσως στον νου την ομοιότητα των πιθήκων με τους ανθρώπους. Ο αστερισμός ζώο-τρελός-γελωτοποιός είναι ένα από τα βασικά στρώματα της τέχνης. Αυτός ο αστερισμός της χαρμολύπης, αυτή η ανεστραμμένη διαλεκτική -χεγκελιανή- ανάλυση του Adorno φαίνεται διαρκώς να επιστρέφει μέσω του παιδιού και του προγονικού πιθήκου στα «ρέκβιεμ της κουρελοποιίας». Η «Αισθητική Θεωρία» του Adorno αναδεικνύει και κάτι ακόμα αν την «χρησιμοποιήσουμε» σαν μεθοδολογικό εργαλείο ανάλυσης στο ποιητικό και εικαστικό έργο του Λύκαμνου. Τον ένοχο φετιχισμό κάθε αληθινού έργου τέχνης, κάτι που καθορίζει την πραγμάτωση και την εξέλιξη των έργων του Μάνθου Λύκαμνου. Τα φετίχ παίζουν καθοριστικό, πρωταγωνιστικό για την ακρίβεια ρόλο, μαζί με τα αρχέτυπά του. Με τον ένοχο φετιχισμό τους τα έργα τέχνης δεν είναι τελειωμένα, όπως άλλωστε καμία ενοχή δεν εξουδετερώνει αυτό που ενέχεται, αφού στην οικουμενικά διαμεσολαβημένη κοινωνία τίποτα δεν μένει έξω από το πλέγμα ενοχής της. Όμως ο φετιχιστικός χαρακτήρας των έργων τέχνης είναι προϋπόθεση του περιεχομένου αλήθειας, το οποίο συνιστά και την κοινωνική τους αλήθεια[9].
Η δύναμη της έκφρασης, η εσωτερική διάταξη και δομή, το αίνιγμα και η μαγεία που δεν καταμαρτυρείται, αλλά και ο φετιχισμός, γίνονται η ασυμβίβαστη γλώσσα του Λύκαμνου, που κοντράρει τον επιβεβλημένο ρεαλισμό. Είναι η ίδια γλώσσα που μετατρέπει την οξύτητα της κοινωνικής διαμαρτυρίας σε παρέμβαση καθορισμένης άρνησης, σε πατροκτονία, σε πολιτική και επαναστατική πράξη. Με αυτή την κοφτερή γλώσσα στο «σιδερένιο άτι στην κόψη του χρόνου», πίνακας που συγγενεύει αρκετά στα χρώματα και στα γιουνγκιανά αρχέτυπα με ένα μη αναπαραστατικό έργο του εκπροσώπου του αφηρημένου αμερικάνικου εξπρεσιονισμού Jackson Pollock «The Moon Woman Cuts the Circle», αλλά και στον πίνακα «Νυχτερινές ονειρώξεις του τυράννου», ο Μάνθος Λύκαμνος -κατά κόσμον Μάνθος Δέσκας- γελοιοποιεί και αποδομεί τον φασισμό. Από την άλλη πραγματώνει, με εικαστικούς και ποιητικούς όρους, τη δική του έφοδο στον ουρανό.
Σέρνει με λίγα λόγια, μόνος του, τον Πολιορκητικό Κριό της Τέχνης στον δρόμο, μαζί με άλλα άρματα μάχης, και κάνει ένα κοινωνικό και πολιτικό κάλεσμα. Μία σύζευξη μοντερνισμού και μεταμοντερνισμού, με έναν επαναστατικό σουρεαλιστικό αυτοματισμό και βίαιες ανορθόδοξες αναδύσεις από το συλλογικό υποσυνείδητο, μπροστά στη θύρα του ορθολογισμού που τρίζει, στα τείχη του αδηφάγου πολιτισμού που είναι έτοιμα να καταρρεύσουν. Εκεί και εμείς σύντροφοι, παρόντες και υποκινητές της ανταρσίας, μάρτυρες στο θέαμα, όταν θα γκρεμίζονται τα τείχη των φυλακών από τη βροντερή γλώσσα των τρελών και των φυλακισμένων.
Βιβλιογραφικές παραπομπές, σημειώσεις:
[1] Σχόλιο του σκηνοθέτη και συγγραφέα Νίκου Νικολαΐδη για την ταινία του «Τα κουρέλια τραγουδάνε ακόμα» (1979) στην επίσημη ιστοσελίδα του: https://nikosnikolaidis.com
[2] Από τα χειρόγραφα κείμενα «Μανιφέστα για την Τέχνη» του Μάνθου Λύκαμνου.
[3] Η «Γκροτέσκα προλετάρια» είναι ποίημα (σελ.40) της ποιητικής συλλογής «Τα ρέκβιεμ της κουρελοποιίας» του Μάνθου Λύκαμνου, των εκδόσεων «Libris X Machina», Φλεβάρης 2022.
[4] Μάνθος Λύκαμνος, αναφορά στα «αρχέτυπα», από τις χειρόγραφες σημειώσεις του για την Τέχνη.
[5] Απόσπασμα από το εκτενές κείμενο του ψυχιάτρου David Cooper, που δημοσιεύθηκε στο 4ο τεύχος του περιοδικού «Ανοιχτή Πόλη», το καλοκαίρι του 1981.
[6] Theodor W. Adorno «Αισθητική Θεωρία», μετάφραση, σημειώσεις: Λευτέρης Αναγνώστου, εκδόσεις «Αλεξάνδρεια», Νοέμβριος 2000.
[7] Theodor W. Adorno «Αισθητική Θεωρία», σελ.207, «Αινιγματικός χαρακτήρας, περιεχόμενο αλήθειας».
[8] «Το μιμητικό και το βλακώδες» από την «Αισθητική Θεωρία» του Theodor W. Adorno, σελ. 205-209.
[9] «Ο διπλός χαρακτήρας της τέχνης: κοινωνικό γεγονός και αυτονομία. Ο φετιχιστικός χαρακτήρας της τέχνης», σελ. 381-386, από την «Αισθητική Θεωρία» του Theodor W. Adorno.
*Ο Σπύρος Γ. Μπρίκος είναι ιατρός και ασκών την πολεμική της γραφής – Υπ. Διδάκτορας της Σχολής Καλών Τεχνών του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων (Τμήμα Εικαστικών Τεχνών & Επιστημών της Τέχνης).