Jorge Palma, Brands / Μάρκες

You should bend your knees
facing desolation.
Don’t your bones ache
at the sunrise?
They still haven’t put markings on
in your skin,
but in the borders
of the illusion
the dogs are already howling
from your house.
There is no heaven possible
before size decision.

Μάρκες

Πρέπει να λυγίζεις τα γόνατά σου
μπροστά στην ερημιά.
Δεν πονάνε τα κόκκαλά σου
στην ανατολή του ήλιου;
Ακόμα δεν έχουν βάλει σημάδια
στο δέρμα σου,
αλλά στα σύνορα
της ψευδαίσθησης
τα σκυλιά ήδη ουρλιάζουν
από το σπίτι σου.
Δεν υπάρχει κανένας παράδεισος
πριν από την απόφαση για το μέγεθος.

*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Γιώργος Κοζίας, Hotel de la Gloria

Ελάτε… Δεν είναι μακριά!
Ελάτε πιο γυμνοί στο Τίποτε
με την ομορφιά
ελάτε, νύμφες και νυμφίοι
από την ξεχασμένη Ταρούσα
όρθιοι σαν λεύκες, σαν αέρινες σημύδες

Τα λάγνα μάτια, τα χάδια
τα ερωτικά καλέσματα
της ηδονής τα ανεξίτηλα σημάδια
Ελάτε σ’ αυτό το ταπεινό ξενοδοχείο
έξω από τα πέτρινα τείχη

«GLORIA, μακρινή και μόνη»
στην πρόσοψη θα γράφει

Ελάτε περήφανα τα φύλα
μισό αγόρι, μισό κορίτσι της αγάπης
κι η Φύση αν γελάσει
μην ρωτήσετε την καμαριέρα
Σιωπή: Τι θα πει HOTEL Νεκρών;
Κανείς δεν θα απαντήσει

Σφιχτά αγκαλιαστείτε στο βραδινό κενό
Ελάτε πιο κοντά στο Τρυφερόν και φιληθείτε.

*Από τη συλλογή “Εξάγγελος”, Εκδόσεις Περισπωμένη, 2021.

June Jordan (1936-2002), These poems / Αυτά τα ποιήματα

These poems
they are things to do
in the dark
reaching for you
and
are you ready?

These poems
they are stones in the water
running away

These skeletal lines
they are desperate arms for my longing and love.

I am a stranger
learning to worship the strangers
around me

whoever you are
whoever I may become

Αυτά τα ποιήματα
είναι πράγματα που πρέπει να γίνουν
στο σκοτάδι
να σε πλησιάζω
και
είσαι έτοιμος;

Αυτά τα ποιήματα
είναι πέτρες στο νερό.
…που τρέχουν μακριά…

Αυτές οι σκελετικές γραμμές
είναι απελπισμένα χέρια για τη λαχτάρα και την αγάπη μου.

Είμαι μια ξένη
μαθαίνω να λατρεύω τους ξένους
γύρω μου

όποιος κι αν είσαι
όποια κι αν γίνω

*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Κατερίνα Φλωρά, Για όσους μας κράτησαν 

Σαν σε καράβι η ελπίδα προφταίνει
τις σκέψεις που αφρίζουν
στης πρύμνης το τελείωμα.

Ο,τι μας κράτησε στου κύματος το χάδι,
ας θυμόμαστε όταν ο μαύρος βυθός μας έλκει κοντά του.

Κάποτε μας ξεχώρισαν απ’ το απρόσωπο πλήθος, άδραξαν τη μοναδικότητά μας, ναι, τότε που αισθανθήκαμε για μια στιγμή σπουδαίοι. Αίσθηση ανάδειξης του μικρού μας εαυτού σε ένα συγχωνευμένο μαζί.

Κατερίνα Κατσίρη, Σε κάθε πόρτα του εαυτού


Πίνακας: Φιλιππίνα Λιβιτσάνου

Σε κάθε πόρτα του εαυτού, εφτά συνειδήσεις
στηρίζουν τα βαριά δοκάρια
Μπορεί και μια στιγμιαία αίσθηση αιωνιότητας
ανάμεσα των συνειδήσεων
για τον αέρα της ψυχής
Εκείνος ο αέρας είναι της φωτιάς
Που οσμίζεται η άγονη πέτρα σου και εκρήγνυται
στον πιο ακμαίο λυρισμό

Mosab Abu Toha, Δύο ποιήματα

Πράγματα που ίσως βρείτε κρυμμένα μέσα στο αυτί μου

Για την Alicia M. Quesnel, γιατρό

I
Όταν ανοίξετε το αυτί μου, αγγίξτε το
απαλά.
Kάπου εκεί μέσα βρίσκεται η φωνή της μάνας μου.
Η φωνή της είναι η ηχώ που με βοηθά να ξαναβρώ την ισορροπία μου
όταν ζαλίζομαι κάθε φορά που προσηλώνομαι σε κάτι.
Μπορεί να συναντήσετε τραγούδια στα αραβικά,
ποιήματα στα αγγλικά που απαγγέλλω στον εαυτό μου
ή έναν ύμνο που ψέλνω στα πουλιά που κελαηδάνε στην αυλή μας.
Όταν ράψετε την τομή, μην ξεχάσετε να τα ξαναβάλετε όλα αυτά μέσα στ’ αυτί μου.
Βάλτε τα με τη σειρά, όπως θα βάζατε στο ράφι τα βιβλία σας.

II
Από τo βουητό του ντρόουν,
από τον βρυχηθμό ενός F-16,
απ’ τις στριγκλιές των βομβών που πέφτουνε σε σπίτια,
σε χωράφια και σε σώματα,
των ρουκετών που πετούν μακριά ‒
καθαρίστε τον μικρό ακουστικό μου πόρο απ’ όλα αυτά.
Ψεκάστε την τομή με το άρωμα που αναδίδουν τα χαμόγελά σας.
Κάντε μου ενδοφλέβια ένεση το τραγούδι της ζωής, για να με ξυπνήσετε.
Χτυπήστε απαλά το τύμπανο για να χορέψει ο νους μου μαζί με τον δικό σας νου,
γιατρέ μου, μέρα νύχτα.

*

Ο παππούς μου και η πατρίδα

Ι
ο παππούς μου μετρούσε με τα δάχτυλά του πόσες μέρες έμειναν για την επιστροφή
έπειτα μετρούσε με πετρούλες
δεν έφταναν
έβαλε και σύννεφα πουλιά ανθρώπους
η απουσία αποδείχτηκε υπερβολικά μακροχρόνια
τριάντα έξι χρόνια ώσπου πέθανε
για μας τώρα είναι πάνω από εβδομήντα χρόνια
ο παππούς μου έχασε τη μνήμη του
ξέχασε αριθμούς ανθρώπους
ξέχασε την πατρίδα του.

II
μακάρι να ήμουν μαζί σου παππού
θα είχα μάθει να σου γράφω
ποιήματα τόμους ολόκληρους με ποιήματα και να σου ζωγραφίζω την πατρίδα μας
θα σου ‘ραβα ένα ρούχο από χώμα
στολισμένο με φυτά
και δέντρα που τα φύτεψες εσύ
θα σου ‘φτιαχνα
άρωμα από τα πορτοκάλια
και σαπούνι από τα δάκρυα χαράς του ουρανού
τι πιο αγνό

III
πηγαίνω στο νεκροταφείο κάθε μέρα
ψάχνω τον τάφο σου αλλά μάταια
σίγουρα σ’ έθαψαν
ή μήπως μεταμορφώθηκες σε δέντρο
ή μήπως πέταξες μ’ ένα πουλί στο πουθενά

IV
βάζω τη φωτογραφία σου σε πήλινη γλάστρα
την ποτίζω κάθε δειλινό Δευτέρας και Πέμπτης
μου είπαν ότι νήστευες αυτές τις μέρες
στο ραμαζάνι την ποτίζω κάθε μέρα
για τριάντα μέρες
λιγότερες ίσως ή και περισσότερες.

V
πόσο μεγάλη θέλεις να είναι η πατρίδα μας
μπορώ να γράφω ποιήματα μέχρι να νιώσεις ευχαριστημένος
αν θες μπορώ να προσαρτήσω και κάνα δυο γειτονικούς πλανήτες
VI
γι’ αυτή την πατρίδα δεν θα ζωγραφίσω όρια
ούτε σημεία στίξης

*Μετάφραση: Τζένη Καραβίτη

Λεωνίδας Καζάσης, Δυο ποιήματα

Στα κακοτράχαλα, στα σφαλιστά παράθυρα, στα σώματα
τα αθώπευτα υπήρξαν νίκες μου που δεν αντίκρυσα ποτέ;
Λέανδρε, πόσες νύχτες επάνω στις επιστολές μου
αποκοιμήθηκες;
Κι εσύ Αντιγόνη, πόσες φορές ανένηψες,
την καλημέρα μου γυρεύοντας;
Στα μισά του δρόμου έφθασα με τοπία μολυσμένα και
ανθρώπους που δοξάζουν τον χρηματιστή, τον πρωτοσύγκελο, τον φρούραρχο.
Καθήκον ιερό οι αξίες να αναπαραχθούν!
Τα ιδανικά να λάμψουν!
Ηθικόν ακμαιότατον! Επ’ ώμου…άρμ!
Οι αντιρρησίες θα συντρίβονται.
Τα χέρια των δημίων μου θα τα έχουν οπλίσει
ο Σάββας ο φιλόλογος, ο Διονύσης ο μουσουργός, ο Θόδωρος ο μαθηματικός, ο Σπύρος ο γυμναστής, ο Πέτρος ο γιατρός,
ο Κώστας ο μηχανικός, ο κυρ Ανδρέας ο υδραυλικός,
ο Βασίλης ο γεωργός, ο Βύρων ο ηθοποιός,
οι μητέρες οι στοργικές.

*

Η ήβη βρυκολάκιασε,
με σίδερα αιχμηρά τα ρουθούνια της κάρφωσε,
τον αφαλό, τον σβέρκο, τα χείλη της, τα φρύδια!
Μουτζούρες χάραξε στο στέρνο της, στην ωμοπλάτη,
στους μηρούς της,
και περιφέρεται τον έρωτα ξορκίζοντας.
Χαρτιά πιστοποιούν τις σπουδές διαστροφής
στα σπίτια, στις εκκλησίες, στα σχολειά
που την ζωή απαξιώνουν!
Αποφοιτήσαντες ευνούχοι, τα εγκλήματα του παρελθόντος
δοξάζουν!
Δεκαέξι ώρες την ημέρα ανάκριση
για μισό κομμάτι ψωμί βρώμικο.
Η ελπίδα κακοποιημένη ψυχορραγεί στα στρατόπεδα
συγκέντρωσης.
Τα ινδάλματά μου στο απόσπασμα˙
ολιγάρκεια, σκόλη, γυναίκες εύκολες – αγχίνοια!!!
Γυναίκες εύκολες, γυναίκες εύκολες!

Νίκος Κωσταγιόλας, Σύντομος οδηγός για τα δέντρα

Κοιτάς έξω τα δέντρα απ’ το παράθυρο
με βούληση πνευστή πώς καμπυλώνουν
ερχόμενη από πολύ μακριά
όπως κι εσένα άνεμος μια μέρα
δριμύς κι αρπακτικός σα θάνατος
με μια του κόσμου θα σε συντονίσει
καταγωγή σπλαχναία κι ανεκρίζωτη
εκεί που ανακυκλώνονται τα χρόνια
κι ό,τι φθαρτό, ταπεινωμένο αναπτερώνεται
και βρίσκει την επίποθη γαλήνη
στις χώρες που από δύση δεν εννοούν

Στιγμές-στιγμές τα δέντρα ευδοκιμούν
σμίγουν κλαδιά, απλώνονται, θρασεύουν
μια φυσική ταλάντευση στο φως
ή μια δίχως φραγμούς ανάρρηση
με προσδοκία που τηρούν μοναδική
το πότε τ’ ουρανού θα διαπεράσουνε
τον θόλο τον ειδάλλως απαράκαμπτο
την άλλη των ονείρων επικοίζοντας
πλευρά με τον αδιάλλειπτό τους μόχθο
ή διηγούνται μνήμες των πουλιών
αυτές που τους τραγούδησαν και τις θυμούνται
μα και των τρωκτικών που κάποτε τα οικήσανε
ή ροκανίσανε βουλημικά
τα δένδρινά τους σπλάχνα εκεί λαξεύοντας
ζωή δικιά τους, μετερίζια·
δίχως νά ’χουνε
ποτέ προαίρεση κακή τα συγχωρούν
τις ιστορίες τους προσεταιρίζονται
κι απ’ το καλούπι αυτό τα ξαναπλάθουν
–τον κάθε φωνακλά κοκκινολαίμη
τον κάθε χασομέρη σκίουρο—
απ’ την αρχή τα ξαναπλάθουν σαν εκλείψουνε
οι πάντα πρόσκαιροι προκάτοχοί τους
τον κύκλο της ζωής και διακονούν
– μιαν αναχώρηση που μοιάζει επιστροφή

Άλλες φορές πάλι τα δέντρα συμμαζεύονται
γλιστρούν μαζί σε συστοιχίες και δεν τα νοιάζει
ποιο είναι ν’ απλώσει κλώνους πιο πολλούς
ποιου θα πυκνώσει πιο πολύ το φύλλωμα
ποιο θα ντυθεί καλύτερα την πάχνη·
κλίνουν ανέφελα τη γη, τον ουρανό
κι ετούτη η πλησμονή αρκεί για όλα.
Τους φανερώνει ο άνεμος από νωρίς
—η άχνα του στα φύλλα τους, το θρόισμα—
του τέλους τους την ακριβή στιγμή
κι έτσι όταν έρθει εκείνη δεν ξαφνιάζονται·
προγραμματίζουν τη ζωή τους βάσει αυτής
με μια ευφυΐα αμήχανη κι αρύθμιστη
κόντρα στην απομάγευση του κόσμου
μια οικονομία φύσης μεριμνώντας
τόσα λουλούδια, τόσο ψήλωμα
ποτέ πλεονεκτώντας.
Χαίρονται
που από τον θάνατό τους είν’ ανίκανα
να δούνε παραπέρα, μόνο ξέρουνε
—μάλλον, καλύτερα, μπορούν να φανταστούν—
το νόημα του όλου που κραταιώνουνε
την τάξη τη σεπτή, τ’ όλο μυστήριο
κι η αποστολή αυτή που τα συνέχει
—αυτός ο μαραθώνιος με τ’ Άπειρο
καρπό-καρπό την χθόνια πρόνοια θρέφοντας—
τα φτάνει από μόνη της στον Θεό

Κοιτάς έξω τα δέντρα απ’ το παράθυρο
με βούληση πνευστή πώς καμπυλώνουν
ερχόμενη απ’ τα πολύ παλιά
το ένα επάνω στ’ άλλο σκύβοντας
και πώς πασχίζουν να την ακυρώσουν
—το μέσα τους ρολόι που ’χει στιφτεί
και πια δεν αφουγκράζεται τη μέρα—
σπέρνουν βαθύτερα την κοπιασμένη ρίζα
και του κορμού το κύκλιο καταπίστευμα
στο χρόνο θησαυρίζουν.
Αντιστέκονται
μ’ έναν ρυθμό ατόφιο, ολοδικό τους
με πείσμα στο σκοτάδιασμα του κόσμου.
Δίχως να ξέρουνε σκοπό ή προορισμό
μ’ υπομονή αταλάντευτη πορεύονται
σαρκάζοντας τα έργα των ανθρώπων
τις τόσο κωμικές τους μικρομέριμνες:
τον έρωτα που εύκολα υπόσχεται
μα κι εύκολα ξεχνάει όταν κρυώσει.

Δεν ξέρεις αν θαυμάζεις ή φθονείς
αυτήν τους την απλότητα μα σαν
ν’ αντιλαμβάνεσαι τη σημασία της
το ύψος της αρίφνητης σοφίας
της πείρας τής από χιλιάδες χρόνια
σα φέρνει ο νους σου αλλότριες εποχές
βαθιά μέσα στο πλήρωμα του χρόνου
μια μέρα που θ’ αναδυθούν ξανά
—όταν εσύ κι εγώ δε θα υπάρχουμε—
ο σχίνος, η σημύδα, η φλαμουριά
μια στάλα απ’ το σμαράγδι τους να στάξουνε
κι ευρύχωρη να υφάνουν εξαρχής
την έκρυθμη ανάσα αυτού του κόσμου.

Ποτέ τους δε νικούν, γιατί υπήρξαμε
σ ’αντίξοες συνθήκεςγιατίυπήρξαμε

*Από τη συλλογή ”Ακούγοντας δάση”, εκδόσεις Βίργκω, 2024.

Αντωνία Μποτονάκη, Τρία ποιήματα

ΠΡΟΣΦΟΡΟ

Η μητέρα είχε ανορεξία νευρική. Από παιδί.
Μεγάλωσε σε πλήρη ένδεια.
Το φαγητό ήτανε σπάνιο αγαθό.
Θαρρώ, το μίσησε από περηφάνια.

Στη μητέρα άρεσαν πολύ τα πανηγύρια στα χωριά.
Γι’ αυτό ο πατέρας την πήγαινε συχνά.
Άφθονοι οι άρτοι, τα πιλάφια, τα καλτσούνια,
τυριά και μαρουβάς.

Όταν γυρνούσαν, κάθιζε στ’ άδειο τραπέζι της κουζίνας
να μας αφηγηθεί• τι ακριβώς είχε γευτεί
ο κάθε ομοτράπεζός της.
Δεν είχε βάλει στο στόμα της μπουκιά.

Ύστερα, έκοβε με το χέρι της ένα κομμάτι χθεσινό ψωμί.

Έτσι έμαθα πώς γράφεται η ποίηση

*

ΕΡΗΜΗΝ

Μα τι θα ήτανε το σύννεφο
το φύλλο
το μεγάλο φορτηγό πλοίο
που περνάει τα μεσάνυχτα το Ντρέικ
τι θα ‘ταν ο Θεός;
Είμαι εγώ που
δίνω σχήμα και χρώμα και φορτίο στα σύννεφα Και είμαι εγώ που
κάνω τα φύλλα βαθυ κόκκινα να πέφτουν
κι η θάλασσα
μετρά, μόνο επειδή εγώ το μέτρο αναγνωρίζω
Κι αλίμονο
αν ερήμην μου έπλεαν τα φορτηγά τις νύχτες
στα τρομερά περάσματα

*

ΕΝΤΡΟΠIΑ

Η φορά του βέλους του χρόνου θα δείχνει πάντοτε την αύξηση, την πύκνωση, την εντροπία, την έκφραση του μέτρου της αταξίας.
Χτες βράδυ, καθώς φύτευα
εξ επαφής μια σφαίρα στο κακό μου το κεφάλι
που αυτό έφταιγε για όλα
εκεί που δείχνει ο δείκτης, στο θυμήσου το
λες και μπορούσα να ξεχάσω.
Όχι πια σιωπή, μα παύση.
Πώς ζει ένα πεσμένο φύλλο; Έτσι.
Κι όλοι ξέρουμε πως δε θα δούμε ποτέ
ένα πεσμένο φύλλο να υψώνεται.

*Από τη συλλογή “Τη γλώσσα της την πέταξαν στη γάτα”, εκδ. Θράκα.

Fermando Pessoa, Ποιήματα του ετερώνυμου Αλμπέρο Καέιρο

ΧIII

Ανάλαφρος, ανάλαφρος, πολύ ανάλαφρος
Ο άνεμος περνάει ανάλαφρος.
Φεύγει μετά, πάντα ανάλαφρος.

Τι σκέφτομαι δεν ξέρω.
Και ούτε να το μάθω επιζητώ.

[…]

XΧΧ

Αν θέλουν να έχω μυστικισμό, εντάξει, τον έχω.
Είμαι μυστικιστής, αλλά μονάχα με το σώμα.
Η ψυχή μου είναι απλή και δεν σκέφτεται.

Ο μυστικισμός μου συνίσταται στο να αρνείται τη γνώση.
Μόνο να ζω θέλω, κι αυτό να μην το σκέφτομαι.

Δεν ξέρω τι είναι φύση: την τραγουδώ.
Ζω στην κορφή ενός λοφίσκου,
Σ’ ένα ασβεστωμένο σπίτι, μοναχικό.
Κι αυτός είναι ο ορισμός μου.

ΧΧΧVI

Υπάρχουν ποιητές που είναι τεχνίτες
Και δουλεύουν τους στίχους
Όπως οι μαραγκοί το ξύλο!

Τι λυπηρό να μην ξέρεις ν’ ανθίζεις!
Να’ χεις να βάζεις στίχο σε στίχο, όπως αυτός
Που χτίζει έναν τοίχο
Και βλέπει αν στέκει καλά
Και τον γκρεμίζει αν δεν είναι έτσι!

Αλλά το μόνο έργο τέχνης είναι η Γη μας
Που αλλάζει, και πάντα η ίδια είναι και πάντα ωραία…

Το σκέφτομαι, όχι όπως ο οποιοσδήποτε σκέφτεται,
Αλλά όπως αυτός που αναπνέει.
Κοιτάζω τα λουλούδια και γελάω…
Δεν ξέρω αν με καταλαβαίνουν ούτε κι εγώ αν τα καταλαβαίνω…
Γνωρίζω όμως ότι η αλήθεια μαζί τους και μαζί μου είναι
Στην κοινή μας θεότητα
Που μας αφήνει να φύγουμε, να ζήσουμε για τη Γη,
Ευτυχισμένοι στα χέρια τις εποχές να σηκώνουμε
Ν’ αφήνουμε τον άνεμο να μας αποκοιμίζει
Και στα όνειρά μας, όνειρα να μην έχουμε.

Όποιος έχει λουλούδια ανάγκη τον Θεό δεν έχει.

XL

Μια πεταλούδα περνά από μπροστά μου
Και για πρώτη φορά παρατηρώ στη Δημιουργία
Ότι δεν έχουν χρώμα ή κίνηση οι πεταλούδες,
Κανονικά, όπως χρώμα ή άρωμα δεν έχουν τα λουλούδια.
Χρώμα είναι αυτό που χρωματίζει της πεταλούδας τα φτερά
Κίνηση είναι αυτό που υπεισέρχεται στην κίνηση της πεταλούδας
Άρωμα είναι αυτό που αρωματίζει του λουλουδιού τη μυρωδιά.
Η πεταλούδα είναι μονάχα πεταλούδα
Και το λουλούδι, απλά ένα λουλούδι.

*Από το βιβλίο “Fermando Pessoa, Ποιήματα, εισαγωγή-μετάφραση Γιάννης Σουλιώτης, εκδόσεις Printa, 2007. Μετάφραση Γιάννης Σουλιώτης.