Jazra Khaleed, Όταν μου λένε να πολεμήσω για την πατρίδα, σκέφτομαι

6.
Καταγωγή μου, το θυμάρι και η αστοιβιά, το μαργαριταρένιο χρώμα της κηρύθρας, η τραμουντάνα που βάφει τη θάλασσα μαύρη. Καταγωγή μου τ’ αρμυρίκια, οι ρίζες τους ν’ απλώνονται στην αμμουδιά σαν πόδια ροζιασμένα. Καταγωγή μου τα χέρια του παππού, αυτά τ’ αλμυρά χέρια που αλευρίζουνε δολώματα. Καταγωγή μου οι σύντομοι αποχαιρετισμοί και οι μεγάλες σιωπές. Καταγωγή μου τα μπουφάν για τέρμα, τα διαστρέμματα, η μοναξιά του σχολικού διαλείμματος. Καταγωγή μου το βουβό κλάμα της μάνας στην κουζίνα. Καταγωγή μου ένας πόνος σαρκοβόρος, αρσενικός, μια γλώσσα που δεν ήταν ποτέ διή μου. Όμως τίποτε από αυτά δεν είναι πατρίδα μου.

7.
Δεν είναι πατρίδα μου τα παιδικά μου χρόνια. Τα παιδικά μου χρόνια είναι η πείνα στο μεσημεριανό διάλειμμα, το ξύλο απ’ τον πατέρα, η κακοραμμένη τρύπα στην μπλούζα, το κουτάκι Sprite αντί για μπάλα. Τα παιδικά μου χρόνια είναι οι άλλοι, και, ως γνωστόν, οι άλλοι είναι η κόλαση.

*Από το βιβλίο “Προλεποίηση”, εκδ. Τεφλόν, 2024.

Andrew Franks, Δύο ποιήματα

The “you can tell he loves you” poem

You can tell he loves you

from the way he writes about you
from the way he paints you
from the way he ignores you
from the fact he never wears your ring

you can tell he loves you

by the way he talks to other women
by the way he wears your clothes
by the way he looks at himself in the mirror
by the way his tears burn his cheeks

you can tell he loves you

because he told the papers
because he told the courts
because he told the truth
because he has done it all before

Το ποίημα “μπορείς να πεις ότι σε αγαπάει”

Μπορείς να πεις ότι σε αγαπάει

από τον τρόπο που γράφει για σένα
από τον τρόπο που σε ζωγραφίζει
από τον τρόπο που σε αγνοεί
από το γεγονός ότι δεν φοράει ποτέ το δαχτυλίδι σου

μπορείς να καταλάβεις ότι σε αγαπάει

από τον τρόπο που μιλάει σε άλλες γυναίκες
από τον τρόπο που φοράει τα ρούχα σου
από τον τρόπο που κοιτάζει τον εαυτό του στον καθρέφτη
από τον τρόπο που τα δάκρυά του καίνε τα μάγουλά του

μπορείς να καταλάβεις ότι σε αγαπάει

γιατί το είπε στις εφημερίδες
επειδή το είπε στα δικαστήρια
επειδή είπε την αλήθεια
γιατί τα έχει ξανακάνει όλα αυτά

*


In days like this
(For David Andrade – Founder of the Melbourne Anarchist Club)

In days like this…

On can’t help but feel
that in amongst
the pipe smoke
the chin stroke
the gin soak
that what he really wanted to say was…

Up against the wall, Motherfuckers!
This is a stick up!

Τέτοιες μέρες
(Για τον David Andrade – Ιδρυτή της Melbourne Anarchist Club)

Σε μέρες σαν κι αυτή…

Δεν μπορώ να βοηθήσω αλλά νιώθω…
ότι ανάμεσα…
στον καπνό της πίπας
το χτύπημα του πηγουνιού
η εμβάπτιση με τζιν…
ότι αυτό που πραγματικά ήθελε να πει ήταν…

Στον τοίχο, γαμιόληδες!
Αυτό είναι ένα ραβδί!

*From the collection ”Sunflower Eclipse over Troia Nova”, Soul Bay Press, 2018. Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης

Ειρηναίος Μαράκης, Σ’ αυτή τη χώρα*

στην Ανθή

Σ’ αυτή τη χώρα
Εμφύλιος δε θα γίνει
μια φορά και καλή
σκοτωθήκαμε.
Τώρα πια
στα γήπεδα ξοδεύουμε
την οργή μας
με χιούμορ γυμνασιακού επιπέδου
με υπόκλιση
στους επιχειρηματικούς ομίλους
που δραστηριοποιούνται
στο ποδόσφαιρο.

Σ’ αυτή τη χώρα
ανάμνηση έγινε
ο ταξικός πόλεμος,
δεξιοί κι αριστεροί
πλούσιοι και φτωχοί
τα βρήκαμε
ηλίθια γελώντας
μπροστά από τις οθόνες μας.

Σ’ αυτή τη χώρα,
όπως έγραψε κι ο Γιάζρα Χαλίντ,
δεν χωράνε μανιφέστα.
Ούτε και η ποίηση.

30/5/2024

*Σ’ αυτή τη χώρα δεν χωράνε μανιφέστα, στίχος από το ομώνυμο ποίημα του Γιάζρα Χαλίντ και την πρώτη του ποιητική συλλογή (Γκρόζνι, Εκδόσεις Υποκείμενο, 2016).

Ζωή Καραπατάκη, Μη – αναγνωρίσεις

Γκράφιτι στην οδό Μητροπόλεως, κοντά στο Σύνταγμα. Φωτογραφία: Δημήτρης Τζουμάκας

Ι

Ο καθρέφτης βάλθηκε να μου μιλάει
μαθαίνω τη γλώσσα του
χωρίς ευχαρίστηση
μα δε θα κρατήσει πολύ αυτό
ήδη άναψα ένα πρώτο τσιγάρο
και με τα συννεφάκια του καπνού
τον βλέπω να αλλάζει αρκετά
τις απόψεις του

ΙΙ

Είμαστε εμβόλιμοι σε κάποια πραγματικότητα;
Ή νομίζουμε πως είμαστε;
Ας μου πει κάποιος γι’ αυτή τη πραγματικότητα
τουλάχιστον

ΙΙΙ

Υποπτεύομαι τον εαυτό μου
για τόσα πολλά που
στο τέλος δεν τον αναγνωρίζω
Το ίδιο συμβαίνει και με τους γύρω μου, το ξέρω
Επιτέλους, ας βρεθεί κάποιος
να μας δώσει ένα
αληθινό όνομα
Θα έχει την αμέριστη ευγνωμοσύνη μας

Για την ώρα πάω έξω –
ν’ ατενίσω ξανά
το φεγγάρι

Βίκυ Δερμάνη, Τρία ποιήματα

Κατ’ εξακολούθηση

Τους σκότωσαν
μια και δυο και τρεις φορές

για την ελπίδα
για τη ζωή
για την πατρίδα

μια και δυο και τρεις φορές

να ησυχάσουν πια αφήστε τους

πάνε άλλωστε χρόνια
που είναι πεθαμένοι

*

Εν πλήρει συγχύσει

Χέρια αδειανά κι απεγνωσμένα
θραυσμένα μάτια ανοχύρωτα

αγάπης άνθη βροχή χαράς
τα κάποτε φέροντα

εν πλήρει συγχύσει
αθώοι παραμένουμε

*

Χώμα μονάχα

Ματαίως ανάβει
το καντήλι των νεκρών

ούτε ελαφρύ το χώμα ούτε βαρύ
χώμα μονάχα
το τίποτα σκεπάζει

πάνω του
φίδια μαύρα σούρνονται

του πόνου

*Από τη συλλογή “Μικές ταριχεύσεις”, ΑΩ Εκδόσεις, 2021.

Ahmed Hashim, وجه الغريبة المألوف  / The familiar stranger face / Το γνώριμο ξένο πρόσωπο

أعرفهُ في حياة
سابقة
وجهٌ بلا ندم ٍ تنصل عن العرش
وارتضى أزقة الوجه الحزين.
رأيتهُ عبر الأسلاك
الشائكة، معلق في غبار
الصحراء
ذاك اليوم، هناك
رسمتُ عاصمة على الرمال
لمشردين يحملون اسماءنا…. ما نفع
أصابع من وهم..

هو.. هو، تلك الابتسامة قارب
يتطوّح في الأزمان
حوارٌ معلق ٌ على الشفاه
يعوم في أفق حياتي

اليوم، هنا..
الجدران ذكرى لمكان
آخر
اليوم
هذه المرة لا تدع الوجه
يفرّ من يدك

*
The familiar stranger face
I know him in life
A previous one
A face with no remorse from the throne
And Satisfied the alley of the sad face.
Saw it through the wire
Thorny, hanging in dust
The desert.
The other day, right there
Drawed a capital on sand
For homeless people with our names…. What good
Fingers of an illusion.
Him.. Him, that smile is a boat
Rolling in time
Lip pending dialogue
Floating in my life skyline
Today, here…
Walls are a memory of a place
Another one.
Today
This time don’t let face
Running away from your hand

*

Το οικείο ξένο πρόσωπο

Τον ξέρω στη ζωή
Ένα προηγούμενο
Ένα πρόσωπο χωρίς τύψεις από το θρόνο
Και ικανοποίησε το δρομάκι του θλιμμένου προσώπου.


Το είδα μέσα από το σύρμα
Αγκαθωτό, κρεμασμένο στη σκόνη της ερήμου.


Τις προάλλες, εκεί ακριβώς
Σχεδίασε ένα κεφάλαιο στην άμμο
Για τους άστεγους με τα ονόματά μας… Τι καλά
Δάχτυλα μιας ψευδαίσθησης…
Αυτός… Αυτός, αυτό το χαμόγελο είναι ένα καράβι
Που κυλάει στο χρόνο
Διάλογος με τα χειλη σε εκκρεμότητα
Που επιπλέει στον ορίζοντα της ζωής μου

Σήμερα, εδώ…
Οι τοίχοι είναι η ανάμνηση ενός τόπου
Ένας άλλος.
Σήμερα
Αυτή τη φορά μην αφήνεις το πρόσωπο
Να ξεφύγει από το χέρι σου.

*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Λένα Καλλέργη, Λάθος το τρυφερό 

Μην εμπιστεύεσαι λουλούδια.
Πατούν επί πτωμάτων.
Φυτρώνουν όπου δεν τα σπέρνουν.
Μαραίνονται την πιο καλή στιγμή σου.

Μόνο για λίγο προσποιούνται
τα καλλιεργημένα.
Στο βάθος μένουν άγρια.

Ποιο άρωμα αντέχει να μην το θυμάσαι.
Ποιος μίσχος, ποιος βλαστός θα σε στηρίξει.
Ποιο άνθος για σένα θα κοπεί, να φανερώσει
τα αισθήματα και την αισθητική σου.

Θα χρειαστείς μαχαίρι.

Γιώργος Βέης, Δολοφονία

Χαρούμενος
στήριξε το τουφέκι του με σιγουριά στον δεξιό του ώμο
κοίταξε προσεκτικά στο βάθος του τηλεφακού
πήρε μια αναπνοή
κι αργά, ηδονικά πίεσε τη σκανδάλη.

Ύστερα οι θεατές είδαν σε αργή, μακάβρια κίνηση
την πτώση του, τους σπασμούς του, τις κωμικές του κινήσεις
καθώς έγερνε ολοκόκκινος στο φαρδύ γκρίζο πεζοδρόμιο
δίπλα τους.
Σαν φυσικό επακόλουθο
μιας μάννας το γάλα έγινε ξύδι
τα πορτοκάλια πέσαν απ’ τις πορτοκαλιές
οι καθρέφτες έδειχναν για καιρό απολιθωμένες μύτες.
Και να πεις πως ήταν ο επιτυχημένος πολιτικός
ο ανήσυχος κακοποιός
ο συνδικαλιστής ηγέτης…
Όχι, τίποτα απ΄ αυτά
ήταν ο ήλιος που χανόταν πίσω απ΄ τα βουνά
για πάντα.

William Carlos Williams, Τέσσερα ποιήματα

Πρελούδιο

Γνωρίζω μόνο τα γυμνά βράχια τής σήμερον.
Σ’ αυτά αναπαύονται τα καφετιά μου φύκια ―
φλέβες πράσινου χαλαζία που ελίχθηκαν μέσα από τον υγρό σχιστόλιθο·
σ’ αυτά λιμνάζουν οι πισίνες μου που άφησε η παλίρροια ―
ήσυχες, να λησμονούν τα κύματα·
σ’ αυτά μαρμαρώνουν λευκοί αστερίες·
σ’ αυτά γλιστράω ξυπόλυτος!
Ψίθυροι ψαρίλας στον αέρα πασπατεύουν το κορμί μου·
«Αδερφούλες», τους λέω.

*

Μύρισε!

Ω αδρά κυρτωμένη και βαθιά κοιλωμένη
μύτη μου! Θ’ αφήσεις τίποτα αμύριστο;
Τι απρεπή γαϊδούρια είμαστε, εσύ κι εγώ, κοκκάλω μύτη,
πάντα αδιάκριτοι, πάντα ξεδιάντροποι,
και ορίστε τώρα τα ξινισμένα άνθη στη λάσπη
κάτω απ’ τις λεύκες: ένας πολτός που σαπίζει πάνω στο μουσκεμένο χώμα
που ριζώνουν. Με τι βαθιά δίψα
γκαζώνουμε τα γούστα μας
προς εκείνη την ελεεινή οσμή μιας άνοιξης σε αποδρομή!
Δεν μπορείς να είσαι αξιοπρεπής; Δεν μπορείς να κρατήσεις τη φούρια σου
για κάτι λιγότερο απωθητικό; Ποιο κορίτσι θα γυρίσει
να μας κοιτάξει, πιστεύεις, αν συνεχίσουμε το ίδιο βιολί;
Πρέπει να δοκιμάζεις τα πάντα; Πρέπει να τα ξέρεις όλα;
Πρέπει να συμμετέχεις σε όλα;

*

Ήρωας

Ανόητε,
κράτα τις περιπέτειές σου
για πράγματα που
σπάνε καράβια ―
και όχι γυναικεία σάρκα.
Άσε να ξεπλύνουν
το μυαλό σου
τα νερά
τεσσάρων ωκεανών, οι άνεμοι
τεσσάρων ουρανών!
Γύρνα με το στομάχι κολλημένο στην πλάτη
και το μάτι να κόβει, δυνατός!
Μια-δυο μικρές ουλές.
Μικρά κορίτσια θα έρθουν
να φέρουν τριαντάφυλλα
για το πέτο σου.

*

El hombre

Περίεργο κουράγιο
μου δίνεις αρχαίο αστέρι:
Να λάμπεις ολομόναχο στου ήλιου την ανατολή
και να μην της παραχωρείς το παραμικρό!

*Από το περιοδικό “Χάρτης”, τεύχος 64 {Απρίλιος 2024}. Μετάφραση: Ευγενία Βάγια.

sine lege, το κάπνισμα σκοτώνει

τα τσιγάρα σας
διαχωρίζονται από όποιον νόμους θέτει

με γνώμονα αποκλειστικό των βιομήχανων την τσέπη

σε μαλακά και σε σκληρά
το ίδιο άλλωστε και τα πακέτα τους
βιομηχανία μαζική

εκλέπτυνσης της βαρβαρότητας
λείανσης της σκληράδας
και φοροαποφυγής των ευθυνών

τα σκληρά τσιγάρα εισβάλλουν μέσα σου
σε ξεγυμνώνουν
τα ρούχα σου πεταμένα στην καρέκλα
το μυαλό σου έκθετο στον υπέροχο τρόμο της ζωής
τα χέρια σου κρεμασμένα ζητούν βοήθεια
τα στερεμένα ποτάμια μοιάζουνε ξαφνικά να κυλάνε ανάποδα
κι εσύ ακίνητος απορείς πώς άραγε έφτασες μέχρι εδώ

τα μαλακά τσιγάρα σε χαιρετίζουν φιλικά
ύπουλα σου σφίγγουν τα πνευμόνια
πίσσα και νικοτίνη σου χαρίζουν με αφειδία

και μια συντροφιά που τάχα δε ζητάει ανταλλάγματα

ένας αναπτήρας στέκει εξάλλου πάντα κάπου εκεί κοντά

φίλος καρδιακός
και συ νομίζεις δήθεν

πως μόνος σου ξανά ποτέ δεν θα ‘σαι

έτσι και τα πακέτα σας

τα καυτά ζητήματα της τσέπης αφορούν

τα μαλακά πακέτα χωράνε παντού
στα δύσκολα και στα εύκολα
μια τόση δα τσέπη αποζητούν
στο βόλεμά σου σύντροφοι και πρωτεργάτες
κυκλοφορούν παντού μαζί σου και άλλο τίποτα δεν αποζητούν
μόνο ένα άγγιγμα δικό σου μέσα απ’ την τσέπη του μπουφάν
ίσα για να αισθανθούν κι αυτά πως κάπου υπάρχουν
κι ας στερηθήκανε όλες της ύπαρξής τους τις γωνίες
για να μονίμως άλλοι στέκονται στα πόδια τους
αγέρωχοι και όμορφοι
και σίγουροι για της ζωής τους τα σήματα καπνού

μα τα πακέτα τα σκληρά
γωνίες γεμάτα και σκληράδα
αρνούνται να συμβιβαστούν με μία τσέπη ενός μπουφάν
ρόλο πρωταγωνιστικό επί του τραπεζιού κατέχουν
κι αν θες στ’ αλήθεια το βράδυ σου μαζί τους να το μοιραστείς
πρέπει από τον εαυτό σου χώρο και χρόνο να δώσεις
θα σου χαρίσω δηλητήριο κι απόψε μα πρέπει από όλα τα άλλα εμένα να προτάξεις
μοιάζουν σαν να σου λένε

και η ταμπακέρα
όχι όχι κουβέντα απόψε για την ταμπακέρα
τρέμω να την ανοίξω
ξέρω πως από μέσα της του πόνου μου τα τέρατα

σταυροφόροι ετοιμοπόλεμοι θα δραπετεύσουν

και πως θα τρέξεις να την κλείσεις

πριν καν προλάβει η ελπίδα μου μια αναπνοή να πάρει

γι’ αυτό σου λέω άφησε την πανδώρα ήσυχη απόψε

ίσα το μύθο της να καταπιεί

και να επιστρέψει ύστερα βουβά

σε ένα κιτάπι εικονογραφημένο

εγώ θα σου μιλήσω μόνο για μύθους αντικαπνιστικούς
παραβολές αχρείαστες και άκακες
που δεν πληγώνουν δεν χαράζουν δεν σπαράζουν
και τα νερά αφήνουν απαλά νανουριστά να κυματίζουν
μόνο για παραμύθια με επιμύθια παιδικά θα σου μιλάω πια
κρατώντας άπασες τις γωνίες μου στρογγυλεμένες
χωρώντας μες στην τσέπη σου αβίαστα
ίσα για να με κουβαλάς σε μια εσοχή αθέατη
χωρίς να σου κοστίζω πια
χωρίς βάρος χωρίς πόνο χωρίς ερωτηματικά

δίχως ούτε να φαίνομαι
εδώ θα μείνω στριμωγμένη μαζί με τα θαυμαστικά μου
αποσιωπώντας με αυταπάρνηση της στίξης τα σημεία
ελπίζοντας κι εγώ σ’ ένα τσιγάρο κάποτε
που με καπνό βαρύ και αποπνικτικό
με θράσος την ατέρμονη νύχτα μου θα αναστατώσει
και δίχως του πόνου το αντάλλαγμα
την καινούρια μου ζωή
ανέπαφη από προπετάσματα καπνού
θα μου επιστρέψει